Το πιο λαμπρό αστέρι των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων δεν ήταν ο Σπύρος Λούης…

Το πιο λαμπρό αστέρι των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων δεν ήταν ο Σπύρος Λούης…

Ο Καρλ Σούμαν ήταν το πιο λαμπρό αστέρι των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων, εν έτει 1896, και ανήμερα του θανάτου του στις 24 Μαρτίου 1946, το Sport-Retro.gr τιμά τη μνήμη του.

Πόσο εύκολο είναι για έναν αθλητή να κατακτά τέσσερα χρυσά μετάλλια σε μία Ολυμπιάδα; Πολύ δύσκολο, αλλά έχει καταγραφεί σε ουκ ολίγες περιπτώσεις.

Πόσο εύκολο, όμως, είναι να συμμετέχει σε τέσσερα διαφορετικά αθλήματα και, μάλιστα, να διακρίνεται; Ακατόρθωτο στις μέρες μας.

Ο Καρλ Σούμαν ήταν το πιο λαμπρό αστέρι των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων, εν έτει 1896, και ανήμερα του θανάτου του στις 24 Μαρτίου 1946, το Sport-Retro.gr τιμά τη μνήμη του.

Μετακομίσεις, γυμναστική, χρυσοχοΐα

Γεννήθηκε στις 12 Μαΐου 1869, δηλαδή δύο χρόνια πριν από την ίδρυση της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, στο Μίνστερ της Βεστφαλίας.

Το Μίνστερ πήρε το όνομά του από την ελληνική λέξη «μοναστήρι», αφού προηγουμένως… φιλτραρίστηκε από το λατινικό «monasterium».

Ο Σούμαν, πάντως, μεγάλωσε και έκανε τα πρώτα του αθλητικά βήματα στην Κολωνία, την πόλη που είχε πάρει μετάθεση ο στρατιωτικός πατέρας του.

Μιμούμενος τις ασκήσεις των στρατιωτών, ο νεαρός άρχισε να γοητεύεται από τη γυμναστική και το 1886 εντάχθηκε στον τοπικό σύλλογο, ενώ παράλληλα, μάθαινε την τέχνη του χρυσοχόου.

Έξι χρόνια πριν από τη γέννηση του Καρλ ιδρύθηκε η «Berliner Turneschaft», ένα από τα κορυφαία ευρωπαϊκά σωματεία, το οποίο υφίσταται ακόμα και εδρεύει στο Βερολίνο.

Στη γερμανική πρωτεύουσα έμελλε να μάθει ακόμη περισσότερα ο Σούμαν, καθώς από το 1889 η οικογένεια είχε προβεί σε μία ακόμη μετακόμιση.

Στην Αθήνα… χωρίς τις γερμανικές ευλογίες

Όσο προσπαθούσε να δυναμώσει, αφού για περισσότερο ύψος από τα 1,57μ. δεν γινόταν λόγος (σ.σ. μία διαφορετική ενημέρωση τον θέλει στα 1,63μ.), ο γιος του στρατιωτικού ασκούσε το επάγγελμα του χρυσοχόου, ενώ κατ’ άλλους εργάστηκε ως μηχανικός.

Μέχρι τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ελλάδας, ο Σούμαν είχε διακριθεί σε αρκετούς αγώνες στίβου, γυμναστικής και πάλης στην πατρίδα του (Κολωνία, Βέτερ, Μόναχο…), ωστόσο διέπρεψε και στο εξωτερικό (Ρώμη) σε τουρνουά γυμναστικής του 1895.

Το 1896 η «Berliner Turneschaft» έλαβε πρόσκληση από τον βαρόνο Πιέρ ντε Κουμπερτέν για τη συμμετοχή τεσσάρων αθλητών της στη μεγάλη διοργάνωση της Αθήνας.

Οι Χέρμαν Βαϊνγκάρτνερ, Άλφρεντ Φλάτοφ, Γκούσταβ Φλάτοφ (σ.σ. ξαδέρφια εβραϊκής καταγωγής που έχασαν τη ζωή τους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης) και Καρλ Σούμαν αψήφισαν την απαγόρευση του γερμανικού γυμναστικού συλλόγου και πήραν την απόφαση να λάβουν μέρος στους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες.

