Τα δύο «σκοτεινά» Μουντιάλ που κατέκτησε με φασιστική βοήθεια η Ιταλία

Αθλητισμός και πολιτική πολλές φορές συνιστούν ταυτόσημες έννοιες. Στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν η Ευρώπη βρισκόταν σε διαρκή αναταραχή, αρκετές φορές το ένα έλκυε, καθόριζε και εκμεταλλευόταν το άλλο.

Τα όρια ήταν δυσδιάκριτα σχετικά με το πότε υπήρχε αθλητικό ή πολιτικό υπόβαθρο πίσω από μία απόφαση και πότε όχι. Τα Παγκόσμια Κύπελλα του 1934 και του 1938 δεν ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία. Ήταν πασιφανές ότι είχαν χρωματιστεί, μεταφορικά αλλά σε κάποιες στιγμές και κυριολεκτικά, από το μαύρο του φασισμού, προλειαίνοντας το έδαφος για την καταστροφή του πλανήτη, τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Κερδισμένη πολυεπίπεδα από αυτήν τη συνθήκη η Ιταλία, η οποία κατέκτησε τις δύο διοργανώσεις, προσθέτοντας ενδιάμεσα στο στήθος της και το χρυσό μετάλλιο των Ολυμπιακών Αγώνων 1936, την ώρα που ο Μπενίτο Μουσολίνι αποδείκνυε στον Αδόλφο Χίτλερ ότι ο φασισμός του ήταν το μέλλον της Ευρώπης και ο ίδιος άξιος συμπαραστάτης του σε αυτό που ερχόταν.

Ντούτσε, ο πρώτος που κατάλαβε το ποδόσφαιρο

Δύο δεκαετίες πριν βάλει τη… στολή του, ο Ντούτσε ανήλθε στην πολιτική ηγεσία της Ιταλίας, αξιοποιώντας το κενό που άφησαν οι ανίκανες κυβερνήσεις της χώρας που διαχειρίστηκαν τη νίκη στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ορίστηκε 27ος πρωθυπουργός της Ιταλίας τον Οκτώβριο του 1922 μετά από την Πορεία προς τη Ρώμη και σε συνδυασμό με το βίαιο παρακράτος που τον ακολουθούσε σε κάθε βήμα, σταδιακά κατόρθωσε να εντάξει υπό την επιρροή του όλη τη διασπασμένη σε μικρότερες περιφέρειες χώρα.

Για να κρατήσει ενιαία την Ιταλία, χρειαζόταν μεγάλη προσπάθεια και διάφορες μεθόδους. Ο αθλητισμός και δη το ποδόσφαιρο, ήταν μία εξ αυτών που χρησιμοποιήθηκε. Ο Μουσολίνι ποτέ δεν ήταν μεγάλος φίλαθλος του ποδοσφαίρου ως θέαμα, αλλά μεγάλος οπαδός του τι μπορούσε να πετύχει ένας αγώνας ποδοσφαίρου, ο οποίος συγκέντρωνε εξουσίες που ζήλευε και ο ίδιος. Στο γήπεδο 22 ποδοσφαιριστές, στις εξέδρες δεκάδες χιλιάδες πιστοί υποστηρικτές τους, που κραύγαζαν γι’ αυτούς και ήταν έτοιμοι να τους αποθεώσουν. Ιδανική εικόνα για έναν δικτάτορα.

Τα θέματα του Sport-Retro.gr για το Παγκόσμιο Κύπελλο

Η εθνική ενότητα, το εθνικό φρόνημα των Ιταλών, περνούσε μέσα από τον δρόμο του ποδοσφαίρου. Οι σχετικές κυβερνητικές αποφάσεις ήταν άμεσα συνδεδεμένες με την φασιστική προπαγάνδα του Μουσολίνι. Τη δεκαετία του ’20 κατασκευάστηκαν ή ανακαινίστηκαν εκατοντάδες ποδοσφαιρικά γήπεδα στην ιταλική επικράτεια και βελτιώθηκαν οι υποδομές των μέσων μαζικής μεταφοράς για την καλύτερη πρόσβαση σε αυτά τα γήπεδα. Εκείνη την περίοδο η «Pirelli» έχτισε ιδιόκτητο γήπεδο για τη Μίλαν, τα εγκαίνια του οποίου «χάλασε» η Ίντερ, εκείνη την εποχή ο ιδρυτής της Νάπολι, Τζιόρτζιο Ασκαρέλι, έχτισε το γήπεδο των «παρτενοπέι» και πέθανε τρεις εβδομάδες αργότερα.

Επιπροσθέτως, το 1926 δημιουργήθηκε η Χάρτα του Βιαρέτζιο, η οποία ρύθμιζε ένα εθνικό πρωτάθλημα δύο ομίλων που θα περιελάμβανε για πρώτη φορά ομάδες του ισχυρού Βορρά, αλλά και ομάδες του Νότου: από τη Νάπολη και από τη Ρώμη. Το 1929, ο φίλος του Μουσολίνι, πρόεδρος της ιταλικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας (FIGC) και επικεφαλής των Δεσμών (Fasci) της Μπολόνια, Λεάντρο Αρπινάτι, ίδρυσε τη Serie A, το πρώτο ενοποιημένο πανεθνικό πρωτάθλημα στη χώρα, με έναν όμιλο. Σκοπός του καθεστώτος ήταν ξεπεταχθούν Ιταλοί ποδοσφαιριστές αντάξιοι των ξένων παικτών που κοσμούσαν τα υπόλοιπα πρωταθλήματα, τα οποία είχαν ήδη ενιαία μορφή.

Ο Μουσολίνι έμοιαζε ο πρώτος της εποχής των δικτατόρων στην Ευρώπη που αντιλήφθηκε την ισχύ του ποδοσφαίρου. Επένδυσε πάνω της και έδρεψε καρπούς τη δεκαετία του ’30, όταν πλέον έγινε το νούμερο 1 άθλημα στη χώρα, ξεπερνώντας την ποδηλασία.

 

Προπαγάνδα ακόμα και με μουντιαλικά τσιγάρα

Η επιθυμία του Μουσολίνι να δείξει σε όλη την Ευρώπη ότι η Ιταλία και το καθεστώς του ήταν το μέλλον, συνδυαζόταν άρρηκτα με τη διοργάνωση του νεοσύστατου ποδοσφαιρικού τουρνουά της FIFA, του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Το 1930, αν και υποψήφια, η Ιταλία δεν κέρδισε το χρίσμα, που κατέληξε στην Ουρουγουάη.

