Αλεξάντρ Βιλαπλάν: Ο αρχηγός της εθνικής Γαλλίας εκτελέστηκε για συνεργασία με τους Ναζί

Τη δεκαετία του ’30, ο Αλεξάντρ Βιλαπλάν έστηνε παιχνίδια ποδοσφαίρου, στοιχημάτιζε σε ιπποδρομίες και κατέληξε στη φυλακή. Τη δεκαετία του ’40 μπαινόβγαινε στη φυλακή, δραπέτευε από τους Γερμανούς, δούλευε γι’ αυτούς, εκμεταλλεύτηκε, έκλεψε, δολοφόνησε, καταδικάστηκε για εσχάτη προδοσία και εκτελέστηκε.

Ο πρώτος αρχηγός της εθνικής Γαλλίας σε Παγκόσμιο Κύπελλο αποτελεί μέχρι και σήμερα τη μεγαλύτερη ντροπή στην ποδοσφαιρική ιστορία της χώρας, που δεν συγκρίνεται με καμία ήττα ή με καμία εξέγερση διεθνών εναντίον του προπονητή.

Ο Βιλαπλάν μέχρι και σήμερα αποτελεί ταμπού στη γαλλική κοινωνία, ουχί μόνο στον αθλητικό κόσμο. Το Sport-Retro.gr παρουσιάζει την ιστορία του.

Μεταγραφή όπου έβρισκε χρήματα

Γεννήθηκε στο Αλγέρι στις 12 Σεπτεμβρίου 1905. Η Αλγερία θα βρισκόταν υπό γαλλική κτήση για ακόμη μισό αιώνα κι έτσι από πολύ μικρός γνώριζε ότι για να έχει τύχη, θα έπρεπε να διασχίσει τη Μεσόγειο και να βρεθεί στη Γαλλία.

Μετακόμισε με τους γονείς του σε ηλικία 14 ετών στη νότια ακτή και βρέθηκε να παίζει μπάλα στην τοπική Σετ. Ο Σκοτσέζος παίκτης προπονητής της ομάδας, Βίκτορ Γκίμπσον, έμεινε εντυπωσιασμένος από το ταλέντο του και παρότι ανήλικος ακόμα, το 1921 βρέθηκε να αγωνίζεται στην πρώτη ομάδα.

Τα θέματα του Sport-Retro.gr για το Παγκόσμιο Κύπελλο

Το 1925 τον εντόπισε η γαλλική ποδοσφαιρική ομοσπονδία σε ένα φιλικό της Βόρειας Αφρικής με τη Γαλλία Β’. Τον Απρίλιο του 1926 έγινε διεθνής σε φιλικό κόντρα στο Βέλγιο. Ο Βιλαπλάν ξεχώριζε για τη δυναμικότητα στο παιχνίδι του, την ενέργεια που έβγαζε, τα τάκλιν του, την ικανότητα στις μεταβιβάσεις, ενώ θεωρείτο κι ο καλύτερος κεφαλοσφαιριστής στη χώρα.

Το 1927, η Νιμ του υποσχέθηκε μία εικονική δουλειά ώστε να λαμβάνει άκοπα έναν υψηλό για την εποχή μισθό και να αγωνίζεται για λογαριασμό της, αφού δεν μπορούσε να τον πληρώνει ως ποδοσφαιριστή, με το άθλημα στη χώρα σε ερασιτεχνικό επίπεδο. Ο Βιλαπλάν αποδέχθηκε την πρόταση και βοήθησε ώστε ο σύλλογος να τερματίσει αήττητος στη σεζόν και να προβιβαστεί στην πρώτη κατηγορία.

«Η καλύτερη μέρα στη ζωή μου»

Ως πλήρης μέσος για την εποχή, ήταν αρκετά δημοφιλής, με συνέπεια το 1929, ο νέος πρόεδρος της Ρασίνγκ Παρί, που ήθελε να μετατρέψει στον σύλλογο στον μεγαλύτερο στη χώρα, να ζητήσει τις υπηρεσίες του. Ο Βιλαπλάν αποδέχθηκε ξανά και ως παίκτης των Παριζιάνων έκανε το υπερατλαντικό ταξίδι με το «SS Conte Verde» προς την Ουρουγουάη στις 21 Ιουνίου 1930, για το πρώτο Μουντιάλ στην ιστορία του ποδοσφαίρου.