To «nein» στους συμπατριώτες τους είχε ως αποτέλεσμα, μετά την επιστροφή τους από την Ελλάδα, να τιμωρηθούν από όλες τις κορυφαίες διεθνείς διοργανώσεις.

Να σημειωθεί ότι ο λόγος που οι υπεύθυνοι της γερμανικής γυμναστικής δεν ήθελαν παρουσία στην Αθήνα ήταν ότι δεν έβλεπαν με καλό μάτι τις «διεθνιστικές ιδέες» του Ντε Κουμπερτέν.

Τρία… ασημένια σε μία ημέρα

Ο Καρλ Σούμαν όχι μόνο έγινε ο πρώτος Γερμανός που κατέκτησε Ολυμπιακό μετάλλιο, αλλά ήταν και ο πιο επιτυχημένος των Αγώνων του 1896 με τέσσερις πρωτιές.

Συγκεκριμένα, συμμετείχε σε τέσσερα διαφορετικά αθλήματα (γυμναστική, στίβο, άρση βαρών, πάλη) και κατάφερε να ανέβει στο βάθρο σε δύο εξ αυτών.

Με τον Γιώργο Τσίτα το 1896

Ο ίδιος και οι συμπατριώτες του κατέκτησαν την πρώτη θέση στο μονόζυγο και το δίζυγο, ενώ μόνος του, πριν από τα ομαδικά, είχε πράξει αναλόγως στο άλμα.

Κατά συνέπεια, τα τρία από τα πρώτα τέσσερα μετάλλια προήλθαν από τη γυμναστική, εν αντιθέσει με τον στίβο και την άρση βαρών, όπου δεν ανέβηκε στο βάθρο.

Στον πρόγονο του ζετέ, πάντως, ο Σούμαν σήκωσε τα ίδια κιλά με τον Σωτήρη Βερσή (90), αλλά αρκέστηκε στην τέταρτη θέση.

Υπενθυμίζεται ότι τότε και μέχρι το 1904 οι νικητές έπαιρναν ένα ασημένιο μετάλλιο, ένα κλαδί ελιάς και ένα αναμνηστικό δίπλωμα, οι δεύτεροι ένα χάλκινο μετάλλιο, ένα κλαδί δάφνης και το αναμνηστικό δίπλωμα, ενώ οι τρίτοι δεν έπαιρναν μετάλλιο.

«Ο πιο διάσημος άνδρας»

Την επόμενη ημέρα (σ.σ. 10 Απριλίου με το Γρηγοριανό ημερολόγιο), ο Σούμαν ρίχτηκε στην ελληνορωμαϊκή πάλη με πρώτο αντίπαλο τον Λόνσεστον Έλιοτ από τη Μ. Βρετανία.

Τότε δεν υπήρχαν κατηγορίες, όμως ο βραχύσωμος υπεραθλητής χρειάστηκε μόλις πέντε λεπτά για να νικήσει τον αντίπαλό του και στον τελικό κλήθηκε να αντιμετωπίσει τον πολύ ψηλότερό του Γιώργο Τσίτα.

Ύστερα από 40 λεπτά, και αφού είχε μεσολαβήσει ο θρίαμβος του Σπύρου Λούη στον Μαραθώνιο, η ελληνογερμανική μονομαχία διακόπηκε λόγω σκότους και συνεχίστηκε το επόμενο πρωινό.

Παρά τη διαφορά ύψους και βάρους, ο Σούμαν επιστράτευσε την εξυπνάδα του, βρήκε τον τρόπο να γκρεμίσει τον Τσίτα σε 25 λεπτά (η μη επικρατέστερη εκδοχή λέει σε 15) και κατέκτησε το τέταρτο μετάλλιό του.

Δικαίως έλαβε από τους συμπατριώτες του το παρατσούκλι «μικρός Απόλλων», ενώ ακόμα και οι Έλληνες θεατές αναγνώρισαν την αξία του.