Ο γραμματέας της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας, όμως, Τζιοβάνι Μάουρο, φρόντισε να αρχίσει τις επαφές στον ελβετικό οργανισμό για την επόμενη διοργάνωση, παρέχοντας τη διαβεβαίωση ότι η ιταλική κυβέρνηση θα κάλυπτε οποιαδήποτε ζημία προέκυπτε για τη FIFA από ένα ενδεχόμενο Μουντιάλ στη μεσογειακή χώρα.

Το 1932, μετά από οκτώ συνεδριάσεις της FIFA, με την υπόσχεση να δαπανήσει 1.500.000 λιρέτες, η Ιταλία πήρε το χρίσμα αντί της Σουηδίας, που ήταν η μοναδική σοβαρή ανταγωνίστρια για την ανάληψη του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1934.

Οι προεργασίες για τη διοργάνωση του Μουντιάλ είχαν μία κοινή συνισταμένη: την προπαγάνδα υπέρ του φασισμού. Γι’ αυτόν τον λόγο, ο γραμματέας του Εθνικού Φασιστικού Κόμματος, Ακίλε Σταράτσε, αποτέλεσε τον «εγκέφαλο» της διοργάνωσης. Ο επικεφαλής των μελανοχιτώνων στην Πορεία προς τη Ρώμη ήταν ο υπεύθυνος για κάθε επικοινωνιακό όφελος της διοργάνωσης προς το καθεστώς. Και αυτά ήταν πολλά…

Καθημερινά οι Ιταλοί «βομβαρδίζονταν» από φασιστικές εικόνες και σκίτσα της διοργάνωσης, αφού πάνω από 300.000 αφίσες (πχ. με τον Ηρακλή στον δρόμο να παίζει μπάλα και να χαιρετάει φασιστικά) και γραμματόσημα έφεραν πάνω τους εικόνες του Μουντιάλ. Δημιουργήθηκε ακόμα και ειδική μάρκα τσιγάρων βασισμένη στη διοργάνωση, τα τσιγάρα «Campionato del Mondo».

Σε αντίθεση με τον… συγκεντρωτισμό του Μοντεβίδεο το 1930, το τουρνουά στην Ιταλία θα απλωνόταν σε οκτώ πόλεις, Μιλάνο, Τορίνο, Γένοβα, Μπολόνια, Τεργέστη, Φλωρεντία, Ρώμη και Νάπολη, όλες επιλεγμένες προσεκτικά υπό το πρίσμα της προπαγάνδας.

Πρόκριση με «σκιές» εις βάρος της Ελλάδας

Το μεγάλο πρόβλημα ήταν η ίδια η παρουσία της εθνικής Ιταλίας στο τουρνουά. Για πρώτη και τελευταία φορά σε Παγκόσμιο Κύπελλο, η διοργανώτρια έπρεπε να περάσει από προκριματικό γύρο.

Η κλήρωση έφερε την Ιταλία αντίπαλο της Ελλάδας. Το πρώτο παιχνίδι των δύο χωρών διεξήχθη στο Σαν Σίρο, με διαιτητή τον Ελβετό Ρενέ Μερσέ, ο οποίος στην τελική φάση του Μουντιάλ εμφανίζεται να έχει στενές σχέσεις με τον Μουσολίνι.

Η Ιταλία επικρατεί με 4-0, σε έναν αγώνα με τεράστιο παρασκήνιο και υποψίες ακόμα και για «στήσιμο» της κλήρωσης. Η Εθνική Ελλάδας αρνήθηκε να αγωνιστεί στη ρεβάνς της 25ης Μαρτίου κι έτσι η Ιταλία προκρίθηκε στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Οι χρήσιμοι «οριούντι» της Αργεντινής

Από τη στιγμή που η ιταλική ομάδα προκρίθηκε στη διοργάνωση, στόχος ήταν μόνο ένας: η κατάκτηση του τροπαίου και η επίδειξη της ιταλικής ανωτερότητας. Ως εκ τούτου, η απουσία της παγκόσμιας πρωταθλήτριας Ουρουγουάης, ως αντίποινα στην απουσία αρκετών ευρωπαϊκών εθνικών ομάδων από τη δική της διοργάνωση τέσσερα χρόνια νωρίτερα, ή η απουσία των βρετανικών χωρών, που ακόμα σνόμπαραν τη FIFA, θεωρώντας ως Παγκόσμιο Πρωτάθλημα το δικό τους τουρνουά Βρετανικών Χωρών, αποτέλεσε «δώρο» για τον Μουσολίνι.

Ένα άλλο φαβορί ήταν η Αργεντινή, φιναλίστ του 1930, που τελικά έκανε το ταξίδι, ωστόσο η ιταλική κυβέρνηση φρόντισε να την αποδεκατίσει προτού φτάσει στην Ευρώπη. Λίγους μήνες πριν από την έναρξη του Παγκοσμίου Κυπέλλου, ψηφίστηκε στην Ιταλία ένας νόμος ο οποίος επέτρεψε σε κάθε ποδοσφαιριστή που αγωνιζόταν στην Ιταλία και είχε Ιταλούς προγόνους μέχρι τρεις γενιές πίσω, να πάρει άμεσα την ιταλική υπηκοότητα, ανεξαρτήτως τόπου γεννήσεως, με την προϋπόθεση ότι δεν θα είχε δικαίωμα να αγωνιστεί κόντρα στη γενέτειρά του.

Ως εκ τούτου, μεθοδεύτηκαν οι… «ιταλοποιήσεις» του Βραζιλιάνου Γκουαρίσι (δεν έπαιξε σημαντικό ρόλο στο τουρνουά) και των Αργεντινών Ραϊμούντο Όρσι, Ενρίκο Γκουάιτα (έπαιζε στην «αλμπισελέστε» μέχρι το 1933), Λούις Μόντι, Ατίλιο Ντεμαρία (οι δύο τελευταίοι ήταν στο μουντιαλικό ρόστερ της Αργεντινής τέσσερα χρόνια νωρίτερα).

Για τον Μόντι, συγκεκριμένα, απεσταλμένοι του καθεστώτος είχαν ταξιδέψει στην Αργεντινή για να του προσφέρουν ένα συμβόλαιο για λογαριασμό της Γιουβέντους που δεν θα μπορούσε να αρνηθεί: 4.000 σημερινά ευρώ το μήνα, ένα σπίτι κι ένα αυτοκίνητο. Ο Μόντι δέχθηκε κι ένα χρόνο αργότερα πολιτογραφήθηκε Ιταλός. Χαρακτηριστική ήταν η ατάκα που ακουγόταν συχνά πυκνά στις προπονήσεις της εθνικής Ιταλίας κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας, όταν προέκυπταν απρόσμενες επισκέψεις: «Μιλήστε ιταλικά, ήρθε ο Ντούτσε».