Η Γαλλία ήταν μία από τις τέσσερις ευρωπαϊκές χώρες που αποδέχθηκαν την πρόσκληση γι’ αυτήν τη νέα διοργάνωση (Γιουγκοσλαβία, Ρουμανία, Βέλγιο οι άλλες τρεις) και τοποθετήθηκε στον 1ο όμιλο μαζί με Αργεντινή, Χιλή και Μεξικό. Το Γαλλία – Μεξικό μαζί με το ΗΠΑ – Βέλγιο ήταν τα πρώτα παιχνίδια της διοργάνωσης, με τον Βιλπλάν να εισέρχεται στον αγωνιστικό χώρο του «Ποσίτος» στο Μοντεβίδεο ως αρχηγός. Ο πρώτος αρχηγός του Μουντιάλ. «Η καλύτερη μέρα στη ζωή μου», δήλωσε.

Η Γαλλία νίκησε με 4-1 στην πρεμιέρα, αλλά στη συνέχεια έκανε δύο ήττες με 1-0 και αποκλείστηκε στον όμιλο. Η επιστροφή στην πραγματικότητα του Παρισιού έφερε τον Βιλαπλάν ξανά στα μπαρ και στα καμπαρέ, να επιδεικνύει την περιουσία που άρχισε να χτίζει από το ποδόσφαιρο.

Η άσωτη ζωή του, όμως, δεν περιοριζόταν στο αλκοόλ και στο ξενύχτι. Το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμά του ήταν ο ιππόδρομος. Ο Βιλαπλάν βρισκόταν διαρκώς σε κάποια κούρσα όταν δεν είχε αγώνα ή προπόνηση και γρήγορα δικτυώθηκε με μικροκακοποιούς.

Έστησε πρωτάθλημα, εκδιώχθηκε από παντού

Το 1932 το άθλημα στη χώρα έγινε επαγγελματικό και η Αντίμπ επιχείρησε να αξιοποιήσει τα χρήματά της, επενδύοντας σε μεγάλους παίκτες, ώστε να πατήσει στην κορυφή του γαλλικού ποδοσφαίρου. Ο Βιλαπλάν ήταν ο πρώτος παίκτης που πήρε με τα νέα δεδομένα και δικαιώθηκε για την απόφασή της, αφού τερμάτισε στην 1η θέση του νοτίου ομίλου και θα έπαιζε για τον τίτλο με την επικεφαλής του βορείου ομίλου, Ολιμπίκ Λιλουά (ο ένας από τους δύο συλλόγους που συγχωνεύτηκαν για τη σημερινή Λιλ).

Το playoff τίτλου δεν διεξήχθη ποτέ, όμως, αφού αποδείχθηκε ότι η Αντίμπ είχε «στήσει» ένα παιχνίδι με τη Φιβ, την έτερη ομάδα από την οποία προέκυψε η Λιλ, ώστε να τερματίσει πάνω από τις Κάννες στον νότιο όμιλο. Ο σύλλογος αποβλήθηκε, ο προπονητής της τιμωρήθηκε, αν και οι υποψίες έπεσαν πάνω στον Βιλαπλάν και δύο συμπαίκτες του, που ήταν μαζί από τη Σετ. Και οι τρεις έμειναν ελεύθεροι λίγο αργότερα.

Η Νις άδραξε την ευκαιρία και υπέγραψε τον Βιλαπλάν, ωστόσο γρήγορα το μετάνιωσε. Αν και είχε το περιβραχιόνιο του αρχηγού, τιμωρήθηκε αρκετές φορές για απουσία από την προπόνηση, ενώ και στους αγώνες παρουσιαζόταν αδιάφορος, νωθρός και σε κακή φυσική κατάσταση. Ο σύλλογος υποβιβάστηκε και τον άφησε ελεύθερο.

Ο Βιλαπλάν, όμως, μόνο στη δεύτερη κατηγορία μπορούσε να βρει ομάδα κι αυτό χάρη στον πρώην προπονητή του στη Σετ, του Γκίμπσον. Η μικρή Μπαστιντιέν του Μπορντό του έδωσε την ευκαιρία, αλλά μετά από μόλις τρεις μήνες με πολλές απουσίες από τις υποχρεώσεις, ο Σκοτσέζος τεχνικός τον έδιωξε από την ομάδα. Η ποδοσφαιρική καριέρα του έλαβε άδοξα τέλος…

Ο αρχικακοποιός Λαφόν τον βρήκε στη φυλακή

Ταυτόχρονα, άρχισε μία άλλη καριέρα, αυτήν του καταδίκου. Το 1934 ήταν η πρώτη φορά που μπήκε στη φυλακή, για έξι μήνες, εξαιτίας «στησίματος» κούρσας στον ιππόδρομο του Παρισιού και της Κυανής Ακτής. Ακολούθησαν αρκετές καταδίκες ακόμα για μικροαδικήματα, μέχρι να του παρουσιαστεί μία… μοναδική ευκαιρία.

