Ο στρατιώτης Βιάλι έστεψε πρωταθλήτρια κόσμου την Ιταλία, ο Ντελ Πιέρο ηττήθηκε απ’ την Κύπρο

Η Ιταλία απουσιάζει από το Παγκόσμιο Κύπελλο 2018, διοργάνωση στην οποία με τέσσερις κατακτήσεις, βρίσκεται στη 2η θέση της «Χρυσής Βίβλου», πίσω μόνο από τη Βραζιλία με πέντε. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει ένα άλλο ποδοσφαιρικό Παγκόσμιο Κύπελλο, όπου με οκτώ τρόπαια βρίσκεται στην κορυφή της λίστας, με την… Ελλάδα στη 2η θέση με έξι κατακτήσεις!

Ο λόγος για το Παγκόσμιο Κύπελλο Ενόπλων, μία διοργάνωση που άρχισε το 1946, αμέσως μετά από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και η οποία συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, ως μέρος πια των Παγκόσμιων Στρατιωτικών Αγώνων, ένα είδος στρατιωτικών Ολυμπιακών Αγώνων που διεξάγονται ανά τετραετία.

Η «σκουάντρα ατζούρα» παρουσιάζεται τόσο επιτυχημένη στη διοργάνωση εξαιτίας των παικτών που απάρτιζαν τη στρατιωτική ομάδα της. Για παράδειγμα, το 1987, με ηγέτη τον Τζιανλούκα Βιάλι, που γεννήθηκε σαν σήμερα στις 9 Ιουλίου του 1964, κατέκτησε το πρώτο από τα τρία σερί τρόπαια εκείνη την εποχή, σε έναν τελικό απέναντι στη Γερμανία του Τόμας Χέσλερ και του Όλιβερ Μπίρχοφ!

Αντιθέτως, όταν το 1995 η ιταλική ομάδα ενόπλων παρατάχθηκε στη Ρώμη με παίκτες όπως ο πρωταθλητής Ιταλίας Αλεσάντρο ντελ Πιέρο, ο Φάμπιο Καναβάρο και ο Μάρκο Ντελβέκιο, ηττήθηκε από την Κύπρο στα προημιτελικά του τουρνουά, σε έναν επεισοδιακό αγώνα με πέντε αποβολές!

Πρωταθλήτρια Ελλάδα λόγω… αποχώρησης

Το 1ο Παγκόσμιο Στρατιωτικό Πρωτάθλημα ποδοσφαίρου ή «πρωτάθλημα ΣΙΣΜ», όπως έμεινε γνωστό στην Ελλάδα από τα αρχικά CISM (=Conseil International du Sport Militair), του Διεθνούς Συμβουλίου Στρατιωτικού Αθλητισμού, διοργανώθηκε το 1946, με συμμετοχή 11 κρατών. Η τελική φάση διεξήχθη στην Πράγα της Τσεχοσλοβακίας από 19 ως 23 Οκτωβρίου 1946. Νικήτρια αναδείχθηκε η εθνική ενόπλων της Αγγλίας.

Η διοργάνωση αρχικά διεξαγόταν κάθε έτος, στη συνέχεια ανά διετία, ενώ υπήρξαν και κάποια κενά διαστήματα για διάφορους λόγους. Ποτέ δεν είχε σταθερή μορφή και δεν ήταν λίγα τα απρόοπτα, με ομάδες να αποσύρονται ακόμα και σε τελικούς στο 80ό λεπτό (όπως πχ. το 1971 η Αλγερία, με την Ελλάδα να κατακτά το τρόπαιο άνευ αγώνα), με επεισόδια σε αγώνες, με επιθέσεις σε διαιτητές.

Η μορφή κάθε τουρνουά άλλαζε από έτος σε έτος, τόσο όσον αφορά τους γύρους του, όσο και τους κανονισμούς, τα κριτήρια διαβάθμισης κλπ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση της πρόκρισης από τον 2ο όμιλο της Ιταλίας στη διοργάνωση του 1972.

