Η κλοπή του πρώτου τροπαίου του Μουντιάλ για τον χρυσό του και η κατάληξη των τεσσάρων κλεφτών

Η πιο διάσημη σκηνή στο ποδόσφαιρο είναι εκείνη ενός ποδοσφαιριστή να σηκώνει στον αέρα το τρόπαιο του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Η ολοκλήρωση μιας προσπάθειας τεσσάρων ετών, η αναρρίχηση στην κορυφή του Έβερεστ. Μόνο που ούτε η άρση του κυπέλλου είναι κάτι που γινόταν από πάντα ούτε το ίδιο το κύπελλο του Μουντιάλ είναι το πρώτο.

Το «FIFA World Cup” αποτελεί το δεύτερο τρόπαιο που δημιούργησε η FIFA για τον εκάστοτε πρωταθλητή κόσμου. Το πρώτο βρίσκεται στην τροπαιοθήκη της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας της Βραζιλίας, μετά από την τρίτη κατάκτηση, στο Μουντιάλ του 1970, όπως προέβλεπε ο κανονισμός του Ζιλ Ριμέ, του ανθρώπου που βρίσκεται πίσω από τη δημιουργία της κορυφαίας ποδοσφαιρικής διοργάνωσης.

Ή περίπου, διότι στην πραγματικότητα, η προθήκη στη Βραζιλία φιλοξενεί ένα τρόπαιο και όχι το τρόπαιο «Ζιλ Ριμέ”. Το τελευταίο αγνοείται εδώ και 34 χρόνια ακριβώς, αφού σαν σήμερα, τη νύχτα της 19ης Δεκεμβρίου 1983, εκλάπη το τρόπαιο του Μουντιάλ…

 

Το έκρυψαν σε κουτί παπουτσιών λόγω Ναζί

Η ιστορία του αρχίζει το 1929, όταν κατασκευάστηκε από τον Γάλλο γλύπτη Αμπέλ Λαφλέρ. Το κύπελλο, αποτελούμενο από επιχρυσωμένο μέταλλο, αναπαριστούσε τη θεά Νίκη η οποία κρατούσε ένα οκτάγωνο αγγείο πάνω από το κεφάλι της, πάνω σε μία λευκοκίτρινη μαρμάρινη βάση. Στις τέσσερις πλευρές της βάσης υπήρχαν χρυσές πλάκες στις οποίες θα χαρασσόταν το όνομα κάθε νικητή. Το ύψος του ήταν 35 εκατοστά και το βάρος του περίπου 3,8 κιλά. Η ονομασία του τροπαίου ήταν «Νίκη” ή απλά Παγκόσμιο Κύπελλο.

Τον Ιούνιο του 1930 έκανε το πρώτο ταξίδι του, στη βαλίτσα του Ριμέ, με το πλοίο «Conte Verde”, που μετέφερε αρχικά από τη Γένοβα και στη συνέχεια από τη Βιλφράνς σουρ Μερ, τη Βαρκελόνη και το Ρίο ντε Ζανέιρο τις αποστολές της Ρουμανίας, της Γαλλίας, του Βελγίου, της Βραζιλίας και τρεις από τους δεκαπέντε διαιτητές, στο Μοντεβίδεο για το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο.

Ο Ζιλ Ριμέ απονέμει το τρόπαιο στον πρόεδρο της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας της Ουρουγουάης, Πολ Χούντε

Η Ουρουγουάη έγινε η πρώτη χώρα που φιλοξένησε το τρόπαιο για τέσσερα χρόνια, μετά από την κατάκτηση του πρώτου Μουντιάλ της ιστορίας. Ακολούθησαν οι δύο τετραετίες της Ιταλίας, με τον τότε αντιπρόεδρο της FIFA και πρόεδρο της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας της χώρας, Οτορίνο Μπαράσι, να μεταφέρει μυστικά το τρόπαιο από τράπεζα της Ρώμης στο σπίτι του και να το κρύβει σε κουτί από παπούτσια κάτω από το κρεβάτι του, για να μην καταλήξει στα χέρια των Ναζί.

