Οι παίκτες της Βραζιλίας δεν υπάκουσαν στον Αϊμορέ Μορέιρα και γι’ αυτό κατέκτησαν το Παγκόσμιο Κύπελλο 1962

Ο Αϊμορέ Μορέιρα είχε πολλές ιδιότητες στην καριέρα του στο ποδόσφαιρο. Υπήρξε τερματοφύλακας σε σημαντικές ομάδες, αγωνίστηκε με την εθνική Βραζιλίας, διετέλεσε προπονητής της σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις, ενώ ανέλαβε κι άλλες 26 δουλειές σε συλλόγους σε διάστημα περίπου 40 ετών.

Μία από τις δουλειές του ήταν και στην Ελλάδα, όταν ανέλαβε τον Παναθηναϊκό το καλοκαίρι του 1976 και αποχώρησε τον Δεκέμβριο του 1977, μετά από άσχημα αποτελέσματα, για να τον διαδεχθεί ο Κάζιμιεζ Γκόρσκι, ολοκληρώνοντας τη σεζόν 1976-1977 με νταμπλ.

Η πιο ξακουστή στιγμή του, όμως, αυτή που υπερκαλύπτει τα πάντα στην καριέρα του, ήρθε το 1962. Εκείνο το καλοκαίρι, ο Μορέιρα καθόταν στην άκρη του πάγκου της εθνικής Βραζιλίας που κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο της Χιλής. Για να καταφέρουν οι Βραζιλιάνοι να γίνουν οι τελευταίοι που διατήρησαν τα σκήπτρα στη διοργάνωση, βέβαια, χρειάστηκε να μην ακούσουν τον προπονητή τους!

Είκοσι χρόνια μετά από τον θάνατο του Μορέιρα, στις 26 Ιουλίου 1998, το Sport-Retro.gr θυμάται…

Βραζιλία, μία… αμυντική ομάδα

Βραζιλία και Γερμανία, μετά από το πέρας των υποχρεώσεών τους στο Παγκόσμιο Κύπελλο 2018, έχουν ακριβώς τον ίδιο αριθμό παιχνιδιών ιστορικά στη διοργάνωση (η Ιταλία στην 3η θέση έχει 93 αγώνες). Θα περίμενε κανείς ότι στις 109 αναμετρήσεις που έχουν δώσει από το 1930, η Βραζιλία να υπερισχύει κατά κράτος στην επίθεση και η Γερμανία στην άμυνα, με βάση τη φιλοσοφία τους, τόσο στο ποδόσφαιρο όσο και ως λαοί. Φευ…

Τα θέματα του Sport-Retro.gr για τη Βραζιλία

Η Βραζιλία όντως έχει την καλύτερη επίθεση με 229 γκολ, ωστόσο η Γερμανία έχει μόλις τρία λιγότερα. Η μεγαλύτερη έκπληξη προκύπτει από τα μετόπισθεν, εκεί όπου η «σελεσάο» της… σάμπα και του jogo bonito αποδεικνύει με τα μόλις 105 γκολ που έχει δεχθεί ότι γνωρίζει πολύ καλά να αμύνεται. Σε αντίθεση με τη Γερμανία του Βέρνερ Λίμπριχ, του Φραντς Μπέκενμπαουερ, του Λόταρ Ματέους και του Φίλιπ Λαμ, η οποία έχει δεχθεί 125 τέρματα στα 19 τουρνουά (έναντι 21 της Βραζιλίας) που έχει συμμετάσχει.

Τετράδα άμυνας με ουγγρική επιρροή

Ο ρόλος του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου στην ανάπτυξη της τακτικής του αθλήματος πάντοτε υποβαθμίζεται από τη σύγχρονη αφήγηση, λανθασμένα όμως. Από τη δεκαετία του ’40 και την ταυτόχρονη εμφάνιση σπουδαίων επιθετικών έγινε κατανοητό από τους προπονητές στη χώρα ότι το καθιερωμένο 2-3-2-3, ή πιο γνωστό ως WM, άφηνε εκτεθειμένες τις αμυντικές γραμμές και κατ’ επέκταση την ομάδα στις ορέξεις των ταλαντούχων προωθημένων παικτών.

