Νιγηρία 1994-1998: Η «χρυσή «φουρνιά» που απέτυχε να διακριθεί

Φίνιντι Τζορτζ, Ρασίντι Γεκίνι, Τζέι Τζέι Οκότσα, Εμάνουελ Αμουνίκε, Ντάνιελ Αμοκάτσι, Σάντεϊ Ολίσε, Βίκτορ Ικπέμπα, Ταρίμπο Γουέστ, Νουάνκουο Κανού, Τιτζάνι Μπαμπανγκίντα, Σελεστίν Μπαμπαγιάρο. Ονόματα που αν συνδυάζονταν στην ίδια ομάδα, τότε δεν αποκλείεται να επιβεβαιωνόταν για μία φορά ο Πελέ στις προβλέψεις του για κατάκτηση της κορυφής του κόσμου από μία αφρικανική ομάδα.

Κι όμως, κάτι τέτοιο συνέβη, αφού η «χρυσή γενιά» της Νιγηρίας διέθετε αυτό το «οπλοστάσιο» τη δεκαετία του ’90. Το μόνο που κέρδισε, όμως, ήταν οι εντυπώσεις και όχι κάποιο Παγκόσμιο Κύπελλο, παρά τις προκρίσεις από τη φάση των ομίλων, που έμειναν στην ιστορία.

Το Sport-Retro.gr παρουσιάζει μία ομάδα που κέρδισε φιλάθλους και εκτίμηση, που είχε ταλέντο και ποιότητα, αλλά δεν κατάφερε πολλά σε ποδοσφαιρικό επίπεδο σε Μουντιάλ.

Κυριαρχία στις μικρές ηλικίες

Ο σπόρος για τη σπουδαία «φουρνιά» παικτών της δεκαετίας του ’90 είχε φυτευτεί από την προηγούμενη δεκαετία. Δεν είναι τυχαίο ότι το 1985, η Νιγηρία κατέκτησε το 1ο Παγκόσμιο Κύπελλο κ-16 στην ιστορία, επικρατώντας στον τελικό της Δυτικής Γερμανίας. Δύο χρόνια αργότερα, ήταν φιναλίστ της ίδιας διοργάνωσης, επιβεβαιώνοντας την κυριαρχία της στις μικρές ηλικίες.

Ομοίως, στο επόμενο ηλικιακό επίπεδο, η εικόνα ήταν εξίσου καλή. Το 1985 τερμάτισε στην 3η θέση του Παγκοσμίου Κυπέλλου κ-20 και το 1989 έφτασε μέχρι τον τελικό της ίδιας διοργάνωσης, όπου ηττήθηκε από την Πορτογαλία του Κάρλος Κεϊρόζ, με παίκτες όπως ο Πάουλο Σόουζα, ο Ζοάο Πίντο και ο Φερνάντο Κόουτο.

Εντός αφρικανικού εδάφους, αυτή η ομάδα ήταν ακόμα πιο επιτυχημένη, αφού κατέκτησε τέσσερα σερί Κύπελλα Εθνών κ-21, επιβεβαιώνοντας την κυριαρχία της στη «μαύρη ήπειρο».

Τα θέματα του Sport-Retro.gr για το Παγκόσμιο Κύπελλο

Αυτή η πρώτη γενιά νεαρών επιτυχημένων Νιγηριανών έφτανε συνήθως μέχρι την εκπροσώπηση της χώρας σε Κύπελλα Εθνών σε επίπεδο αντρών. Το σημαντικότερο επίτευγμά της, όμως, είναι πως προκάλεσε το δεύτερο κύμα, τη «φουρνιά» που κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο κ-17 του 1993 στην Ιαπωνία.

Με αρχηγό τον Κανού και τους Σελεστίν Μπαμπαγιάρο, Γουίλσον Ορούμα, Πάτρικ Οπαράκου, Πασκάλ Οτζίγκουε και Εμάνουελ Μπαμπαγιάρο στο ρόστερ, η Νιγηρία απέδειξε ότι δεν σταματάει να παράγει ταλέντα. Αν και από τη διοργάνωση έλειπαν μεγάλα ονόματα χωρών που δεν είχαν εξασφαλίσει την πρόκριση (από την Ευρώπη πήγαν μόνο Ιταλία, Πολωνία, Τσεχοσλοβακία, έλειπε η Βραζιλία από Νότια Αμερική), η Νιγηρία επικράτησε στον τελικό της Γκάνας και έδειξε πανέτοιμη για το επόμενο βήμα.

Αυτό δεν ήταν το Παγκόσμιο Κύπελλο της επόμενης χρονιάς, αλλά το Κύπελλο Εθνών Αφρικής που εκείνη την εποχή διεξαγόταν κάθε δύο χρόνια σε ζυγή χρονιά, με συνέπεια συχνά να συμπίπτει με το Μουντιάλ.

Πρωταθλητές Αφρικής το 1994

Από τις πρώτες εννέα εκδόσεις της διοργάνωσης, η Νιγηρία για διαφόρους λόγους συμμετείχε μόνο σε μία και σε αυτήν αποκλείστηκε στη φάση των ομίλων. Από το 1976 άρχισαν οι επιτυχίες με δύο τρίτες θέσεις και την κατάκτηση του 1980. Η δεκαετία του ’80 ήταν αρκετά ιδιαίτερη για τους «σούπερ αετούς», που έφτασαν τρεις φορές στον τελικό, αλλά και στις τρεις γνώρισαν την ήττα. Το 1992 τερμάτισαν στην 3η θέση ξανά και τον Μάρτιο του 1994 ταξίδεψαν στην Τυνησία με έναν μόνο σκοπό: το τρόπαιο.

Προπονητής της ομάδας ήταν ο Κλέμενς Βέστερχοφ, ο Ολλανδός πρώην τεχνικός της Φιτέσε και βοηθός στη Φέγενορντ. Ανέλαβε στο τέλος του 1989, ωστόσο απέτυχε να οδηγήσει την ομάδα στην πρόκριση για την τελική φάση του Μουντιάλ 1990, αφού δεν κατάφερε να πάρει την ισοπαλία που ήθελε στο Καμερούν την τελευταία μέρα των προκριματικών.

Μετά από τον αποκλεισμό υποσχέθηκε αναδιοργάνωση της εθνικής ομάδας και έφερε αποτελέσματα με τις πορείες στο Κύπελλο Εθνών του 1990 και του 1992. Στη διοργάνωση της Τυνησίας είχε μαζί του ένα πολύ δυνατό ρόστερ, από το οποίο μόνο δύο παίκτες αγωνίζονταν στο εγχώριο πρωτάθλημα (Άιζακ Σεμιτότζε, Φουλούντου Εντέμα), ένας στη Ζάμαλεκ (Αμουνίκε) και άλλοι τρεις δεν είχαν ομάδα (Στέφεν Κέσι, Τόμπσον Ολίχα, Ντούκα Ουγκμπάντε). Όλοι οι υπόλοιποι αγωνίζονταν σε μεγάλα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα και ορισμένοι εξ αυτών σε γνωστές ομάδες, όπως ο Ούτσε Οκετσούκου στη Φενέρμπαχτσε, ο Αμοκάτσι στην Μπριζ, ο Ικπέμπα στη Μονακό και ο Τζορτζ στον Άγιαξ.

Οι Νιγηριανοί ήταν από τα φαβορί για την κατάκτηση του τροπαίου και αφού απέκλεισαν την Γκαμπόν στη φάση των ομίλων και το Ζαΐρ στα προημιτελικά, χρειάστηκαν τη διαδικασία των πέναλτι για να αφήσουν εκτός την Ακτή Ελεφαντοστού, την προηγούμενη πρωταθλήτρια Αφρικής.

