Κώστας Χούμης: Ο θρύλος του προπολεμικού ποδοσφαίρου

Ο Εθνικός του Μεσοπολέμου συγκαταλέγεται στις κορυφαίες ποδοσφαιρικές δυνάμεις του τόπου μαζί με τον Ολυμπιακό, τον Άρη, την ΑΕΚ, τον Παναθηναϊκό και τον Ηρακλή.

Με τρία πρωταθλήματα Πειραιά (1928, 1929, 1939) και, κυρίως, το Κύπελλο Ελλάδας του 1933 στην τροπαιοθήκη τους, οι «κυανόλευκοι» είχαν κερδίσει τη συμπάθεια χιλιάδων φιλάθλων της περιοχής, παρά την παρουσία του «δαφνοστεφανωμένου έφηβου».

Ένα από τα πρόσωπα που συνέβαλαν στο χτίσιμο αυτής της ομάδας ήταν ο Κώστας Χούμης, κατά πολλούς ο κορυφαίος Έλληνας ποδοσφαιριστής της προπολεμικής περιόδου.

Με αφορμή την ημερομηνία γέννησής του, το Sport-Retro.gr ετοίμασε ένα μακροσκελές αφιέρωμα, «ντυμένο» με μαρτυρίες και δημοσιεύματα της εποχής.

 

Στον σταθμό του… Εθνικού

Γεννήθηκε στον Πειραιά στις 20 Νοεμβρίου 1913 και εν αντιθέσει με την πλειοψηφία των κατοίκων της περιοχής, ο πατέρας του ήταν βιομήχανος σιδήρου.

Σε ηλικία 14 ετών ο Κώστας ίδρυσε μια ποδοσφαιρική ομάδα που λεγόταν «Άφοβος» και τα γραφεία ήταν στο υπόγειο-αποθήκη του σπιτιού του στην Αγία Σοφία.

Συμπαίκτης του υπήρξε ο κατά 5 χρόνια μικρότερος αδερφός του Μίμης, ένας πονηρός και ψύχραιμος εξτρέμ, ο οποίος τη σεζόν 1946-47 σημείωσε 20 γκολ σε επίσημα ματς με τον Πανιώνιο.

Αυτή ήταν και η πιο ξεχωριστή χρονιά του μικρού Χούμη, ο οποίος φόρεσε επίσης τη φανέλα του Εθνικού, του Γ.Σ. Αμαρουσίου και του Απόλλωνα.

Ίσως το σημαντικότερο γκολ του Μίμη να σημειώθηκε στις 8 Μαρτίου 1936, αφού ήταν το νικητήριο επί της ΑΕΚ (1-0) στο Ποδηλατοδρόμιο.

Στο μεταξύ, κατά μία διαδικτυακή πηγή, ο Κώστας φέρεται να πέρασε από Φαληρική Ένωση και Πειραϊκό Σύνδεσμο, ενώ παράλληλα διέπρεπε και στο δέκαθλο.

Το πρώτο ματς της Εθνικής ομάδας που διασώθηκε σε video

Εκείνα τα χρόνια στο ποδόσφαιρο όλα γίνονταν αυθόρμητα και χωρίς γραφειοκρατικές διαδικασίες, με γνώμονα πάντα ότι η μπάλα δεν απέφερε έσοδα στους νεαρούς άσους.

Ο Χούμης πείστηκε από έναν φίλο του να πάνε στον Παναθηναϊκό για προπόνηση, όταν στον σταθμό του Νέου Φαλήρου συνάντησε τον Γιάννη Χέλμη, ο οποίος αγωνιζόταν στον Εθνικό και του πρότεινε να τον ακολουθήσει.

Από το 1923 αναφέρεται η ύπαρξη της ομάδας Πειραϊκή Ποδοσφαιρική Ένωσις Νεάπολις, όπου εγγράφηκε ο νεαρός άσος που στη συνέχεια τιμωρήθηκε με αποκλεισμό, όταν αποφάσισε να ταξιδέψει στην Τουρκία για περιοδεία με τον Εθνικό.

Κατά μία πηγή, ο Χούμης σημείωσε ένα από τα πρώτα του ανεπίσημα γκολ με τους «κυανόλευκους» στις 15 Οκτωβρίου 1933, στο ισόπαλο με 1-1 φιλικό ματς κόντρα στον Ολυμπιακό στο Ποδηλατοδρόμιο.