 

Η πρώτη φορά που υψώθηκε

Μετά από το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, το 1946, το τρόπαιο μετονομάστηκε σε «Ζιλ Ριμέ” προς τιμήν του προέδρου της FIFA και οκτώ χρόνια αργότερα αντικαταστάθηκε η βάση και τοποθετήθηκε μία ψηλότερη, από τον ημιπολύτιμο λίθο λαζουρίτη αυτήν τη φορά.

Το 1958, στο Μουντιάλ της Σουηδίας, ο Ιλντεράλντο Μπελίνι έγινε ο πρώτος αρχηγός ομάδας που σηκώνει το τρόπαιο στον αέρα, κατόπιν οδηγίας των φωτογράφων που δυσκολεύονταν να το απαθανατίσουν. Η κίνηση αυτή εξελίχθηκε στη γνωστή παράδοση που τηρείται ευλαβικά σε κάθε διοργάνωση μέχρι και σήμερα.

 

Η κλοπή στην Αγγλία

Το 1966 το τρόπαιο ταξίδεψε στην Αγγλία ενόψει του Μουντιάλ που θα διοργάνωνε η χώρα. Σε μία επίδειξη τον Μάρτιο, παρότι υπήρχαν φρουροί που το φύλαγαν όλη την ημέρα, επιτήδειοι κατάφεραν να το κλέψουν και στη συνέχεια ζήτησαν 15.000 λίρες ως λύτρα. Παρότι άξιζε 3.000 λίρες, το τρόπαιο είχε ασφαλιστεί για 30.000 λίρες εκείνη την εποχή.

Συνελήφθη ένα άτομο που καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλάκιση, ενώ το τρόπαιο εντόπισε λίγες ημέρες αργότερα, σκάβοντας σε ένα δέντρο, ένα συμπαθέστατο σκυλάκι με το όνομα «Πικλς”, με τον ιδιοκτήτη του να λαμβάνει αμοιβή 6.000 λιρών.

Μετά από αυτήν την εξέλιξη, άρχισαν να δημιουργούνται και ρεπλίκες για λόγους ασφαλείας και πολλές φορές, στη θέα του τροπαίου, ελάχιστοι γνώριζαν εάν πρόκειται για το αυθεντικό ή για κάποιο πιστό αντίγραφο.

Αρνήθηκε να το κλέψει λόγω… πατριωτισμού

Το 1970, η «μαγική” Βραζιλία του Πελέ, του Τοστάο, του Ζαϊρζίνιο, του Ριβελίνο, του Κάρλος Αλμπέρτο, στέφθηκε πρωταθλήτρια κόσμου για τρίτη φορά στην ιστορία. Αυτομάτως, κέρδιζε το δικαίωμα να κάνει μόνιμα δικό της το τρόπαιο «Ζιλ Ριμέ”.

Μάλιστα, μετά από τον τελικό, το καπάκι του τροπαίου φέρεται να είχε χαθεί, αλλά ο αναπληρωματικός επιθετικός Ντάριο το… έσωσε από έναν νεαρό φίλαθλο που έφευγε από το γήπεδο, αφού το είχε αρπάξει ως λάφυρο.

Το τρόπαιο τοποθετήθηκε στα γραφεία της βραζιλιάνικης ομοσπονδίας στο Ρίο ντε Ζανέιρο, μέσα σε αλεξίσφαιρο τζάμι, το οποίο ήταν καρφωμένο σε μία ξύλινη πλάτη. Ήταν ορατό από κάθε παρευρισκόμενο, ένας εξ αυτών και ο Σέρζιο Περέιρα Άιρες, γνωστός και ως Σέρζιο Περάλτα, διευθυντής της τράπεζας «Agrimisa” το 1983 και εκπρόσωπος της Ατλέτικο Μινέιρο, κάτι που του έδινε πρόσβαση στα γραφεία της CBF (ο σύλλογος, πάντως, αρνείται οποιαδήποτε σχέση με τον εν λόγω Βραζιλιάνο).