Στον τελικό κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν τη Ζάμπια, που ήταν φαβορί για την κατάκτηση του τουρνουά μέχρι το 1993 κι εκείνη την αποφράδα ημέρα που κατέπεσε το αεροπλάνο που τη μετέφερε στη Σενεγάλη για έναν προκριματικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1994. Από το δυστύχημα σκοτώθηκαν 18 παίκτες και αρκετοί προπονητές, ωστόσο έναν χρόνο αργότερα κατάφερε να μαζέψει τα συντρίμμια της και να βρεθεί στον τελικό της Τύνιδας.

Μάλιστα, ο Ελάιτζα Λιτάνα άνοιξε το σκορ για τις «χάλκινες σφαίρες» μόλις στο 3ο λεπτό του τελικού, όμως ο Αμουνίκε με δύο τέρματα στο 5′ και στο 47′ έκανε την ανατροπή κι έστεψε πρωταθλητές Αφρικής τους Νιγηριανούς για δεύτερη φορά στην ιστορία τους.

Σεφτέ με Βουλγαρία

Με την ψυχολογία στα ύψη λόγω της επιτυχίας στο Κύπελλο Εθνών, η Νιγηρία ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει μία ακόμα μεγαλύτερη πρόκληση. Από τον Οκτώβριο του 1993 είχε εξασφαλίσει την πρόκριση στην τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου για πρώτη φορά στην ιστορία της και τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους έμαθε και τον 4ο όμιλο στον οποίο τοποθετήθηκε.

Μαζί της ήταν η προηγούμενη φιναλίστ Αργεντινή, η Βουλγαρία που είχε αποκλείσει στα προκριματικά τη Γαλλία με εντυπωσιακό τρόπο και η Ελλάδα, που έκανε κι εκείνη ντεμπούτο στη διοργάνωση.

Πρώτος αντίπαλος ήταν η Βουλγαρία, η οποία παρατάχθηκε στον αγωνιστικό χώρο του «Κότον Μπόουλ» του Ντάλας ως φαβορί. Με τον Χρίστο Στόιτσκοφ να έχει κατακτήσει τα πάντα με την Μπαρτσελόνα και τους Γιόρνταν Λέτσκοφ, Ντάνιελ Μποριμίροφ, Κράσιμιρ Μπαλάκοφ και Εμίλ Κοσταντίνοφ να συνεπικουρούν υπό τις οδηγίες του Ντίμιταρ Πένεφ, οι Βαλκάνιοι είχαν τον πρώτο λόγο, τουλάχιστον στη θεωρία. Στην πράξη, η εικόνα ήταν τελείως διαφορετική.

Επέλεξε επίθεση αντί για μαζική άμυνα

Η Νιγηρία παρατάχθηκε με ένα κλασικό 4-4-2, το οποίο ακόμα κι εκείνη την εποχή είχε αρχίσει να χάνει την αίγλη του. Οι παίκτες που επελέγησαν, όμως, ανέδειξαν τα θετικά στοιχεία αυτής της διάταξης και έφεραν την επιτυχία.

Σημαντικό ρόλο έπαιξε η παρουσία ενός επιθετικού που είχε αναδειχθεί MVP και πρώτος σκόρερ του Κυπέλλου Εθνών δύο μήνες νωρίτερα, του Γεκίνι, ο οποίος εκείνο το καλοκαίρι κατέληξε στον Ολυμπιακό. Ο επιθετικός της Σετούμπαλ ήταν ένας επιθετικός που «μύριζε» το γκολ μέχρι τότε σε συλλόγους και εθνική και έχοντας δίπλα του έναν παίκτη όπως ο Αμοκάτσι που συνδύαζε δύναμη με ταχύτητα, έκαναν δύσκολη τη ζωή των αντιπάλων αμυντικών.

 

Στα δεξιά υπήρχε ο Αμουνίκε, ένας ποδοσφαιριστής που στηρίχθηκε στην ταχύτητά του ως εξτρέμ κι έφτασε να ανήκει για τέσσερα χρόνια στην Μπαρτσελόνα. Απρόθυμος να μαρκάρει, είχε σποραδικές συμμετοχές με τον Βέστερχοφ στον πάγκο, ωστόσο όταν πήρε την ευκαιρία στον τελικό του Κυπέλλου Εθνών και σημείωσε τα δύο γκολ της νίκης, «κλείδωσε» και θέση στην ενδεκάδα.

Στα αριστερά, ο Τζορτζ είχε αρχίσει ήδη την καριέρα του στον Άγιαξ και προσέθεσε την τακτική πειθαρχία που χρειαζόταν μία ομάδα με σχετικά άναρχους ποδοσφαιριστές. Λειτουργούσε πότε ως εξτρέμ, πότε ως εσωτερικός μέσος και αυτές οι κινήσεις του έφερναν αποτέλεσμα, αφού με αυτόν τον τρόπο μπήκε το πρώτο γκολ με τη Βουλγαρία και προκάλεσε τον εμβληματικό πανηγυρισμό του Γεκίνι. Ο Αμοκάτσι έκανε κίνηση στα άκρα, παρασύροντας τους αμυντικούς, ο Τζορτζ έκανε το underlap και πέρασε ανάμεσα από μπακ και στόπερ και βρήκε τον Γεκίνι για το 1-0 στο 21′.

Η έκταση που έπαιρνε το παιχνίδι της Νιγηρίας στην επίθεση ήταν κομβική. Ολίσε και Σάμσον Σιάσια στον άξονα φρόντιζαν να τροφοδοτούν πάντα τα άκρα αλλά και να βρίσκουν τους δύο επιθετικούς στις κινήσεις που έκαναν στους διαδρόμους.

Όσο για το ανασταλτικό κομμάτι, σε αντίθεση με τις μεταγενέστερες αφρικανικές ομάδες που επέλεξαν να αμυνθούν μαζικά, οι Νιγηριανοί απλά προσπάθησαν να διακόπτουν διαρκώς το παιχνίδι του αντιπάλου. Είτε με απομακρύνσεις της μπάλας χωρίς να αλλάξει η κατοχή είτε με φάουλ τακτικής, κατάφερναν να αποσυντονίσουν και να αποδιοργανώσουν τον αντίπαλο, χωρίς να χρειαστεί να κλειστούν μαζικά στην περιοχή τους.

Τουλάχιστον αυτό συνέβη στα παιχνίδια που άφησαν θετικό πρόσημο, όπως αυτό με τη Βουλγαρία, όπου οι Νιγηριανοί διπλασίασαν τα τέρματά τους με τον Αμοκάτσι στο 43′ και έφτασαν στο 3-0 στο 55′ με τον Αμουνίκε. Οι Βούλγαροι, παρότι ολοκλήρωσαν τον αγώνα με 18 σουτ έναντι 11, δεν κατάφεραν να φτάσουν στην πρώτη νίκη στην ιστορία τους σε Μουντιάλ μετά από 17 προσπάθειες, σε αντίθεση με τους «σούπερ αετούς» που έκαναν σεφτέ με την πρώτη.

«Τους είπα ώρα για δράση. Να τους δείξουμε τι μπορούμε να κάνουμε. Ήρθαμε εδώ για να δείξουμε ότι μπορούμε να παίξουμε ποδόσφαιρο στην Αφρική. Είμαστε εδώ. Ίσως χάσουμε στο επόμενο παιχνίδι, δεν έχει σημασία», δήλωσε ο Βέστερχοφ μετά από τον αγώνα και κάτι είχε στο μυαλό του…

«Ηθοποιός ο Μαραντόνα, έκανε σαν μωρό»

Στο 2ο παιχνίδι, με αντίπαλο την Αργεντινή και υπό το βλέμμα του πρώην πλανητάρχη Τζορτζ Μπους του πρεσβύτερου (αποχώρησε στο 88ο λεπτό), ο Ολλανδός τεχνικός έκανε την έκπληξη και προτίμησε τον Μάικλ Εμέναλο για τη θέση του αριστερού μπακ στη θέση του Μπένεντικτ Ιρόχα. Η πιο σημαντική αλλαγή, όμως, ήταν η αμυντική φιλοσοφία που εμφύσησε στην ομάδα για το παιχνίδι του Φόξμπορο.

