Το «Μαρακανάσο” του 1950 «σκότωσε” τη Βραζιλία

Η λέξη τραγωδία χρησιμοποιείται υπερβολικά πολύ στον αθλητικό Τύπο για να περιγράψει μία ήττα ή μία αποτυχία, ωστόσο υπήρχε μία φορά στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο που η λέξη δεν αρκούσε για να περικλείσει την πραγματικότητα.

Μία στιγμή στο βιβλίο του αθλήματος που μία αποτυχία δεν συνιστούσε απλά μία τραγωδία, αλλά ένα εθνικό πένθος. Ένα γκολ που δεν επέφερε την απώλεια ενός τροπαίου, αλλά την απώλεια ζωών. Ένα γήπεδο που δεν αντιλαλούσε μόνο τη στενοχώρια των θεατών, αλλά έγινε τόπος μαρτυρίου για 200.000 καρδιές.

Η εθνική Βραζιλίας έχασε ένα δικό της τίτλο, έναν τίτλο για τον οποίο κυριολεκτικά πανηγύρισε πριν καν τον διεκδικήσει. Οι Μοίρες την τιμώρησαν σκληρά, όμως ίσως αυτή η εξέλιξη να δημιούργησε και τη μετέπειτα αυτοκρατορία της.

Φορμαρισμένη Βραζιλία, απερχόμενη Ουρουγουάη

Η διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1950 ανατέθηκε στη Βραζιλία, ώστε η διοργάνωση να επιστρέψει στη Νότια Αμερική, δύο δεκαετίες μετά από το πρώτο τουρνουά. Από την τελευταία διοργάνωση είχαν περάσει μία ντουζίνα χρόνια λόγω του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και η χώρα του καφέ κρίθηκε κατάλληλη για την επανέναρξη, αφού είχε αγκαλιάσει το ποδόσφαιρο πιο σφιχτά από όλες τις υπόλοιπες χώρες της Ηπείρου.

Τα θέματα του Sport-Retro.gr για το Παγκόσμιο Κύπελλο

Οι Άγγλοι ναυτικοί που έφεραν το ποδόσφαιρο στη Βραζιλία στα τέλη του 18ου αιώνα οδήγησαν στο πρώτο παιχνίδι του 1894 και γρήγορα σε μία κοινωνική «τρέλα”, με ένα άθλημα που δεν χρειαζόταν ιδιαίτερες συνθήκες για να εξαπλωθεί. Αρκούσε κάτι σαν μπάλα και κάτι σαν εστίες.

Μετά από 56 χρόνια, η Βραζιλία είχε κάνει αρκετά μεγάλη πρόοδο από εκείνο το πρώτο παιχνίδι, έχοντας φτάσει στα ημιτελικά του πιο πρόσφατου Μουντιάλ, όπου αποκλείστηκε από τη μετέπειτα κάτοχο Ιταλία, κι έχοντας κατακτήσει τρεις φορές το Copa America. Στην τελευταία εξ αυτών, το 1949, είχε διαλύσει με 10-1 τη Βολιβία, με 9-1 το Εκουαδόρ και με 7-0 την… ανταγωνίστριά της, Παραγουάη, στο τελευταίο παιχνίδι του ομίλου, σε μία επανάληψη, πάντως, ήττας με 1-2. Στην ίδια διοργάνωση, είχε συντρίψει και την Ουρουγουάη με 5-1.

Η «σελέστε”, από την πλευρά της, ταξίδεψε στη Βραζιλία σε μία ιδιόμορφη κατάσταση. Στα πρώτα χρόνια ύπαρξης του ποδοσφαίρου, ήταν η απόλυτη ομάδα, κατακτώντας τις πρώτες παγκόσμιες διοργανώσεις, δηλαδή τα χρυσά μετάλλια σε Ολυμπιακούς Αγώνες το 1924 και το 1928, καθώς και το Παγκόσμιο Κύπελλο 1930 που διοργάνωσε.

Δεν συμμετείχε στα επόμενα δύο Μουντιάλ ως μορφή διαμαρτυρίας, με συνέπεια στη διοργάνωση του 1950 να θεωρεί εαυτόν ακόμη πρωταθλήτρια, αφού δεν είχε χάσει ξανά στη διοργάνωση μετά από τον τελικό του Μοντεβίδεο. Επιπροσθέτως, με επτά κατακτήσεις Copa America από την έναρξή του, το 1916, ήταν η υπερδύναμη της Ηπείρου, αφήνοντας πολύ πίσω τη Βραζιλία.

