Η διελκυστίνδα του Κότσις με τον Πούσκας και το άλμα θανάτου στα 49 του

Ο Σάντορ Κότσις αποτελεί ίσως τον πιο υποτιμημένο επιθετικό στην ιστορία. Διαθέτει μία πλειάδα ακατάρριπτων μέχρι σήμερα ρεκόρ σκοραρίσματος κι όμως έμαθε να ζει στη σκιά του Φέρεντς Πούσκας σε Ουγγαρία και Ισπανία!

Ένας ποδοσφαιριστής με 450 γκολ σε 475 επίσημους αγώνες και κάμποσα ακόμα σε φιλικά με συλλόγους και εθνική ομάδα που δεν αναγνωρίζονται από τη FIFA δεν γίνεται να μην κατέχει τη δική του, ολόχρυση σελίδα στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου.

Κι όμως, ο τραγικός και ανεξήγητος -επισήμως- θάνατός του στις 22 Ιουλίου 1979, σε ηλικία μόλις 49 ετών, ίσως να παίζει κάποιον σημαντικό ρόλο στην υστεροφημία του «Χρυσού Κεφαλιού».

Έπαιξε μαζί με το ίνδαλμά του

Ο Κότσις γεννήθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 1929 στη Βουδαπέστη. Γιος ξυλουργού, ο οποίος έπαιζε ποδόσφαιρο ως κεντρικός αμυντικός στην ουγγρική Έκσερες, όμως αναγκάστηκε να διακόψει την καριέρα του, όταν τραυματίστηκε στο πόδι κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ως παιδί, ο Κότσις πήγαινε σχολείο δίπλα στο γήπεδο της Φερεντσβάρος και φυσιολογικά αγάπησε τον σύλλογο και το τότε αστέρι του, Γκιόργκι Σάροσι, έναν ποδοσφαιριστή με 421 γκολ σε 450 παιχνίδια και πρωταγωνιστή στην πορεία της εθνικής Ουγγαρίας μέχρι τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1938.

Τα θέματα του Sport-Retro.gr για την Ουγγαρία

Η μοίρα τα έφερε έτσι ώστε μετά από μία σεζόν στην Κομπάνιαλ το 1945-1946 και το ντεμπούτο του στο πρωτάθλημα Ουγγαρίας σε ηλικία 17 ετών, ο Κότσις να πάρει μεταγραφή στη Φερεντσβάρος, όπου αγωνίστηκε στο πλευρό του ινδάλματός του για τις επόμενες δύο σεζόν, μέχρι να του παραδοθεί η «σκυτάλη» του σκοραρίσματος. Μάλιστα, τη σεζόν που αποχώρησε ο Σάροσι, το 1948-1949, ο Κότσις πανηγύρισε το πρώτο πρωτάθλημα της καριέρας του.

Η κόντρα του με τον Πούσκας για τα γκολ

Την ίδια περίοδο, στο ουγγρικό ποδόσφαιρο άρχισε να μεσουρανεί ακόμα ένα αξεπέραστο επιθετικό ταλέντο, ο Πούσκας. Όντας 2,5 χρόνια μεγαλύτερος από τον Κότσις, άρχισε νωρίτερα την καριέρα του, τόσο σε συλλόγους όσο και σε εθνική ομάδα κι έχοντας τον πατέρα του να εργάζεται ως προπονητής σε κορυφαίο επίπεδο, οι πόρτες του άνοιγαν διάπλατα.

Από τη σεζόν 1945-1946 ήταν βασικός στην Κίσπεστ, έχοντας ήδη τέσσερα ενεργά χρόνια πίσω του, και από το 1948-1949 έδινε μάχη με τον Κότσις στον πίνακα των σκόρερ. Εκείνη τη χρονιά σημείωσε 46 γκολ ο Πούσκας και 33 ο Κότσις (αν και ο Φέρεντς Ντεάκ είχε 59 και ο Φέρεντς Σούσα 37).

Την επόμενη χρονιά, ο Πούσκας ήταν αυτός που στέφθηκε πρωταθλητής Ουγγαρίας και πήρε τον τίτλο του 1ου σκόρερ με 31 γκολ, ο Κότσις έμεινε πίσω του στο πρωτάθλημα και στη λίστα των σκόρερ με 21 γκολ, ενώ ανάμεσά τους βρέθηκαν οι Νάντορ Χιντεγκούτι (22 γκολ, ΜΤΚ) και Σιλάγκι Γκιούλα (22 γκολ, Βάσας).