Η λόμπα του Σιάσια έξω από την περιοχή μόλις στο 8ο λεπτό έδωσε προβάδισμα στη Νιγηρία, με συνέπεια να προσπαθήσει να παίξει ακόμα περισσότερο με τους χώρους. Δεν τα κατάφερε, αφού η γρήγορη σκέψη του Ντιέγκο Μαραντόνα σε συνδυασμό με την ικανότητα στην εκτέλεση του, Κλαούντιο Κανίγια, έφεραν την ανατροπή μέσα σε επτά λεπτά στο 1ο ημίχρονο. Η ισοφάριση απέναντι σε μία ομάδα που περιελάμβανε Γκαμπριέλ Μπατιστούτα, Ντιέγκο Σιμεόνε, Φερνάντο Ρεδόνδο, Όσκαρ Ρουγκέρι, Νέστορ Σενσίνι, Αμπέλ Μπάλμπο και Χοσέ Σαμότ αποδείχθηκε ακατόρθωτη.

Ο Βέστερχοφ υποστηρίζει ότι αυτό οφείλεται και στον διαιτητή. «Ελπίζουμε, προσευχόμαστε στον Θεό, ότι θα έχουμε την ευκαιρία να αγωνιστούμε με την Αργεντινή ξανά και ίσως να έχουμε και διαφορετικό διαιτητή. Ίσως, πολύ παλιά στο παρελθόν του, ο διαιτητής (σ.σ. ο Σουηδός Μπο Κάρλσον) να έχει κάποια σχέση με τον Μαραντόνα».

Ο ίδιος ο Αργεντινός αστέρας, έδωσε την απάντησή του: «Δεν υπήρχε fair play στον αγώνα. Έπρεπε να πηδάω ψηλά για να προστατεύσω τα πόδια μου». «Τέσσερις πέντε από τους παίκτες μου είναι χτυπημένοι για τα καλά», πρόσθεσε ο προπονητής Άλφιο Μπασίλε.

Η αλήθεια είναι ότι οι αριθμοί του αγώνα είναι αρκετά περίεργοι. Στη Νιγηρία καταλογίστηκαν 33 φάουλ, τα 8 εκ των οποίων στον Μαραντόνα, αλλά μόλις τρεις παίκτες της είδαν κίτρινη κάρτα. Στην Αργεντινή καταλογίστηκαν μόλις 5 φάουλ.

Τα δύο γκολ της Αργεντινής σημειώθηκαν από γρήγορη εκτέλεση στημένων φάσεων του Μαραντόνα, με τον Βέστερχοφ να διαμαρτύρεται και γι’ αυτό: «Θέλω να συγχαρώ την Αργεντινή που σημείωσε δύο γκολ όσο οι παίκτες μου ήταν απασχολημένοι, μιλώντας στον διαιτητή». «Ναι, το κάναμε αυτό, δύο φορές. Άρχισαν το παιχνίδι όσο διαμαρτυρόμασταν. Την επόμενη φορά που θα μιλήσουμε, θα κρατάμε την μπάλα. Αυτό είναι το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλό μας. Μαθαίνουμε», παραδέχθηκε ο Γεκίνι.

Ο Οκετσούκου υποστήριξε ότι ο Μαραντόνα άσκησε επιρροή στον διαιτητή, με τον Βέστερχοφ να προσθέτει: «Ο Μαραντόνα έπαιξε καλά στο 1ο ημίχρονο, αλλά στη συνέχεια κουράστηκε και παραπονιόταν σαν μωρό». Ο «πίμπε ντ’ όρο», πάντως, την ώρα που ένας Νιγηριανός δημοσιογράφος υποστήριζε ότι είναι «σπουδαίος ηθοποιός», ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε ένα «τρομερό χτύπημα» στο σαγόνι και ότι θα χρειαστεί ακτινογραφία. «Μου άρεσε πολύ η Νιγηρία σήμερα», κατέληξε.

Έπεσε στην παγίδα και νίκησε την Ελλάδα

Η τελευταία αγωνιστική της φάσης των ομίλων έφερε τη Νιγηρία αντιμέτωπη με την Εθνική Ελλάδας. Στο άλλο παιχνίδι, σύμφωνα με τη φημολογία της εποχής, ο Μαραντόνα κανόνιζε με τον Στόιτσκοφ το αποτέλεσμα, ώστε η Βουλγαρία να εξασφαλίσει την πρόκριση (η Αργεντινή είχε περάσει ήδη με τη νίκη επί της Νιγηρίας), αλλά καμία εκ των δύο να μην προκριθεί ως πρωτοπόρος του ομίλου, για ευνοϊκότερα σταυρώματα στη συνέχεια.

Οι «σούπερ αετοί» δεν είχαν στο μυαλό τους άλλο αποτέλεσμα από τη νίκη, σε μία διοργάνωση όπου προκρίνονταν στα νοκ άουτ οι τέσσερις από τις έξι ομάδες που θα καταλάμβαναν την 3η θέση των ομίλων τους. Ο Βέστερχοφ παρέταξε την ενδεκάδα που επέλεξε και κόντρα στην Αργεντινή, ωστόσο φάνηκε να πήρε το μάθημά του και έδωσε εντολή για ανέβασμα στον αγωνιστικό χώρο και επιθετική προσέγγιση της αναμέτρησης.

Την ίδια ώρα, η Εθνική Ελλάδας προερχόταν από δύο βαριές ήττες με τέσσερα γκολ από Αργεντινή και Βουλγαρία, είχε χάσει κάθε ελπίδα πρόκρισης και ο Αλκέτας Παναγούλιας παρέτασσε τρίτο διαφορετικό τερματοφύλακα στη φάση των ομίλων, τον Χρήστο Καρκαμάνη.

Στον αγωνιστικό χώρο του Φόξμπορο έκανε την εμφάνισή της μόνο μία ομάδα και αυτή δεν φορούσε γαλανόλευκα. Η Νιγηρία αξιοποίησε τα φυσικά προσόντα των ποδοσφαιριστών της, εμφανίστηκε πιο δυνατή και πιο γρήγορη από τους Έλληνες διεθνείς και αργά ή γρήγορα ήταν βέβαιο ότι θα φτάσει στη νίκη.

Στο 2ο λεπτό των καθυστερήσεων του 1ου ημιχρόνου, οι δύο ακραίοι μέσοι της Νιγηρίας συνδυάστηκαν στον άξονα και ο Τζορτζ πέρασε την μπάλα πάνω από τον Καρκαμάνη για το 1-0. Το τελικό 2-0 σημειώθηκε στο 5ο λεπτό των καθυστερήσεων του αγώνα από μία πανέμορφη σόλο προσπάθεια του Αμοκάτσι και εξαιρετικό σουτ εκτός περιοχής που κατέληξε στο «παράθυρο» της ελληνικής εστίας.

Αυτό το γκολ έστειλε τη Νιγηρία στην κορυφή του ομίλου, αφού σχημάτισε την καλύτερη διαφορά τερμάτων. Στο άλλο παιχνίδι του ομίλου, η «αλμπισελέστε» ηττήθηκε με 2-0 από τη Βουλγαρία, η οποία, παρότι έπαιζε με 10 παίκτες για 25 λεπτά, σκόραρε το 2ο τέρμα της στο 91′ με τον Νάσκο Σιράκοφ. Με το γκολ αυτό έριξε την Αργεντινή από την 1η στην 3η θέση στην τριπλή ισοβαθμία, αφού Αργεντινοί και Βούλγαροι είχαν τα ίδια τέρματα (6-3), ενώ με το γκολ του Αμοκάτσι, η Νιγηρία έφτανε στο 6-2.