Υπέρμαχος αυτής της εξέλιξης ήταν και ο προπονητής αυτής της ομάδας, ο Βιτόριο Πότσο, στρατιώτης στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και σπουδαίος εκφραστής των επιθυμιών του καθεστώτος προς την εθνική ομάδα. Αν και οι πολιτικές πεποιθήσεις του δεν ήταν γνωστές, ο Πότσο δημιούργησε το στρατιωτικό κλίμα που ήθελε ο Μουσολίνι για την εθνική Ιταλίας, με παραγγέλματα, πειθαρχία, τρέξιμο στο δάσος, και ανάλογες ομιλίες προς τους παίκτες. «Το ποδόσφαιρο είναι πόλεμος και βρισκόμαστε στα χαρακώματα», συνήθιζε να λέει.

«Αν μπορούν να πεθάνουν για την Ιταλία, μπορούν να παίξουν για την Ιταλία», ήταν το σχόλιό του για τους «οριούντι», τους «ιταλοποιημένους» ποδοσφαιριστές, αναφερόμενος στους νόμου της στρατιωτικής κατάταξης που ίσχυαν τότε κι επέτρεπαν σε περιπτώσεις όπως του Μόντι και του Όρσι να πολεμήσουν κανονικά για την Ιταλία.

Οι σχέσεις των δύο χωρών, πάντως, ήταν άριστες, όπως φαίνεται από την άφιξη της Αργεντινής στην Ιταλία, η οποία συνοδεύτηκε από το εξής τηλεγράφημα προς τον Μουσολίνι: «Αγγίζοντας το ιταλικό έδαφος, οι παίκτες της Αργεντινής χαιρετίζουν με μεγάλο σεβασμό τον επικεφαλής της κυβέρνησης και εύχονται κάθε καλύτερο στην ιταλική αναγέννηση».

«Τα χρήματα, οι γυναίκες, τα σπίτια, τα αυτοκίνητα, τα σκάφη αναψυχής, ο προνομιούχος λαός που ήμασταν στην Ιταλία», όπως έλεγε ο Μόντι, κράτησαν λίγο, αφού μετά την επίτευξη του στόχου, ο Μουσολίνι έπαψε να είναι ο «πατέρας» τους κι έγινε και για τους πολιτογραφημένος Ιταλούς (αλλά πάντα μετανάστες) ο δικτάτοράς τους. Ο Μόντι, μάλιστα, που αγωνιζόταν στη Ρόμα αντί της αγαπημένης του Ντούτσε Λάτσιο, οδηγήθηκε στην εξορία μαζί με τους Όρσι, Γκουάιτα και Ντεμαρία. Η τετράδα αυτομόλησε στη Γαλλία και διασώθηκε.

Παρών ο Μουσολίνι, μονόδρομος η νίκη

Τριάντα δύο χώρες έκαναν αίτηση συμμετοχής στο Παγκόσμιο Κύπελλο, με συνέπεια μετά από έναν προκριματικό γύρο, να προκύψουν οι 16 που συμμετείχαν στην τελική φάση. Σε αντίθεση με το Μουντιάλ του 1930, δεν υπήρχε φάση ομίλων και κάθε ηττημένη αποχωρούσε από τη διοργάνωση.

Το τουρνουά εξελίχθηκε σε ευρωπαϊκή υπόθεση μετά από τον 1ο γύρο, αφού η Αργεντινή, που δεν είχε στη διάθεσή της κανέναν παίκτη από την ενδεκάδα που αγωνίστηκε στον τελικό του Μουντιάλ τέσσερα χρόνια νωρίτερα, η Βραζιλία, η Αίγυπτος (πρώτη χώρα από την Αφρική που συμμετείχε σε Παγκόσμιο Κύπελλο) και οι ΗΠΑ αποκλείστηκαν άμεσα.

Οι Αμερικανοί αποτέλεσαν εύκολη λεία της Ιταλίας στον 1ο γύρο, με τη «σκουάντρα ατζούρα» να επικρατεί με 7-1, ικανοποιώντας τον Μουσολίνι που βρισκόταν στις κερκίδες του «Σταδίου Εθνικού Φασιστικού Κόμματος» στη Ρώμη, το οποίο επελέγη για την πρεμιέρα. Οι οκτώ αγώνες της πρεμιέρας του Παγκοσμίου Κυπέλλου άρχισαν την ίδια ώρα, σε μία ακόμα απόπειρα επίδειξης ικανότητας της ιταλικής κυβέρνησης. Η προπαγάνδα για την αρτιότητα της Ιταλίας ήταν τέτοια που υπήρχαν μηνύματα σε τσιγάρα, λαχεία, δελτία ειδήσεων κ.ά. σε τέσσερις γλώσσες.

Πριν από την έναρξη κάθε αγώνα της εθνικής Ιταλίας, ξεχώριζε η επιβλητική φιγούρα του Μουσολίνι. Οι παίκτες της «σκουάντρα ατζούρα» και οι διαιτητές του εκάστοτε αγώνα φώναζαν «Ιταλία, Ντούτσε» και χαιρετούσαν φασιστικά πριν από το ματς, κατά τη διάρκεια του οποίου έκαναν (και οι δύο πλευρές) ό,τι χρειαζόταν για τη νίκη. Άλλη επιλογή δεν υπήρχε κι αυτό το καθιστούσαν σαφές τα μέλη του κόμματος του Μουσολίνι, που βρίσκονταν διάσπαρτα στις εξέδρες, φορώντας χαρακτηριστικά μαύρα κοστούμια.

«Δεν μπορώ να το κάνω εγώ, αλλά η Ιταλία πρέπει να κερδίσει αυτό το Μουντιάλ. Είναι διαταγή», ήταν τα λόγια του προέδρου της ιταλικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας, Τζιόρτζιο Βακάρο, κατά τη διάρκεια της διάσκεψης της FIFA, όπου αποφασίστηκε η διεξαγωγή του Μουντιάλ στην Ιταλία.

Ψεύτικες μεταδόσεις λόγω άδειων καθισμάτων

Η προσέλευση του κόσμου, όμως, δεν ήταν η προσδοκώμενη. Η τέλεση αγώνων σε οκτώ διαφορετικές πόλεις για μία σχετικά άγνωστη διοργάνωση σε μία εποχή αφόρητης ζέστης στην Ιταλία, δεν απέφερε αθρόα πλήθη στις κερκίδες των ομολογουμένως εντυπωσιακών σταδίων που φιλοξένησαν τους αγώνες. Μία εικόνα με άδειες εξέδρες θα ήταν καταστροφική για τους σκοπούς της ιταλικής κυβέρνησης κι έτσι από τα προημιτελικά, η λύση δόθηκε μέσω ραδιοφώνου.