Ένας Έλληνας έδωσε τη λύση

Οι Ιταλοί επέστρεφαν στον θεσμό μετά από απουσία 12 ετών εξαιτίας της ήττας στην προκριματική φάση το 1960 από την Ελλάδα, με 1-0 από γκολ του Γιώργου Σιδέρη. Στον προκριματικό όμιλο κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν σε μονούς αγώνες Ολλανδία, Δυτική Γερμανία και Αυστρία. Όλες οι χώρες νίκησαν την Αυστρία και μεταξύ τους αναδείχθηκαν ισόπαλες, όμως η Δυτική Γερμανία είχε χειρότερο συντελεστή τερμάτων κι έμεινε στην 3η θέση στην τριπλή ισοβαθμία. Αντιθέτως, Ιταλία και Ολλανδία ήταν στην κορυφή με 7-3 τέρματα.

Βάσει κανονισμών της εποχής, η ομάδα που είχε τα περισσότερα κόρνερ στο μεταξύ τους παιχνίδι έπρεπε να προκριθεί. Οι Ιταλοί υποστήριξαν ότι εκείνοι είχαν τα κόρνερ με το μέρος τους, οι Ολλανδοί ότι δεν υπήρχε ουδέτερος καταμετρητής των κόρνερ και ότι έπρεπε να προκριθούν εκείνοι διότι το μεταξύ τους παιχνίδι πραγματοποιήθηκε στην Ιταλία και είχαν με το μέρος τους τα εκτός έδρας γκολ από το τελικό 2-2.

Μάλιστα, σύμφωνα με τον ολλανδικό Τύπο της εποχής, αυτό ήταν το δεύτερο παιχνίδι που διεξήχθη μεταξύ των δύο χωρών, αφού στο πρώτο, το οποίο φέρεται να έληξε ισόπαλο, σφύριξε Ιταλός διαιτητής, με συνέπεια να ακυρωθεί.

Τη λύση έδωσε ένας Έλληνας, ο διαιτητής Μπαμακόπουλος, σε αγώνα μπαράζ. Η Ιταλία νίκησε με 3-2 στο Τέρνι στις 24 Μαΐου 1972 και προκρίθηκε στην τελική φάση του θεσμού, η οποία πραγματοποιήθηκε με τη μορφή ομίλου με πέντε ομάδες και μονούς αγώνες στη Βαγδάτη. Το Ιράκ τερμάτισε στην 1η θέση με 6 βαθμούς, η Ιταλία ισοβάθμησε με την Ελλάδα στη 2η θέση με 5 βαθμούς, η Τουρκία ήρθε 4η με 4 βαθμούς και η Ακτή Ελεφαντοστού ουραγός χωρίς βαθμό.

Η Ιταλία κατέκτησε το 5ο τρόπαιό της την επόμενη χρονιά, τερματίζοντας στην 1η θέση στον τελικό όμιλο, με 2ο το Ιράκ (η Ελλάδα προκρίθηκε, αλλά δεν ταξίδεψε στην Μπραζαβίλ του Κονγκό για τη διοργάνωση).

Με Βιάλι και πρωταθλητή Φεράρα

Το επόμενο τρόπαιο ήρθε εντός έδρας, στο Αρέτσο το 1987. Σε μία χώρα όπου η στράτευση ήταν υποχρεωτική μέχρι το 2004, παρότι από τη δεκαετία του ’70 άρχισε να συρρικνώνεται η διάρκεια της θητείας, στην εθνική ενόπλων υπηρετούσαν παίκτες όπως ο Βιάλι, που ήταν ήδη διεθνής με την εθνική Ιταλίας και που τέσσερα χρόνια μετά θα ήταν πρωταγωνιστής στην κατάκτηση του σκουντέτο με τη Σαμπντόρια, φτάνοντας στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών μία χρονιά αργότερα.

Συμπαραστάτης του ο Τσίρο Φεράρα, ο οποίος εκείνη τη σεζόν αποτέλεσε βασικό «γρανάζι» του θαύματος που συντελέστηκε στη νότια Ιταλία, με τη Νάπολι του Ντιέγκο Μαραντόνα να αψηφά την κυριαρχία του βορρά και να στέφεται πρωταθλήτρια για πρώτη φορά στην ιστορία της.