Βέβαια, η εφημερίδα «Αθλητικά Χρονικά» αναφέρει ως σκόρερ του Εθνικού τον Τσιριτάκη, επομένως υπάρχει μυστήριο γύρω από το ζήτημα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι… αξιόπιστα όλα τα υπόλοιπα στατιστικά που διασώζονται από εκείνες τις εποχές.

Η ουσία είναι ότι από το 1933 και, μάλιστα, προτού κλείσει τα 20, το όνομα του Χούμη υπάρχει σε ενδεκάδες του συλλόγου, έστω και σε φιλικές αναμετρήσεις.

 

Και Εθνικός και Εθνική

Ρίμπας vs Χούμης στον φιλικό αγώνα της Εθνικής με την ΑΕΚ

Ήδη από τα 20 του είχε αρχίσει να ξεχωρίζει και να διεκδικεί θέση στο αντιπροσωπευτικό συγκρότημα, όμως η προαναφερθείσα τιμωρία είχε ως αποτέλεσμα να αναβληθεί το ντεμπούτο του.

Στις 2 Δεκεμβρίου 1934 η Εθνική ομάδα αντιμετώπισε την ΑΕΚ στο πλαίσιο της προετοιμασίας για το επερχόμενο Βαλκανικό Κύπελλο και ο άσος του Εθνικού άνοιξε το σκορ με κοντινή προσπάθεια στο 27’, προτού δώσει την ασίστ στον Θεολόγο Συμεωνίδη για το τελικό 2-0 στο 86’.

Δέχθηκε αρκετά σκληρά μαρκαρίσματα από τους «Ενωσίτες», όμως σε μερικές περιπτώσεις έπεφτε στο έδαφος με το παραμικρό, απόρροια ίσως και του νεαρού της ηλικίας του.

Στις 6 Δεκεμβρίου 1934 ο Χούμης αγωνίστηκε βασικός σε νικηφόρο 3-2 φιλικό ματς (σ.σ. δεν λογίζεται ως επίσημο) κόντρα στην ουγγρική Ουίπεστ, το οποίο διεξήχθη υπό βροχή στο Ποδηλατοδρόμιο.

Αρχικά ισοφάρισε σε 1-1 στο 26’, εν συνεχεία χάρισε το προβάδισμα στο 65’ (2-1) και όπως έγραψε ο «Αθλητικός Χρόνος» την επομένη «ειργάσθη καλά και έκαμε ωραία ανοίγματα».

Τρεις ημέρες μετά σε νέο φιλικό μεταξύ των δύο ομάδων, αυτή τη φορά στο γήπεδο του Παναθηναϊκού και υπό καλύτερες καιρικές συνθήκες, ο Χούμης έβαλε το δεύτερο γκολ (41’) της Εθνικής και έγραψε το 2-0 (2-2 το τελικό σκορ).

«Ο κεντρικός Χούμης καλός, αλλά δεν έκαμεν αρκετά ανοίγματα εις τη δεξιά πτέρυγα», ανέφερε ο συντάκτης του ματς στην εφημερίδα «Αθλητικός Χρόνος», τη στιγμή που ο πρόεδρος της ουγγρικής ομάδας Φέρεντς Λάνγκφελντερ τον χαρακτήριζε «έξυπνο παίκτη» σε συνέντευξή του.

Video-αποκάλυψη από αγώνα της Εθνικής oμάδας με την Παλαιστίνη το 1938

Μερικές ημέρες αργότερα, στις 23 Δεκεμβρίου 1934, ο άσος του Εθνικού πραγματοποίησε την πρώτη του επίσημη συμμετοχή με το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα κόντρα στη Γιουγκοσλαβία (νίκη με 2-1), στο πλαίσιο του Βαλκανικού Κυπέλλου.

Η παρουσία του ήταν θετική, αλλά σε μερικές περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα σε ένα τετ-α-τετ που προτίμησε να πασάρει στον Γιάννη Βάζο αντί να τελειώσει τη φάση, φάνηκε η απειρία και η διστακτικότητά του.

Το πρώτο του γκολ με την Εθνική ομάδα σημειώθηκε τέσσερις ημέρες αργότερα στο ίδιο γήπεδο (Λεωφόρος Αλεξάνδρας), όταν ισοφάρισε 2-2 τη Ρουμανία στο 75ο λεπτό και διαμόρφωσε το τελικό αποτέλεσμα.

 

15 γκολ!