Με τα τηλεοπτικά μέσα ακόμα να είναι σχεδόν άγνωστα, πλην του γραπτού Τύπου, το ραδιόφωνο ήταν ο μοναδικός άμεσος τρόπος μετάδοσης των τεκταινομένων σε έναν αγώνα. Σε αντίθεση με χώρες όπως η Γερμανία και η Ολλανδία που είχαν διαθέσει ακόμα και ραδιοφωνικά δικαιώματα της διοργάνωσης έναντι οικονομικού ανταλλάγματος, στην Ιταλία οι ραδιοφωνικές συσκευές απαντώνταν κυρίως σε χώρους συνάθροισης, όπως τα καφενεία, και όχι στα νοικοκυριά.

Παρ’ όλα αυτά, το ραδιόφωνο αποτέλεσε το βασικό μέσο προβολής του Παγκοσμίου Κυπέλλου και από τη στιγμή που στην Ιταλία ήταν σχεδόν αποκλειστικά υπό την επιρροή του καθεστώτος, οι εικόνες που έπλαθαν όσοι περιέγραφαν τα παιχνίδια, αρκετές φορές αποτελούσαν προϊόν μυθοπλασίας. «Οι κερκίδες του γηπέδου είναι κατάμεστες από εργάτες που ήρθαν να δουν τους ήρωες να αγωνίζονται για τον λαό και το κόμμα», ήταν η μόνιμη επωδός της ραδιοφωνικής μετάδοσης σε κάθε παιχνίδι της εθνικής Ιταλίας, ακόμα κι αν υπήρχαν χιλιάδες άδεια καθίσματα στον αγώνα.

Ακόμα κι ο ίδιος ο Μουσολίνι, θέλοντας να τονώσει την κίνηση στα εισιτήρια και να ενισχύσει την προπαγάνδα του, δείχνοντας ότι είναι «ένα» με τον λαό, στήθηκε σε ουρά περιμένοντας να αγοράσει το εισιτήριό του πριν από έναν αγώνα, προτού φυσικά πάει να καθίσει στα VIP, δίπλα σε μέλη της κυβέρνησης και ξένους αξιωματούχους.

Νικήτρια με διαιτησία στο… ξύλο με Ισπανούς

Στην προημιτελική φάση, η Ιταλία κλήθηκε να αντιμετωπίσει στη Φλωρεντία ακόμα μία ποδοσφαιρική δύναμη της εποχής, την Ισπανία. Ο αγώνας έμεινε στην ιστορία ως ένας από τους πιο σκληρούς και αντιαθλητικούς των Παγκοσμίων Κυπέλλων. Ο τερματοφύλακας των Ισπανών, Ρικάρντο Θαμόρα, έσπασε δύο πλευρά στην αρχή της φάσης που δέχθηκε το γκολ, με τον Άντζελο Σκιάβιο να κάνει χέρι πριν ισοφαρίσει σε 1-1 στο 44′ ο Τζιοβάνι Φεράρι.

Οι Ιταλοί είχαν κι αυτοί «θύματα» από τον «πόλεμο», πάντως, αφού ο Μάριο Πιτσιόλο έσπασε το πόδι του και δεν αγωνίστηκε ξανά στην εθνική ομάδα. Ο Βέλγος διαιτητής Λουί Μπαρτ «άφησε πολλά φάουλ χωρίς τιμωρία» και «συμπεριφέρθηκε σαν να γνώριζε πολύ καλά πού διεξαγόταν το παιχνίδι», σύμφωνα με τον κορυφαίο Ιταλό αθλητικό δημοσιογράφο και για χρόνια επικεφαλής της «Gazzetta dello Sport», Τζιάνι Μπρέρα.

Ο επαναληπτικός (προβλεπόταν παράταση και επαναληπτικός σε περίπτωση ισοπαλίας) διεξήχθη μία ημέρα αργότερα, την 1η Ιουνίου, με τους Ισπανούς να αγωνίζονται δίχως τον αρχηγό τους, Θαμόρα, και με ακόμα έξι αλλαγές. Τον αγώνα διηύθυνε ο Μερσέ, ο οποίος ακύρωσε δύο γκολ της «φούρια ρόχα» και τιμωρήθηκε μετά από το Μουντιάλ από την ομοσπονδία της χώρας του. Το πρώτο γκολ ακυρώθηκε για αμφιλεγόμενο οφσάιντ και στο δεύτερο γύρισε πίσω τη φάση για να καταλογίσει φάουλ υπέρ της Ισπανίας. Στο νικητήριο γκολ, δε, ο Σκιάβιο αρχίζει από θέση οφσάιντ, ο Ντεμαρία παρεμποδίζει τον Ισπανό τερματοφύλακα και ο Τζιουζέπε Μεάτσα χρίζεται σκόρερ δίχως δυσκολία.

Υπέταξε τη Wunderteam με διαιτησία

Στην ημιτελική φάση, η Ιταλία κλήθηκε να αντιμετωπίσει την ομάδα – θαύμα της εποχής, την αυστριακή «Wunderteam». Με ηγέτη τον Ματίας Ζίντελαρ, μηχανή του γκολ τον Γιόζεφ Μπίτσαν και «μαέστρο» στον πάγκο τον Ούγκο Μάισλ, η Αυστρία κοίταξε στα μάτια τους Ιταλούς, αλλά και αυτή λύγισε εξαιτίας του κλίματος.

Σε ένα γήπεδο γεμάτο λάσπη, που εμπόδιζε την τεχνική ομάδα της Αυστρίας να λειτουργήσει, χρειάστηκε ένα γκολ του Γκουάιτα από θέση οφσάιντ στο 19′ (η φάση του οποίου άρχισε από εξόφθαλμο φάουλ στον τερματοφύλακα της Αυστρίας) ώστε η Ιταλία να ανοίξει το σκορ. Ο διαιτητής του αγώνα, ο Σουηδός Ίβαν Έκλιντ, φέρεται να είχε δειπνήσει με τον Μουσολίνι μία ημέρα πριν τον ημιτελικό. Εκ των βοηθών του σε αυτό το ματς ο Μπαρτ, που ήταν διαιτητής στο πρώτο ματς των Ιταλών κόντρα στην Ισπανία.

Ο Μπίτσαν υποστήριζε μέχρι τον θάνατό του το 2001 ότι ο Έκλιντ είχε δωροδοκηθεί και βάσιζε τον ισχυρισμό του μεταξύ άλλων σε μία φάση στον αγώνα, όπου η μπάλα άλλαξε κατοχή κι έφτασε στα πόδια Ιταλού παίκτη από σέντρα του Μπίτσαν από δεξιά, μετά από κεφαλιά που πήρε ο… διαιτητής.