Οι πειραματισμοί στη διάταξη ενισχύθηκαν από την εκτόξευση του ουγγρικού ποδοσφαίρου στις αρχές της δεκαετίας του ’50 και των διατάξεων που εφάρμοσε ο Γκούσταβ Σέμπες, σε συνεργασία με τους άλλους κορυφαίους συμπατριώτες συναδέλφους του, όπως ο Μπέλα Γκούτμαν και ο Μάρτον Μπούκοβι.

Η οπισθοχώρηση του Νάντορ Χιντεγκούτι από θέση επιθετικού σε θέση «ψευδοεννιαριού» στην εθνική Ουγγαρίας μπέρδεψε τις αντίπαλες άμυνες, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό στον αγώνα του «Γουέμπλεϊ» με αντίπαλο την εθνική Αγγλίας. Κυρίως, έδειξε πως μία ομάδα μπορεί να έχει πλούσια παραγωγή ακόμα κι αν παρατάσσεται με λιγότερους από πέντε επιθετικούς.

Ακόμα μία τακτική «πινελιά», η οποία «φωτίζεται» ακόμα περισσότερο τη σημερινή εποχή, ήταν η οπισθοχώρηση ενός κεντρικού μέσου σε ρόλο κεντρικού αμυντικού, εφόσον παρουσιαζόταν τέτοια ανάγκη. Στην Ουγγαρία αυτό το έκανε ο μέσος Γιόζεφ Ζακάριας, με συνέπεια να… διπλασιάζει τα στόπερ στο σύστημα, να εκτοπίζει τους δύο πλάγιους μπακ ακόμα πιο κοντά στη γραμμή, με χώρους μπροστά τους για επελάσεις, και να σχηματίζει για πρώτη φορά σε υψηλό επίπεδο τετράδα άμυνας.

Τους έπεισε ο Γκούτμαν

Η σημασία της τετραμελούς άμυνας φάνηκε τέσσερα χρόνια αργότερα. Ένας εκ των Ούγγρων προπονητών, ο Γκούτμαν, το 1957 βρέθηκε να προπονεί τη Σάο Πάουλο, μία ομάδα που μεταξύ άλλων περιελάμβανε τους διεθνείς Ντίνο Σάνι, Μάουρο Ράμος, Νίλτον ντε Σόρντι και Ζιζίνιο.

Ο Γκούτμαν αποφάσισε να υιοθετήσει στην άλλη όχθη του Ατλαντικού το σύστημα που είχε τελειοποιήσει μαζί με τον Σέμπες και τον Μπούκοβι στην Ουγγαρία, το 4-2-4, με το οποίο το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα της χώρας του έκανε τη θαυματουργή πορεία των 50 αγώνων μεταξύ 1950 και 1956, με 42 νίκες και μόλις μία ήττα (στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1954).

Με αυτό το σύστημα, η Σάο Πάουλο κατέκτησε το πρωτάθλημα Παουλίστα του 1957, με τον Γκούτμαν να δίνει συμβουλές στην ποδοσφαιρική ομοσπονδία της Βραζιλίας για τους Ευρωπαίους αντιπάλους της «σελεσάο» στο επερχόμενο Παγκόσμιο Κύπελλο της Σουηδίας.

Δεν άφησαν τίποτα στην τύχη

Η εθνική Βραζιλίας ήταν πρωτοπόρος σε πολλά πράγματα εκείνη την εποχή και πήγε στη Σουηδία προετοιμασμένη στην εντέλεια. Ταξίδεψε με προπονητή τον Βισέντε Φέολα, έναν υπεύθυνο, έναν γιατρό, έναν οδοντίατρο, έναν αθλητικό ψυχολόγο, έναν λογιστή, έναν σκάουτ κι έναν γυμναστή.

Ο γιατρός, Ίλτον Γκόσλινγκ, ήταν αυτός που ανέλαβε να βρει το ξενοδοχείο της ομάδας και έλαβε υπόψιν ακόμα και την απόσταση από το γήπεδο όπου θα έδινε αγώνες η «σελεσάο», την ποιότητα των τοπικών εγκαταστάσεων, ακόμα και το κλίμα.