Εξάλλου, παρά τη συντριβή στο Copa America του 1949, ακολούθησαν τρία φιλικά παιχνίδια το επόμενο έτος μεταξύ των δύο ομάδων, στο οποίο η Ουρουγουάη πήρε το ένα με 4-3 και έχασε στο γκολ (2-3, 0-1) τα άλλα δύο, δείχνοντας μία ισορροπία απέναντι στη «σελεσάο”.

Δυσκολεύτηκαν οι διοργανωτές

Τουναντίον, ο τρόπος με τον οποίο προχώρησαν οι δύο εθνικές ομάδες στη διοργάνωση, μόνο ισορροπημένος δεν ήταν.

Η Βραζιλία τα χρειάστηκε μετά από την ισοφάριση σε 2-2 στο τέλος από την Ελβετία στη φάση των ομίλων, με συνέπεια να παίζει «τελικό” για την πρόκριση με τη Γιουγκοσλαβία στην 3η αγωνιστική. Αν δεν ήταν ο τραυματισμός από ένα αφύλαχτο δοκάρι στο μισοτελειωμένο «Μαρακανά” (οι εργασίες ολοκληρώθηκαν το 1965) που άνοιξε το κεφάλι του αρχηγού των «πλάβι”, Ράικο Μίτιτς, βγαίνοντας στον αγωνιστικό χώρο, ίσως να μην νικούσε με 2-0.

Η Ουρουγουάη, από την πλευρά της, χρειάστηκε να προκριθεί από έναν όμιλο… δύο ομάδων, αφού οι δεκάδες αρνήσεις συμμετοχής και οι αποκλεισμοί χωρών για διάφορους λόγους, την άφησαν στο 4ο γκρουπ μόνο με τη Βολιβία αντίπαλο. Το τελικό 8-0 την έστειλε στο τελικό όμιλο, μέθοδο διοργάνωσης που προτίμησε η FIFA βλέποντας ότι με τα λιγοστά νοκ άουτ παιχνίδια των προηγουμένων τουρνουά, έχανε έσοδα.

Ασταμάτητη Βραζιλία, με ανατροπές η Ουρουγουάη

Στον τελικό όμιλο, οι γηπεδούχοι έδειξαν την ποιότητά τους σε όλο το μεγαλείο της. Πρωταγωνιστής ήταν ο Αντεμίρ, ο οποίος σημείωσε καρέ στο πρώτο παιχνίδι με αντίπαλο τη Σουηδία και για τον οποίον οι φήμες (και η μη τηλεοπτική κάλυψη) τον ήθελαν να σημειώνει το 4ο τέρμα του «κλειδώνοντας” την μπάλα ανάμεσα στα πόδια του και πηδώντας πάνω από τον αντίπαλο τερματοφύλακα μαζί της.

Οι Σκανδιναβοί αποτέλεσαν «σάκο του μποξ” λόγω της αμφιλεγόμενης απόφασης της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας τους να απαγορέψει τη συμμετοχή επαγγελματικών ποδοσφαιριστών στην αποστολή, με συνέπεια αστέρια παγκοσμίου βεληνεκούς όπως ο Γκούναρ Γκρεν, ο Νιλς Λίντχολμ, ο Γκούναρ Νόρνταλ, ο Κουρτ Χάμριν κ.ά., που θα μπορούσαν ακόμα και να οδηγήσουν τη χώρα στην κατάκτηση του τροπαίου, να απουσιάζουν από τη διοργάνωση.

Η Ισπανία, που επίσης είχε προκριθεί στον τελικό όμιλο, είχε μία εξίσου σεβαστή ομάδα, με παίκτες όπως οι γκολτζήδες της εποχής Τέλμο Θάρα και Θέσαρ Ροντρίγκεθ, ο τερματοφύλακας Αντόνιο Ράμαγετς και οι Εστανισλάο Μπασόρα, Βιθέντε Ασένσι και Λουίς Μολόουνι, ωστόσο η ώρα του ισπανικού ποδοσφαίρου να λάμψει ήρθε στο τέλος της δεκαετίας. Η «φούρια ρόχα” έπεσε κι αυτή θύμα των ορέξεων της «σελεσάο”, που προηγήθηκε με έξι τέρματα, μέχρι ο Ιγκόα να μειώσει στο τελικό 6-1 στο 71′.