Στον άλλον ημιτελικό, γνωρίζοντας ότι στον τελικό δεν μπορούσε να σφυρίξει Ιταλός, ο έμπειρος διαιτητής Ρινάλντο Μπαρλάσινα φρόντισε να κάνει το… χρέος του όπως μπορούσε. Ορίστηκε στον αγώνα της Γερμανίας με την Τσεχοσλοβακία και φέρεται να έδωσε πολλά στην τελευταία, η οποία είχε την πιο αδύναμη ομάδα των ημιτελικών. Το χατ τρικ του Όλτριχ Νεγέντλι και τα σφυρίγματα του Μπαρλάσινα έδωσαν τη νίκη 3-1 στους Τσεχοσλοβάκους κι έκανε ακόμα πιο εύκολο το έργο της Ιταλίας στον τελικό.

Φασισμός εναντίον Κομμουνισμού

Η Ιταλία ετοιμαζόταν να καθίσει στον «θρόνο» του ποδοσφαίρου και πριν το κάνει αυτό, ο Μουσολίνι φρόντισε να… υιοθετήσει ακόμα και το ίδιο το άθλημα. Πριν από τον αγώνα, έδωσε εντολή να μεταδοθεί στο ραδιόφωνο ένα ντοκιμαντέρ στο οποίο φανερώνονταν οι «πραγματικές» ρίζες του ποδοσφαίρου. Σύμφωνα με τη θεωρία του, το «σύγχρονο ποδόσφαιρο» αποτελεί συνέχεια του Calcio Fiorentino. Πρόκειται για μία βίαιη εκδοχή του που παίζεται κυρίως στην πλατεία Σάντα Κρότσε της Φλωρεντίας από τον 16ο αιώνα, με δύο ομάδες που αποτελούνται από άντρες εξοπλισμένους με ρόπαλα, ξύλα, πέτρες κλπ., οι οποίοι κατά τη διάρκεια του αγώνα παλεύουν άγρια για να φτάσουν στο γκολ.

Το πρωί του τελικού, όμως, επεφύλασσε μία απρόσμενη εξέλιξη που εξόργισε τον Ντούτσε. Η κυβέρνηση της Τσεχοσλοβακίας ανακοίνωσε τον συνασπισμό της με τη Σοβιετική Ένωση, σε ένα κομμουνιστικό σύμφωνο που ερχόταν σε αντίθεση με όλα όσα πρέσβευε ο Μουσολίνι. Ο τελικός πήρε την απόλυτη πολιτική χροιά, αφού έφερνε αντιμέτωπα τα δύο άκρα: από τη μία ο φασισμός από την άλλη ο κομμουνισμός.

Ο τελικός διεξήχθη στο μετονομασμένο για τις ανάγκες της διοργάνωσης «Στάδιο του Εθνικού Φασιστικού Κόμματος» στη Ρώμη, υπό το βλέμμα περίπου 50.000 θεατών, στη συντριπτική πλειονότητα Ιταλών. Διαιτητής, ξανά ο Σουηδός Έκλιντ, ο οποίος φέρεται να πέρασε τις ώρες του πριν από τη σέντρα σε δεξίωση στα VIP μαζί με τον Μουσολίνι.

Παρόντες στις κερκίδες και αξιωματούχοι της ναζιστικής Γερμανίας, αφού στον μικρό τελικό που είχε διεξαχθεί μία ημέρα νωρίτερα, είχε επικρατήσει της Αυστρίας και η ομάδα θα παραλάμβανε το μετάλλιό της σε ειδική τελετή τύπου Ολυμπιακών Αγώνων, μετά από τον μεγάλο τελικό.

«Ο Θεός να σε βοηθήσει σε περίπτωση αποτυχίας»

Μία μέρα πριν από τον τελικό, ο Μουσολίνι είχε επισκεφτεί την ιταλική ομάδα στέλνοντας το μήνυμα: «Καλή τύχη για τη νίκη αύριο παιδιά, αλλιώς θα συντριβείτε». Το παιχνίδι κυλούσε, αλλά το πολυπόθητο ιταλικό γκολ δεν ερχόταν. Στο ημίχρονο, ο Μουσολίνι «ξαναχτύπησε», αυτή τη φορά μιλώντας ιδιαιτέρως στον Πότσο: «Ο Θεός να σε βοηθήσει σε περίπτωση αποτυχίας». Ο Ιταλός τεχνικός, παρότι είχε «χτίσει» ήδη εξαιρετικό όνομα στο χώρο κι ήταν ένας από τους κορυφαίους προπονητές της εποχής του, χρειάστηκε να προσευχηθεί στο 76ο λεπτό.

Ο Αντονίν Πουτς αψήφησε την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και άνοιξε το σκορ (λίγο αργότερα ο Φράντισεκ Σβόμποντα είχε δοκάρι κι ακόμα μία χαμένη ευκαιρία), αναγκάζοντας τους Ιταλούς συναδέλφους του να παίξουν πλέον για τη… ζωή τους. Μαζί και ο διαιτητής, ο οποίος επέτρεψε το φάουλ στον εξαιρετικό τερματοφύλακα της Τσεχοσλοβακίας, Φράντισεκ Πλάνιτσκα, στο γκολ της ισοφάρισης από τον Όρσι στο 81′.

Στην παράταση, ο Πότσο άλλαξε θέσεις τους Γκουάιτα και Σκιάβιο και μετά από συνδυασμό τους στο 5ο λεπτό (είχε προηγηθεί κοντρόλ με το χέρι και σέντρα του ξεχασμένου στο ματς λόγω τραυματισμού Μεάτσα), ο τελευταίος σημείωσε το νικητήριο γκολ. Ο Τζιανπιέρο Κόμπι έγινε ο πρώτος τερματοφύλακας που κατακτούσε το Παγκόσμιο Κύπελλο ως αρχηγός και η Ιταλία είχε πετύχει τον στόχο της σε κάθε επίπεδο.

Σήκωσαν και δεύτερο τρόπαιο

Στην τελετή απονομής παιάνιζε ο φασιστικός ύμνος «Giovinezza» κι οι ποδοσφαιριστές της Ιταλίας δεν σήκωσαν μόνο το τρόπαιο του Παγκοσμίου Κυπέλλου, αλλά και το τρόπαιο «Coppa del Duce». Επρόκειτο για ένα τρόπαιο για το οποίο είχε δώσει εντολή να κατασκευαστεί ο ίδιος ο Μουσολίνι και ήταν έξι φορές μεγαλύτερο από εκείνο του Μουντιάλ, σαφές μήνυμα της ανωτερότητας της Ιταλίας έναντι του… πλανήτη.

Την επόμενη μέρα, η εφημερίδα του Μουσολίνι «Il Popolo d’ Italia» επέλεξε ως τίτλο: «Στο όνομα και υπό την παρουσία του Ντούτσε, οι ατζούρι κατέκτησαν έναν νέο παγκόσμιο τίτλο».