Βλέποντας το ξύλινο μέρος της κατασκευής στην οποία φυλασσόταν το πολύτιμο τρόπαιο, ο Περάλτα δεν άργησε να σχεδιάσει την κλοπή του. Η δουλειά, όμως, χρειαζόταν παραπάνω από ένα άτομο. Ο πρώτος στον οποίο απευθύνθηκε ήταν ο Αντόνιο Σέτα, ένας από τους πιο ξακουστούς ληστές χρηματοκιβωτίων στη χώρα. Οι δυο τους ήταν συχνοί θαμώνες στο μπαρ «Vila Verde”, όμως ο Σέτα δεν ήθελε ούτε να ακούσει γι’ αυτό το σχέδιο, επικαλούμενος τον πατριωτισμό του και το γεγονός ότι ο αδερφός του είχε πεθάνει από καρδιακή προσβολή, βλέποντας από την τηλεόραση τον Κάρλος Αλμπέρτο να σηκώνει το τρόπαιο στα γήπεδα του Μεξικού.

Ο «μουσάτος” και το «μουστάκι”

Επόμενος υποψήφιος ένας άλλος φίλος του Περάλτα, ο Φρανσίσκο Ρότσα, γνωστός και ως Chico Barbudo («μουσάτος”). Ο Ρότσα ήταν πρώην αστυνομικός και νυν κλεπταποδόχος και αποδέχθηκε αμέσως την πρόσκληση για συμμετοχή στη ληστεία. Μάλιστα, πρότεινε κι έναν δικό του φίλο, τον Ζοζέ Λουίζ Βιέιρα ντα Σίλβα, ή αλλιώς Bigode («μουστάκι”), διακοσμητή στο επάγγελμα.

Ο Περάλτα ζωγράφισε σχέδια του κτιρίου και ο Ρότσα επιχείρησε να φτάσει αναγνωριστικά μέχρι τον 9ο όροφο του κτιρίου, όπου βρισκόταν το τρόπαιο, υποδυόμενος τον δημοσιογράφο. Τον σταμάτησε η γραμματέας της ομοσπονδίας, Σόνια Μεκάρε, και δεν του επέτρεψε να ανέβει ούτε όταν της είπε ότι είχε προγραμματίσει συνέντευξη με τον πρόεδρο της CBF, Ζιουλίτε Κοουτίνιο.

 

Έκλεψαν ακόμα τρία τρόπαια

Τη Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 1983, στις 21:00, δύο μασκοφόροι άντρες, ο Ρότσα και ο Λουίζ, εισέβαλαν στο κτίριο της ομοσπονδίας και ακινητοποίησαν τον 55χρονο νυχτοφύλακα Ζοάο Μπατίστα Μαΐα, δένοντάς τον και κλείνοντάς του τα μάτια με ταινία.

Αφού πήραν τα κλειδιά του, ανέβηκαν στον 9ο όροφο και κατάφεραν να αφαιρέσουν το ξύλινο πλαίσιο και στη συνέχεια το αλεξίσφαιρο τζάμι, ώστε να πάρουν το τρόπαιο του Μουντιάλ, μαζί με ακόμα τρία χρυσά τρόπαια που βρίσκονταν στον χώρο («Independência”, «Equitativa” και «Jurrito”). Ο Περάλτα ήταν ο τσιλιαδόρος της επιχείρησης και περίμενε έξω από το κτίριο.

Τους κατέδωσε ο Σέτα

Την επόμενη μέρα, οι εφημερίδες έκαναν λόγο για κλοπή της «εθνικής υπερηφάνειας”, αλλά η υπόθεση είχε ανατεθεί στην απλή αστυνομία. Όταν το θέμα πήρε διαστάσεις, ανέλαβε η ομοσπονδιακή αστυνομία, η οποία συνέλαβε δύο υπόπτους φροντιστές του κτιρίου. Αφέθηκαν ελεύθεροι λόγω έλλειψης στοιχείων, ενώ αργότερα κρίθηκε ύποπτος και ο νυχτοφύλακας, επειδή η κόρη του τον έψαχνε στο κτίριο την ώρα της ληστείας.