Κόντρα στην ομάδα όνειρο της Ιταλίας

Η εξέλιξη αυτή έφερε τους Νιγηριανούς σε μία θέση που ήθελαν να αποφύγουν οι Αργεντινοί και οι Βούλγαροι. Το «σταύρωμα» έγινε με την 3η ομάδα του 5ου ομίλου που μέχρι σήμερα παραμένει ο μοναδικός στην ιστορία του θεσμού που και οι τέσσερις ομάδες τερμάτισαν ισόβαθμες. Μέσα σε αυτό το μπλέξιμο, 3η ομάδα ήταν η Ιταλία, κάτι που όλοι γνώριζαν, αφού τα τελευταία παιχνίδια του 5ου ομίλου διεξήχθησαν δύο ημέρες πριν από εκείνα του 4ου!

Η «σκουάντρα ατζούρα» βασιζόταν στους παίκτες του καλύτερου πρωταθλήματος στον κόσμο εκείνη την εποχή, του ιταλικού, που λίγες εβδομάδες νωρίτερα είχε επιβραβευτεί με την κατάκτηση του Champions League από τη Μίλαν. Ένας πρώην τεχνικός των «ροσονέρι», ο Αρίγκο Σάκι, βρισκόταν στον πάγκο της εθνικής ομάδας και είχε να επιλέξει ενδεκάδα από μία αποστολή όνειρο.

Τζιανλούκα Παλιούκα στο τέρμα, Πάολο Μαλντίνι, Φράνκο Μπαρέζι, Αλεσάντρο Κοστακούρτα, Μάουρο Τασότι, Λουίτζι Απολόνι, Αντόνιο Μπεναρίβο στην άμυνα, Ρομπέρτο Ντοναντόνι, Ντεμέτριο Αλμπερτίνι, Ντίνο Μπάτζιο, Αντόνιο Κόντε, Νίκολα Μπέρτι στη μεσαία γραμμή, Ρομπέρτο Μπάτζιο, Πιερλουίτζι Καζιράγκι, Τζιουζέπε Σινιόρι, Τζιανφράνκο Τζόλα και Ντανιέλε Μασάρο στην επίθεση.

Οποιαδήποτε σύγκριση έγερνε την πλάστιγγα αναφανδόν υπέρ της Ιταλίας, αν και στη φάση των ομίλων, δεν φόβισε με την απόδοσή της. Ακόμα και το μεγάλο αστέρι της, Ρομπέρτο Μπάτζιο, δεν είχε βρει ακόμα τη φόρμα του και δεν είχε σκοράρει στα τρία παιχνίδια των ομίλων.

Οι σπόντες του Γεκίνι στον προπονητή

Η Νιγηρία δεν χρειάστηκε να μετακινηθεί, αφού ο αγώνας έγινε στο Φόξμπορο. Η αυξημένη θερμοκρασία έδινε πλεονέκτημα στους Νιγηριανούς, τουλάχιστον στα πρώτα λεπτά του αγώνα, όταν θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν την ταχύτητά τους και να κουράσουν τους Ιταλούς. Αντ’ αυτού, ο Βέστερχοφ έδωσε ξανά εντολή για οπισθοχώρηση και εγκράτεια, με συνέπεια να κόψει τα «φτερά» των παικτών του.

Ένα κόρνερ από δεξιά, μία μπαλιά που περιέργως δεν κατάφερε να απομακρύνει η ιταλική άμυνα και η προσπάθεια του Αμουνίκε στο 28ο λεπτό έβαλαν τη Νιγηρία μπροστά στο σκορ, κόντρα στη ροή του αγώνα. Οι παίκτες του Σάκι άρχισαν να επιτίθενται κατά κύματα, αλλά έχυναν την καρδάρα με το γάλα στην τελική προσπάθεια για σουτ.

Στο 35′, όμως, ο Βέστερχοφ τους έκανε ένα απρόσμενο δώρο. Ο Αμοκάτσι τραυματίστηκε κι αντί να αντικατασταθεί από επιθετικό, τη θέση του πήρε ο μέσος Μούτιου Αντεπότζου. Ο 21χρονος Οκότσα πήρε εντολή να παίξει μπροστά από τους Αντεπότζου και Ολίσε που προστάτευαν την άμυνα, με τη διάταξη να μετατρέπεται σε 4-5-1 από 4-4-2 και ο Γεκίνι έμεινε πολύ μόνος και χωρίς τροφοδοσία. «Όταν ένας επιθετικός τραυματίζεται, ένας άλλος επιθετικός πρέπει να μπαίνει στον αγώνα, εξαιτίας του τρόπου που παίζουμε. Επικεντρώθηκαν σε μένα. Είναι πολύ δύσκολο για έναν επιθετικό να παίξει αντίπαλος με τέσσερις αμυντικούς», δήλωνε μετά από τον αγώνα ο Γεκίνι.

«Ξύπνησε» ο Μπάτζιο κι έφερε τα πάνω κάτω

Οι προσπάθειες των Ιταλών δεν «καρποφορούσαν», όμως, και στο 75′ είδαν τον Τζόλα να αποβάλλεται μόλις 10 λεπτά μετά από την είσοδό του στη θέση του Σινιόρι, για διαμαρτυρία στον διαιτητή. Παρότι έπαιζαν με παίκτη λιγότερο, στο 88ο λεπτό, ο Ντοναντόνι βρήκε τον Ρομπέρτο Μούσι στην περιοχή και όταν πήγε να τον μαρκάρει ο Ολίσε, έδωσε πάσα στον αμαρκάριστο Ρομπέρτο Μπάτζιο για να ισοφαρίσει σε 1-1.

Το παιχνίδι οδηγήθηκε στην παράταση, εκεί όπου το μομέντουμ ήταν με την Ιταλία. «Μας αφαίρεσε κάτι ψυχολογικά το γκολ», δήλωσε ο Τζορτζ μετά από τον αγώνα. «Μετά από το γκολ, ήμασταν πεπεισμένοι ότι θα νικήσουμε», υπερθεμάτισε ο Ρομπέρτο Μπάτζιο.

Με παίκτη λιγότερο και εξουθενωμένη, η Ιταλία έδειξε ψυχικά αποθέματα και συνέχισε να ψάχνει το γκολ, σε αντίθεση με τη Νιγηρία που είχε καθηλωθεί. Στο 102′ ο Μπεναρίβο ανατράπηκε στη μεγάλη περιοχή, ο Ρομπέρτο Μπάτζιο ανέλαβε την εκτέλεση του πέναλτι και νίκησε ξανά τον Πίτερ Ρουφάι, στέλνοντας την Ιταλία στα προημιτελικά για το παιχνίδι με τους Ισπανούς στο ίδιο γήπεδο και κατ’ επέκταση στον… τελικό.

«Είχαμε την πρόκριση στα χέρια μας. Είναι κάτι που θα το θυμάμαι για το υπόλοιπο της ζωής μου», δήλωσε ο Τζορτζ, με τη Νιγηρία να αποτυγχάνει να μιμηθεί το Καμερούν, που τέσσερα χρόνια νωρίτερα πραγματοποίησε την καλύτερη πορεία αφρικανικής ομάδας στον θεσμό, φτάνοντας μέχρι τα προημιτελικά στο τουρνουά της Ιταλίας.

Η φρίκη της δικτατορίας στη Νιγηρία

Όταν οι παίκτες της Νιγηρίας επέστρεψαν στα σπίτια τους για διακοπές, συνάντησαν την ίδια δυσάρεστη πολιτική κατάσταση που είχαν αφήσει όταν κυνήγησαν το ποδοσφαιρικό όνειρό τους με μία μεταγραφή στην Ευρώπη.

Το πολιτικό σκηνικό πίσω στην αφρικανική χώρα ήταν αρκετά εύθραυστο. Οι εκλογές της 12ης Ιουνίου 1993 ακυρώθηκαν και λίγους μήνες αργότερα τα «ηνία» πήρε ένας πασίγνωστος στρατηγός της χώρας, ο Σάνι Αμπάτσα, ο οποίος είχε συμμετάσχει σε πέντε καταλήψεις εξουσίας στο παρελθόν, αρχής γενομένης από το 1966. Η δικτατορία του ήταν αρκετά επώδυνη για τη χώρα, αφού πέρασε έναν νόμο που τον έθετε πάνω από τη δικαστική εξουσία και έναν ακόμα που προέβλεπε εκτέλεση σε όποιον αμφισβητούσε ή ασκούσε κριτική στην κυβέρνησή του.