Τον Ιούνιο του 1940, το Παρίσι έπεσε στα χέρια των Ναζί. Οι Γερμανοί δεν ήταν σε θέση να επιβάλλουν μόνοι τους το νέο καθεστώς σε ολόκληρη τη χώρα κι έψαχναν ντόπιους συνεργούς για να τους βοηθήσουν.

Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, υπήρξαν αρκετοί πρόθυμοι και στη Γαλλία, με έναν συγκεκριμένο τοπικό εγκληματία να ξεχωρίζει από τους άλλους. Ο Ανρί Λαφόν, ένας αγράμματος ορφανός Γάλλος που εξελίχθηκε σε αρχικακοποιό του Παρισιού, έγινε συνεργάτης των Ναζί και απέκτησε τέτοια δύναμη σταδιακά, που υπήρξαν Γερμανοί αξιωματούχοι που ήθελαν να τον ξεφορτωθούν.

Για να αποδείξει την… πίστη του στο Ράιχ, ο Λαφόν κυνήγησε τον αρχηγό της βελγικής αντίστασης και τον βασάνισε προσωπικά, με συνέπεια να αποτινάξει από το πρόσωπό του οποιαδήποτε αμφιβολία.

Ο Λαφόν έψαχνε συνεργάτες για να βοηθήσει τους Γερμανούς να αρπάξουν κρυμμένα αγαθά των Γάλλων πολιτών και να «ξετρυπώσουν» τους Εβραίους που κρύβονταν για να γλιτώσουν από βέβαιο θάνατο. Ένας εκ των συμπαραστατών του ήταν ένας διάσημος Γάλλος αστυνομικός, ο Πιερ Μπονί, ο οποίος κατέληξε στη φυλακή για διαφθορά.

Στη φυλακή ο Λαφόν βρήκε αρκετό κόσμο με τον οποίο θα μπορούσε να υλοποιήσει τα πλάνα του και κάπου εκεί εμφανίστηκε μπροστά του ο Βιλαπλάν, που είχε κάνει όνομα ως λαθρέμπορος χρυσού και χρυσαφικών. Λαφόν και Μπονί, με τη σύμπραξη του Βιλαπλάν, στεγάστηκαν στην οδό Λοριστόν 93. Εκεί ήταν η έδρα της Carlingue, της γαλλικής γκεστάπο υπό την αιγίδα του Κεντρικού Γραφείου Ασφαλείας του Ράιχ, εκεί οργανωνόταν κάθε σχέδιο κατάπνιξης της γαλλικής αντίστασης, εκεί διαπράχθηκαν φριχτά βασανιστήρια με θύματα Γάλλους πολίτες.

Διέφυγε από τους Ναζί και φυλακίστηκε

Τα μέλη της γαλλικής γκεστάπο είχαν ως στόχο να προμηθεύουν τους Ναζί με αγαθά και να κρατούν μεγάλο μέρος εξ αυτών, ώστε να πλουτίσουν από την Κατοχή. Οι στολές των Ες Ες που είχαν δικαίωμα να φορούν, τους βοήθησε αρκετά στην επίτευξη του σκοπού τους.

Κάποιες φορές υπερέβαλαν, όμως, όπως ο Βιλαπλάν το 1942, όταν αναγκάστηκε να αποδράσει στην Τουλούζη για να ξεφύγει από τους Ναζί, οι οποίοι τον κυνηγούσαν διότι κράτησε για τον εαυτό του περισσότερα από όσο ανέχονταν. Ο πρώην συμπαίκτης του στη Σετ, Λουί Καζάλ, του έβγαλε πλαστά χαρτιά κι επέστρεψε στο Παρίσι, ωστόσο το 1943 συνελήφθη από τα Ες Ες και μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης μαζί με Γάλλους αντάρτες στο Κομπιέν της βόρειας Γαλλίας.

Η σχέση του με τον Λαφόν αποδείχθηκε κομβική ώστε να απελευθερωθεί και να συνεχίσει το έργο του, πιο προσεκτικά αυτήν τη φορά. Ανέλαβε σοφέρ του Μπονί και οι αρμοδιότητές του γρήγορα αναβαθμίστηκαν κι έγιναν πολύ πιο σοβαρές.