Η σεζόν 1934-35 του Νοτίου Ομίλου του Πανελληνίου Πρωταθλήματος θα μπορούσε να μετονομαστεί σε… Κώστας Χούμης, επειδή πολύ απλά αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ με 15 γκολ, έναντι μόλις 7 του Δημήτρη Σοφιανόπουλου (Παναθηναϊκός) και 6 του Ανδρέα Χατζησάββα (Απόλλων).

Ο Εθνικός νίκησε εντός έδρας τους Παναθηναϊκό (2-1), ΑΕΚ (5-1), Απόλλωνα (2-1) και ΑΠΟ Γουδή (9-1), ενώ εκτός συνέτριψε 11-1 τον ΑΠΟ Γουδή και επικράτησε 2-1 της ΑΕΚ.

Στο Ποδηλατοδρόμιο δεν λύγισε μόνο τον Ολυμπιακό (1-2 και 2-5), στη Λεωφόρο έχασε 1-0 από τον Παναθηναϊκό και στο γήπεδο του Απόλλωνα το ματς «ήρθε» 1-1.

Αν εξαιρεθούν οι συντριπτικές νίκες επί του αδύναμου ΑΠΟ Γουδή, ο Εθνικός έκανε τη διαφορά με το 5-1 επί της ΑΕΚ στο Ποδηλατοδρόμιο (28/4/1935).

Σύμφωνα με την εφημερίδα «Αθλητική Ημέρα», ο Χούμης πέτυχε χατ-τρικ (49’, 50’, 90’) και συνέβαλε τα μέγιστα για έναν ανεπανάληπτο θρίαμβο των «κυανόλευκων» επί της «Ένωσης».

Ο νεαρός επιθετικός έβαλε τα 15 από τα 35 γκολ της ομάδας του στον Νότιο Όμιλο του πρωταθλήματος και ενδεχομένως να διεύρυνε τον αριθμό αν διεξαγόταν η τελική φάση.

Δυστυχώς για τον ίδιο και τον Εθνικό, η ΕΠΟ αποφάσισε να τη ματαιώσει, προκειμένου η Εθνική ομάδα να προετοιμαστεί πληρέστερα για το Βαλκανικό Κύπελλο που θα διεξαγόταν στη Σόφια.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο χάθηκε η δεύτερη ευκαιρία για την κατάκτηση του πρώτου πρωταθλήματος της ομάδας του Πειραιά, αφού και τη σεζόν 1928-29 που είχε προκριθεί στην τελική φάση, εκείνη δεν διεξήχθη από την ΕΠΟ υπό τον φόβο οικονομικής αποτυχίας.

 

«Πάσχει από ψύχωσιν σουτ»

Το 1935 ήταν η χρονιά του, αφού μετά τα 15 γκολ στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα, ο Χούμης διέπρεψε και στο Βαλκανικό Κύπελλο της Σόφιας.

Στις 2 Ιουνίου, στο πλαίσιο της προετοιμασίας για τη διοργάνωση στη Βουλγαρία, η Εθνική υποδέχθηκε μία μικτή ομάδα της Βουδαπέστης στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας και ηττήθηκε με το χορταστικό 4-3.

Ο Χούμης είχε ανοίξει το σκορ στο 5’ με κοντινό πλασέ στη δεξιά γωνία και στο 20’ είχε διπλασιάσει το «γαλανόλευκο» προβάδισμα με «στριφτό ισχυρότατο βολέ», όπως ανέφερε η «Αθλητική Ημέρα».

Η «Αθλητική Φωνή», από την πλευρά της, υπερθεμάτιζε: «Ο Χούμης επίσης κατά το ημιχρόνιον ηνδραγάθησε. Τα δυο γκολ που επέτυχεν υπήρξαν αριστουργήματα.

Επαξίως, λοιπόν, καταλαμβάνει και πάλιν την θέσιν του κεντρικού κυνηγού της Εθνικής μας ομάδος».

Σε εκείνο το ματς ο άσος του Εθνικού έγινε ο ένας εκ των τριών Ελλήνων που «κλείδωσε» μια θέση στην αποστολή για το 5ο Βαλκανικό Κύπελλο, μαζί με τους Αντώνη Μηγιάκη (Παναθηναϊκός) και Χρήστο Ρίμπα (ΑΕΚ).