Ο θρύλος θέλει η ομοσπονδία να πετυχαίνει την αντικατάσταση των γυναικών υπαλλήλων του ξενοδοχείου με άντρες, προς αποφυγή… πειρασμών για τους παίκτες, έστω κι αν αποδείχθηκε ότι η βάση της Βραζιλίας στο Γκέτενμποργκ βρισκόταν κοντά σε παραλία γυμνιστών.

Όπως δεν άφηναν τίποτα στην τύχη του εκτός γηπέδου, οι Βραζιλιάνοι έκαναν το ίδιο κι εντός. Ο Φέολα χρησιμοποίησε το 4-2-4 και δικαιώθηκε στο έπακρο. Μόνο που δεν ήταν ένα επίπεδο 4-2-4, αλλά μία διάταξη που θύμιζε αρκετά 4-3-3 ή και 4-2-3-1, έστω -όπως έκανε και η Ουγγαρία- για να μπερδεύει τους αντιπάλους.

Ο διπλός ρόλος του Ζαγκάλο

Τον πιο σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιζε μία ποδοσφαιρική προσωπικότητα η οποία στις σύγχρονες γενιές έχει μείνει γνωστή για τον ρόλο της ως προπονητής ή συντονιστής των τελευταίων τριών κατακτήσεων Παγκοσμίου Κυπέλλου από την εθνική Βραζιλίας. Ο Μάριο Ζαγκάλο, όμως, συμμετείχε και στις δύο πρώτες κατακτήσεις και μάλιστα ως το «κλειδί» για τη διάταξη της εθνικής ομάδας.

Το «μικρό μυρμήγκι», όπως ήταν το παρατσούκλι του, αποτελούσε έναν αριστερό εξτρέμ, ο οποίος μετά από αυστηρές οδηγίες του προπονητή του στη Φλαμένγκο, Φλέιτας Σολίτς, γύριζε και μάρκαρε όταν οι συμπαίκτες του έχαναν την μπάλα, με συνέπεια να μοιάζει πολύ περισσότερο με έναν σημερινό φουλ μπακ, παρά με έναν παίκτη που ανήκε σε τετράδα ή πεντάδα επίθεσης.

«Όταν ο Φέολα ανέλαβε την εθνική ομάδα, κλήθηκα για πρώτη φορά. Έψαχνε για έναν παίκτη με αυτά τα χαρακτηριστικά και έπαιζα με αυτήν τη διπλή λειτουργία από το 1954. Πριν από τη διοργάνωση, ο Τύπος πάντα υποστήριζε ότι εγώ θα ήμουν αυτός που θα ‘κοβόταν’ από την αποστολή. Σταμάτησα να ακούω ραδιόφωνο, να βλέπω τηλεόραση, να διαβάζω εφημερίδες, ώστε να μην με επηρεάζει», θυμάται ο Ζαγκάλο στο περιοδικό «The Blizzard».

«Υπήρχαν άλλοι δύο παίκτες στη θέση μου που ήταν υποψήφιοι για το Παγκόσμιο Κύπελλο. Ο Πέπε με το πόδι – κανόνι και ο Κανιοτέιρο, ένας εξαιρετικός ντριμπλέρ. Όμως ήταν παίκτες που έπαιζαν στα 50 μέτρα, δεν γύριζαν πίσω όπως εγώ. Ήμουν διαφορετικός κι επειδή ήμουν διαφορετικός, πήγα στο Παγκόσμιο Κύπελλο. Είχα την ευκαιρία να παίξω στα φιλικά προετοιμασίας, ενώ εκείνοι είχαν προβλήματα με τα δόντια. Τα πήγα καλά, σκόραρα δύο φορές στο ντεμπούτο μου κόντρα στην Παραγουάη και κέρδισα έδαφος, καταλήγοντας να πάω στο Παγκόσμιο Κύπελλο».