Τέσσερις ημέρες αργότερα, έλαβε χώρα στη Βενετία η πρώτη συνάντηση μεταξύ Χίτλερ και Μουσολίνι, δίνοντας το έναυσμα ουσιαστικά στον σχηματισμό του Άξονα που θα διέλυε την Ευρώπη λίγα χρόνια αργότερα.

Πήρε και χρυσό στους Ολυμπιακούς Αγώνες

Η αίσθηση ότι η Ιταλία στέφθηκε πρωταθλήτρια κόσμου επειδή διοργάνωσε το Παγκόσμιο Κύπελλο κι επειδή είχε την εύνοια της διαιτησίας υπήρχε από τότε. Το πλάνο του φασιστικού καθεστώτος ήθελε μία ακαταμάχητη ιταλική ομάδα και για να επιβεβαιώσει την ανωτερότητά της, χρειαζόταν αποτελέσματα κι εκτός συνόρων.

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του Βερολίνου αποτέλεσαν ακόμα μία αμφιλεγόμενη επιτυχία, αν και την ευθύνη για τις κωμικοτραγικές καταστάσεις στο τουρνουά ανέλαβε η ναζιστική Γερμανία, με το Περού να αποχωρεί από τα προημιτελικά παρά τη νίκη επί της Αυστρίας.

Η «σκουάντρα ατζούρα» κατέκτησε ακόμα μία πρωτιά και πλέον έμενε να διατηρήσει τα σκήπτρα στο Μουντιάλ, ώστε να αναγνωριστεί και από τους πιο δύσπιστους ως η νέα υπερδύναμη του αθλήματος.

Αναταραχή στο καταφύγιο πολιτικών προσφύγων

Η Νότια Αμερική είχε σειρά για να πάρει τη διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου, ωστόσο η FIFA αποφάσισε να αναλάβει αυτήν την τιμή η γενέτειρα του προέδρου της, Ριμέ, η Γαλλία. Το αποτέλεσμα ήταν αποχή από την Ουρουγουάη για δεύτερο σερί τουρνουά, καθώς και από την Αργεντινή αυτήν τη φορά.

Η Αγγλία για ακόμα μία διοργάνωση αρνήθηκε να συμμετάσχει, ειδικά μετά από τη νίκη της επί της πρωταθλήτριας κόσμου Ιταλίας σε φιλικό το 1934, στο οποίο έκρινε ότι δεν υπήρχε λόγος να δώσει σημασία σε αυτό το τουρνουά.

Σε αντίθεση με τους Άγγλους, οι Γάλλοι φρόντισαν να στρέψουν τα φώτα της δημοσιότητας πάνω στη διοργάνωση, η οποία συγκέντρωνε τεράστιο πολιτικό ενδιαφέρον. Η χώρα αποτέλεσε καταφύγιο πολιτικών προσφύγων σε όλη τη διάρκεια των διωγμών πολιτών από τις πατρίδες τους, εξαιτίας των ολοένα αυξανόμενων δικτατορικών καθεστώτων.

Στην Ισπανία ήδη μαινόταν εμφύλιος πόλεμος (με συνέπεια η χώρα να μην συμμετάσχει στο Μουντιάλ), ενώ τα γαλλικά εδάφη βρίσκονταν σε πολιτική αναταραχή τον τελευταίο χρόνο, μετά από την εκτέλεση δύο γνωστών Ιταλών αντιφασιστών, του Κάρλο Ροσέλι και του αδερφού του, Νέλο. Δύο ημέρες αργότερα, ο Γάλλος πρωθυπουργός Λεόν Μπλουμ παραιτήθηκε και ανέλαβε αριστερός συνασπισμός.

Επιπροσθέτως, ο Μουσολίνι στήριξε τον στρατηγό Φράνκο στον ισπανικό «εμφύλιο» με δηλώσεις του έναν μήνα πριν από το Μουντιάλ, ενώ ανακοίνωσε πολιτική συμφωνία με την Αγγλία, σφίγγοντας τον «κλοιό» για τους Γάλλους.

Οι σχέσεις Γαλλίας και Ιταλίας ήταν κάκιστες πλέον σε κάθε επίπεδο, παρότι επρόκειτο για τη διοργανώτρια και την κάτοχο του Μουντιάλ, που για πρώτη φορά στην ιστορία προκρίνονταν αυτόματα στην τελική φάση της διοργάνωσης.

Αποδοκιμασίες και από… Ιταλούς

Η εχθρότητα διαφάνηκε από το πρώτο παιχνίδι της Ιταλίας στη διοργάνωση, στη Μασσαλία με αντίπαλο τη Νορβηγία. Χρόνια αργότερα, ένας από τους κορυφαίους παίκτες εκείνου του ρόστερ, ο Ούγκο Λοκατέλι, υποστήριξε ότι περίπου 3.000 Γάλλοι και Ιταλοί διαδηλωτές περιορίστηκαν από έφιππη αστυνομία με γκλοπ, όταν αφίχθη η αποστολή της Ιταλίας στη γαλλική πόλη.

Ο ιταλικός Τύπος, από την πλευρά του, δημοσίευσε ρεπορτάζ στα οποία υποστήριζε ότι η υποδοχή στον σιδηροδρομικό σταθμό έγινε από έναν μεγάλο αριθμό φιλάθλων που ζητοκραύγαζαν και απαρτιζόταν από ντόπιους και Ιταλούς. Ένας άλλος παίκτης της Ιταλίας, ο Πιέρο Ράβα, δεν θυμόταν διαμαρτυρίες, σε συνέντευξη που παραχώρησε το 2001.

Στο εναρκτήριο παιχνίδι της Ιταλίας, που διεξήχθη στο «Βελοντρόμ», σε σύνολο 19.000 φιλάθλων, υπάρχουν δημοσιεύματα που θέλουν περίπου 10.000 εξ αυτών να είναι Ιταλοί εξόριστοι και να αποδοκιμάζουν έντονα την εθνική ομάδα της πατρίδας τους. Ο Εμίλιο ντε Μαρτίνο της «Corriere della Sera» ισχυρίστηκε ότι το κοινό είχε σκανδιναβική προτίμηση λόγω του αποκλεισμού της Γερμανίας μία ημέρα νωρίτερα. Ο ίδιος ο Πότσο, θυμάται στο βιβλίο του για εκείνα τα δύο Μουντιάλ: «Ένα background πολιτικο-πολεμικό. Αδίκως. Επειδή οι παίκτες μας ποτέ δεν ονειρεύτηκαν να το κάνουν πολιτικό. Αντιπροσώπευσαν τη χώρα τους και φυσικά φόρεσαν τα χρώματα και το σύμβολό της».