Τον Νοέμβριο του 1995, ο Αμπάτσα διέταξε τη θανάτωση του Κεν Σάρο Γουίγα και έξι συνεργατών του, επειδή φέρονταν να συνωμότησαν για τη δολοφονία τοπικών αρχόντων σε μία συγκέντρωση υπέρ της κυβέρνησης. Ο Σάρο Γουίγα ήταν συγγραφέας, με μεγάλη δράση εναντίον του Αμπάτσα, ο οποίος πρωταγωνίστησε σε ειρηνικές διαδηλώσεις κατά της περιβαλλοντικής καταστροφής που προκαλούσαν οι εξορύξεις πετρελαίου στον νότο.

Η δολοφονία του Σάρο Γουίγα οδήγησε σε έντονες διεθνείς αντιδράσεις και στην αποβολή για τρία χρόνια της Νιγηρίας από μέλος της βρετανικής Κοινοπολιτείας των Εθνών, με τη σύμφωνη γνώμη και του Νέλσον Μαντέλα. Μάλιστα, ο εμβληματικός ηγέτης της Νότιας Αφρικής ζήτησε ακόμα και μποϊκοτάζ του πετρελαίου από τη Νιγηρία.

Το 1996, η Νότια Αφρική φιλοξένησε το Κύπελλο Εθνών και η κάτοχος του τροπαίου από το 1994 δεν έκανε ποτέ το ταξίδι προς τον αφρικανικό νότο. Ο Αμπάτσα αποφάσισε να αποσύρει την εθνική Νιγηρίας, επικαλούμενος φόβους για την ασφάλεια των ποδοσφαιριστών, ωστόσο η κίνηση αυτή θεωρείται εκδίκηση για τον εμπορικό αποκλεισμό της Νιγηρίας από τη Μεγάλη Βρετανία και τις πρώην κτήσεις της. Μάλιστα, η απόφαση για απόσυρση πάρθηκε αρκετά αργά χρονικά, προκαλώντας προβλήματα στη διοργάνωση. Επιπροσθέτως, η Νιγηρία φέρεται να εμπόδισε τη Γουινέα να πάρει τη θέση της, όταν την προσκάλεσαν οι διοργανωτές. Η Ποδοσφαιρική Συνομοσπονδία της Αφρικής (CAF) επέβαλε κυρώσεις στη Νιγηρία γι’ αυτήν τη στάση, αποκλείοντάς την και από την επόμενη διοργάνωση στη Μπουρκίνα Φάσο, το 1998.

Μετά από αυτές τις εξελίξεις, στη μητρόπολη της Νιγηρίας, Λάγος, οι αστυνομικοί έπρεπε να φρουρούν το Υπουργείο Αθλητισμού όλη την ώρα, διότι εξαγριωμένοι φίλαθλοι διαμαρτύρονταν για τον ποδοσφαιρικό αποκλεισμό της κορυφαίας εθνικής ομάδας της Αφρικής. «Είναι οδυνηρό, αλλά στηρίζουμε την ομοσπονδιακή κυβέρνηση», ψέλλισε ο αρχηγός Όστιν Εγκουαβόν, φοβούμενος τα αντίποινα σε περίπτωση που εξέφραζε κάποια κριτική εναντίον του καθεστώτος.

Από τον Κανού στον… Ηρακλή

Μέσα σε αυτό το κλίμα, η ποδοσφαιρική εκπροσώπηση της χώρας στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1996 απέκτησε μεγαλύτερη σημασία ακόμα κι από την «παρθενική» συμμετοχή της ομάδας σε τελική φάση Μουντιάλ. Ήταν μια μοναδική ευκαιρία για τους φιλάθλους να απολαύσουν την εθνική ομάδα τους σε υψηλό επίπεδο, χωρίς να γνωρίζουν πότε θα ξαναβρεθεί σε τελική φάση μεγάλου τουρνουά, λόγω των πολιτικών εξελίξεων.

Η ομάδα είχε αποκτήσει το παρατσούκλι «Dream Team» από τον Τύπο της χώρας και είχε στον πάγκο της τον Τζο Μπονφρέρε, τον Ολλανδό που είχε διατελέσει βοηθός του Βέστερχοφ μέχρι το 1994. Ο Μπονφρέρε πήρε στην αποστολή έξι στελέχη της ομάδας που είχε κατακτήσει το Κύπελλο Εθνών 1994, μεταξύ άλλων τον Οκετσούκου και τον Αμουνίκε, που ξεπερνούσαν το ηλικιακό όριο. Ο 50χρονος τεχνικός δεν προσκάλεσε άλλον ποδοσφαιριστή άνω των 23 (είχε δικαίωμα για ακόμα μία επιλογή), αφού είχε μία τεράστια πηγή ταλέντου για να επιλέξει, με πρώτους και καλύτερους τους Οκότσα, Ολίσε, Αμοκάτσι και Κανού, ο οποίος σε ηλικία 19 ετών είχε στεφθεί ήδη πρωταθλητής Ευρώπης με τον Άγιαξ και αναλάμβανε το βάρος της εμπροσθοφυλακής της χώρας.

Ο Ορούμα, πρώτος σκόρερ του Παγκοσμίου Κυπέλλου κ-17 της Ιαπωνίας αν και μέσος, βρισκόταν κι αυτός στην αποστολή, μαζί με τους αδερφούς Μπαμπαγιάρο. Στην αποστολή και ο Γουέστ με συμμετοχή στο Μουντιάλ 1994, καθώς και ο Μπαμπανγκίντα, ο οποίος είχε συμφωνήσει ήδη για μεταγραφή στον Άγιαξ. Ο Ικπέμπα αποτελούσε κι αυτός μεγάλο όνομα, ενώ στην αποστολή ήταν και ο Γκάρμπα Λαβάλ, ο οποίος τη σεζόν 2005-2006 αγωνίστηκε στον Ηρακλή.

Ολυμπιονίκης με νίκες επί Βραζιλίας, Αργεντινής

Οι «σούπερ αετοί» τοποθετήθηκαν στον 4ο όμιλο του ολυμπιακού τουρνουά. Το γκρουπ άρχισε με ένα αποτέλεσμα σοκ, αφού η Ιαπωνία επικράτησε της Βραζιλίας με 1-0 στην πρεμιέρα. Ένα γκολ του Κανού ήταν αρκετό για τη Νιγηρία απέναντι στην Ουγγαρία. Η «σελεσάο» ξέσπασε με 3-1 επί των Ούγγρων στη συνέχεια, ενώ η Νιγηρία σημείωσε δύο γκολ στο τελευταίο δεκάλεπτο απέναντι στους Ιάπωνες για να διπλασιάσει τις νίκες της.

Στην κρίσιμη τελευταία αγωνιστική, οι «σούπερ αετοί» είχαν προκριθεί κι έτσι ο Μπονφρέρε άφησε εκτός ορισμένους παίκτες ενδεκάδας, όπως ο Μπαμπαγιάρο. Ο Ρονάλντο σημείωσε το μοναδικό γκολ της συνάντησης και η Βραζιλία έπιασε τη Νιγηρία στους 6 βαθμούς, όπως και η Ιαπωνία μετά από το 3-2 επί της Ουγγαρίας, με δύο γκολ στο 90′. Παρ’ όλα αυτά, η παρέα του Χιντετόσι Νακάτα αποχαιρέτησε τη διοργάνωση λόγω χειρότερης διαφοράς τερμάτων. Στα προημιτελικά, ο Οκότσα έβαλε μπροστά τη Νιγηρία από το 20′ απέναντι στο Μεξικό και ο Κάμπος νικήθηκε ξανά από τον Σελεστίν Μπαμπαγιάρο στο τέλος, για το 2-0.