«Τώρα είσαι ο πιο διάσημος άνδρας αυτής της χώρας. Περισσότερο διάσημος κι από μένα», του είπε ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ σε δείπνο που ακολούθησε το ίδιο βράδυ.

Καθηγητής γυμναστικής και στον πόλεμο

Ο Καρλ Σούμαν ανήκει σε ένα πολύ κλειστό γκρουπ τριών αθλητών που έχουν συμμετάσχει σε τέσσερα διαφορετικά αθλήματα στους ίδιους Ολυμπιακούς Αγώνες και αποτελεί τον πιο επιτυχημένο.

Δύο χρόνια μετά τους θριάμβους του, ο «μικρός Απόλλων» μετακόμισε στο Λονδίνο, όπου εργάστηκε ως καθηγητής γυμναστικής και, μάλιστα, ένας από τους μαθητές του, ο Ότο Μπάουσερ, εκπροσώπησε τη Μ. Βρετανία στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1908.

Ο ίδιος επανήλθε στην Ελλάδα το 1906 για τη Μεσολυμπιάδα ως επικεφαλής της γερμανικής ομάδας, αλλά και τιμής ένεκεν για τα προ δεκαετίας κατορθώματά του, το ίδιο συνέβη και το 1908 στο Λονδίνο, ενώ η τελευταία του παρουσία στην κορυφαία αθλητική διοργάνωση του πλανήτη έγινε το 1936.

Τότε στο Βερολίνο, κι ενώ πύκνωναν τα σύννεφα του πολέμου, ο 67χρονος πια Σούμαν έλαβε μέρος σε γυμναστικές επιδείξεις και γνώρισε την αποθέωση.

Στο ενδιάμεσο, δηλαδή στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο αιχμάλωτος Γερμανός δίδασκε γυμναστική στους συγκρατούμενούς του.

Το τέλος και η παρακαταθήκη

Το 1919 εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο απ’ όπου κατέβαλε προσπάθειες για να μην δολοφονηθεί ο Εβραίος συναθλητής του Άλφρεντ Φλάτοφ. Μάταια…

Τέσσερα χρόνια μετά τον Φλάτοφ και συγκεκριμένα στις 24 Μαρτίου 1946, ο 76χρονος Σούμαν έκλεισε για πάντα τα μάτια του στο Σαρλότενμπουργκ της γερμανικής πρωτεύουσας.

Στον τάφο του αναγράφεται η φράση «πρώτος Ολυμπιονίκης της Γερμανίας» και η επιγραφή «Αθήνα 1896», ενώ υπάρχουν και οι πέντε Ολυμπιακοί κύκλοι.

Προς τιμήν του, η γυμναστική ομοσπονδία της χώρας του απονέμει μετάλλιο με το όνομά του σε όσους ανεβαίνουν σε βάθρο Ολυμπιακών Αγώνων, Παγκοσμίων και Ευρωπαϊκών Πρωταθλημάτων.

Επιπλέον, στις 6 Μαΐου 2008, ο πιο επιτυχημένος Γερμανός Ολυμπιονίκης συμπεριλήφθηκε στο νεοσύστατο αθλητικό Hall of Fame της χώρας.

Δυστυχώς για την οικογένεια Σούμαν, ο συνονόματος εγγονός δεν αποδείχθηκε καλός αθλητής, ασχέτως αν θήτευσε στην περίφημη σχολή γυμναστικής του Βερολίνου.

Οι απόγονοι του «μικρού Απόλλωνα» διατηρούν για περισσότερα από 75 χρόνια ένα κοσμηματοπωλείο στην κεντρική λεωφόρο Καντστράσε.

Κανένα, όμως, από τα δημιουργήματα του καταστήματος δεν πλησιάζει σε λάμψη τον Καρλ Σούμαν, έναν Ολυμπιονίκη «τσέπης» με τεράστια ψυχή και αγάπη για τον αθλητισμό…

Τελευταία Άρθρα

Γράψτε ένα σχόλιο

Το e-mail σας ΔΕΝ δημοσιεύεται

Ακύρωση Απάντησης

Πορτοκαλί και άλλα