Ο Τζενάρο Ρουότολο δεν έκανε την καριέρα των δύο συμπαικτών του, ωστόσο αγωνιζόταν στην οικοδέσποινα Αρέτσο εκείνη την περίοδο και τον είχε αγοράσει η Γιουβέντους, όμως τον άφησε δανεικό μέχρι το 1988, όταν πήρε μεταγραφή η Τζένοα. Στη Γένοβα κάθισε για 14 χρόνια, έχοντας και μία διεθνή συμμετοχή το 1991. Ο Ενρίκο Κούκι, ο οποίος πέθανε στα 30 του από καρκίνο το 1996, είχε αρχίσει το ποδόσφαιρο από τα 16 του και στα 17 πήρε μεταγραφή στην Ίντερ, όπου ανήκε για οκτώ χρόνια ως το 1990, με έναν δανεισμό στη Φιορεντίνα το 1988-1989.

Ο Έντζο Γκάμπαρο έκανε καριέρα κυρίως στην Πάρμα, πέρασε από τη μεγάλη Μίλαν στις αρχές του ’90 και ακολούθησαν μεταξύ άλλων Νάπολι, Φιορεντίνα και Στουρμ Γκρατς το 1996-1997. Ο Ετζίντιο Νοταριστεφάνο είχε κάνει ντεμπούτο στη Serie A το 1984 ως παίκτης της Κόμο και συνδέθηκε κυρίως με τη Λέτσε, ενώ ο Πάολο Μπαλντιέρι θεωρήθηκε μεγάλο ταλέντο όταν τον πήρε η Ρόμα στα 16 του το 1981, πανηγύρισε το πρωτάθλημα του 1983 αλλά ποτέ δεν δικαίωσε τις προσδοκίες.

Ο Βιάλι νίκησε την πρωταθλήτρια κόσμου Γερμανία

Με τον πρώην διεθνή μπακ της Ρόμα Φραντσέσκο Ρόκα σε ρόλο προπονητή, η Ιταλία, ως διοργανώτρια, δεν χρειάστηκε να δώσει προκριματικούς αγώνες για να περάσει στην τελική φάση, όπου έφτασαν Δυτική Γερμανία, Βέλγιο, Αίγυπτος, Ζιμπάμπουε και Μαρόκο.

Στον 1ο όμιλο της τελικής φάσης της διοργάνωσης, η Ιταλία νίκησε με 1-0 την Αίγυπτο και με 4-0 το Μαρόκο και προκρίθηκε στον τελικό. Εκεί την περίμεναν τα «πάντσερ», που είχαν νικήσει με 4-3 το Βέλγιο και με 4-0 τη Ζιμπάμπουε.

Επρόκειτο για μία ομάδα με παίκτες που τρία χρόνια αργότερα θα στέφονταν παγκόσμιοι πρωταθλητές, όπως ο Μπόντο Ίλγκνερ, ο Στέφαν Ρόιτερ και ο Τόμας Χέσλερ. Στην ομάδα αυτή βρισκόταν και ο Όλιβερ Μπίρχοφ, ενώ υπήρχαν και μικρότερα ονόματα όπως ο Ράλφ Γκάιλενκιρχεν, που έναν χρόνο νωρίτερα είχε σκοράρει στον τελικό του Κυπέλλου UEFA με την Κολωνία, ή ο Μάρκους Σουπ, που τότε ήταν παίκτης της Κάιζερσλαουτερν και στη συνέχεια της Μπάγερν, κατακτώντας δύο πρωταθλήματα.

Ο τελικός διεξήχθη στις 22 Ιουνίου 1987 στο «Κομουνάλε» του Αρέτσο, με τον Βιάλι να ανοίγει το σκορ στο 33′ μετά από σέντρα από αριστερά του Γκάμπαρο. Οι Ιταλοί αμύνθηκαν αποτελεσματικά στη συνέχεια και στο 81′ έφτασαν σε νέο γκολ. Ο Μπραμπάτι σέντραρε, ο Μπαλντιέρι έπιασε το σουτ, ο Ίλγκνερ απέκρουσε, αλλά στην εξέλιξη της φάσης οι δύο Ιταλοί συνεργάστηκαν ξανά με τον Μπαλντιέρι να γράφει το τελικό 2-0.