Η αντίστοιχη πορεία της Ουρουγουάης ήταν πιο δύσκολη. Δίχως παιχνίδια προσαρμογής πλην εκείνο με τη Βολιβία, έδωσε πραγματική μάχη απέναντι σε Ισπανία και Σουηδία, λέγοντας πάντα την τελευταία λέξη. Κόντρα στους Ίβηρες, προηγήθηκε με ένα από τα δικά της αστέρια παγκόσμιας κλάσης, τον Αλσίδες Γκίτζα, ωστόσο δύο γκολ του Μπασόρα σε δύο λεπτά έφεραν τα πάνω κάτω στο 1ο ημίχρονο. Ο εμβληματικός αρχηγός της Ουρουγουάης, όμως, Ομπντούλιο Βαρέλα, ισοφάρισε στο 73′ και το 2-2 την κράτησε στη μάχη του τίτλου.

Την επόμενη αγωνιστική αντιμετώπισε τη Σουηδία, η οποία «διψούσε” να αποδείξει ότι δεν βρισκόταν τυχαία στον τελικό όμιλο, παρά τη συντριβή από τη Βραζιλία. Οι Σουηδοί προηγήθηκαν, ο Γκίτζα ισοφάρισε, αλλά ένα λεπτό αργότερα ο Στιγκ Σούντκβιστ έδωσε ξανά προβάδισμα στους Σκανδιναβούς. Δύο τέρματα στο τελευταίο τέταρτο του Ομάρ Μίγκες έγραψαν τον πρόλογο για τον πιο συναρπαστικό τελικό στην ιστορία της διοργάνωσης.

Είχαν έτοιμα πρωτοσέλιδα και ομιλίες νίκης

Η κλήρωση τα έφερε έτσι ώστε το σύστημα της FIFA, που δεν χρησιμοποιήθηκε ξανά, παρότι δεν είχε τυπικά τελικό, να επιφυλάσσει έναν τέτοιο στην 3η αγωνιστική. Η Βραζιλία ήταν μπροστά στον πίνακα με 4 βαθμούς και 13-2 τέρματα, η Ουρουγουάη είχε 3 βαθμούς και 5-4 τέρματα, με συνέπεια η «σελεσάο” να αρκείται ακόμα και στην ισοπαλία για να στεφθεί πρωταθλήτρια κόσμου.

Το κοινό είχε απονέμει ήδη αυτόν τον τίτλο, πάντως, στη «μαγική” επιθετική τριπλέτα των Αντεμίρ, Σίκο και Ζιζίνιο, με τον Ζαΐρ πίσω τους να «χορεύει” και τον Μπιγκόντε να επελαύνει στην αριστερή πτέρυγα.

Το πρωί της 16ης Ιουλίου 1950, η εφημερίδα «O Mundo” βγήκε με πρωτοσέλιδο τίτλο «Brasil Campeao 1950!”, αφού δεν έκρινε σκόπιμη την επισημοποίηση μέσω της τέλεσης του αγώνα. Οι Βραζιλιάνοι είχαν συνθέσει ήδη μία σάμπα χορογραφία με την ονομασία «Βραζιλία, οι νικητές”, την οποία θα εκτελούσαν με το τελευταίο σφύριγμα του διαιτητή. Ο πρόεδρος της FIFA και εμπνευστής του Παγκοσμίου Κυπέλλου, Ζιλ Ριμέ, είχε ετοιμάσει τον συγχαρητήριο λόγο προς τη Βραζιλία στα πορτογαλικά. Τα 22 χρυσά μετάλλια της «σελεσάο” για τους παίκτες ήταν έτοιμα.

Ο ίδιος ο δήμαρχος του Ρίο ντε Ζανέιρο, Άνζελο Μέντες ντε Μοράες, εκφώνησε ένα παιάνα για την ομάδα του Φλάβιο Κόστα: «Εσείς, οι παίκτες, που σε λιγότερο από μερικές ώρες θα στεφθείτε πρωταθλητές από εκατομμύρια συμπατριώτες! Εσείς, που δεν έχετε αντίπαλο σε ολόκληρο το ημισφαίριο. Εσείς, που θα υπερβείτε κάθε άλλον ανταγωνιστή. Εσείς, που ήδη σας χαιρετώ ως νικητές”, ανέφερε στον λόγο του.