Φασιστικός χαιρετισμός μέχρι να σιγήσει ο κόσμος

Ο ομοσπονδιακός τεχνικός της Ιταλίας αναφέρεται στο «Fascio Littorio», ένα σύμβολο με μία δέσμη ξύλων κι ένα τσεκούρι που χρησιμοποιείτο από τα ρωμαϊκά χρόνια ως σύμβολο τάξης και ασφάλειας και το είχε οικειοποιηθεί το ιταλικό καθεστώς. Πριν από τους αγώνες της Ιταλίας εξακολουθούσε να ακούγεται ο φασιστικός ύμνος «Giovinezza» καθώς η ομάδα έμπαινε στο γήπεδο, ο Μουσολίνι βρισκόταν πάντοτε στη θέση του στην κερκίδα σε αγώνες της Ιταλίας και τέλος, δεν έλειψε ποτέ ο φασιστικός χαιρετισμός πριν από τους αγώνες.

Μία συμπεριφορά άκρως πολιτική, που προκάλεσε οργή στην κερκίδα. Όταν, δε, οι παίκτες του Πότσο χαιρέτησαν φασιστικά πριν από τον αγώνα με τους Νορβηγούς, ξεσηκώθηκε θύελλα αντιδράσεων.

«Η κρίσιμη στιγμή ήταν όταν οι παίκτες μας σήκωσαν τα χέρια τους για να κάνουν τον φασιστικό χαιρετισμό. Μπήκα στο γήπεδο με τους παίκτες μας, παρατάχθηκαν σε στρατιωτικό στιλ κι εγώ στάθηκα στα δεξιά. Στον χαιρετισμό προφανώς αντιμετωπίσαμε αποδοκιμασίες και εκκωφαντικό καταιγισμό σφυριγμάτων, προσβολών και χαρακτηρισμών. Έμοιαζε σαν να είμαστε στην Ιταλία, τόσο πολύ οι εκφράσεις έμοιαζαν με τους δικούς μας ιδιωματισμούς και διάλεκτο», θυμάται ο Πότσο στο βιβλίο του.

«Πόσο καιρό διήρκεσε αυτός ο σαματάς, δεν μπορώ να πω. Ήμουν στιβαρός, με το ένα χέρι τεντωμένο οριζόντια, δεν μπορούσα να τσεκάρω τον χρόνο. Ο Γερμανός διαιτητής και οι Νορβηγοί παίκτες μας κοίταζαν ανήσυχοι. Κάποια στιγμή, όλο αυτό άρχισε να ‘σβήνει’ και μετά σταμάτησε. Μόλις είχαμε κατεβάσει τα χέρια μας κάτω και η βίαιη επίδειξη άρχισε ξανά. Αμέσως: ‘Ομάδα έτοιμη. Χαιρετίστε’. Και σηκώσαμε τα χέρια μας ξανά, για να επιβεβαιώσουμε ότι δεν είχαμε φόβο. Έχοντας κερδίσει τη μάχη του εκφοβισμού, αγωνιστήκαμε».

Οι στρατηγοί έφτιαχναν την ενδεκάδα

Το παιχνίδι αποδείχθηκε πιο δύσκολο, αφού χρειάστηκε ένα γκολ του Σίλβιο Πιόλα στην παράταση για να δώσει την πρόκριση στους Ιταλούς. Στις καθυστερήσεις της κανονικής διάρκειας, μάλιστα, οι Σκανδιναβοί σκόραραν με τον Άρνε Μπρούσταντ, αλλά ο διαιτητής ακύρωσε το γκολ και το ματς οδηγήθηκε στον επιπλέον χρόνο.

Το αγωνιστικό τρέκλισμα της Ιταλίας προκάλεσε ανακατατάξεις. Ο στρατηγός Βακάρο ήταν απογοητευμένος από τον 32χρονο Εράλντο Μοντζέλιο στην άμυνα και απαίτησε από τον Πότσο τη χρησιμοποίηση του Αλφρέντο Φόνι. Ο Ιταλός προπονητής ανταπάντησε ότι ο Μοντζέλιο ήταν επιλογή του Μουσολίνι, επειδή συχνά έκανε προπονήσεις ποδοσφαίρου και έπαιζε τένις με τον Ντούτσε και τους γιους του. Ο Μοντζέλιο δεν αγωνίστηκε ξανά με την εθνική Ιταλίας και τα αποτελέσματα ήταν εμφανή.

Με το φασιστικό μαύρο κόντρα στη Γαλλία

Μία εβδομάδα αργότερα, στα προημιτελικά, η μοίρα τα έφερε έτσι ώστε Γαλλία και Ιταλία να κληθούν να λύσουν τις διαφορές τους στο Παρίσι. Ο αγώνας στο «Κολόμπ» διεξήχθη μπροστά σε 58.455 θεατές, αριθμός μεγαλύτερος από κάθε άλλο παιχνίδι της διοργάνωσης, συμπεριλαμβανομένου και του τελικού. Οι αποδοκιμασίες πιο έντονες από ποτέ. «Ποτέ ένας παίκτης δεν πρέπει να έχει αισθανθεί έτσι, όπως εμείς εκείνη την μέρα», εκμυστηρεύθηκε πολλά χρόνια αργότερα ο Φόνι.

Το εχθρικό γαλλικό κοινό είχε να αντιμετωπίσει ακόμα μία πρόκληση από την Ιταλία, οπτική αυτήν τη φορά. Επειδή αμφότερες οι χώρες έπαιζαν με μπλε χρώμα στην πρώτη εμφάνιση, πραγματοποιήθηκε κλήρωση για το ποιος θα τη χρησιμοποιήσει. Η Γαλλία κέρδισε και η Ιταλία, αντί να φορέσει τη δεύτερη εμφάνισή της, τη λευκή, παρατάχθηκε στον αγωνιστικό χώρο με μία κατάμαυρη, με ένα μεγάλο Fascio Littorio στο αριστερό μέρος του στήθους.

Η μαύρη εμφάνιση είχε χρησιμοποιηθεί το 1933 στο Παγκόσμιους Αγώνες Νέων, όπου η Ιταλία είχε αναδειχθεί πρωταθλήτρια, αλλά ποτέ από την ποδοσφαιρική ομάδα. Η απόφαση αυτή αποδίδεται συχνά σε απευθείας διαταγή του Μουσολίνι, ώστε το φασιστικό καθεστώς του να εκπροσωπείται στη Γαλλία και από το επίσημο χρώμα του.

Η Βραζιλία έπαιξε χωρίς τον καλύτερο παίκτη της

Σε αγωνιστικό επίπεδο, η Ιταλία ήταν καλύτερη και δίκαια πήρε τη νίκη με 3-1, με τον Πιόλα να σημειώνει ακόμα δύο τέρματα. Στα ημιτελικά, μάλιστα, θα είχε την ευκαιρία να αντιμετωπίσει τον άμεσο ανταγωνιστή του στη μάχη του πρώτου σκόρερ, τον Λεονίντας από τη Βραζιλία.

