Το «αντίο» του Λάρι Μπερντ

Ο παλιός Γάλλος πρόεδρος Σαρλ ντε Γκωλ είχε πει κάποτε με αρκετή δόση μετριοφροσύνης «τα νεκροταφεία είναι γεμάτα αναντικατάστατους», εννοώντας φυσικά ότι κανένας δεν είναι αναντικατάστατος όσο σπουδαίος κι αν είναι.

Το μπάσκετ μιμείται τη ζωή και σε αυτόν τον τομέα. Εξελίσσεται, δημιουργεί αστέρες οι οποίοι ανακυκλώνονται. Έτσι κανένας δεν μένει αναντικατάστατος. Κανένας; Υπάρχουν και περιπτώσεις που αποτελούν τις εξαιρέσεις στον κανόνα. Μία από αυτές έχει ονοματεπώνυμο και ακούει στο όνομα Λάρι Μπερντ.

Ο ψηλόλιγνος, κάπως αντιτουριστικός, φόργουορντ από την Ιντιάνα που έβαλε φαρδιά πλατιά την υπογραφή του στον μαγικό κόσμο του ΝΒΑ, ο άνθρωπος που σφράγισε μια ολόκληρη δεκαετία και αποτελεί τον κορυφαίο μπασκετμπολίστα στην ιστορία των Μπόστον Σέλτικς και έναν εκ των καλύτερων γενικώς.

Ίσως ο πιο έξυπνος και εργατικός μπασκετμπολίστας που πάτησε σε αυτόν τον πλανήτη, σαν σήμερα, στις 18 Αυγούστου 1992, ανακοίνωσε φανερά φορτισμένος, την απόσυρσή του από τη δράση, «προδομένος» από έναν τραυματισμό στη μέση.

Το Sport-Retro.gr γυρίζει 26 χρόνια πίσω και ξετυλίγει το κουβάρι της αποχώρησης του θρυλικού Λάρι Μπερντ.

 

Η στιγμή της απόσυρσης

Το ημερολόγιο έγραφε 18 Αυγούστου 1992 όταν σε μια συνέντευξη Τύπου ο Λάρι Μπερντ ανακοίνωσε την απόφασή του να αποσυρθεί.

Είχε χορτάσει και από μπάσκετ και από πόνο, λόγω ενός τραυματισμού στην πλάτη, ο οποίος ήρθε ως συνέχεια προβλημάτων που αντιμετώπιζε στη φτέρνα.

Συνεπώς, ο Μπερντ αναγκάστηκε να κλείσει το κεφάλαιο μπάσκετ πιο γρήγορα απ’ ότι υπολόγιζε μετά από 13 φανταστικά χρόνια με τους Μπόστον Σέλτικς.

«Θα ήθελα να παίξω ακόμα 1-2 χρόνια, αλλά είναι πραγματικά αδύνατο. Οπότε αναγκάζομαι να αποχωρήσω, ωστόσο θα συνεχίσω να είμαι εδώ κι ας μην αγωνίζομαι. Δεν είναι ημέρα θλίψης. Είναι συναισθηματικά φορτισμένη μέρα, αλλά όχι μέρα θλίψης.

Ήξερα ότι αυτή η μέρα θα ερχόταν. Προετοίμασα τον εαυτό μου, όμως όταν υπογράφεις το χαρτί ότι αποσύρεσαι και βρίσκεσαι μπροστά σε τόσο κόσμο για να το ανακοινώσεις, είναι λίγο διαφορετικό.

Το χτύπημα και ο πόνος πήραν την απόφασή για μένα. Έδωσα την καρδιά μου, το σώμα μου, την ψυχή μου στους Σέλτικς. Τα τελευταία 17 χρόνια έβαλα το σώμα μου σε μια ζωντανή κόλαση. Ο τραυματισμός μού πάει καλύτερα, αλλά ποτέ δεν θα μπορούσα να επανέλθω στο 100%.

Θα μπορούσα να παίζω 40 παιχνίδια τη χρονιά, όμως δεν έχω μάθει να προσεγγίζω έτσι το μπάσκετ. Θέλω να παίζω κάθε παιχνίδι. Και από τη στιγμή που αυτό δεν είναι εφικτό, είναι καλύτερο να αποσυρθώ».