Απαγορεύσεις της αστυνομίας σε 200.000 κόσμο

Για την κυβέρνηση της Βραζιλίας, το Μουντιάλ ήταν μία ευκαιρία εθνικής ενότητας και ανάτασης, ένας τρόπος απόδειξης των δυνατοτήτων του λαού της χώρας, ένας βατήρας για την εκκίνηση της ανάπτυξης, σε διεθνές επίπεδο.

Γι’ αυτόν τον λόγο κατασκεύασε το μεγαλύτερο ποδοσφαιρικό γήπεδο του κόσμου, το «Μαρακανά”, που πήρε την ονομασία του από ένα είδος παπαγάλου που ζει στο Ρίο. Το επιβλητικό τσιμεντένιο κτίσμα μπορούσε να φιλοξενήσει 180.000 θεατές επισήμως, ωστόσο στον «τελικό” της διοργάνωσης, φήμες αναφέρουν ότι χώρεσε 210.000 κόσμο. Εξ αυτών, μόλις 100 Ουρουγουανούς…

«Ήταν μία φανταστική ατμόσφαιρα. Οι φίλαθλοι χοροπηδούσαν από χαρά, νομίζοντας ότι είχαν κερδίσει ήδη. Όλοι έλεγαν ότι θα μας διαλύσουν με 3-0 ή 4-0. Προσπάθησα να μην κοιτάζω το κοινό και να μπω καλά στον αγώνα”, θυμάται χρόνια αργότερα ο Γκίτζα.

Σε μία τέτοια πρωτοφανή ποδοσφαιρική εκδήλωση, χρειάστηκε συντονισμένη προσπάθεια των αρχών της χώρας για να αποτραπούν δυσάρεστα γεγονότα, κυρίως λόγω συνωστισμού. Επί ποδός βρέθηκαν 5.000 αστυνομικοί, μαζί με ειδικές μονάδες του στρατού, του ναυτικού και της αεροπορίας, ως μέτρο πρόληψης μετά από σκηνές που εκτυλίχθηκαν μερικές ημέρες νωρίτερα στον αγώνα με την Ισπανία, όταν έχασαν τη ζωή τους δύο άνθρωποι και άλλοι 260 τραυματίστηκαν, τρέχοντας στις θέσεις του γηπέδου.

Η εντολή της αστυνομίας προς τους φιλάθλους ήταν να μην φέρουν μαζί τους βεγγαλικά για να υποδεχθούν τις ομάδες ή για να πανηγυρίσουν κάποιο τέρμα, ενώ απαγορεύτηκαν ακόμα και οι πωλήσεις πορτοκαλιών και αναψυκτικών έξω από το γήπεδο, υπό τον φόβο της χρήσης τους ως «πολεμοφόδια” εναντίον του διαιτητή.

Όταν η εθνική Βραζιλίας παρατάχθηκε στον αγωνιστικό χώρο λίγο πριν από τις 15:00 το μεσημέρι τοπική ώρα, αποδείχθηκε ότι ελάχιστοι φίλαθλοι είχαν υπακούσει την αστυνομία. Χιλιάδες βεγγαλικά και πυρσοί έκαναν την εμφάνισή τους στις κερκίδες, ενώ σύννεφα από κομφετί σηκώθηκαν στον αέρα του «Μαρακανά”. Οι φροντιστές του γηπέδου έπιασαν τις σκούπες κι άρχισαν να καθαρίζουν τον αγωνιστικό χώρο, για να διεξαχθεί απρόσκοπτα το παιχνίδι.

«Βραζιλία, Βραζιλία, Βραζιλία”, ήταν η ιαχή που δονούσε την ατμόσφαιρα από τις κερκίδες και την οποία άκουγαν και οι παίκτες της Ουρουγουάης στα αποδυτήρια του χαώδους γηπέδου. Όταν πάτησαν κι αυτοί χορτάρι για τη σέντρα του αγώνα, έδειξαν εμφανώς επηρεασμένοι από την ατμόσφαιρα.

«Κατήφορος” στο γήπεδο, γκολ η Βραζιλία

Μέσα στα πρώτα τέσσερα λεπτά, ο Αντεμίρ, πρώτος σκόρερ του τουρνουά με 8 γκολ μέχρι εκείνο το σημείο, είχε δύο σουτ και ο Ζαΐρ μία καλή εκτέλεση φάουλ. Ο «κατήφορος” στο «Μαρακανά” ήταν εμφανής, με τη Βραζιλία να ολοκληρώνει το 1ο ημίχρονο έχοντας 17 τελικές προσπάθειες, πέντε εκ των οποίων του Αντεμίρ.