Ο ημιτελικός απέναντι στη Βραζιλία χαρακτηρίζεται από αρκετούς φιλάθλους ως το κορυφαίο παιχνίδι στην ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων. Μόλις στο 1ο λεπτό, ο Φλάβιο Κονσεϊσάο έβαλε μπροστά τους Βραζιλιάνους, αλλά στο 20′ ο Ρομπέρτο Κάρλος με αυτογκόλ έκανε το 1-1. Ο Μπεμπέτο και ο Κονσεϊσάο ανέκτησαν το προβάδισμα της Βραζιλίας στο 1ο ημίχρονο, ωστόσο στο 78′ ο Ικέμπα μείωσε σε 3-2 και αναπτέρωσε τις ελπίδες των Αφρικανών. Στο 90ό λεπτό ο Κανού ισοφάρισε και έστειλε το παιχνίδι στην παράταση, όπου στο 4ο λεπτό, ο ίδιος παίκτης, σημείωσε «χρυσό» γκολ.

Στον τελικό, η Νιγηρία αντιμετώπισε ακόμα ένα μεγαθήριο στις μικρές ηλικίες, την Αργεντινή. Ξανά βρέθηκε να κυνηγάει στο σκορ από πολύ νωρίς (Κλαούντιο Λόπες στο 3′), ξανά ισοφάρισε (με τον Μπαμπαγιάρο) και βρέθηκε για δεύτερη φορά πίσω στο σκορ (με πέναλτι εφεύρεση του Πιερλουίτζι Κολίνα που μετέτρεψε σε γκολ ο Ερνάν Κρέσπο στο 50′), για ακόμα μία φορά ισοφάρισε (Αμοκάτσι στο 74′) και για δεύτερο σερί παιχνίδι σκόραρε στο 90′ (Αμουνίκε). Το γκολ αυτό της έδωσε το χρυσό μετάλλιο και προκάλεσε κύματα ευφορίας τόσο στην εθνική ομάδα, όσο και πίσω στη χώρα.

Απολύθηκε ο προπονητής μετά από την πρόκριση

Οι πολιτικές εξελίξεις στο εσωτερικό της χώρας την άφησαν εκτός Κυπέλλου Εθνών 1998, με συνέπεια η εθνική ομάδα να πάει στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Γαλλίας χωρίς ανταγωνιστική προετοιμασία και χωρίς… προπονητή.

Ο Φιλίπ Τρουσιέ είχε αναλάβει από τον Μπονφρέρε και είχε οδηγήσει τους «σούπερ αετούς» στην κατάκτηση του «εισιτηρίου» της πρόκρισης στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου μία αγωνιστική πριν από το τέλος της φάσης των ομίλων.

Αυτή η επιτυχία δεν ήταν αρκετή για να τον γλιτώσει από τις γραφειοκρατικές διαδικασίες και την πολιτική πάλη εντός των συνόρων μεταξύ κυβέρνησης και ομοσπονδίας. Απολύθηκε και τη θέση του, έξι μήνες πριν από τη διοργάνωση, πήρε ο «μπαρουτοκαπνισμένος» Μπόρα Μιλουτίνοβιτς.

Ο Σέρβος τεχνικός είχε καταφέρει στα προηγούμενα τρία Μουντιάλ να προκριθεί με Μεξικό, Κόστα Ρίκα και ΗΠΑ στα νοκ άουτ της διοργάνωσης, με αποτέλεσμα να κριθεί ικανός να αναλάβει σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα μία ομάδα που λόγω ταλέντου, είχε μεγαλύτερες βλέψεις από μία απλή πρόκριση από τη φάση των ομίλων.

Υπήρχε λογική σε αυτήν την πεποίθηση, αλλά μόνο σε ένα πλήρες ρόστερ, χωρίς τα προβλήματα υγείας που έπληξαν αρκετούς από τους παίκτες εκείνη την περίοδο.

Πολλά προβλήματα τραυματισμών

Η πιο γνωστή περίπτωση είναι εκείνη του «ήρωα» του ολυμπιακού τουρνουά. Λίγες ημέρες μετά από εκείνον τον τελικό με την Αργεντινή, στις εξετάσεις πριν από την έναρξη των προπονήσεων με τη νέα ομάδα του, την Ίντερ, εντοπίστηκε σοβαρό πρόβλημα στην καρδιά του Κανού. Τον Νοέμβριο του 1996 ταξίδεψε στις ΗΠΑ για μία περίπλοκη επέμβαση αλλαγής βαλβίδων και πέρα από κάθε προσδοκία, τον Απρίλιο του 1997 οι γιατροί ανακοίνωσαν ότι μπορεί να επιστρέψει στη δράση. Τη σεζόν 1997-1998 αγωνίστηκε μόλις σε 16 παιχνίδια (ένα γκολ) σε όλες τις διοργανώσεις με τους «νερατζούρι» κι έτσι ταξίδευε στη Γαλλία σε εμφανώς κακή κατάσταση.

Γενικότερα, η γραμμή κρούσης της Νιγηρίας αντιμετώπιζε αρκετά προβλήματα, πριν από τη διοργάνωση. Στα τέσσερα από τα έξι προκριματικά παιχνίδια, ο Αμοκάτσι είχε στο πλευρό του τον Τζόναθαν Ακπομπόριε, αφού ο Γεκίνι είχε μεγαλώσει και προερχόταν από άσχημες σεζόν σε διασυλλογικό επίπεδο. Ο Αμοκάτσι, όμως, ήταν ανέτοιμος εξαιτίας προβλημάτων τραυματισμού και ο Ακπομπόριε δεν κλήθηκε καν στην αποστολή για το Μουντιάλ.

Ένας ακόμα αστέρας του 1994 αλλά και των Ολυμπιακών Αγώνων, ο Αμουνίκε, είχε προβλήματα στο γόνατο που δεν τον άφηναν σε ησυχία, με συνέπεια να μην κληθεί ούτε εκείνος στην αποστολή για τη διοργάνωση.

Ακόμα χειρότερη ήταν η κατάσταση στη θέση του τερματοφύλακα. Ο βασικός Ίκε Σορόνμου έσπασε το χέρι του στην τελευταία αγωνιστική του ελβετικού πρωταθλήματος με τη Ζυρίχη, ενώ ο αναπληρωματικός του, Αμπιόντουν Μπαρούα, είχε κάκιστη απόδοση στο φιλικό προετοιμασίας με τη Γιουγκοσλαβία. Ο 24χρονος Τζόζεφ Ντόσου, που είχε βρεθεί στην Ατλάντα, θα μπορούσε να είναι μία λύση, ωστόσο ένα σοβαρό τροχαίο που είχε το 1997, έριξε πρόωρους τίτλους τέλους στην καριέρα του.

Γι’ αυτόν τον λόγο, ο Μιλουτίνοβιτς κάλεσε πίσω από διακοπές τον 34χρονο Ρουφάι στο τελευταίο φιλικό με την Ολλανδία, με τους «οράνιε» να σκοράρουν πέντε φορές…

Στη θέση του δεξιού μπακ, ο Μόμπι Οπαράκου προερχόταν από την ομάδα του 1996 και ήταν βασικός στα μισά προκριματικά, μεταξύ των οποίων στα δύο τελευταία, με τον Τρουσιέ στο «τιμόνι». Ο Μιλουτίνοβιτς δεν τον εμπιστευόταν και δεν τον καλούσε, ωστόσο όταν τραυματίστηκε ο Τζέρο Σακπόκε στο φιλικό με την Ολλανδία, ο Οπαράκου επέστρεψε στην ομάδα. Ούτε ο Σακπόκε μπορούσε να προσφέρει πολλά, πάντως, αφού τα τέσσερα από τα πέντε γκολ που δέχθηκε ο Ρουφάι, προήλθαν από σέντρες από την πλευρά του.