«Οπότε, το 1958 υπό τον Φέολα παίζαμε 4-2-4, με παραλλαγή το 4-3-3 με έναν επιπλέον παίκτη στο κέντρο, εμένα. Θεωρούμασταν το αουτσάιντερ του ομίλου. Ίσως προκαλέσαμε έκπληξη στους Ευρωπαίους με τον τρόπο που παίξαμε. Παραμείναμε προστατευμένοι, όταν είχαμε την κατοχή της μπάλας».

Το τρόπαιο ήρθε (και) από την άμυνα

Με έναν 17χρονο Πελέ να δείχνει το ταλέντο του στις προπονήσεις για πρώτη φορά απέναντι στους απορημένους συμπαίκτες του, που δεν τον γνώριζαν λόγω του νεαρού της ηλικίας του, κι έναν Γκαρίντσα να διαθέτει μεγαλύτερη εμπειρία, αλλά να χρειάζεται κι αυτός παρέμβαση των διεθνών για να πειστεί ο Φέολα να τον καθιερώσει στο βασικό σχήμα, η Βραζιλία περνούσε τον έναν αντίπαλο μετά από τον άλλον.

Στις πρώτες τέσσερις αναμετρήσεις, κράτησε το μηδέν στα μετόπισθεν κι όταν δέχθηκε πρώτη φορά γκολ, από τη Γαλλία του ασταμάτητου Ζιστ Φοντέν (13 γκολ στο τουρνουά) και του κορυφαίου Ραϊμόν Κοπά (πήρε τη «Χρυσή Μπάλα» εκείνη τη χρονιά), σημείωσε υπερδιπλάσια και προκρίθηκε στον τελικό με νίκη 5-2. Εκεί, νίκησε τους διοργανωτές με το ίδιο σκορ και στέφθηκε για πρώτη φορά στην ιστορία της πρωταθλήτρια κόσμου.

«Πάντα είχαμε έναν ελεύθερο παίκτη στα μετόπισθεν. Όταν ο αντίπαλος έπαιζε με δύο κεντρικούς επιθετικούς, τότε ο αμυντικός μέσος μας (σ.σ. ο Ντίνο Σάνι ή ο Ζίτο) θα οπισθοχωρούσε ανάμεσά τους. Με μόλις έναν ‘φουνταριστό’, ένας από τους στόπερ μας μάρκαρε και ο άλλος ήταν ελεύθερος. Το να έχεις πάντα έναν ελεύθερο παίκτη σήμαινε ότι δεν διατρέχαμε κίνδυνο», πρόσθεσε ο Ζαγκάλο.

Ίδια ομάδα, τέσσερα χρόνια πιο γηρασμένη

Τέσσερα χρόνια αργότερα, άλλαξαν πολλά, όμως όχι η φιλοσοφία της Βραζιλίας. Στο «τιμόνι» βρισκόταν πλέον ο Μορέιρα, παίρνοντας τη θέση του Φέολα ο οποίος είχε αποχωρήσει λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας. Ο Μορέιρα, ο οποίος είχε προπονήσει ξανά την εθνική ομάδα, το 1953, προερχόταν από τρία χρόνια χωρίς διακρίσεις στην Παλμέιρας.

Όταν ανέλαβε τη «σελεσάο» έκρινε πως το προτιμότερο θα ήταν να μην προβεί σε πολλές αλλαγές. Εξάλλου, δεν ήταν εύκολο να διασπάσει την πρώτη ομάδα της Βραζιλίας που κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο. Οι διεθνείς του 1958 ήταν… βασιλιάδες και καθόριζαν τα πάντα στην ομάδα, με συνέπεια σχεδόν όλοι τους να βρεθούν και στα γήπεδα της Χιλής τέσσερα χρόνια αργότερα.