Έγιναν συμπαίκτες και… τσακώνονταν

Το καλοκαίρι του 1950 συνέβησαν κοσμοϊστορικά πράγματα στο ουγγρικό ποδόσφαιρο, αφού με την εγκαθίδρυση του κομμουνιστικού καθεστώτος, η Χόνβεντ πέρασε στα χέρια του στρατού της χώρας και με «εγκέφαλο» τον προπονητή Γκούσταβ Σέμπες, επιχειρήθηκε να γίνει μαζί με την ΜΤΚ σχεδόν αποκλειστική «τροφός» την εθνικής ομάδας.

Γι’ αυτόν τον λόγο, στο πλευρό του Πούσκας και του Γιόζεφ Μπόζικ βρέθηκαν παίκτες όπως ο Κότσις, ο Γκιούλα Γκρόσιτς, ο Λάσλο Μπουντάι (αργότερα προστέθηκαν οι Ζόλταν Τσίμπορ, Γκιούλα Λόραντ κ.ά.), διαλύοντας τον εγχώριο ανταγωνισμό, αλλά όχι και τον… εσωτερικό.

Στην επίθεσή της, η Χόνβεντ είχε τον κοντό αλλά θαυματουργό «καλπάζοντα συνταγματάρχη» Πούσκας και τον ύψους 1,77μ. «χρυσοκέφαλο» Κότσις. Όπως ήταν φυσικό, οι συμπαίκτες τους είχαν πρόβλημα για το πού θα δώσουν την τελική πάσα, αφού οι δυο τους βρίσκονταν σε μόνιμο διαγωνισμό για το ποιος θα σκοράρει περισσότερες φορές.

«Μόνο ο Κότσις θα τολμούσε να το πει αυτό»

Χαρακτηριστικό το παράδειγμα των ημιτελικών του ολυμπιακού ποδοσφαιρικού τουρνουά το 1952 κόντρα στη Σουηδία, όπου η εθνική Ουγγαρίας πήγε στα αποδυτήρια για το ημίχρονο μπροστά στο σκορ με 3-0. Δύο σέντρες του Τσίμπορ έδωσαν την ευκαιρία στον Πούσκας να στείλει την μπάλα στα δίχτυα (το 2ο γκολ με παρέμβαση και του Γκέστα Λιντ), ενώ ο Πέτερ Παλότας σημείωσε το άλλο τέρμα. Το πρώτο μετάλλιο στην ιστορία της χώρας στο ποδόσφαιρο διαφαινόταν στον ορίζοντα, όμως υπήρχε ένας παίκτης με έντονη δυσαρέσκεια στα αποδυτήρια.

«Μου είπε να σταματήσω να σεντράρω χαμηλά για τον Πούσκας και ότι αν επιχειρούσα περισσότερες σέντρες στον αέρα, θα είχαμε σκοράρει περισσότερο. Ο Πούσκας ήταν ο καλύτερος παίκτης στον κόσμο. Δεν νομίζω ότι κάποιος άλλος θα τολμούσε να ενοχληθεί», δήλωσε ο Τσίμπορ, επί χρόνια συμπαίκτης και φίλος του Κότσις.

Παρ’ όλα αυτά, «υπάκουσε» στις οδηγίες και άρχισε να επιχειρεί τόσο ψηλές όσο και χαμηλές σέντρες. Ο Κότσις σημείωσε δύο γκολ στο 2ο ημίχρονο και η Ουγγαρία προκρίθηκε στον τελικό. Εκεί βρήκαν δίχτυα αμφότεροι, και η Ουγγαρία κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο, με τον Κότσις να σκοράρει σε όλα τα παιχνίδια της χώρας του στο τουρνουά.

Ο Κότσις προσπέρασε τον Πούσκας

Η άτυπη «μονομαχία» τους συνεχίστηκε και στο εγχώριο πρωτάθλημα, παρότι συμπαίκτες πλέον. Το 1950 ο Πούσκας σημείωσε 25 γκολ και ο Κότσις ένα λιγότερο τερματίζοντας στις πρώτες θέσεις του πίνακα των σκόρερ, την επόμενη σεζόν ο Κότσις προσπέρασε τον Πούσκας (30 έναντι 21) και χρίστηκε για πρώτη φορά πρώτος σκόρερ στην Ουγγαρία.

Το 1952, ο Κότσις σημείωσε 36 γκολ και όχι μόνο ήταν πρώτος σκόρερ στην Ουγγαρία (ο Πούσκας σημείωσε 22), αλλά αναδείχθηκε και κορυφαίος σκόρερ του κόσμου μεταξύ των πρώτων κατηγοριών των πρωταθλημάτων (δεν υπήρχε ακόμα ο διαγωνισμός του «Χρυσού Παπουτσιού»). Το 1953 ο Πούσκας ανέκτησε τα «σκήπτρα» με 27 γκολ έναντι 24 (και πάλι κατέλαβαν τις δύο πρώτες θέσεις του πίνακα των σκόρερ), ενώ το 1954, εκείνη την ιστορική χρονιά, οι Μαγυάροι μπορεί να μην κατέκτησαν το Παγκόσμιο Κύπελλο, όμως ο Κότσις κατέκτησε τον κόσμο, αφού με τα 33 τέρματά του (21 ο Πούσκας) έγινε ξανά ο κορυφαίος σκόρερ της σεζόν σε πρώτη κατηγορία πρωταθλημάτων.