Στο δεύτερο ματς με τη μικτή Βουδαπέστης (6/6/1935), τρεις ημέρες πριν από τις Βουλευτικές Εκλογές και τον θρίαμβο του Λαϊκού Κόμματος, η Εθνική επιβλήθηκε με το επικό 7-4.

«Ο Χούμης πάλιν ατομικιστής και μονόπλευρος. Πάσχει από ψύχωσιν σουτ. Δεν μπορεί άραγε να ξεκόψη το κακό αυτό ελάττωμα;», έγραψε η «Αθλητική Φωνή», αν και εκείνος ξαναβρήκε δίχτυα.

Πέρασε ως αλλαγή στο 46’ αντί του Δημήτρη Σοφιανόπουλου και στο 71’ έγραψε το 5-3, όντας αμαρκάριστος μετά από ωραία πάσα του Κώστα Χριστοδούλου.

 

Όταν ξεπέρασε τα σύνορα

Στις 20:00 της 13ης Ιουνίου 1935, η «γαλανόλευκη» ταχεία αναχώρησε με προορισμό τη Θεσσαλονίκη και το επόμενο μεσημέρι επιβιβάστηκε σε ειδικό λεωφορείο στο Σιδηρόκαστρο, με προορισμό τη Σόφια.

Το ταξίδι κύλησε με πόκερ (νικητής ο Αντώνης Μηγιάκης), θετική διάθεση λόγω καταβολής χρημάτων από την ΕΠΟ και… κουτσομπολιό που δεν άφησε στο απυρόβλητο τον Χούμη.

Ο άσος του Εθνικού είπε σε συζήτηση ότι δεν πίστευε στον έρωτα, όμως οι υπόλοιποι ανακάλυψαν στην τσέπη του ένα γράμμα, αντιγραμμένο από ερωτική επιστολογραφία.

Στα σύνορα με τη Βουλγαρία οι άνδρες των φυλακίων παρέθεσαν δεξίωση στα στελέχη της «γαλανόλευκης» αποστολής, ενώ λίγο αργότερα δύο εκπρόσωποι της ομοσπονδίας Αθλητισμού της γειτονικής χώρας και ο υπουργός Παιδείας επεφύλαξαν θερμή υποδοχή.

Γενικώς οι Βούλγαροι πολίτες και φίλαθλοι συμπεριφέρθηκαν με τον καλύτερο τρόπο στους Έλληνες, όμως στον αγωνιστικό χώρο του κατάμεστου «Γιουνάκ» δεν υπήρξε η ίδια… αβρότητα.

Οι ομογενείς και οι περίπου 50 Θεσσαλονικείς που μετέβησαν στη γειτονική χώρα για να υποστηρίξουν την Εθνική σηκώθηκαν από τις θέσεις τους στο 21’, όταν ο Χούμης άνοιξε το σκορ.

Αλίμονο. Οι Βούλγαροι αντέδρασαν, έβαλαν πέντε διαδοχικά γκολ και πανηγύρισαν μια θριαμβευτική νίκη με 5-2, μιας και ο Χούμης διαμόρφωσε το τελικό αποτέλεσμα στο 73’.

Χειρότερη μοίρα είχε η Εθνική στο επόμενο ματς της διοργάνωσης (6-1 από τη Γιουγκοσλαβία με εχθρική διαιτησία και επεισόδια), ενώ στο τελευταίο (αναβλήθηκε κατά μία ημέρα λόγω ισχυρής βροχόπτωσης) «έφερε» 2-2 με τη Ρουμανία.

Ο Χούμης άνοιξε το σκορ στο 10’, διπλασίασε το ελληνικό προβάδισμα στο 15’ με θαυμάσιο σουτ από τα 20 μέτρα και στο 71’ ξαναβρήκε δίχτυα, αλλά ο ανεκδιήγητος Βούλγαρος διαιτητής Ντόντσεβ, υποστήριξε ότι δεν αντιλήφθηκε ότι μπήκε γκολ!

 

Το προφητικό δημοσίευμα

Με τέσσερα γκολ σε τρία ματς, ο Χούμης κατέλαβε τη 2η θέση των σκόρερ της διοργάνωσης και ισοφάρισε τον Αντώνη Τσολίνα στην κορυφή των «κανονιέρηδων» της Εθνικής.

Βούλγαροι, Γιουγκοσλάβοι και κυρίως Ρουμάνοι δημοσιογράφοι εκθείασαν τον κεντρικό κυνηγό του Εθνικού, ο οποίος δεν είχε κλείσει ούτε τα 22.