Αυτή η συνθήκη αύξησε κατά πολύ τον μέσο όρο ηλικίας του βασικού σχήματος της ομάδας. Ο Πελέ στα 21 του ήταν με διαφορά ο πιο μικρός βασικός παίκτης, ακολουθούσε ο Βαβά, παρτενέρ του στην επίθεση, που έπαιζε λίγο πιο μπροστά και αριστερά του, που ήταν 27 ετών, ο Γκαρίντσα ήταν έναν χρόνο μεγαλύτερος και ο Ζίτο με τον στόπερ Ζόζιμο ήταν 29 ετών. Όλοι οι υπόλοιποι είχαν μπει στα 30, με συνέπεια η ομάδα να έχει ανάγκη από κατάλληλο σύστημα που θα κάλυπτε τα μειονεκτήματα της προχωρημένης ηλικίας.

Η τρομερή ομάδα της Βραζιλίας

Στο τέρμα, ο Ζιλμάρ δεν είχε αντίπαλο και για ακόμα ένα Παγκόσμιο Κύπελλο θα ήταν βασικός. Στο δεξί άκρο της άμυνας, ο Τζάλμα Σάντος που αγωνίστηκε μόνο σε ένα παιχνίδι στο προηγούμενο τουρνουά, αλλά αυτό ήταν αρκετό για να συμπεριληφθεί στην κορυφαία ενδεκάδα της διοργάνωσης, δεν είχε πλέον τον Ντε Σόρντι από πάνω του στην ιεραρχία και άρχιζε βασικός. Στο αριστερό άκρο της άμυνας, για τρίτο διαδοχικό τουρνουά βασικός (ήταν και το 1950 ήταν στην αποστολή, αλλά δεν αγωνίστηκε) ο «διόσκουρός» του, Νίλτον Σάντος.

Τον ρόλο του «volante», του αμυντικού μέσου, όπως είναι γνωστός στη Βραζιλία από τον Κάρλος Βολάντε της Φλαμένγκο, που από το 1941 αναλάμβανε αποστολή «καταστροφέα» στο κέντρο, είχε ο Ζίτο, ενώ δίπλα του, ρόλο οργανωτή έπαιζε ξανά ο Ντιντί.

Δεξιά στην επίθεση, ο Γκαρίντσα είχε καθιερωθεί πια, όπως και ο Πελέ δίπλα του και λίγο πιο μπροστά. Ο Βαβά ήταν ο πιο προωθημένος επιθετικός του σχήματος, αφού ο Ζοζέ Αλταφίνι, που πήρε μερικά παιχνίδια το 1958, είχε αλλάξει υπηκοότητα μετά από τη μεταγραφή του στη Μίλαν και αγωνιζόταν στην εθνική Ιταλίας. Αριστερά, ακλόνητος κι αυτός, ο Ζαγκάλο.

Ο Μάουρο απαίτησε να αγωνιστεί κι έπαιξε

Το μεγάλο πρόβλημα εντοπιζόταν στα στόπερ. Ο 29χρονος Ζόζιμο της Μπανγκού έμοιαζε η πιο «φρέσκια» επιλογή για αριστερό στόπερ και για την άλλη θέση στα δεξιά έριζαν ο αρχηγός και ο υπαρχηγός της εθνικής Βραζιλίας. Ο Ιλντεράλντο Μπελίνι ήταν ο μεγάλος ηγέτης, που κατόπιν υπόδειξης των φωτογράφων που δεν έβλεπαν στον συνωστισμό το 1958, έγινε ο πρώτος νικητής αρχηγός που σήκωσε ψηλά το τρόπαιο του Παγκοσμίου Κυπέλλου, κίνηση που καθιερώθηκε στη συνέχεια.

Ο Μάουρο Ράμος, κατά έναν χρόνο πιο μικρός, ήταν ο αναπληρωματικός του, ο οποίος περίμενε την ευκαιρία του. Το 1962 θεώρησε ότι αυτή ήρθε, όταν αγωνίστηκε σε όλα τα φιλικά προετοιμασίας, εξαιτίας τραυματισμού του Μπελίνι. Μία μέρα, όμως, ο Αϊμορέ είπε στον Μάουρο: «Δεν θα αγωνιστείς (σ.σ. στο Παγκόσμιο Κύπελλο). Θα προτιμήσω τον Μπελίνι». «Έπαιξα σε όλα τα φιλικά προετοιμασίας. Δεν παραπονέθηκα που ήμουν αναπληρωματικός το ’58. Σήμερα, όμως, είμαι βασική επιλογή και δεν αλλάζει», απάντησε θυμωμένα ο Μάουρο. Τότε, ο Αϊμορέ έκανε στροφή 180 μοιρών και αποκρίθηκε: «Εντάξει, λοιπόν, απλά ήθελα να δω την ψυχολογική κατάστασή σου».