Η «σελέστε”, πάντως, δεν είχε αποδεχθεί τη μοίρα της και μάλιστα είχε τη μεγαλύτερη φάση του αγώνα, ένα δοκάρι του Ομάρ Μίγκες στο 37′ κι ενώ δέκα λεπτά νωρίτερα, ο Ρουμπέν Μοράν, που έκανε… ντεμπούτο με την εθνική Ουρουγουάης, είχε μεγάλη ευκαιρία σουτάροντας αμαρκάριστος μέσα από τη μεγάλη περιοχή.

Οι δύο ομάδες πήγαν στα αποδυτήρια ισόπαλες. Η Βραζιλία, παρά τις άναρχες επιθέσεις και το τολμηρό παιχνίδι της, ανώφελο για μία ομάδα που αρκείτο και στην ισοπαλία, δεν είχε βρει το πολυπόθητο γκολ, ενώ η Ουρουγουάη περίμενε στο γήπεδό της και προσπαθούσε να χτυπήσει στην κόντρα.

Όταν άρχισε το 2ο ημίχρονο, σημειώθηκε και το 1ο τέρμα. Ο Φριάσα έπιασε ένα κακό σουτ, αλλά ο Ρόκε Μάσπολι, που μέχρι τότε είχε κρατήσει το μηδέν, δεν αντέδρασε σωστά και το γκολ ήταν γεγονός. Το γήπεδο… εξερράγη και οι πάντες πίστεψαν ότι πλέον θα απολάμβαναν τον συνήθη καταιγισμό τερμάτων της Βραζιλίας. Φευ…

Ούρησαν σε εφημερίδες της… πρωταθλήτριας

«Ο αρχηγός μας είπε ‘παιδιά, πρέπει να πάμε να το κερδίσουμε’, οπότε αρχίσαμε να κάνουμε επίθεση, επίθεση, επίθεση”, εξηγεί ο Γκίτζα. Ο Βαρέλα μάζεψε την μπάλα από τα δίχτυα και ούρλιαξε στους συμπαίκτες του «τώρα πάμε να κερδίσουμε”. Κι εκείνοι, δεν είχαν άλλη επιλογή από το να υπακούσουν πιστά. Ο λόγος του αρχηγού εκείνη την εποχή ήταν νόμος, πόσο μάλλον του «μαύρου αρχηγού”, του «negro jefe” εξαιτίας του σκούρου τόνου στο δέρμα του.

Κανείς δεν είχε αντιδράσει, εξάλλου, το πρωί της ίδιας μέρας, όταν ο σκληροτράχηλος αμυντικός μέσος είχε μαζέψει όσες εφημερίδες της «O Mundo” μπορούσε να κουβαλήσει, τις είχε στρώσει στην τουαλέτα του ξενοδοχείου της Ουρουγουάης και είχε καλέσει τους συμπαίκτες του να τις ουρήσουν ομαδικά.

«Άστους να φωνάζουν. Σε 5 λεπτά, το στάδιο θα μοιάζει με νεκροταφείο και τότε μόνο μία φωνή θα ακούγεται, η δική μου”, είπε στον συμπαίκτη του Βίκτορ Ροντρίγκες Αντράντε. Έκανε λάθος. Σε 19 λεπτά…

«Μόνο ο Σινάτρα, ο Πάπας κι εγώ”

Η Ουρουγουάη άρχισε να παίρνει τα «ηνία”, με τους Βραζιλιάνους να μην μπορούν να αντιδράσουν. Στο 66′, η τρίτη μεγάλη προσωπικότητα του ρόστερ του Χουάν Λόπες, ο Χουάν Αλμπέρτο Σκιαφίνο, απέδειξε γιατί με συμπαίκτες τους Γκίτζα και Βαρέλα στην Πενιαρόλ, ο σύλλογος από την Ουρουγουάη είχε μέσο όρο 4,5 γκολ ανά αγώνα στο εγχώριο πρωτάθλημα. Το 1-1 προκάλεσε για πρώτη φορά αισθήματα ανησυχίας στους εκατοντάδες χιλιάδες που βρίσκονταν μέσα στο «Μαρακανά” και στα εκατοντάδες εκατομμύρια εκτός αυτού.