Η «Ντιμινεάτσα» έγραψε προφητικά: «Αν στη θέση του κεντρικού κυνηγού μας είχαμε τον Έλληνα Χούμη, ασφαλώς δεν θα χάναμε από τους Γιουγκοσλάβους και τους Βούλγαρους».

Η επόμενη σεζόν (1935-36) κύλησε στα ίδια μήκη για τον άσο της πειραϊκής ομάδας, υπό την έννοια ότι σημείωσε 12 γκολ στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα και συνυπήρξε στην κορυφή των σκόρερ με τους Γιάννη Βάζο (Ολυμπιακός), Τάσο Κρητικό (Παναθηναϊκός), Κώστα Καλογιάννη (ΠΑΟΚ).

Μεταξύ άλλων, ο Χούμης παραβίασε μία φορά την εστία του Ολυμπιακού στην ήττα με 2-1 και άλλη μία εκείνη της ΑΕΚ στην ισοπαλία με 1-1.

Το καλοκαίρι ταξίδεψε με την Εθνική στο Βουκουρέστι για το 6ο Βαλκανικό Κύπελλο, όπου σημείωσε δύο γκολ σε δύο συμμετοχές (στην ήττα με 5-4 από τη Βουλγαρία).

Λανθασμένα αναφέρεται σε διάφορες πηγές ότι σημείωσε ένα γκολ στο 69’, αφενός μεν επειδή σε αυτό σκόρερ ήταν ο Κλεάνθης Βικελίδης, αφετέρου δε επειδή εκείνος έβαλε τα δύο τελευταία (84’, 86’) και διαμόρφωσε το τελικό 5-4.

Μάλιστα, αν κρίνει κανείς από το ρεπορτάζ της εφημερίδας «Αθλητισμός», ο Χούμης… σκόραρε και στις ρουμανικές καρδιές, αφού μία καμαριέρα εθεάθη στο δωμάτιό του.

«Τι θέλει αυτή εδώ;», ρώτησε ο ομοσπονδιακός τεχνικός Γιόζεφ Κίνσλερ.

«Ράβει το κουμπί του σακακιού μου που ξηλώθηκε», απάντησε εκείνος.

«Θα το ράψω εγώ», φώναξε ο Κίνσλερ, μόνο που δεν υπήρχε κουμπί για ράψιμο…

Λίγες ημέρες αργότερα ο Χούμης σημείωσε και τα πέντε (!) γκολ της Εθνικής ομάδας σε τεστ με τη β’ ομάδα (5-2), εν όψει του φιλικού αγώνα του Καΐρου με την Αίγυπτο.

Το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα ηττήθηκε 3-1 από τους «Φαραώ» στις 19 Ιουνίου κι ο άσος του Εθνικού έβαλε το τελευταίο του επίσημο «γαλανόλευκο» γκολ (οκτώ σε εννέα αναμετρήσεις).

Στις 21 Ιουνίου οι διεθνείς πήραν ανεπίσημη ρεβάνς από την Αίγυπτο στην Αλεξάνδρεια παρουσία χιλιάδων Ελλήνων φιλάθλων, αν και βρέθηκαν πίσω στο σκορ.

Στο 37’ ο Γιάννης Βάζος ισοφάρισε, στο 61’ ο Χούμης σκόραρε με σουτ από τα 20 μέτρα, στο 74’ ο Συμεωνίδης κλείδωσε τη νίκη και στο 84’ πάλι ο Χούμης διαμόρφωσε το τελικό 4-1.

Τα αφιερώματα του Sport-Retro.gr στον ρουμανικό αθλητισμό

 

Ο πρώτος «Ευρωπαίος» σκόρερ της Ρουμανίας!

Οι εμφανίσεις του νεαρού Χούμη και τα τρία γκολ σε ισάριθμα ματς κόντρα στη Ρουμανία για το Βαλκανικό Κύπελλο (1934, 1935, 1936), δεν πέρασαν απαρατήρητες από τα στελέχη της Βένους Βουκουρεστίου.

Η ασπρόμαυρη ομάδα με το όνομα της Αφροδίτης μόνο τυχαία δεν ήταν, καθώς είχε ήδη κατακτήσει πέντε πρωταθλήματα και μέχρι την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου θα προσέθετε άλλα τρία.