Το 1955 η Χόνβεντ είχε ξανά δύο παίκτες στις δύο πρώτες θέσεις των σκόρερ του πρωταθλήματος, αλλά όχι τους δύο συνήθεις υπόπτους. Ο Τσίμπορ σημείωσε 20 γκολ, όσα και ο Φέρεντς Μάχος, με τον Πούσκας να έχει 18 και τον Κότσις 17. Το 1956, το πρωτάθλημα δεν ολοκληρώθηκε ποτέ λόγω της Ουγγρικής Επανάστασης που άρχισε στις 23 Οκτωβρίου, με συνέπεια οι δυο τους να αφήσουν ανοιχτούς λογαριασμούς.

Ξανά στη «σκιά» του Πούσκας

Μετά από δύο χρόνια περιπλάνησης με τη Χόνβεντ σε διεθνείς τουρνέ και με την Γιανγκ Φέλοους της Ζυρίχης στο ελβετικό πρωτάθλημα (όπου σε 11 παιχνίδια πρωταθλήματος σημείωσε 7 γκολ και τερμάτισε στην 7η θέση του 1957-1958), η FIFA πείστηκε να επιτρέψει στους Ούγγρους που είχαν αυτομολήσει να ενταχθούν σε άλλα πρωταθλήματα και ο Κότσις, ως ένας εξ αυτών, βρέθηκε στην Μπαρτσελόνα μετά από προτροπή του Τσίμπορ και του Λάσλο Κουμπάλα.

Στην Primera Division «αναβίωσε» την κόντρα του με τον Πούσκας, ο οποίος βρισκόταν στη Ρεάλ και διέπρεπε στο πλευρό του Αλφρέντο ντι Στέφανο. Μόνο που και σε αυτήν την περίοδο της ζωής τους, ο Κότσις βρέθηκε στη σκιά του Πούσκας.

Παρότι στις δύο πρώτες σεζόν συνύπαρξης η Μπαρτσελόνα στέφθηκε πρωταθλήτρια Ισπανίας, η Ρεάλ έκανε το κάτι παραπάνω, αφού τις ίδιες χρονιές κατέκτησε το Κύπελλο Πρωταθλητριών, φτάνοντας τα πέντε σερί. Από τη μία, ο Πούσκας ήταν βασικός και αναντικατάστατος, σημειώνοντας 46 γκολ στο πρωτάθλημα αυτές τις δύο σεζόν, από την άλλη, ο Κότσις αγωνιζόταν σποραδικά, έχοντας 7 γκολ σε 15 αγώνες της Primera Division στο ίδιο διάστημα.

Ίδιο γήπεδο, ίδια μοίρα με το 1954

Το 1960-1961, πάντως, ο Κότσις πήρε την εκδίκησή του σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αφού η Μπαρτσελόνα απέκλεισε τη Ρεάλ στη φάση των 16 του Κυπέλλου Πρωταθλητριών και μετά από τα πρώτα πέντε χρόνια κυριαρχίας των «μερένγκες», ο θεσμός θα έβρισκε νέα νικήτρια.

Αυτή κάλλιστα θα μπορούσε να είναι η Μπαρτσελόνα, χάρη στον Κότσις, αφού με κεφαλιά του ανάμεσα από δύο αμυντικούς του Αμβούργου στις καθυστερήσεις της ρεβάνς των ημιτελικών, μείωσε σε 2-1 και ισοφάρισε σε 2-2 το συνολικό σκορ, οδηγώντας το ζευγάρι σε επαναληπτικό.

Στο «Χέιζελ» των Βρυξελλών, ένα γκολ του Εβαρίστο έστειλε τους «μπλαουγκράνα» στον τελικό της διοργάνωσης για πρώτη φορά στην ιστορία τους.

Κότσις και Τσίμπορ σκόραραν στο «Βάνκντορφ» της Βέρνης, όμως όπως και το 1954 στο ίδιο γήπεδο, ο αντίπαλος, ενώ προκειμένω η Μπενφίκα του Εουσέμπιο, βρήκε τρία γκολ και κατέκτησε το τρόπαιο εις βάρος Ούγγρων.

Την επόμενη σεζόν, ο Κότσις για πρώτη φορά έδειξε στην Ισπανία πρόσωπο εφάμιλλο με αυτό της Ουγγαρίας, σημειώνοντας 17 γκολ σε 20 αγώνες πρωταθλήματος (ο Πούσκας είχε 20), έστω κι αν στο τέλος δεν πανηγύρισε κάποιο τρόπαιο.