Ο καλύτερος all around φόργουορντ στην ιστορία του ΝΒΑ ανακοίνωσε τη συνταξιοδότησή του σε συνέντευξη Τύπου στο «Boston Garden» μόλις μια εβδομάδα μετά την κατάκτηση του χρυσού ολυμπιακού μεταλλίου που ήρθε να προστεθεί δίπλα σε τρία δαχτυλίδια πρωταθλητή NBA και τρία βραβεία MVP στην κορυφαία λίγκα του κόσμου.

Ο Μπερντ, ο οποίος είχε συμμετάσχει σε 12 All-Star Games τα τελευταία δύο χρόνια της καριέρας του, ταλαιπωρείτο από πόνους στην πλάτη.

Έπειτα από χειρουργική επέμβαση τον Ιούνιο του 1991, ο θρύλος των Σέλτικς έχασε 37 παιχνίδια κανονικής περιόδου και τα περισσότερα από τα πλέι-οφ.

«Αρκετά. Έπαιξα πολύ μπάσκετ και πόνεσα τόσο ώστε να με συντροφεύει μια ζωή. Ό,τι ακούτε από τώρα ή το επόμενο έτος ή οτιδήποτε άλλο δεν έχει σημασία. Δεν θα παίζω μπάσκετ», είπε ο Μπερντ.

Οι μέσοι όροι καριέρας του, με 24,3 πόντους, 10 ριμπάουντ και 6,3 ασίστ σε 897(!) παιχνίδια, φαντάζουν φτωχοί μπροστά στο μεγαλείο του παίκτη αυτού και στον αντίκτυπο που είχε στο άθλημα.

«Η ανταγωνιστική του φύση, το όραμα στο γήπεδο, η ικανότητα να ανεβάζει το επίπεδο του παιχνιδιού αλλά και του συμπαίκτη του, ήρθε σε μια εποχή που το ΝΒΑ ήταν ένα πεθαμένο πρωτάθλημα. Η είσοδος του ως επαγγελματίας το 1979 στο ΝΒΑ, συνέπεσε με την είσοδο του Μάτζικ Τζόνσον.

Οι δυο τους και οι μάχες μεταξύ Λέικερς και Σέλτικς ήταν το φιλί ζωής για το ΝΒΑ. Τίποτα δεν «ανέστησε» το πρωτάθλημα περισσότερο από την εμφάνισή τους, λειτουργώντας ως σταρ και πρότυπα για τους επίδοξους μπασκετμπολίστες», δήλωσε ο κομισάριος Ντέιβιντ Στερν κατά την απόσυρση του Μπερντ.

Και συνέχισε: «Δεν υπάρχει τρόπος να προσδιοριστεί ποσοτικά ο αντίκτυπος που είχε ο Λάρι Μπερντ στο άθλημα. Με την ένταση, την αφοσίωσή του, την ανταγωνιστικότητά του και τη θέλησή του να κερδίζει, ήταν ο απόλυτος παίκτης ομάδας στο ομαδικό παιχνίδι που λέγεται μπάσκετ.

Ξέρω ότι εκατομμύρια οπαδοί απλώς θέλουν να του πουν από καρδιάς ένα τεράστιο ευχαριστώ για όλα όσα έχει δώσει στο παιχνίδι».

Πολύ απλά, ο Λάρι Μπερντ καθόρισε τον τρόπο που μια γενιά φιλάθλων μπάσκετ αντιλαμβάνεται και εκτιμάει το NBA.

Στο μέλλον, οι μεγάλοι παίκτες θα κριθούν σύμφωνα με τα πρότυπα που εκείνος έχει θέσει, αλλά ποτέ δεν θα υπάρξει άλλος Λάρι Μπερντ.

 

Οι επικές μάχες με τον Μάτζικ Τζόνσον

Η «συνταξιοδότηση» του Μπερντ ήρθε λιγότερο από 10 μήνες μετά από αυτή του Τζόνσον, ο οποίος είχε προσβληθεί από τον ιό HIV.

Ο Μπερντ και ο Τζόνσον, μάλιστα, ήταν αρχηγοί της «Dream Team» στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης, όπου ο Μπερντ έπαιξε οκτώ παιχνίδια και είχε κατά μέσο όρο 8,4 πόντους και 3,8 ριμπάουντ.