Εθνική ενόπλων για καλύτερη μοίρα των παικτών

Η Ιταλία διατήρησε τα σκήπτρα και την επόμενη χρονιά με τους Πάολο Μαλντίνι και Ρομπέρτο Μαντσίνι ως μεγάλα αστέρια της ομάδας, ενώ ακολούθησε και το τρόπαιο του 1989. Ρομπέρτο Μπάτζιο, Ντεμέτριο Αλμπερτίνι, Τζιουζέπε Σινιόρι και μερικοί ακόμα γνωστοί παίκτες φόρεσαν τη φανέλα της εθνικής ενόπλων της Ιταλίας τα επόμενα χρόνια, αφού ήταν μία μοναδική ευκαιρία για διαφήμιση του στρατού της χώρας.

Εξάλλου, τα αστέρια του κάλτσιο, μετά από την κατάταξή τους, δεν ήταν δυνατό να ρισκάρουν τη σωματική ακεραιότητα με κανονικά στρατιωτικά γυμνάσια, με συνέπεια να τα περιμένει μία καλύτερη τύχη σε σχέση με τους υπολοίπους στρατιώτες.

Το παραδέχεται και ο στρατιώτης… πυροβολικού Ντελ Πιέρο, ο οποίος παρότι ανήκε στους Bersaglieri, έριξε με όπλο μόνο μία φορά και αυτή όχι στον στρατό. «Απλά παρίστανα ότι πυροβολούσα. Στη ζωή μου δοκίμασα να πυροβολήσω μόνο μία φορά, με πήλινους στόχους: ήταν καταστροφή. Ποτέ δεν θα γίνω σπουδαίος κυνηγός, όπως ο Μπάτζιο (σ.σ. παρότι Βουδιστής, ο Ιταλός βετεράνος αποτελεί έναν από τους πιο γνωστούς κυνηγούς άγριων θηραμάτων στη χώρα)».

Οι… galacticos του 1995

Ο Ντελ Πιέρο αποτέλεσε αρνητικό πρωταγωνιστή σε μία από τις πιο διάσημες πανωλεθρίες της Ιταλίας σε αυτήν τη διοργάνωση, εκείνη του 1995. Μία ομάδα με εκείνον ηγέτη στην επίθεση, προερχόμενο από την κατάκτηση του σκουντέτο, με τον Ντελβέκιο να συνεπικουρεί στη γραμμή κρούσης, με τον Καναβάρο στα μετόπισθεν να κόβει ό,τι κινείται και τον Φάμπιο Γκαλάντε να του συμπαρίσταται, δύσκολα θα έβρισκε αντίπαλο και μάλιστα σε διοργάνωση που διεξήχθη στη Ρώμη.

Εκτός αυτών των τεσσάρων αστέρων, στο ρόστερ υπήρχαν και μερικοί ακόμα γνωστοί παίκτες, όπως ο επιθετικός Νικόλα Αμορούζο, που την επόμενη χρονιά πήρε μεταγραφή στη Γιουβέντους, ο μέσος Στεφάνο Φιόρε με 38 εμφανίσεις στην εθνική Ιταλίας και δύο Κύπελλα UEFA με την Πάρμα, ο τότε επιθετικός της Φιορεντίνα και από το 1999 μόνιμος σκόρερ της Σαμπντόρια Φραντσέσκο Φλάκι, καθώς και ο μέσος της Λάτσιο από εκείνη τη σεζόν Μάρκο Πιοβανέλι.