Το ρολόι έδειχνε το 79ο λεπτό κι οι γηπεδούχοι δεν είχαν κάνει άλλη αξιόλογη φάση μετά από την ισοφάριση. Ο Χούλιο Πέρες έκλεψε την μπάλα από τον Ζαΐρ, έπαιξε το 1-2 με τον Μίγκες και στη συνέχεια με τον Γκίτζα, στον οποίο άφησε την μπάλα τελικά. Ο εξτρέμ της Πενιαρόλ έφυγε από δεξιά, μπερδεύοντας τον τερματοφύλακα και Μοασίρ Μπαρμπόζα ανήμπορο να μαντέψει αν θα πάει για σουτ ή για να πασάρει στον Σκιαφίνο που ερχόταν από το ύψος του πέναλτι.

Μέχρι να πάρει την απόφαση ο άτρωτος τερματοφύλακας σε όλο το προηγούμενο τουρνουά, ο Γκίτζα είχε πιάσει ένα χαμηλό σουτ στο πρώτο δοκάρι και τον είχε νικήσει, κάνοντας την ανατροπή. Οι φίλαθλοι στο «Μαρακανά” πάγωσαν, όπως και ο Ουρουγουανός αμυντικός Χουάν Κάρλος Γκονσάλες, ο οποίος δεν πίστευε αυτό που συνέβαινε και χρειάστηκε ένα βίαιο ταρακούνημα στην πλάτη από τον Μάσπολι για να «ξυπνήσει” και να παίξει τα 10 πιο σημαντικά λεπτά της ποδοσφαιρικής ζωής του. «Μόνο τρεις άνθρωποι, μόνο με μία κίνησή τους, έχουν σιγήσει το ‘Μαρακανά’. Ο Φρανκ Σινάτρα, ο Πάπας Παύλος ο 2ος και εγώ”, ήταν η περίφημη ρήση του Γκίτζα για το γκολ που σημείωσε.

Δεν κατάλαβαν ότι τελείωσε το παιχνίδι

Οι Βραζιλιάνοι κυνηγούσαν το γκολ της ισοφάρισης που θα τους έδινε και το τρόπαιο χωρίς συγκροτημένη σκέψη. «Θα τους ντριμπλάρω όλους”, κραύγαζε ο Ζιζίνιο, σε μία απεγνωσμένη προσπάθεια να πείσει πρώτα τον εαυτό του και μετά τους συμπαίκτες του ότι η Βραζιλία μπορούσε να κάνει την ανατροπή.

Το ρολόι έδειχνε το 90ό λεπτό και η «σελεσάο” είχε κερδίσει κόρνερ. Ο Φριάσα το εκτέλεσε στην περιοχή, με τον Ζαΐρ να παρεμποδίζει τον Μάσπολι και την μπάλα να πέφτει κοντά στο αριστερό δοκάρι, όπου έτρεχαν να τη μαζέψουν Ζιζίνιο, Αντεμίρ και Ντανίλο. Ο Ουρουγουανός αμυντικός Στσούμπερ Γκαμπέτα έφτασε πρώτος και την έπιασε με τα χέρια. «Τι κάνεις ρε ζώο;”, φώναξε πλημμυρισμένος από αγανάκτηση ο Ροντρίγκες Αντράντε. Ήταν ένας από τους πολλούς ποδοσφαιριστές που δεν είχαν καταλάβει τι είχε συμβεί. Ο διαιτητής είχε σφυρίξει τη λήξη του αγώνα. Η Ουρουγουάη… παρέμενε πρωταθλήτρια κόσμου.

Δεν είχαν σημαία και ύμνο της Ουρουγουάης

Οι κερκίδες πλημμύρισαν με σάστισμα, δάκρυα, θρήνο. «Η σιωπή ήταν νοσηρή, μερικές φορές πολύ δύσκολη να την αντέξεις”, δήλωνε αργότερα ο Ριμέ. Αρκετοί φίλαθλοι έμειναν ακίνητοι στις θέσεις τους για ένα τέταρτο της ώρας ή και παραπάνω. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι χάθηκε αυτό το τρόπαιο.

Οι ποδοσφαιριστές της Βραζιλίας έκλαιγαν κι αυτοί. Κουβαλούσαν στις πλάτες τους ένα ολόκληρο έθνος και λύγισαν στην πιο κρίσιμη στιγμή. Ο Ριμέ παρέδωσε το τρόπαιο στην Ουρουγουάη χωρίς καμία ειδική τελετή, αφού οι διοργανωτές, λόγω της σιγουριάς τους, δεν είχαν διαθέσιμη ούτε σημαία ούτε εθνικό ύμνο της Ουρουγουάης. Οι αστυνομικοί που τον συνόδευαν, απαθανατίστηκαν από τους φωτογραφικούς φακούς με δάκρυα στα μάτια.