Ο Μάουρο όχι μόνο αγωνίστηκε, αλλά συμμετείχε σε όλα τα παιχνίδια, με τον Μπελίνι να βλέπει την πορεία προς τον θρίαμβο από τον πάγκο, σε μία αντιστροφή δεδομένων σε σχέση με το 1958. «Αν είχε κρατήσει το στόμα του κλειστό, δεν θα αγωνιζόταν. Ο Αϊμορέ ήταν καλός προπονητής, όμως του έλειπε η πυγμή», υποστηρίζει ο Ζαγκάλο.

Ο Πελέ χτύπησε, η Βραζιλία το κατέκτησε

Ο τελευταίος ήταν ο πρωταγωνιστής στο πιο μεγάλο «επεισόδιο» που υπήρξε με παίκτες και Μορέιρα, το οποίο οδήγησε και σε μία μεγάλη παρεξήγηση καταστάσεων που διασώζεται μέχρι και σήμερα.

Ο Ζαγκάλο, αν και 30 ετών, ήταν βασικός στην αριστερή πτέρυγα και εξακολουθούσε να είναι πολύ χρήσιμος. Όπως γράφει ο Πελέ στην αυτοβιογραφία του, το Μεξικό παρουσιάστηκε πιο προετοιμασμένο και οργανωμένο στο παιχνίδι της πρεμιέρας, με αποτέλεσμα η Βραζιλία να αφήσει το 4-2-4 και να το γυρίσει σε 4-3-3 χάρη στην ευελιξία που υπήρχε λόγω Ζαγκάλο.

Ο εξτρέμ της Μποταφόγκο (από το 1958) ήταν και ο σκόρερ του πρώτου τέρματος της Βραζιλίας στο τουρνουά, στο 56ο λεπτό, με τον Πελέ να κάνει το 2-0 στο 73′, σε ένα από τα καλύτερα παιχνίδια της καριέρας του με την εθνική ομάδα. Το «μαύρο διαμάντι» βρισκόταν στην κορυφαία περίοδο της ζωής του, από το 1960 μέχρι το 1964, ωστόσο δεν πρόλαβε να το δείξει, αφού στο παιχνίδι της 2ης αγωνιστικής των ομίλων με αντίπαλο την Τσεχοσλοβακία, υπέστη μυικό τραυματισμό.

Σε μία εποχή δίχως αλλαγές, χρειάστηκε να αγωνιστεί κουτσαίνοντας στο μεγαλύτερο μέρος του αγώνα, να μην καταφέρει να προσφέρει τίποτα και το παιχνίδι να ολοκληρωθεί ισόπαλο δίχως σκορ. Ο γιατρός δεν του επέτρεψε να αγωνιστεί ξανά στο τουρνουά και τη θέση του πήρε ο κατά έναν χρόνο μεγαλύτερος Αμαρίλντο.

Ο επιθετικός της Μποταφόγκο δικαίωσε τον Μορέιρα για την επιλογή του στο παιχνίδι της 3ης αγωνιστικής των ομίλων, σημειώνοντας και τα δύο γκολ στην ανατροπή 2-1 της Βραζιλίας κόντρα στην Ισπανία του Αλφρέδο ντι Στέφανο, του Φέρεντς Πούσκας, του Πάκο Χέντο, του Χοακίν Πεϊρό, του Χοσέ Σανταμαρία, του Λουίς Σουάρεθ, του Λουίς ντελ Σολ και του Ελένιο Ερέρα στον πάγκο.