Τουλάχιστον αυτό πίστευε όλος ο κόσμος, όμως ο ομοσπονδιακός τεχνικός των Βραζιλιάνων, Αντεμάρ Πιμέντα, είχε διαφορετική άποψη. «Για να νικήσουμε την Ιταλία δεν χρειαζόμαστε ούτε τον Λεονίντας ούτε τον Τιμ ούτε τον Μπραντάο. Κερδίζουμε και με τους χειρότερους παίκτες», δήλωσε στη συνέντευξη Τύπου πριν από τον αγώνα, αλλά είδε τελικά την απόφασή του να αγωνιστεί με επτά αναπληρωματικούς να έρχεται μπούμερανγκ και την Ιταλία να επικρατεί 2-1 στο παιχνίδι του «Βελοντρόμ».

Υπάρχει, όμως, και μία διαφορετική μετάφραση της ανεξήγητης απόφασης του ομοσπονδιακού τεχνικού της Βραζιλίας. Η θεωρία συνωμοσίας της εποχής αναφέρει ότι ο Μουσολίνι δωροδόκησε τον Λεονίντας ώστε να προσποιηθεί τον τραυματία (είχε όντως ένα μικρό πρόβλημα από τα δύο σκληρά ματς κόντρα στην Τσεχοσλοβακία στα προημιτελικά).

Το σενάριο αυτό το έφερε στη δημοσιότητα ο παίκτης που προοριζόταν για αντικαταστάτης του στο ματς, ο Νιζίνιο, τον οποίο, όμως, μήνυσε ο Λεονίντας το 1958 και κέρδισε την υπόθεση (ο Νιζινιο ζήτησε συγγνώμη και το θέμα έκλεισε). «Ακόμα κι αν χιόνιζε, ακόμα κι αν είχα ξύλινο πόδι θα έπαιζα σε αυτό το ματς», δήλωνε αργότερα ο Λεονίντας, υποστηρίζοντας ότι δεν έμαθε ποτέ τον λόγο που δεν αγωνίστηκε στον ημιτελικό.

«Απειλές» θανάτου μέσω τηλεγραφήματος

Στον τελικό, η Ιταλία κλήθηκε να αντιμετωπίσει την έκπληξη της διοργάνωσης, Ουγγαρία, η οποία αποδείχθηκε εξίσου θεαματική και πιο αποτελεσματική από τη Βραζιλία στο τουρνουά. Παρ’ όλα αυτά, οι Ιταλοί εμφανίστηκαν αποφασισμένοι να μην επιτρέψουν σε κανέναν να τους αμφισβητήσει, έχοντας διαβάσει στα αποδυτήρια και το τηλεγράφημα του Μουσολίνι.

Σύμφωνα με τον αστικό μύθο, στο τηλεγράφημα υπήρχε η φράση «νίκη ή θάνατος», η οποία αποδιδόταν μεταφορικά και χρησιμοποιείτο συχνά για λόγους εμψύχωσης στη φασιστική Ιταλία. Τέτοιο τηλεγράφημα δεν υπήρχε όμως στο αρχείο της κυβέρνησης και με το πέρασμα των ετών, διαψεύστηκε το περιεχόμενό του. «Όχι, όχι, όχι, δεν είναι αλήθεια. Έστειλε τηλεγράφημα όπου μας ευχόταν καλή τύχη, αλλά όχι, ποτέ ‘νίκη ή θάνατος'», δήλωσε ο Ράβα δεκαετίες αργότερα.

Πρωταθλήτρια κόσμου ξανά η Ιταλία

Μετά από τα πρώτα οκτώ λεπτά του τελικού στο Παρίσι, οι δύο ομάδες ήταν ισόπαλες 1-1. Η Ιταλία ανέβασε στροφές και σημείωσε δύο γκολ με τον Τζίνο Κολαούσι και τον Πιόλα, αποσπώντας το χειροκρότημα του κοινού, σύμφωνα με μαρτυρίες. «Σε αυτά τα 20 λεπτά θεαματικού αγώνα, ξέχασαν τις πολιτικές και εθνικές προκαταλήψεις», δήλωνε ο Ράβα.

Η Ιταλία επικράτησε με 4-2 και ο Ούγγρος τερματοφύλακας, Άνταλ Σάμπο, φέρεται να δήλωσε μετά από τον αγώνα «μπορεί να δέχθηκα τέσσερα τέρματα, αλλά τουλάχιστον έσωσα τις ζωές τους», αναφερόμενος στο υποτιθέμενο μήνυμα στο τηλεγράφημα του Μουσολίνι.

«Η αποθέωση του φασιστικού αθλητισμού βρίσκεται σε αυτήν τη νίκη της φυλής μας. Μία μεγάλη νίκη για το όνομα και το πρεστίζ του Ντούτσε», ανέφεραν τα ιταλικά πρωτοσέλιδα μετά από την κατάκτηση του Μουντιάλ.

Κανείς δεν θα μάθει την πραγματική Ιταλία

Κάθε μέλος της αποστολής ανταμείφθηκε με 8.000 λιρέτες (μισθός τριών μηνών) από τον Μουσολίνι και κέρδισε ένα φασιστικό χρυσό μετάλλιο, το οποίο απονεμήθηκε σε 15λεπτη εκδήλωση στο Palazzo Venezia της Ρώμης. Οι πρωταθλητές κόσμου παρουσίασαν το τρόπαιο που κατέκτησαν στον Μουσολίνι κι εκείνος τους έδωσε τα μετάλλιά τους.

Μετά από το 1934, το 1936 και το 1938, το καθεστώς εποφθαλμιούσε ακόμα μία διάκριση στο Μουντιάλ του 1942, η οποία, όμως, λόγω των εξελίξεων, δεν ήρθε ποτέ. Το 1943, μάλιστα, με την πτώση της κυβέρνησης Μουσολίνι, άρχισε η αποσύνθεση της εθνικής ομάδας. Ο Πότσο περιθωριοποιήθηκε, η ιταλική κοινή γνώμη άρχισε να αισθάνεται ντροπή για τον τρόπο που κατέκτησε τα δύο Παγκόσμια Κύπελλα (αν και ποτέ δεν αποδείχθηκε κάτι μεμπτό) και σταδιακά προσπάθησε να ξεριζώσει κάθε ίχνος φασισμού από το ποδόσφαιρο της χώρας.

Σχεδόν έναν αιώνα μετά, ποτέ δεν θα μάθει κανείς πού θα μπορούσε να φτάσει εκείνη η εξαιρετική ομάδα του Μεάτσα και του alter ego του, Τζιοβάνι Φεράρι, του Λοκατέλι και του Πιόλα, αν δεν υπήρχε η υποβοήθηση από τον Μουσολίνι.

 

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...