Με το τελευταίο σφύριγμα του αγώνα, οι Ουρουγουανοί παίκτες έτρεξαν να αγκαλιάσουν τον Άγγλο διαιτητή Τζορτζ Ρίντερ. Διαισθανόμενοι το κλίμα που επικρατούσε, περιόρισαν τους πανηγυρισμούς και τις προκλήσεις στον γύρο του θριάμβου. Ο ίδιος ο Ριμέ παρακάλεσε τον Βαρέλα να μην σηκώσει επιδεικτικά το τρόπαιο. «Τρελαθήκαμε από τη χαρά μας. Θυμάμαι να λυπάμαι λίγο τους Βραζιλιάνους, όταν τους κοιτούσα στις κερκίδες, όμως στο τέλος, είμαι Ουρουγουανός και η νίκη του Παγκοσμίου Κυπέλλου ήταν το χάιλαϊτ της καριέρας μου”, προσθέσει ο Γκίτζα.

Ο προπονητής της Βραζιλίας, σύμφωνα με φήμες της εποχής, έφυγε από το γήπεδο ντυμένος καλόγρια για να μην τον αναγνωρίσουν. Έξω από το γήπεδο, φίλαθλοι γκρέμισαν την προτομή του δημάρχου του Ρίο. Η εθνική Βραζιλίας δεν έδωσε άλλο παιχνίδι για δύο χρόνια και αγωνίστηκε ξανά στο «Μαρακανά” μετά από τέσσερα χρόνια. Άλλαξε, δε, τις εμφανίσεις της, αφού η λευκή θεωρήθηκε «καταραμένη”. Τότε ήταν που υιοθετήθηκε, η κίτρινη και πράσινη από τη σημαία της χώρας.

Καρδιακές προσβολές και αυτοκτονίες

Υπήρξαν φίλαθλοι που πήδηξαν από τις κερκίδες του πανύψηλου σταδίου και αυτοκτόνησαν, υπό το ψυχολογικό βάρος. Άλλοι υπέστησαν καρδιακή προσβολή μέσα στο γήπεδο. «Οι γιατροί του γηπέδου προσέφεραν πρώτες βοήθειες σε 169 άτομα για υστερία και άλλα ζητήματα. Έξι διακομίστηκαν στο νοσοκομείο, σοβαρά άρρωστοι”, έγραφε το ρεπορτάζ του «Guardian” την επομένη του αγώνα.

Σήμερα, η εικόνα που υπάρχει είναι ακόμη χειρότερη. Τα επιβεβαιωμένα θύματα του τέρματος που σημείωσε ο Γκίτζα ανέρχονται σε τουλάχιστον 90. Σε μία εύθραυστη κοινωνία, δεν υπήρξε αντοχή για μία τέτοια αποτυχία, για ένα τέτοιο roller-coaster συναισθημάτων.

Αθλητικοί δημοσιογράφοι παραιτήθηκαν, η χώρα βυθίστηκε στο πένθος για εβδομάδες. «Οι επιζήσαντες εκείνου του απάνθρωπου απογεύματος πίστεψαν ότι ποτέ ξανά δεν θα μπορούσαν να είναι χαρούμενοι. Ό,τι συνέβη στις 16 Ιουλίου 1950, αξίζει μία συλλογική μνήμη, όπως το μνημείο του αγνώστου στρατιώτη. Αυτά είναι τα πράγματα που χτίζουν έθνη, ένας λαός να πνίγεται στον πόνο του”, έγραψε ο Βραζιλιάνος δημοσιογράφος και συγγραφές Κάρλος Έιτορ Κόνι.

Ο Μπαρμπόζα «δέσμιος” για 50 χρόνια

Ο Μπαρμπόζα θεωρείτο εξαιρετικός τερματοφύλακας της εποχής, ωστόσο τα δύο γκολ που δέχθηκε, υπέγραψαν και την προσωπική καταδίκη, όχι μόνο σε αθλητικό επίπεδο. Επικρίθηκε όσο κανείς άλλος παίκτης εκείνης της ομάδας, αφού αρκετοί φίλαθλοι θεωρούσαν ότι μπορούσε να ενεργήσει πιο γρήγορα στις δύο φάσεις των τερμάτων της Ουρουγουάης.

