Η Ιταλία είχε πάντα παικταράδες

4 Ιουνίου 1983 – 4 Ιουνίου 2019: 36 χρόνια μετά την πρώτη φορά που η εθνική ομάδα μπάσκετ της Ιταλίας αναρριχήθηκε στην κορυφή της Ευρώπης, το Sport-Retro.gr έφτιαξε μια λίστα μ’ εκείνους τους 12 διεθνείς παίκτες που άφησαν το αποτύπωμά τους στο ευρωπαϊκό και όχι μόνο στερέωμα. Θα θυμηθείς πολλές προσωπικότητες του σπορ.

*Κάντε like στο Facebook για να μαθαίνετε άμεσα τις ιστορίες της πιο… ρετρό ιστοσελίδας της χώρας

***

Από παράδοση το ιταλικό μπάσκετ άλλο τίποτα. Δύο ευρωπαϊκοί τίτλοι κοσμούν την τροπαιοθήκη της Ομοσπονδίας, ο πρώτος εκ των οποίων σαν σήμερα (4 Ιουνίου) στο Εurobasket του 1983 στη Γαλλία. Όπως και ο δεύτερος το 1999, ξανά με αντίπαλο την Ισπανία.

Οι κορυφαίοι παίκτες εκείνης της ομάδας διάγουν την έβδομη 10ετία της ζωής τους. Παραμένουν ωστόσο πρεσβευτές μιας χώρας που άφησε μπασκετική κληρονομιά. Όπως και μεταγενέστερους αστέρες.

Εμείς επιλέξαμε 12 εξ αυτών, συνθέτοντας μια ιδανική ομάδα, με κοντούς και ψηλούς, σκόρερς και ριμπάουντερς.

Θυμηθείτε τους:

Ντίνο Μενεγκίν

Το ιερό τοτέμ του ιταλικού μπάσκετ! Προτού καν συμπληρώσει 17 χρόνια ζωής είχε ήδη συμμετοχή στην ανδρική ομάδα της (θρυλικής) Βαρέζε, με την οποία κατέκτησε 5 Κύπελλα Πρωταθλητριών, και ολοκλήρωσε την επαγγελματική καριέρα του, αφού πρώτα έκλεισε τα 44!

Ως παίκτης της Μιλάνο πλέον, με την οποία συνδέθηκε επαγγελματικά καθ’ όλη τη δεκαετία του ’80 (1980-1990), όντας δύο φορές ο κορυφαίος παίκτης της Ευρώπης και ισάριθμες Πρωταθλητής Ευρώπης. Αγωνίστηκε επίσης στην Τριέστε.

Αποτέλεσε πρότυπο αθλητή, μακράν του δεύτερου ο κορυφαίος σέντερ που ανέδειξε η γείτονα χώρα, έχοντας σκοράρει περισσότερους από 8.500 πόντους σε 836 αγώνες.

 

Ρενάτο Βιγιάλτα

Στη βενετσιάνικη Μέστρε διέβη την πρώτη 5ετία της πορείας του ο γεννημένος στο Τρεβίζο φόργουορντ/σέντερ, αλλά στη Βίρτους Μπολόνια (που πλήρωσε 400.000.000 λιρέτες για να τον αγοράσει) στέριωσε για 13 σεζόν (1976-89).

Προσπαθούσε να κοιτάξει στα μάτια τον Ντίνο Μενεγκίν, χάρη στα 204 εκατοστά του ύψους του, αλλά δεν ήταν ποτέ εύκολο να λειτουργήσει ως αντίπαλο δέος.

Κυρίως τον συμπλήρωνε στην εθνική ομάδα (206 συμμετοχές), χωρίς να υστερεί σε πρωτοβουλίες – τρίτος σκόρερ όλων των εποχών (2.277 πόντοι).

Κέρδισε επάξια μια θέση στο Hall of Fame του ιταλικού μπάσκετ (2013), ως εξαργύρωση της πολύχρονης συμβολής του.

 

Πιερλουίτζι Μαρτζοράτι

Ο πρώτος σε συμμετοχές Ιταλός διεθνής με 278 συμμετοχές. Ο πόιντ γκαρντ των πέντε 10ετιών, καθώς εμφανίστηκε στα τέλη των 60s’ και χωρίς ν’ αφήσει ποτέ την Καντού (1969-1991) έφτασε να παίζει επαγγελματικά ως το 1991.

Κατέκτησε μαζί της (πέρα από δύο πρωταθλήματα) δύο φορές το Πρωταθλητριών, τέσσερις το Κυπελλούχων, άλλες τόσες το Korać και δύο το Διηπειρωτικό.

Το 2006, στα 54 του, επανεμφανίστηκε με τη φανέλα της μοναδικής ομάδας που υπηρέτησε, προκειμένου να είναι παρών στα 70ά γενέθλιά της. Αγωνίστηκε δύο λεπτά στη νίκη επί της Τρεβίζο.