 

Ο ενθουσιασμός για την εθνική Νιγηρίας, πάντως, ήταν μεγάλος, αφού παρά τα προβλήματα, διέθετε ίσως την πιο ισχυρή αποστολή που έχει εμφανίσει ποτέ της σε μεγάλη διοργάνωση.

Υπήρχαν αστέρια από την πορεία του 1994 όπως ο αρχηγός Οκετσούκου, ο Τζορτζ και ο Αμοκάτσι, αλλά και νεαροί παίκτες που έπαιξαν τότε αλλά στην τετραετία που ακολούθησε, έδειξαν ότι μπορούσαν να πάρουν τη «σκυτάλη», όπως ο Γουέστ, ο Οκότσα, ο Ολίσε και ο Ικπέμπα.

Σε αυτό το μείγμα, προστέθηκαν και τα «αστέρια» του 1996 όπως οι Κανού, Μπαμπαγιάρο, Μπαμπανγκίντα και Ορούμα και το σύνολο, δικαίως, άφηνε προσμονή για σπουδαίες επιτυχίες. Εκ των υστέρων, αποδείχθηκε ότι το μείγμα παραήταν εκρηκτικό, αφού υπάρχουν μαρτυρίες για «σχίσμα» στα αποδυτήρια μεταξύ της ομάδας του 1994 και της ομάδας του 1996.

Νίκη με ανατροπή κόντρα στην Ισπανία

Οι προσδοκίες πολλαπλασιάστηκαν γεωμετρικά μετά από την 1η αγωνιστική του 4ου ομίλου που περιελάμβανε Νιγηρία, Ισπανία, Βουλγαρία και Παραγουάη. Η αρχή για την εκπρόσωπο της Αφρικής έγινε κόντρα στην Ισπανία, η οποία στο περασμένο τουρνουά ήταν το επόμενο θύμα της εθνικής Ιταλίας.

Με τον Χαβιέρ Κλεμέντε στον πάγκο και παίκτες όπως οι Άντονι Θουμπιθαρέτα, Μιγκέλ Άνχελ Ναδάλ, Λουίς Ενρίκε, Φερνάντο Ιέρο, Ραούλ, Γκιγέρμο Αμόρ και Κίκο στην ομάδα, οι Νιγηριανοί δεν έμοιαζαν το φαβορί του αγώνα. Η «φούρια ρόχα» προηγήθηκε δύο φορές με τους Ιέρο και Ραούλ, ωστόσο ο λιγότερο διαφημισμένος από τους μέσους του 4-1-4-1 του Μιλουτίνοβιτς, ο Αντεπότζου, ισοφάρισε σε 1-1 για να κάνει το 2-2 λίγο αργότερα ο… Θουμπιθαρέτα με ένα ιστορικό αυτογκόλ.

Πέντε λεπτά μετά, κόντρα στη ροή του αγώνα που ήθελε τους Ισπανούς να έχουν την κατοχή της μπάλας, η Νιγηρία κέρδισε ένα κόρνερ που δεν κατάφεραν να απομακρύνουν σωστά οι Ευρωπαίοι. Η μπάλα αναπήδησε έξω από την περιοχή και ο Ολίσε έπιασε ένα βολέ με ελάχιστα φάλτσα, αλλά αρκετά να φτάσει στην άκρη της εστίας του Θουμπιθαρέτα και να γράψει το 3-2.

Δεν πήρε εκδίκηση η Βουλγαρία παρά το 4-4-2

Επόμενος αντίπαλος, ένας γνώριμος, η Βουλγαρία στο Παρίσι. Μετά από την 4η θέση στις ΗΠΑ, οι Βούλγαροι άλλαξαν ορισμένα πράγματα σε πάγκο και ενδεκάδα, αλλά ένα ήταν αδιαπραγμάτευτο: η ηγεσία του Χρίστο Στόιτσκοφ. Κοσταντίνοφ, Ιβάνοφ και Μπαλάκοφ παρέμειναν στην ενδεκάδα, όπου υπήρχε και ο Ίλιαν Ίλιεφ που πήρε η ΑΕΚ την επόμενη σεζόν, ενώ Μποριμίροφ και Λιούμποσλαβ Πένεφ έρχονταν από τον πάγκο.

Στη Νιγηρία, ο Μιλουτίνοβιτς καθαίρεσε ξανά τον Οπαράκου και στη θέση του δεξιού μπακ τοποθέτησε τον Αντεπότζου, με συνέπεια να αλλάξει το σύστημα σε 4-4-2. Αυτό προκάλεσε αρκετά προβλήματα στο δίδυμο των μέσων, αφού ο Οκότσα δεν είχε συνηθίσει να ασχολείται με τις ανασταλτικές αρμοδιότητες σε κέντρο τριών, έχοντας επωμιστεί την οργάνωση του παιχνιδιού και έχοντας εντολή να παίζει σε ελεύθερο ρόλο. Όντας σχεδόν πάντα απών όταν οι αντίπαλοι είχαν την μπάλα, όλο το βάρος στον άξονα έπεσε στους ώμους του Ολίσε, ο οποίος αντιμετώπισε πολλά προβλήματα.

Το παιχνίδι ήταν αρκετά ανοιχτό από δύο φύσει επιθετικές ομάδες και η «μπίλια» θα μπορούσε να καθίσει σε οποιαδήποτε από τις δύο. Ο Ικπέμπα, Κορυφαίος Αφρικανός για το 1997, έθεσε υποψηφιότητα και για το βραβείο της επόμενης χρονιάς, ανοίγοντας το σκορ στο 28ο λεπτό.

Η Νιγηρία κατάφερε να κρατήσει το προβάδισμα ακόμα κι αν στα τελευταία λεπτά η Βουλγαρία πίεσε αρκετά για την ισοφάριση. Η νίκη με 1-0 σήμαινε την πρόκριση στα νοκ άουτ, κάτι που κατάφερνε για 4η φορά ο Μιλουτίνοβιτς (με 4η διαφορετική ομάδα), επίδοση ρεκόρ στην ιστορία της διοργάνωσης.

Αδιάφορη ήττα από Παραγουάη και ξανά 1η θέση

Οι Βούλγαροι, μετά από το 0-0 με την Παραγουάη στην πρεμιέρα, διατήρησαν ελπίδες πρόκρισης, αφού το έτερο παιχνίδι μεταξύ Ισπανίας και Παραγουάης έληξε κι αυτό 0-0. Μόνο που χρειάζονταν νίκη επί της Ισπανίας την τελευταία αγωνιστική και «στραβοπάτημα» της Παραγουάης κόντρα στη Νιγηρία. Δεν πέτυχαν τίποτα από τα δύο, αντιθέτως, συνετρίβησαν με 6-1 από τη «φούρια ρόχα». Αλλά ούτε για εκείνη είχε σημασία το αποτέλεσμα τελικά.

Η Παραγουάη διέθετε ένα σύνολο που ήταν πολύ πάνω από τις μονάδες της εκείνη την εποχή. Το μεγάλο όνομα και αρχηγός ήταν ένας τερματοφύλακας, έστω κι αν δεν επρόκειτο απλά για έναν τερματοφύλακα. Πλην του Χοσέ Λουίς Τσιλαβέρτ, ο Κάρλος Γκαμάρα, τρία χρόνια πριν παίξει δανεικός στην ΑΕΚ από τη Φλαμένγκο, αποτέλεσε εγγύηση στην άμυνα, μαζί με τον Σέλσο Αγιάλα και τον Φρανσίσκο Άρσε. Στην επίθεση, ο Χοσέ Καρντόσο είχε τον τρόπο του με τα αντίπαλα δίχτυα, αλλά πέραν τούτων, λίγα πράγματα μπορούσαν να φοβίσουν, πλην της ομοψυχίας και της ενότητας των Νοτιοαμερικανών.