Κακοποίησε ηλικιωμένη ψάχνοντας Εβραίο φυγά

Η γαλλική αντίσταση ισχυροποιήθηκε αρκετά το 1943 και οι Γερμανοί διέταξαν τη γαλλική γκεστάπο να εξολοθρεύσει τους αντάρτες. Η Carlingue χρειαζόταν περισσότερα χέρια κι ο Λαφόν είχε μία ιδέα. Ο Αδόλφος Χίτλερ χρηματοδοτούσε μία εφημερίδα στη Γαλλία με αραβική γλώσσα, στην οποία παρουσιαζόταν ως ο απελευθερωτής των γαλλικών μειονοτήτων από τη βόρεια Αφρική. Ο Λαφόν απευθύνθηκε σε ανθρώπους που προέρχονταν από τις γαλλικές κτήσεις στη «μαύρη Ήπειρο» και ουσιαστικά σχημάτισε τάγματα μεταναστών.

Τον Φεβρουάριο του 1944, οι γερμανικές αρχές έδωσαν την έγκριση για τον σχηματισμό των Brigade Nord Africain (BNA). Δημιουργήθηκαν πέντε μονάδες, με τον Βιλαπλάν, ο οποίος πολιτογραφήθηκε Γερμανός και απέκτησε αξίωμα υπολογαχού των Ες Ες, επικεφαλής μιας εξ αυτών. Αποστολή της ήταν ο «καθαρισμός» της επαρχίας του Περιγκόρ. Η βιαιότητά του τον έκανε ξακουστό στους γαλλικούς πληθυσμούς, αποκτώντας το προσωνύμιο «Ες Ες Μοχάμεντ».

Ένα απόσπασμα από το βιβλίο «Tu Trahiras Sans Vergogne» του Φιλίπ Αζίζ, για τους Λαφόν και Μπονί, είναι απολύτως κατατοπιστικό: «Μετά από μία πληροφορία από πηγή στη γκεστάπο του Περιγκό, ο Αλεξάντρ και τρεις άντρες του εισέβαλαν στο σπίτι της Ζενεβιέβ Λεονάρ και την κατηγόρησαν για υπόθαλψη Εβραίου. Κατέκλεψαν το σπίτι και ο Αλεξάντρ έπιασε την 59χρονη μητέρα έξι παιδιών από τα μαλλιά. ‘Πού είναι ο Εβραίος;’, φώναξε. Η κυρία αρνήθηκε να απαντήσει… Ο Αλεξάντρ την αρπάζει με τη βία, τη σπρώχνει σε μία γειτονική φάρμα, τη χτυπάει με το κοντάκι του τουφεκιού του και στη συνέχεια την αναγκάζει να παρακολουθήσει μία αποκρουστική σκηνή: άντρες του BNA βασάνισαν μπροστά της δύο αγρότες».

Αφού ξυλοκοπήθηκαν και βασανίστηκαν, οι δύο αγρότες έπεσαν νεκροί από τα αυτόματα όπλα των μελών της BNA. Την ίδια στιγμή, ορισμένοι άλλοι άντρες της BNA εντόπισαν τον Αντουάν Μπάχμαν, τον Εβραίο που καταζητούσαν. Τον πήγαν στη φάρμα, ο Αλεξάντρ τον χτύπησε και τον συνέλαβε. Ακολούθως, διέταξε τη Λεονάρ να του δώσει 200.000 φράγκα.

Σκότωσε 10 άτομα, ζήτησε χρήματα για να σώσει

Μετά από το πέρας της αποστολής του στην κοινότητα του Περιγκό τον Μάρτιο του 1944, τον επόμενο μήνα βρέθηκε στην πόλη Εμέ, με ακριβώς τον ίδιο σκοπό. Αντιλαμβανόμενος ότι η Γερμανία ίσως να μην κέρδιζε τον πόλεμο, άρχισε τις προσπάθειες να επιστρέψει στην πλευρά της πατρίδας του, παίζοντας ένα πολύ περίεργο παιχνίδι.

Στο Εμέ σκηνοθετούσε πράξεις ελεημοσύνης, «χαρίζοντας» τη ζωή σε συμπατριώτες του, εφόσον εκείνοι τον πλήρωναν αδρά. Υποστήριζε ότι δούλευε για τους Ναζί μόνο και μόνο για να καταφέρει να βοηθήσει Γάλλους να αποδράσουν.