Αν και παρέμεινε στη εθνική ομάδα για ακόμη τρία χρόνια, ποτέ δεν κατάφερε να ξεπεράσει όλη αυτήν την κριτική, η οποία συνδυαζόταν στα γήπεδα και από ρατσιστική επίθεση από τους αντιπάλους, με την επικάλυψη του Μουντιάλ.

Ο «καταραμένος” Μπαρμπόζα δεν κατάφερε να διαφύγει της φήμης του ούτε δεκαετίες αργότερα. Το 1993, ο πρόεδρος της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας της χώρας, Ρικάρντο Τεϊσέιρα, δεν του επέτρεψε να γίνει ο τηλεοπτικός σχολιαστής σε αγώνα της Βραζιλίας, ενώ έχει εκδιωχθεί και από προπόνηση της εθνικής ομάδας, για να μην μεταφέρει την «κατάρα” του. Το 1994, προγραμμάτιζε να συναντήσει τον τότε τερματοφύλακα της «σελεσάο” που όδευε για την κατάκτηση του Μουντιάλ, Κλαούντιο Ταφαρέλ, όμως ο προπονητής Μάριο Ζαγκάλο απαγόρεψε τη συνάντηση.

«Υπό τη νομοθεσία της Βραζιλίας, η μέγιστη ποινή είναι 30 χρόνια, όμως, η δική μου φυλάκιση διαρκεί 50 χρόνια, χωρίς να είμαι υπεύθυνος γι’ αυτήν”, είπε χρόνια αργότερα. Αν και ο ίδιος έκανε προσπάθειες να… λύσει την κατάρα, κάνοντας μπάρμπεκιου με τα ξύλα της εστίας του «Μαρακανά” όπου δέχθηκε το γκολ και θάβοντας ένα μέρος τους το 1969, δεν κατάφερε να γίνει αγαπητός από τους συμπατριώτες του, μέχρι να πεθάνει το 2000.

Η «Χιροσίμα” της Βραζιλίας

«Παντού υπάρχει μία ανεπανόρθωτη εθνική καταστροφή. Κάτι σαν τη Χιροσίμα. Η δική μας καταστροφή, η δική μας Χιροσίμα, ήταν η ήττα από την Ουρουγουάη το 1950”, υποστηρίζει ο Βραζιλιάνος σκηνοθέτης Νέλσον Ροντρίγκες. «Το γκολ του Γκίτζα συνοδεύτηκε από ησυχία από όλο το στάδιο. Όμως ο αντίκτυπός του ήταν τόσο μεγάλος, τόσο βίαιος, που το γκολ, ένα απλό γκολ, έμοιαζε να χωρίζει τη βραζιλιάνικη ζωή σε δύο ξεχωριστές φάσεις: πριν από αυτό και μετά από αυτό”, υπερθεματίζει ο συγγραφέας Ζοάο Μάσιμο.

Την ώρα που κανείς δεν έχει εντοπίσει επισήμως το μπαρ όπου διασκέδασε ο Βαρέλα στο Ρίο μετά από τη νίκη (οι ιστορίες τον θέλουν σε τρία διαφορετικά μπαρ ταυτόχρονα), την ώρα που οι συμπαίκτες του είχαν μείνει πίσω στο ξενοδοχείο «Paysandu” να πανηγυρίζουν, είχε αρχίσει ήδη η ανασύνταξη της Βραζιλίας.

Χωρίς να το γνωρίζουν, αυτή η δραματική κατάσταση αποτέλεσε την απαρχή μιας νέας, πιο φωτεινής σελίδας. Δύο νεαροί που παρακολουθούσαν από τα ΜΜΕ τις προσπάθειες των συμπατριωτών τους, γαλουχήθηκαν από τις πίκρες και τη φτώχεια της εποχής, μπολιάστηκαν με ψυχικά αποθέματα και έχοντας από τη γέννα τους αστείρευτο ταλέντο, φρόντισαν να «ξεπλύνουν” την ντροπή των συμπατριωτών τους.

Είκοσι χρόνια πριν, άρχισε η διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Είκοσι χρόνια μετά, η Βραζιλία έφτανε στην τρίτη κατάκτησή του. Ο Πελέ και ο Γκαρίντσα είχαν αλλάξει τους συσχετισμούς που είχαν επιβάλει οι Γκίτζα και Σκιαφίνο. Η Βραζιλία ήταν πια η μεγαλύτερη ποδοσφαιρική δύναμη…

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...