Το τελευταίο του παιχνίδι ήταν στον τελικό εναντίον της Κροατίας στις 8 Αυγούστου, όταν δεν «μάτωσε» το διχτάκι σε 12 λεπτά.

Ως επαγγελματίας, ο Μπερντ αντιμετώπισε τον Τζόνσον τρεις φορές στους τελικούς του NBA και το σκορ έγραψε 1-2.

«Ο Λάρι ήταν ο μοναδικός παίκτης στο πρωτάθλημα που φοβόμουν και ήταν ο πιο έξυπνος που αντιμετώπισα ποτέ. Πάντα μου άρεσε να αγωνίζομαι εναντίον του γιατί έκανε κι εμένα καλύτερο.

Ακόμα και όταν δεν παίζαμε ένας εναντίον ενός, θα ακολουθούσα το στυλ του επειδή το χρησιμοποιούσα πάντα ως μέτρο σύγκρισης για το επίπεδο του δικού μου παιχνιδιού», έχει πει ο Τζόνσον.

Στην τελετή, μάλιστα, προς τιμήν του Μπερντ, όπου αποσύρθηκε η φανέλα του, ο Μάτζικ έδωσε το «παρών» και μίλησε με απεριόριστο σεβασμό και θαυμασμό για τον παραδοσιακό του αντίπαλο.

Οι συγκρίσεις μεταξύ τους άρχισαν στο Πανεπιστήμιο, όπου η Ιντιάνα του Μπερντ έχασε από το Μίσιγκαν Στέιτ του Τζόνσον στον τελικό του NCAA το 1979.

Ο Μπερντ επιλέχθηκε στο Νο6 του ντραφτ του 1978 και όταν ήρθε στη Βοστώνη βρήκε παραπαίουσα την ομάδα με την πλουσιότερη παράδοση στο ΝΒΑ, καθώς είχε ρεκόρ μόλις 29-53.

Στην πρώτη του χρονιά κέρδισε το βραβείο του καλύτερου πρωτοεμφανιζόμενου παίκτη (NBA Rookie of the Year) και οι Σέλτικς αναγεννήθηκαν, αφού έκλεισαν τη σεζόν 1979-80 με 61 νίκες και μόλις 21 ήττες.

Η διαφορά αυτή των 32 νικών από τη μια σεζόν στην άλλη συνιστούσε νέο ρεκόρ για το ΝΒΑ που έσπασαν πολλά χρόνια αργότερα οι Σαν Αντόνιο Σπερς, οι οποίοι με την προσθήκη του Ντέιβιντ Ρόμπινσον πήγαν από το 21-61 της σεζόν 1988-89 στο 56-26 της περιόδου 1989-90.

Τη σκυτάλη των εγκωμίων κατά την αποχώρησή του Μπερντ έλαβε ο πρόεδρος της ομάδας που δοξάστηκε, ο Ρεντ Άουερμπαχ, ο οποίος δήλωσε: «Πριν από 13 χρόνια φαινόταν σαν ένας μικρός χωριάτης στην πόλη. Όταν όμως κοίταζες στα μάτια του, ήξερες ότι δεν μιλούσες με κανένα χαζό. Ήξερε τι ήθελε στη ζωή και ήξερε τι θα χρειαζόταν για να φτάσει εκεί.

Κανείς δεν είχε ποτέ μεγαλύτερο πείσμα και κίνητρο από αυτόν. Κανείς στα περισσότερα από 40 χρόνια που ασχολούμαι με το μπάσκετ, δεν δοκίμασε τα όριά του όσο το έκανε αυτός ο τύπος. Το έκανε λόγω αγάπης προς το παιχνίδι και τον λαό».

 

Σπουδαίο παλμαρέ και άδοξο τέλος

Ο Μπερντ οδήγησε τους Σέλτικς στα πρωταθλήματα NBA το 1981, το 1984 και το 1986, ενώ ήταν ο MVP του NBA το 1984, το 1985 και το 1986.

Ήταν επίσης ο MVP των πλέι-οφ το 1984 και το 1986, ενώ έχει κατακτήσει τρεις σερί φορές τον διαγωνισμό τριπόντων σε All-Star Game (1986-1988).

Το 1986-87 ο Μπερντ έγινε ο πρώτος παίκτης του NBA που είχε ποσοστό 50% εντός πεδιάς και παράλληλα 90% από τη γραμμή των ελευθέρων βολών την ίδια σεζόν.