Ο Αμαρίλντο πήρε τη θέση του Πελέ στην ενδεκάδα, ο Γκαρίντσα πήρε τις ευθύνες του Πελέ στην ομάδα και με διάταξη 4-3-3, η εθνική Βραζιλίας προχώρησε μέχρι την κατάκτηση του τροπαίου. Το τουρνουά χαρακτηρίστηκε ως εποποιία του Γκαρίντσα, έστω κι αν στον τελικό κόντρα στην Τσεχοσλοβακία ήταν κακός και τα κάστανα από τη «φωτιά» έβγαλε ο Ζίτο, με τον Αμαρίλντο να σκοράρει ξανά. Αρκετό μερίδιο της επιτυχίας, όμως, πιστώθηκε στον Μορέιρα και στην αλλαγή συστήματος λόγω του… τραυματισμού του Πελέ.

Ο Ζαγκάλο δεν άκουγε τον Μορέιρα

Κάτι τέτοιο όχι μόνο δεν συνέβη, αφού εξάλλου 4-3-3 κατά κάποιον τρόπο η Βραζιλία έπαιζε από το 1958, αλλά η πιο καθαρή μετάβαση από το 4-2-4 έγινε στην πρεμιέρα, πριν τραυματιστεί ο επιθετικός ηγέτης εκείνης της ομάδας. Μάλιστα, αυτή η μεταβολή στη διάταξη δεν ήταν καν αποτέλεσμα των εντολών του Μορέιρα, αλλά οφείλεται στην άρνηση του Ζαγκάλο να υπακούσει τις εντολές του προπονητή του!

«Ο Μορέιρα δεν ήθελε να γυρίζω στο κέντρο και να γίνεται το σύστημα 4-3-3. Στις προπονήσεις σταματούσε συνέχεια το παιχνίδι και μου έλεγε ‘δεν θέλω να γυρίσεις πιο πίσω. Θέλω να μένεις ψηλά στο γήπεδο’. Και του έλεγα ‘ΟΚ’, όμως όταν ερχόταν ο αγώνας, θα συνέχιζα τη διπλή λειτουργία μου (σ.σ. εκτός από τις επιθετικές υποχρεώσεις του), να γυρίζω πίσω και να καλύπτω τον αριστερό μπακ, Νίλτον Σάντος, ο οποίος ήταν 37 εκείνη την περίοδο».

«Στο δεύτερο παιχνίδι, το ίδιο πράγμα. Δεν ήθελε να γυρίζω, όμως εγώ επέστρεφα. Όχι λόγω ανυπακοής, αλλά επειδή ήταν ο τρόπος που είχα συνηθίσει να αγωνίζομαι. Μετά ήρθε το τρίτο παιχνίδι και το έκανα ξανά και στο τέταρτο παιχνίδι είχε αλλάξει γνώμη. ‘Κοίτα Ζαγκάλο, πήγαινε πάνω κάτω, συνέχισε τη διπλή λειτουργία σου’. Κι έτσι έγινε».

«Καλός προπονητής, αλλά…»

Η ανεξάντλητη ενέργεια του Ζαγκάλο αποτέλεσε «κλειδί» ώστε η Βραζιλία να καλύψει τις αδυναμίες του 37χρονου αριστερού μπακ της, να προσθέσει έναν παίκτη στη μεσαία γραμμή και να διαμορφώσει ίσως το πρώτο τόσο λειτουργικό δίδυμο παικτών στην ίδια πτέρυγα, σε τόσο υψηλό επίπεδο.

«Ήταν ένας καλός προπονητής, όμως προτιμούσε παραδοσιακούς ακραίους επιθετικούς. Αν έπαιζα με αυτόν τον τρόπο, θα αποδιοργάνωνα όλο το σύστημα που μας έφερε το Παγκόσμιο Κύπελλο στη Σουηδία και που μας πήγαινε καλά και στη Χιλή», θυμάται ο Ζαγκάλο.

Ο Μορέιρα στέφθηκε εν τέλει πρωταθλητής κόσμου και μπορεί να μην έκανε πιο σημαντικά πράγματα στη συνέχεια, παρότι ανέλαβε ξανά τη Βραζιλία το 1967-1968, αποτελεί κι αυτός, όμως, μέρος στη «χρυσής» ιστορίας της χώρας στο Παγκόσμιο Κύπελλο.

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...