«Ο Καναβάρο ήταν ακόμα στην αρχή της καριέρας του, όμως ο Ντελ Πιέρο είχε κατακτήσει ήδη το σκουντέτο με τη Γιουβέντους, ήταν διεθνής με την Ιταλία και είχε σκοράρει στο Champions League, όμως ποτέ δεν απομακρύνθηκε από την ομάδα. Του έλεγα ‘δέκα λεπτά και σε βγάζω’ και μετά από 10 λεπτά μου απαντούσε ‘πέντε λεπτά ακόμα, κόουτς’. Και μετά ‘πέντε λεπτά ακόμα’. Παρέμενε στον αγωνιστικό χώρο για όλο το παιχνίδι. Αισθανόταν ευθύνη να κάνει χαρούμενους αυτούς τους ανθρώπους», δήλωσε ο τότε προπονητής της ομάδας, Τζενάρο Ολιβιέρι.

Μάλιστα, αποκάλυψε και μία περίπτωση στην οποία ο Ντελ Πιέρο αψήφισε τις υποχρεώσεις του με τη Γιουβέντους για χάρη της εθνικής ενόπλων. «Οργανώναμε ένα παιχνίδι στην Καλαβρία για ένα πολύ άρρωστο παιδί. Ο Ντελ Πιέρο ήταν στη Γερμανία με τη Γιουβέντους. Τον κάλεσα. ‘Δεν ξέρω αν μπορείς να τα καταφέρεις, αλλά η οικογένεια του αγοριού με παρακάλεσε να σου πω ότι θα το εκτιμούσε ιδιαίτερα’. Ο Άλε πήρε το αεροπλάνο από τη Γερμανία και ήρθε. Γι’ αυτό τον λατρεύω. Είναι μία ανάμνηση που δεν μπορώ να ξεχάσω ποτέ. Οι στρατιωτικές αρχές ήταν περήφανες για τη συμπεριφορά του Άλε και των συμπαικτών του. Αν και δεν ήταν σπουδαίοι στρατιώτες, αφού όταν χαιρετούσαν, έβγαζαν τα μάτια τους».

«Μας έστελναν λεφτά και ρούχα με την Ομόνοια»

Στον προκριματικό γύρο του τουρνουά, οι Ιταλοί σημείωσαν τρεις νίκες απέναντι σε Ολλανδία (3-0), Λιβύη (4-2) και Σενεγάλη (8-0) και προκρίθηκαν πανηγυρικά στην επόμενη φάση. Στα προημιτελικά, αντίπαλός τους ήταν η Κύπρος, η οποία πέρασε ως 3η του 2ου προκριματικού ομίλου, με μία νίκη επί της Βουλγαρίας (1-0) και μία ισοπαλία με την Αίγυπτο (0-0), ενώ έχασε από το Μαρόκο με 0-2.

Ήταν η πρώτη φορά που η ομάδα από τη Μεγαλόνησο είχε προκριθεί σε τελική φάση της διοργάνωσης, με συνέπεια ακόμα και την αναβολή αγωνιστικών στο πρωτάθλημα Κύπρου, ώστε να μπορέσουν να ταξιδέψουν οι παίκτες στην Ιταλία.

«Ήταν το καλοκαίρι του 1995 όταν άρχισε η μεγάλη χρονιά για την εθνική ενόπλων. Για πρώτη φορά προκριθήκαμε σε τελικούς παγκοσμίου πρωταθλήματος στην Ρώμη με προπονητή τον κ. Μιχαηλίδη. Κάναμε την υπέρβαση μας ήδη και ετοιμαστήκαμε για το ταξίδι. Είχαμε ένα πολύ καλό σύνολο. Ήταν ο Πετρίδης, ο Καστάνας, ο Ευθυμίου, ο Νεοκλέους, ο Κλίμης, ο Καϊάφας, ο Ιωακείμ, ο Κοτσώνης, ο Ζένιου και άλλοι. Κάναμε τελικά 25 μέρες να γυρίσουμε», θυμάται ο πρώην διεθνής αμυντικός της ΑΕΚ Λάρνακας, της Ομόνοιας, της Ανόρθωσης, Γιώργος Θεοδότου, που ήταν μέλος εκείνης της εθνικής ενόπλων.