Δεν υπήρχε ρεαλιστικός τρόπος εντοπισμού των ληστών, μέχρι που ο Σέτα είδε την είδηση της κλοπής στην τηλεόραση και αποφάσισε να παρέμβει. Αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για δουλειά του Περάλτα και επισκέφτηκε ξανά το αστυνομικό τμήμα, όπως όταν είχε ακούσει την πρόσκληση του Περάλτα και είχε ενημερώσει την αστυνομία, αν και ουδείς τον πίστεψε.

 

Ο τέταρτος συνεργός που έλιωσε το τρόπαιο

Αυτήν τη φορά τα πράγματα ήταν διαφορετικά και στις 25 Ιανουαρίου, οι αστυνομικοί συνέλαβαν τον Περάλτα καθώς περπατούσε στο νότιο Ρίο. Σύμφωνα με τον συλληφθέντα, οι αστυνομικοί του φόρεσαν κουκούλα, τον μετέφεραν σε άγνωστη τοποθεσία για τρεις ημέρες χωρίς φαγητό και τον βασάνισαν για να του αποσπάσουν πληροφορίες. «Από τις κλοτσιές, ο ένας όρχις μου είναι πιο μεγάλος”, δήλωνε ο ίδιος.

Σε σύντομο χρονικό διάστημα συνελήφθησαν και οι άλλοι δύο συνεργοί του. Κατά την ανάκρισή τους, έπεσαν σε αντιφάσεις, δέχθηκαν και αρνήθηκαν τις κατηγορίες, υποστήριξαν ότι τους έκλεψαν οι αστυνομικοί στις έρευνες των σπιτιών τους και ο Ρότσα αποκάλυψε την ύπαρξη τετάρτου εμπλεκομένου, του Αργεντινού Χουάν Κάρλος Ερνάντες, του ανθρώπου στον οποίο φέρεται να κατέληξε το τρόπαιο για να το… λιώσει για τον χρυσό του.

Ο Πελέ κρατάει το παλιό και ο Ούβε Ζέελερ το καινούργιο τρόπαιο του Μουντιάλ, το 1974

Αρχικά, πάντως, γι’ αυτήν την ενέργεια είχε κατηγορηθεί ο Αντόνιο Πουλιέζε, ο οποίος είχε συλληφθεί μαζί με τους τρεις ληστές και είχε αφεθεί κι αυτός ελεύθερος τον Ιανουάριο του 1984, λόγω έλλειψης επαρκών στοιχείων.

Τον Φεβρουάριο του 1984, δώδεκα αστυνομικοί έκαναν έφοδο στο κατάστημά αγοράς και πώλησης χρυσού, που αρχικά είχε ανοίξει ο Ερνάντες με την επωνυμία «JC Hernandez”, αλλά στη συνέχεια πήρε το όνομα «Aurimet”, που μπορεί να αναλυθεί και ως «Auri” («χρυσός”) και rimet («Jules Rimet”).

 

Καταδικάστηκαν και δραπέτευσαν και οι τέσσερις

Στις 31 Μαρτίου, οι Περάλτα, Ρότσα και Λουίζ καταδικάστηκαν σε εννέα χρόνια κάθειρξης, ενώ ο Ερνάντες σε τρία χρόνια φυλάκισης, όμως όλοι κατόρθωσαν να αποδράσουν!