 

Ρομπέρτο Μπρουναμόντι

Λίγο πιο σύγχρονος του Μαρτζοράτι – σε όλα τα επίπεδα. Πιο ψηλός, αλλά εξίσου ταχύς, πιο αξιόπιστος σκόρερ και καλύτερος αμυντικός.

Η Ριέτι ήταν η ομάδα που τον σύστησε, αλλά ως στέλεχος της Βίρτους Μπολόνια η φήμη του εκτοξεύτηκε, κερδίζοντας εννέα τίτλους (Κύπελλο Κυπελλούχων, τέσσερα πρωταθλήματα, τρία κύπελλα, ένα Σούπερ Καπ).

Για τον ΠΑΟΚ ήταν το αγκάθι που δεν του επέτρεψε να φτάσει ως τον τελικό του Κυπελλούχων (1990) έχοντας ένα προσωπικό κρεσέντο στον πρώτο ημιτελικό της Μπολόνια, όταν διαμορφώθηκε το 77-57. Ένα -20 που δεν καλύφθηκε στο Παλέ, παρά το 100-94.

 

Αντονέλο Ρίβα

Καλύτερο σουτέρ από τον Λομβαρδό γκαρντ το ιταλικό μπάσκετ δεν ανέδειξε ποτέ. Από εκείνους τους αδίστακτους τύπους των 80s’-90s’ οι οποίοι, με ή χωρίς σκριν, με ισορροπία ή άνευ, που κατέστρεφαν κάθε αμυντικό σύστημα του αντιπάλου.

Δεν χρειάζονταν χώρο, απλώς να βρεθούν με την μπάλα στα χέρια. Στην Καντού αγωνίστηκε για 12 χρόνια (1977-1989), προτού γίνει βασικό στέλεχος της Μιλάνο και της Πέζαρο.

Συνέχισε να παίζει ως το 2005, γιατί δεν ήθελε να σταματήσει. Δύο φορές Πρωταθλητής Ευρώπης, άλλες τρεις Κυπελλούχος κι άλλη μία κάτοχος του Korać, συμπεριελήφθη στη λίστα των καλύτερων 50 Ευρωπαίων παικτών της ιστορίας.

Είναι ο αρχισκόρερ στην ιστορία της εθνικής ομάδας, ο μοναδικός με περισσότερους από 3.000 πόντους (3.785) σε μόλις 213 παιχνίδια!

 

Άριο Κόστα

Όχι ο πιο τεχνίτης σέντερ του κόσμου, ασύγκριτα κατώτερος του Μενεγκίν, μα ταυτόχρονα μια φιγούρα αλησμόνητη από τα 80s’.

Ψηλόλιγνος και μονοκόμματος σέντερ, με μακριά άκρα όμως που του επέτρεπαν να κρύβει το καλάθι και ν’ αποκομίζει πλεονέκτημα όταν έπαιζε άμυνα.

Στην Μπρέσια πρωτόπαιξε, αλλά στην Πέζαρο έγινε σύμβολο, κατέχοντας αρχηγικό ρόλο εντός κι εκτός παρκέ.

O Άριο Κόστα κατέκτησε δύο πρωταθλήματα και δύο κύπελλα, ενώ το 2013 επέστρεψε για να αναλάβει την προεδρία της.

 

Βάλτερ Μανίφικο

Από τις περιπτώσεις που τα φαινόμενα ενός κακοδουλεμένου κορμιού και ενός αμφίβολου παρουσιαστικού απατούν.

Πάουερ φόργουορντ με πλειάδα κινήσεων, εκμεταλλευόταν κάθε πιθαμή χώρου και με την εξυπνάδα «εφεύρισκε» πάντα τον τρόπο να στείλει την μπάλα στο καλάθι.

Δεν ήταν εύκολο να τον αντιμετωπίσεις γιατί δρούσε ύπουλα και αθόρυβα, φρόντιζε να παίρνει τις κατάλληλες θέσεις και να φτιάχνει τις προϋποθέσεις για να κάνει εύκολη τη ζωή του.

Στη Φορτιτούντο Μπολόνια έπαιξε μόνο ένα χρόνο (1979-80), προτού γίνει… εντοιχιζόμενος στην Πέζαρο για 16 χρόνια (1980-1996). Αγωνίστηκε ακόμη στη Βίρτους Μπολίνια, στη Ρόμα και στη Φιρέντζε, αλλά ήταν πια μεγάλος για να κάνει τη διαφορά.

Πέμπτος σε συμμετοχές και έκτος σκόρερ στην ιστορία του αντιπροσωπευτικού πρωταθλήματος.

 

Ρικάρντο Πίτις

Χαρακτηριστική μορφή και σταθερή αξία για μια γεμάτη 20ετία (1984-2004). Η καριέρα του μοιράστηκε μεταξύ Μιλάνο και Τρεβίζο, αφήνοντας το δικό του ανεξίτηλο σημάδι.