Παράλληλα έλαβε μέρος τρεις φορές στο Mitropa Cup, το περίφημο Κύπελλο Κεντρικής Ευρώπης, χωρίς ωστόσο να καταγράψει κάποια σημαντική διάκριση.

Με τη φανέλα της Βένους

Εν έτει 1948 η κορυφαία ρουμανική ομάδα του Μεσοπολέμου αναγκάστηκε να ενσωματωθεί σε κρατικό φορέα ή ένωση, όπως άρμοζαν οι κανονισμοί του κομμουνιστικού καθεστώτος.

Πράγματι, συγχωνεύθηκε με τη UCB, δηλαδή το Αποχετευτικό Δίκτυο του Βουκουρεστίου, μετονομάστηκε σε Βένους UCB και λίγους μήνες αργότερα διαλύθηκε.

Πίσω στον Χούμη, όμως, και στη μεταγραφή του που έγινε μετά δυσκολίας, σε μια εποχή που η Αμπροζιάνα (σ.σ. μετέπειτα Ίντερ) ήθελε τον Αχιλλέα Γραμματικόπουλο, η Ένωση Ελλήνων Αλεξανδρείας τον Αντώνη Μηγιάκη και ο ΑΠΟΕΛ τον Γιάννη Βάζο.

Τα αφιερώματα του Sport-Retro.gr στην Εθνική Ελλάδας

Ο Πειραιώτης κεντρικός κυνηγός αγωνίστηκε για πρώτη φορά στη φιλική ήττα με 3-2 από τη Φερεντσβάρος (μέσα Αυγούστου 1936), υπό το βλέμμα 8.000 θεατών στη «Splaiul Independentei Arena».

Το τέλος της σεζόν βρήκε τη Βένους πρωταθλήτρια και στις 13 Ιουνίου 1937 εκπροσώπησε τη χώρα για πρώτη φορά στο Mitropa Cup, όταν υποδέχθηκε την περίφημη ουγγρική Ουίπεστ.

Το υπερσύγχρονο για την εποχή στάδιο της Βένους

Ο Γιόζεφ Τοτ έδωσε το προβάδισμα στους φιλοξενούμενους στο 15’, αλλά 10 λεπτά αργότερα ο Χούμης σημείωσε το παρθενικό γκολ ρουμανικού συλλόγου σε εκτός των συνόρων διοργάνωση.

Στο 71’ ο Χούμης «χτύπησε» ξανά και έγραψε το 4-3, προτού η Ουίπεστ πατήσει γκάζι και φτάσει στο επικό 4-6 που της έδινε… μισή πρόκριση.

Στη ρεβάνς ο Πειραιώτης βρήκε εκ νέου δίχτυα (στο 63’), αλλά το τελικό 4-1 δεν του άφηνε πολλά περιθώρια για χαμόγελα, ασχέτως αν είχε ήδη κλέψει την παράσταση στη γειτονική χώρα.

Να σημειωθεί ότι μετά το πρώτο ματς η Βένους έλυσε τη συνεργασία με τον προπονητή Φέρεντς Πλάτκο (σ.σ. γεννηθείς στη Βουδαπέστη) και ανακοίνωσε ότι δεν θα ανανεώσει τη συνεργασία με τον τερματοφύλακα Κάρολ Μπουρντάν, ξεσηκώνοντας υποψίες περί «στησίματος».

 

Διεθνής και με τη Ρουμανία

Ρουμανικές πηγές αναφέρουν ότι ο πρόεδρος Γκαβρίλα Μαρινέσκου του προσέφερε πέντε φορές υψηλότερο μισθό από τον μέσο όρο των παικτών της Βένους.

Κι εκείνος, όμως, στάθηκε στο ύψος του και συνέβαλε στην κατάκτηση ακόμη δύο πρωταθλημάτων (1939, 1940), ενώ υπήρξε φιναλίστ του Κυπέλλου το 1940, όταν η Βένους έχασε μετά από τέσσερα (!) ματς στον τελικό με τη Ραπίντ Βουκουρεστίου.

Γράμμα από το SS Conte Verde

Ο ίδιος σκόραρε δύο γκολ στον δεύτερο αγώνα, όμως το τελικό 4-4 σήμαινε ότι οι δύο ομάδες θα έλυναν τις διαφορές τους μετά από 4,5 μήνες (!) ώσπου στις 8/11/1940 η Ραπίντ επικράτησε 2-1.