Κανείς τους, όμως, δεν είχε ευχάριστο τέλος. Στις 3 Δεκεμβρίου του 1985, ο Σέτα σκοτώθηκε σε τροχαίο, καθώς πήγαινε να καταθέσει για την υπόθεση. Στις 28 Σεπτεμβρίου 1989, πέντε άντρες πυροβόλησαν και σκότωσαν τον Ρότσα, με συνέπεια οι δύο θάνατοι να εγείρουν υποψίες σχετικά με την επιθυμία κάποιων να «κλείσει” με αυτόν τον τρόπο η υπόθεση.

Ο Περάλτα δραπέτευσε από το σωφρονιστικό ίδρυμα που κρατείτο και εγκαταστάθηκε στο Κάμπο Φρίο του Ρίο, όπου εργαζόταν ως προπονητής ποδοσφαίρου και μιλούσε συχνά για το άθλημα με στρατιώτες από το γειτονικό στρατόπεδο, που δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι πρόκειται για καταζητούμενο. Συνελήφθη εν τέλει στις 13 Ιουλίου 1994 και βγήκε από τη φυλακή με όρους τον Σεπτέμβριο του 1998, ενώ πέθανε από καρδιακή προσβολή πέντε χρόνια αργότερα, αρνούμενος πάντα τη συμμετοχή του στη ληστεία.

Ο Λουίζ συνελήφθη το 1995 και κάθισε τρία χρόνια στη φυλακή. Μέχρι σήμερα αρνείται να μιλήσει για την υπόθεση.

Ο Ερνάντες συνελήφθη από μυστικούς αστυνομικούς το 1998, σε μία στάση λεωφορείου στο Σάο Πάουλο, κρατώντας μία τσάντα με 7,750 κιλά βολιβιανής κοκαΐνης, την οποία θα πουλούσε για 200.000 ρεάλς. Έμεινε στη φυλακή μέχρι τις 21 Μαρτίου 2005, όταν αποφυλακίστηκε με όρους.

 

Έμεινε μόνο η βάση του τροπαίου

Το τρόπαιο δεν βρέθηκε ποτέ! Αν και ο Ερνάντες υποδείχθηκε από τους υπολοίπους κατηγορούμενους ως εκείνος που ανέλαβε να το λιώσει, οι αναλύσεις έδειξαν ότι τα ίχνη χρυσού από το κατάστημά του δεν ταίριαζαν με εκείνα του τροπαίου. Εξάλλου, το τρόπαιο δεν ήταν από καθαρό χρυσό και σύμφωνα με τον επικεφαλής των ερευνών, Πέντρο Μπερβάνγκερ, θα άξιζε πολύ περισσότερο άθικτο, παρά λιωμένο σε μπάρες χρυσού.

Όταν έγινε αντιληπτό ότι δεν θα μπορούσε να βρεθεί άμεσα, η ποδοσφαιρική ομοσπονδία της Βραζιλίας έδωσε εντολή να κατασκευαστεί μία ρεπλίκα. Το έργο ανέλαβε ένας Γερμανός χρυσοχόος χρησιμοποιώντας 1,8 κιλά χρυσού και έγινε δωρεά στη CBF από την εταιρία «Kodak”. Η ρεπλίκα παρουσιάστηκε στον δικτάτορα της Βραζιλίας Ζοάο Φιγκερέντο το 1984.

Το μοναδικό κομμάτι του τροπαίου «Ζιλ Ριμέ” που διασώθηκε ήταν η μπλε οκτάγωνη βάση του, η οποία βρέθηκε στα γραφεία της FIFA το 2015 και από τον Μάρτιο του 2016 εκτίθεται στο μουσείο της στη Ζυρίχη.

 

Διαβάστε ακόμη:

Ο θρυλικός Λόταρ Ματέους γιορτάζει με… αποκαλύψεις στο Sport-Retro.gr!

Αποβολές, επεισόδια, τραυματισμοί, πολιτική και θρησκεία: Η Μάχη της Βέρνης

Το πρώτο χατ τρικ στην Iστορία των Μουντιάλ σημειώθηκε… 76 χρόνια μετά το ματς

Όλα τα θέματα του Sport-Retro.gr για το Παγκόσμιο Κύπελλο

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...