«Η ψυχολογία του ήταν διαφορετική από εκείνη άλλων μελών της συμμορίας. Ο ίδιος παραδέχεται ότι ήταν δολοπλόκος. Θα έλεγα, έχοντας μελετήσει τον φάκελό του, ότι είναι απατεώνας, γεννημένος απατεώνας. Οι απατεώνες έχουν μία αίσθηση που είναι απαραίτητη για το είδος τους: την αίσθηση του να κάνουν σόου. Αυτή ήταν απαραίτητη για να ‘τυφλώνουν’ τα θύματά τους και να τα αναγκάζουν να κάνουν ό,τι θέλουν. Τη χρησιμοποίησε για να ασκήσει τη χειρότερη μορφή εκβιασμού, τον εκβιασμό της ελπίδας», δήλωσε ο δημόσιος κατήγορος, κατά τη διάρκεια της δίκης των προδοτών της πατρίδας, μετά από την απελευθέρωση του Παρισιού.

Ένας μάρτυρας κατηγορίας, περιέγραψε ένα χαρακτηριστικό περιστατικό εκείνης της περιόδου: «Έφτασε σε ένα χωριό με ένα γερμανικό αμάξι και φώναζε τα ακόλουθα: ‘Ω, σε τι καιρούς ζούμε! Ω, τι τρομερή η εποχή μας. Σε τι ακρότητες έχω υποβληθεί, εγώ, ένας Γάλλος να αναγκάζομαι να φοράω γερμανική στολή. Είδατε γενναίοι μου άνθρωποι τι αποτρόπαιες πράξεις έκαναν αυτά τα τέρατα; Δεν μπορώ να είμαι υπεύθυνος γι’ αυτά, δεν είμαι ο αρχηγός τους. Θα σας σκοτώσουν, αλλά θα προσπαθήσω να σας σώσω, ρισκάροντας τη ζωή μου. Έχω σώσει ήδη πολύ κόσμο. Πενήντα τέσσερα άτομα για την ακρίβεια. Εσύ θα είσαι ο 55ος. Αν μου δώσεις 400.000 φράγκα'».

Όταν δεν τον πλήρωναν, έδινε εντολές για φριχτές πράξεις, όπως συνέβη στις 11 Ιουνίου 1944, μία μέρα μετά από τη σφαγή του Οραντούρ σουρ Γκλαν στην κεντρική Γαλλία, όπου δολοφονήθηκαν 642 άτομα. Στο κοντινό χωριό Μουσιντάν, έδωσε εντολή για την εκτέλεση 52 ανταρτών, μεταξύ 17 και 26 ετών, και υποστηρικτών τους. Ο ίδιος φέρεται να σκότωσε 10 άτομα, μεταξύ των οποίων κι ένα 13χρονο παιδί.

Εκτελέστηκε και θάφτηκε σε άγνωστη τοποθεσία

Τον Αύγουστο του 1944, οι συμμαχικές δυνάμεις πλησίασαν το Παρίσι. Στη γαλλική πρωτεύουσα, δυνάμεις του γαλλικού στρατού, εκ των οποίων οι μισές απαρτίζονταν από Αφρικανούς, κατάφεραν να απελευθερώσουν την πόλη από τον γερμανικό ζυγό.

Τα αντίποινα στους συνεργάτες των Γερμανών ήταν αιματηρά, ωστόσο οι επικεφαλής της γαλλικής γκεστάπο πρώτα οδηγήθηκαν σε δίκη. Μαζί με τους Λαφόν και Μπονί, στο εδώλιο βρέθηκε και ο Βιλαπλάν με ακόμα πέντε άτομα.

«Λεηλάτησαν, βίασαν, έκλεψαν, σκότωσαν και συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς για ακόμα χειρότερα πράγματα, για τις χειρότερες εκτελέσεις. Άφησαν φωτιές και καταστροφή στο πέρασμά τους. Ένας μάρτυρας μας είπε πως είδε με τα ίδια τα μάτια του αυτούς τους μισθοφόρους να παίρνουν κοσμήματα από σώματα ετοιμοθάνατων. Ο Βιλαπλάν ήταν μεταξύ αυτών, ήρεμος και χαμογελαστός. Ευχάριστος, σχεδόν αναζωογονημένος», είπε ο εισαγγελέας στη δίκη.

Η ετυμηγορία ήταν καταδικαστική. Θάνατος. Μία ημέρα μετά από τα Χριστούγεννα, οι οκτώ κατηγορούμενοι μεταφέρθηκαν στο κάστρο του Μονρούζ, μία κοινότητα που βρίσκεται στα βόρεια περίχωρα του Παρισιού, όπου και εκτελέστηκαν. Ο αρχηγός της εθνικής Γαλλίας ετάφη χωρίς επιγραφή, σε άγνωστη τοποθεσία…

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...