«Αναβλήθηκε το κυπριακό πρωτάθλημα γιατί εμείς προκρινόμασταν. Όταν προχωρήσαμε και μας έλειψαν τα ρούχα και τα λεφτά, η Ομόνοια είχε κληρωθεί με τη Λάτσιο στην Ευρώπη. Λέγαμε στους δικούς μας να μας στείλουν πράγματα με την Ομόνοια. Στην εθνική Ιταλίας έπαιζε ο Ντελ Πιέρο και ο Ντελβέκιο. Στον όμιλο ήρθαμε 0-0 με την Αίγυπτο, χάσαμε 2-0 από το Μαρόκο και κερδίσαμε τη Βουλγαρία και προκριθήκαμε. Στους 8 κληρωθήκαμε με την Ιταλία. Ήταν γεμάτο το γήπεδο στην Ρώμη».

Ο Ντελ Πιέρο έφαγε «ποδιά» και εξοργίστηκε

Η Ιταλία προηγήθηκε στον προημιτελικό με τέρμα του Ντελ Πιέρο και όλα έδειχναν χαμένα για την Κύπρο. Παρ’ όλα αυτά, οι φιλοξενούμενοι έκαναν την έκπληξη και με τέρματα των Καστάνα και Ζένιου, κατέγραψαν μία εντυπωσιακή ανατροπή. Την παράσταση, όμως, έκλεψε η ένταση και οι αποβολές στον αγώνα.

«Σε μια φάση, ο Καστάνας πέρασε την μπάλα κάτω από τα πόδια του Ντελ Πιέρο και αυτός τον χτύπησε εκτός φάσης. Έτρεξε ο Κλίμης από την άλλη μεριά του γηπέδου, τον έσπρωξε και αποβλήθηκαν και οι δύο», θυμάται ο Θεοδότου. Αυτή ήταν μία από τις σπάνιες αποβολές του Ντελ Πιέρο στην καριέρα του, που σε 777 παιχνίδια είδε μόλις δύο φορές κόκκινη κάρτα σε διασυλλογικό επίπεδο.

Με την ένταση στο «κόκκινο», αποβλήθηκαν στη συνέχεια οι Καναβάρο, Πιοβανέλι και Ντελβέκιο, σε έναν αγώνα παρωδία που άρχισε με 22 ποδοσφαιριστές και ολοκληρώθηκε με 17.

Η ατμόσφαιρα δεν εκτονώθηκε ούτε μετά από το σφύριγμα της λήξης από τον Ολλανδό διαιτητή, αφού Ιταλοί παίκτες εκτόξευσαν χυδαίες προσβολές εναντίον αξιωματούχων στα αποδυτήρια, με συνέπεια η FIFA να αποβάλει για μερικούς μήνες από κάθε διεθνή διοργάνωση τους Αμορούζο, Φλάκι, Φιόρε και Αλεσάντρο Πιερίνι.

Τα προφητικά λόγια του προπονητή

Η Κύπρος προχώρησε στα ημιτελικά, όπου ηττήθηκε από τη Γαλλία με 0-2 και στη συνέχεια από τη Νότια Κορέα με 0-1 στον μικρό τελικό. Η Γαλλία νίκησε το Ιράν και κατέκτησε το τουρνουά επί ιταλικού εδάφους.

Ο Ολιβιέρι, όμως, είχε διακρίνει τις δυνατότητες ορισμένων από τους παίκτες που είχε στη διάθεσή του στη διοργάνωση και τους είπε μερικά σοφά λόγια: «Είστε καλοί παίκτες και καλοί άνθρωποι. Θα κάνετε μεγάλες καριέρες. Δεν κερδίσαμε το Παγκόσμιο Κύπελλο Ενόπλων μαζί, αλλά θα κερδίσετε το κανονικό».

Έντεκα χρόνια αργότερα, ο Καναβάρο ως αρχηγός σήκωνε στους ουρανούς της Γερμανίας το 4ο και τελευταίο Παγκόσμιο Κύπελλο της εθνικής Ιταλίας. Μαζί του στο βάθρο του νικητή, ο Ντελ Πιέρο…

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...