Πρόφτασε την εποχή της Τρέισερ που κατέκτησε δύο πανευρωπαϊκούς τίτλους, αλλά κι αυτήν της Μπενετόν που κυριάρχησε στο ιταλικό στερέωμα με 13 συνολικά τίτλους.

Σμολ φόργουορντ με έφεση στο αμυντικό κομμάτι, αναλάμβανε πάντα δύσκολες αποστολές να φέρει εις πέρας.

Όχι πως δεν είχε τρόπο να σκοράρει, είτε σουτάροντας απ’ έξω είτε βρίσκοντας διόδους για να τελειώσει φάσεις από κοντά.

 

Νάντο Τζεντίλε

Δεν ήταν ο πιο κοντρολαρισμένος πόιντ γκαρντ που προέκυψε από την παραγωγική διαδικασία του ιταλικού μπάσκετ.

Διέθετε εκείνη την τρέλα που δεν είχαν άλλοι, το απρόοπτο, το ξαφνικό, την άγνοια κινδύνου που ήταν ικανή να μεταβάλει τα δεδομένα και να επηρεάσει την εξέλιξη ενός αγώνα.

Στην Καζέρτα, η οποία απέσυρε το δικό του 5, έμεινε για εννέα σεζόν, προτού η… Στεφανέλ τον πληρώσει για την Τριέστε και τον στείλει στο Μιλάνο για μια 4ετία.

Οι Ούντινε, Ρετζιάνα και Σιένα ακολούθησαν μετά από μια τριετία στον Παναθηναϊκό. Με τον οποίο κατέκτησε το μοναδικό ευρωπαϊκό της καριέρας του, το 2000, στη Θεσσαλονίκη.

 

Κάρλτον Μάγερς

Γεννημένος στο Λονδίνο στις 30 Μαρτίου του 1971, μέχρι τα 17 του έπαιζε μπάσκετ για να εμπλουτίζει τις ελεύθερες ώρες μ’ ένα σπορ.

Με πατέρα σαξοφωνίστα ο μικρός Έτορε Φραντσέσκο (όπως ήταν τα δύο μεσαία ονόματά του) προοριζόταν να κάνει καριέρα στο… πεντάγραμμο, προτού καταλάβει πως ήταν φτιαγμένος για τον πορτοκαλί κόσμο.

Άφησε το μουσικό σχολείο και αφοσιώθηκε στο μπάσκετ, ανήκοντας στη Ρίμινι, πόλη στην οποία είχε εγκατασταθεί η οικογένειά του. Από την πρώτη στιγμή ξεχώρισε για την ερωτική επαφή που είχε με το καλάθι και σταδιακά εξελίχθηκε σε μια καλαθομηχανή παραγωγής πόντων.

Το γεγονός και μόνο ότι σε αγώνα έχει σκοράρει 87 πόντους τον καθιστά ως ιστορική φυσιογνωμία. Με 1.825 πόντους πρόλαβε να μπει στην πρώτη 10άδα των αρχισκόρερ της Εθνικής χωρίς να είναι καν μεταξύ των παικτών με τις περισσότερες συμμετοχές.

 

Στέφανο Ρουσκόνι

Στις 2 Οκτωβρίου κλείνει τα 51 του ο παλαίμαχος Ιταλός σέντερ.

Με 6 χρόνια στη Βαρέζε, αλλά κυρίως μια σπουδαία 4ετία στην Τρεβίζο του Τόνι Κούκοτς, όντας ο πολυτιμότερος παίκτης του ιταλικού πρωταθλήματος το 1994-95.

Ο ξανθομάλλης ψηλός έφτασε να παίξει για μία σεζόν στο ΝΒΑ, χωρίς όμως να κάνει αισθητή την παρουσία του στους Φίνιξ Σανς.

Γύρισε για να αποκαταστήσει το όνομά του, παίζοντας σε Μπασκόνια, αλλά κυρίως στη Μιλάνο.

 

Γκρεγκόρ Φούτσκα

Ένας από τους ψηλούς των mid-90s’ που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο παιζόταν η θέση του πάουερ φόργουορντ.

Γεννηθείς στο Κράνι της Σλοβενίας, πρωτόπαιξε μπάσκετ στην Ολίμπια, αλλά μετά τη διάσπαση της πρώην Γιουγκοσλαβίας μετακόμισε στη γειτονική Τεργέστη κι έγινε κομμάτι της Τριέστε των Τάνιεβιτς – Μποντιρόγκα.

Μαζί με τον χορηγό έφυγε και ο ίδιος για το Μιλάνο, προτού η Φορτιτούντο Μπολόνια γίνει το νέο λιμάνι του.

Στην Μπαρτσελόνα πέρασε άλλα τέσσερα χρόνια της διαδρομής του, κατακτώντας τη Euroleague του 2003.

Έχοντας λάβει από νωρίς την ιταλική υπηκοότητα έφτασε να γίνει ο έβδομος σκόρερ της δεύτερης πατρίδας του, πίσω μόνο από ιερά τέρατα του μπάσκετ της γείτονας.

Knick the Greek

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...