Ένα άλλο αξιοσημείωτο επίτευγμά του ήταν τα δύο γκολ που έβαλε στο εκκωφαντικό 6-0 επί της Γιουβέντους Βουκουρεστίου τη σεζόν 1936-37.

Στο μεταξύ ο Κονσταντίν, όπως αποκαλείτο, συμπλήρωσε πενταετία στη Ρουμανία και κλήθηκε στην εθνική, με τη φανέλα της οποίας σημείωσε ένα γκολ σε δύο συμμετοχές.

Αμφότερες οι αναμετρήσεις (Οκτώβριος 1941, Ιούνιος 1943) ήταν κόντρα στη Δημοκρατία της Σλοβακίας και στο ντεμπούτο του, μάλιστα, έβαλε το πρώτο γκολ της δεύτερης πατρίδας του (νίκη με 3-2).

Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Πειραιώτης άσος αποτελεί τον μοναδικό ποδοσφαιριστή της ιστορίας που σκόραρε υπέρ και κατά της εθνικής Ρουμανίας.

Μάλιστα, είχε προσπαθήσει να «παντρέψει» τον φίλο του Κλεάνθη Βικελίδη με τη Βένους, εν τέλει όμως αυτή η ιστορική συνύπαρξη δεν έγινε ποτέ.

Ο Χούμης άφησε τη Βένους το 1947 για λογαριασμό της Κάρες Μεντιάς (σημερινή Γκαζ Μετάν) και το 1950 έκλεισε την καριέρα του στην ΙΤ Αράντ (σημερινή UTA Αράντ), ενώ δεν αποκλείεται να πέρασε και από άλλες ομάδες της χώρας.

 

Η συνέχεια

Ουσιαστικά, η υπέρλαμπρη καριέρα του Κώστα Χούμη ολοκληρώθηκε προτού καν κλείσει τα 30, εξαιτίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Μετά την απόσυρση από τη δράση, ο εκ των καλύτερων Ελλήνων προπολεμικών άσων (αν όχι ο κορυφαίος) επέστρεψε στην πατρίδα του και σύντομα ασχολήθηκε με την προπονητική.

Το Αιγάλεω (1965-66), ο Εθνικός (επίσης 1965-66) και ο ΠΑΣ Γιάννινα (1966-67) ήταν μερικές από τις ομάδες που κοουτσάρισε, ενώ για ένα φεγγάρι κάθισε στον πάγκο της Εθνικής Ερασιτεχνικής ομάδας, την οποία μάλιστα καθοδήγησε στο 2ο Κύπελλο Ερασιτεχνών της UEFA (1969-70).

Αξίζει να σημειωθεί ότι υπήρξε ο πρώτος προπονητής της ιστορίας του ΠΑΣ Γιάννινα μετά τη συγχώνευση μεταξύ του Α.Ο. Ιωαννίνων και του ΠΑΣ Αβέρωφ.

Σε αυτή τη συνεργασία συνέβαλε τα μέγιστα ο Κώστας Μπέγκας (σ.σ. δήμαρχος της πόλης και πρόεδρος της ομάδας), ο οποίος τον είχε γνωρίσει όταν σπούδαζε στη Ρουμανία.

Ο Χούμης μετέδωσε στους παίκτες όσα είχε μάθει στη γειτονική χώρα, ωστόσο οι δύο πλευρές δεν άργησαν να βγάλουν «διαζύγιο».

Λίγα χρόνια νωρίτερα, πιθανότατα το 1952, ο αδερφός του Μίμης είχε αναλάβει τα πρώτα «τσικό» του Εθνικού, συνεχίζοντας κι εκείνος με τη σειρά του την οικογενειακή παράδοση.

***

Ευκίνητος, επινοητικός, καλός κεφαλοσφαιριστής, ντριμπλέρ, κυρίως δεινός σουτέρ και, βέβαια, με εκπληκτική αίσθηση του γκολ.

Αυτά ήταν τα κυριότερα χαρακτηριστικά του επί σειρά ετών πρώτου σκόρερ της Εθνικής ομάδας με 8 γκολ και όχι με 7 όπως λανθασμένα αναφέρεται σε όλες τις πηγές.

Τον ισοφάρισε και τον ξεπέρασε ο Μίμης Παπαϊωάννου το 1965, δηλαδή 29 ολόκληρα χρόνια μετά το τελευταίο ματς του Χούμη με την Εθνική ομάδα.

Ο Κώστας Χούμης «έφυγε» στις 20 Ιουλίου 1981.

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...