Μόλις στο 1ο λεπτό του αγώνα στην Τουλούζη, δόθηκε ο… ρυθμός. Ο Αγιάλα άνοιξε το σκορ και μπορεί η απάντηση των Νιγηριανών να ήταν άμεση με τον Ορούμα (11′), έχοντας περάσει στην επόμενη φάση και εν πολλοίς εξασφαλίσει και την πρωτιά του ομίλου, δεν έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους. Ο Μιλουτίνοβιτς, εξάλλου, χρησιμοποίησε αρκετούς αναπληρωματικούς, δίνοντάς τους χρόνο συμμετοχής που σήμαινε πολλά για την καριέρα τους και ξεκουράζοντας παίκτες που ήθελε για βασικούς στην επόμενη φάση.

Τα τέρματα του Μιγκέλ Άνχελ Μπενίτες και του Καρντόσο στο 2ο ημίχρονο απλά διασφάλισαν ότι μαζί με τους Αφρικανούς, στην επόμενη φάση θα προκρίνονταν και οι Νοτιοαμερικανοί, αφήνοντας εκτός νυμφώνος δύο Ευρωπαίους, μία δεκαετία που το ποδόσφαιρο στη «γηραιά ήπειρο» σε επίπεδο εθνικών ομάδων έπαιρνε τα πάνω του.

Πλήρωσε τις τακτικές αδυναμίες του Μιλουτίνοβιτς

Η Νιγηρία γνώριζε ήδη τον αντίπαλό της στην επόμενη φάση, ο οποίος είχε προκύψει λίγες ώρες νωρίτερα. Η διασταύρωσή του ομίλου της γινόταν με αυτόν της Γαλλίας και σίγουρα η 1η θέση ήταν μονόδρομος ώστε να αποφύγει τους διοργανωτές και έναν σχεδόν βέβαιο αποκλεισμό. Η χώρα που τερμάτισε στη 2η θέση του 3ου ομίλου ήταν αναμενόμενη σε ένα γκρουπ που περιελάμβανε επίσης Νότια Αφρική και Σαουδική Αραβία, ωστόσο οι κακές εμφανίσεις της απέναντι σε αυτές τις δύο αδύναμες χώρες, έτρεφε ελπίδες για τη συνέχεια.

Η Δανία, όμως, δεν είχε μόνο το δύσκολο 1-0 επί των Σαουδαράβων και το 1-1 με τους Αφρικανούς, είχε και μία μεγάλη μάχη με τη Γαλλία, που έληξε με ήττα 2-1. Εξάλλου, ήταν η ομάδα που μόλις έξι χρόνια νωρίτερα ανέβηκε στην κορυφή της Ευρώπης, και ορισμένοι παίκτες εκείνης της ομάδας παρέμεναν στο ρόστερ, όπως ο Πέτερ Σμάιχελ, ο Μίκαελ Λάουντρουπ και ο Μπρίαν Λάουντρουπ (στην αποστολή ήταν και ο Ρενέ Χένρικσεν). Προπονητής των Σκανδιναβών ήταν ο Σουηδός Μπο Γιόχανσον, του οποίου η προηγούμενη δουλειά ήταν η… Καλαμάτα και που το 1988-1989 προπονούσε τον Πανιώνιο.

Η Νιγηρία δεν άκουσε τα «καμπανάκια» που ήχησαν στη φάση των ομίλων και αυτό αποδείχθηκε μόλις στο 3ο λεπτό του αγώνα, όταν βρέθηκε ξανά να κυνηγάει από πολύ νωρίς το σκορ. Ο Πέτερ Μέλερ έκανε το 1-0 για τους Δανούς, που στο γκολ αυτό εκμεταλλεύτηκαν άριστα την τακτική ανωτερότητά τους.

Ο Γιόχανσον παρέταξε την ομάδα με 4-3-1-2 και τον Μάρτιν Γέργκενσεν δεξιά. Στη φάση του τέρματος, ο Γέργκενσεν πήρε την μπάλα στην πλευρά του και ο Μπρίαν Λάουντρουπ έκανε κίνηση μπροστά του, με συνέπεια να τραβήξει τον αριστερό μπακ Μπαμπαγιάρο, αφήνοντας κενό εσωτερικά. Ο Μίκαελ Λάουντρουπ έκανε το underlap στον χώρο, με τον Γέργκενσεν να του βγάζει μια ψηλή μπαλιά. Ο Οκότσα που ήταν πιο κοντά του, δεν έτρεξε να καλύψει την κίνηση, ο Μπαμπαγιάρο ήταν μακριά κι όταν τα στόπερ πήγαν προς τον Μίκαελ Λάουντρουπ για να γλιτώσουν το σουτ, άφησαν ελεύθερο τον Μέλερ που έκανε το 1-0.

Παίζοντας πάντοτε με παίκτη λιγότερο στο κέντρο και τον Οκότσα να αφήνει σχεδόν όλο το ανασταλτικό βάρος στον Ολίσε, οι Δανοί είχαν βρει τη λύση. «Στόχευαν» πάσες πίσω από τον μέσο της Φενέρμπαχτσε και τον Μπαμπαγιάρο και βρήκαν νέο γκολ στο 12′ με τον Μπρίαν Λάουντρουπ. Η Νιγηρία δεν είχε τρόπο να απαντήσει και όταν στο 58′ ο Έμπε Σαντ έκανε το 3-0 δευτερόλεπτα αφότου είχε μπει στον αγωνιστικό χώρο, όλα είχαν τελειώσει.

Στο 76′, ο Τόμας Χέλβεγκ έκανε το 4-0 μετά από ακόμα μία ασταθή επέμβαση του Ρουφάι (όπως και στο 2ο γκολ) και το μόνο που κατάφεραν οι Νιγηριανοί ήταν να μειώσουν στην επόμενη φάση με τον Μπαμπανγκίντα. Το 4-1 σήμανε το τέλος για τα όνειρά τους στη διοργάνωση και κάλυψε με απογοήτευση το κύμα ενθουσιασμού που είχε εξαπλωθεί πριν από το Μουντιάλ αλλά και πριν από τη νοκ άουτ φάση της διοργάνωσης.

 

Ακολούθησε πτώση μέχρι σήμερα

Η απογοήτευση στο κλιμάκιο της Νιγηρίας ήταν μεγάλη. Η «χρυσή γενιά» της έδειχνε να χάνει το «τρένο». Όταν ήρθε ακόμα ένα «χαστούκι», η ήττα στον τελικό του επόμενου Κυπέλλου Εθνών Αφρικής το 2000, στη διαδικασία των πέναλτι από το Καμερούν κι ενώ λανθασμένα δεν μέτρησε μια εκτέλεση του Ικέμπα με την μπάλα να έχει περάσει τη γραμμή, όλα τελείωσαν για τη Νιγηρία.

Αν και προκρίθηκε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2002, γνώρισε δύο ήττες από Αργεντινή και Αγγλία και έμεινε στην ισοπαλία με την Αγγλία, με συνέπεια να αποκλειστεί από τους ομίλους. Ακολούθησε συμμετοχή στο τουρνουά του 2010 (δεν προκρίθηκε το 2006) όπου επίσης δεν σημείωσε νίκη και το 2014 στη Βραζιλία πέρασε στη φάση των 16 και αποκλείστηκε από τη Γαλλία.

Στα Κύπελλα Εθνών Αφρικής, μετά από το 2000 ήρθαν τρεις σερί τρίτες θέσεις, η απουσία του 2012 από την τελική φάση και χρειάστηκε να φτάσουμε στο 2013 για να επιστρέψει η χώρα στην κορυφή του αφρικανικού ποδοσφαίρου. Έκτοτε, αποκλείστηκε στα προκριματικά στις επόμενες δύο διοργανώσεις.

Η Νιγηρία δεν ορθοπόδησε μετά από το Μουντιάλ 1998, με συνέπεια ακόμα μία χώρα στο ποδόσφαιρο να έχει την ατυχία να διηγείται ότι η «χρυσή γενιά» της δεν κατάφερε να διακριθεί σε επίπεδο Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...