Ο Μπερντ έκανε ρεκόρ περισσότερων πόντων για την ομάδα των Σέλτικς σημειώνοντας 60, στις 12 Μαρτίου 1985, εναντίον των Ατλάντα Χοκς στη «Lakefront Arena» της Νέας Ορλεάνης.

Στο κρίσιμο έκτο παιχνίδι κόντρα στους Χιούστον Ρόκετς που έδωσε τον τίτλο στους Σέλτικς το 1986 σημείωσε triple double, δηλαδή είχε διψήφιο αριθμό σε τρεις διαφορετικές στατιστικές κατηγορίες (29 πόντοι, 11 ριμπάουντ και 12 ασίστ) και έβαλε την υπογραφή του σε ένα ακόμα δαχτυλίδι.

«Ήμουν πιο ζεστός από ποτέ σε εκείνο το παιχνίδι. Πραγματικά είχα πάρει φωτιά», είχε σχολιάσει σχετικά ο Λάρι Μπερντ.

Ο σπουδαίος Αμερικανός έπαιζε τουλάχιστον 74 αγώνες κάθε χρόνο μέχρι το 1990-91, όταν ο πόνος του στη μέση έγινε πιο έντονος, με συνέπεια να χάσει 22 παιχνίδια, αγωνιζόμενος σε 60 ματς στην προτελευταία σεζόν της καριέρας του.

Το 1989 έπαιξε σε μόνο έξι αγώνες λόγω χειρουργείου και στις 7 Ιουνίου 1991 υποβλήθηκε σε νέα επέμβαση, προκειμένου να αποκαταστήσει τη βλάβη των δίσκων και των νεύρων, αλλά όπως δήλωσε, η πλάτη του δεν ανέκαμψε ποτέ.

Συνεπώς, στην τελευταία του σεζόν αγωνίστηκε σε μόλις 45 παιχνίδια στην κανονική διάρκεια και σε 4 στα πλέι οφ.

Ο Μπερντ δήλωσε ότι σκεφτόταν επί τρεις μήνες το ενδεχόμενο να σταματήσει και την οριστική του απόφαση την έλαβε λίγες ημέρες πριν από τη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε.

Ο «Κόντακ» (σ.σ. παρατσούκλι που του είχαν κολλήσει γιατί με μια ματιά μπορούσε να απαθανατίσει σαν φωτογραφία τις θέσεις που βρίσκονταν οι συμπαίκτες του) είχε λιγότερη αθλητική ικανότητα από άλλα αστέρια, ωστόσο είχε πολύ μεγαλύτερη αντίληψη και συγχρονισμό στις κινήσεις του.

Κάλυπτε την έλλειψη αθλητικότητας και ταχύτητας με έξυπνες πάσες, κρίσιμα (clutch) σουτ, και το εκπληκτικό μακρινό του σουτ – όλα αυτά απόρροια της σκληρής δουλειάς και των ατελείωτων ωρών προπόνησης.

«Εάν δεν έχεις παίξει για τους Μπόστον Σέλτικς, τότε δεν έχεις παίξει ποτέ επαγγελματικό μπάσκετ. Έπαιξα πάνω από 1.100 παιχνίδια για τους Σέλτικς. Ακούγονται σαν πολλά, αλλά μάλλον έπαιξα πολλά στην αυλή μου πριν να φτάσω εδώ», έχει πει.

Ο Λάρι Μπερντ δεν ήταν μια συνηθισμένη περίπτωση αθλητή. Ήταν ένας τετραπέρατος μπασκετμπολίστας, ίσως ο πιο έξυπνος που έχει πατήσει στη Γη, ο άνθρωπος που επηρέασε πολύ το μπάσκετ και τον τρόπο που παίζεται ακόμα και σήμερα.

Παρά το γεγονός ότι ήταν σκόρερ, έβαζε την ομάδα και το σύνολο πάνω απ’ όλα. Και παρά το γνωμικό του σπουδαίου Σαρλ Ντε Γκωλ, ο Λάρι Μπερντ, ναι, ήταν και θα είναι αναντικατάστατος.

Κώστας Πρατικάκης

Απόφοιτος Κέντρου Αθλητικού Ρεπορτάζ

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...