Το 1962-1963 είχε την τελευταία επιτυχία του, κατακτώντας το Κύπελλο Ισπανίας, και τη νέα σεζόν, με 12 γκολ σε 19 αγώνες πρωταθλήματος και συνολικά 19 σε 29, αποχαιρέτισε τις μέρες δόξας. Το 1964-1965 ήταν η τελευταία χρονιά του ως παίκτης και η πρώτη σε 20 σεζόν χωρίς να σκοράρει.

Αριθμοί και ρεκόρ που δεν καταρρίπτονται

Παρά το άδοξο τέλος, ο Κότσις μνημονεύεται για πολλές διακρίσεις, όσον αφορά στο σκοράρισμα. Αρκετά από τα ρεκόρ του προκαλούν εντύπωση και ορισμένα εξ αυτών θα μείνουν ακατάρριπτα, εξαιτίας της αλλαγής δεδομένων στο διεθνές ποδόσφαιρο.

Για παράδειγμα, με 75 γκολ σε 68 εμφανίσεις με την εθνική Ουγγαρίας είχε 1,103 γκολ ανά αγώνα μέσο όρο, τον υψηλότερο μεταξύ παικτών με τουλάχιστον 43 διεθνείς συμμετοχές σε παιχνίδια αναγνωρισμένα από τη FIFA. Ο Γερμανός «μπομπέρ» Γκερντ Μίλερ ακολουθεί με 1,097 γκολ ανά αγώνα (62 σε 68) και 3ος στη λίστα έρχεται ο Πούσκας με 84 σε 85 (0,99 γκολ ανά αγώνα).

Επιπλέον, με την εθνική ομάδα σημείωσε 7 χατ τρικ συνολικά, όσα και ο Πελέ με τη Βραζιλία. Μόνο ο Μίλερ με τη Δυτική Γερμανία και ο Αλί Νταεΐ με το Ιράν έχουν περισσότερα (8). Την ίδια στιγμή, Κριστιάνο Ρονάλντο και Λιονέλ Μέσι έχουν από 6 με Πορτογαλία και Αργεντινή αντιστοίχως.

Επιπλέον, με τα 11 γκολ σε 5 αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1954 (απέτυχε να σκοράρει μόνο στον τελικό), ο Κότσις είχε καταρρίψει το ρεκόρ του Βραζιλιάνου Αντεμίρ από το 1950. Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Γάλλος Ζιστ Φοντέν με 13 γκολ σε 6 αγώνες του πήρε την πρωτιά σε γκολ σε ένα τουρνουά, ωστόσο όχι και αυτήν με τον καλύτερο μέσο όρο, αφού παραμένει πρώτος με 2,2 ανά αγώνα.

Μάλιστα, σε εκείνη τη διοργάνωση σημείωσε δύο χατ τρικ (κόντρα σε Νότια Κορέα και το καρέ κόντρα στη Δυτική Γερμανία). Μόνο τρεις παίκτες κατάφεραν στη συνέχεια να πετύχουν από δύο χατ τρικ στη διοργάνωση, οι Φοντέν, Μίλερ και ο Αργεντινός Γκαμπριέλ Μπατιστούτα.

Καθόλου άσχημοι αριθμοί για έναν ποδοσφαιριστή που αναδείχθηκε δύο χρονιές πρώτος σκόρερ στον πλανήτη, που οι ιστορικοί του μέλλοντος του αποδίδουν πάνω από 400 γκολ με το κεφάλι και που μόνο στην Μπαρτσελόνα, τα γκολ σε επίσημα και ανεπίσημα παιχνίδια υπολογίζονται σε 151 σε 235 εμφανίσεις.

Έγινε προπονητής για λίγο

Δέκα χρόνια μετά από το τέλος της καριέρας του στην εθνική Ουγγαρίας, ο Κότσις έβαλε τέλος και στη διασυλλογική πορεία του. Αυτήν τη φορά δεν τον ανάγκασαν οι πολιτικές εξελίξεις, αλλά η ηλικία του να κρεμάσει τα «παπούτσια» το 1966, σε ηλικία 37 ετών και μετά από 20 χρόνια καριέρας.

Ευχαριστημένος γαρ από τη ζωή του στη Βαρκελόνη και δίχως να μπορεί να επιστρέψει στην Ουγγαρία λόγω της πολιτικής κατάστασης εκεί, αποφάσισε να εγκατασταθεί στην πρωτεύουσα της Καταλονίας και να υπηρετήσει το άθλημα που τόσο αγάπησε από άλλο πόστο.

Από ποδοσφαιριστής έγινε προπονητής και ανέλαβε διάφορα πόστα στην Μπαρτσελόνα, ωστόσο ως πρώτος προπονητής επαγγελματικής ομάδας εργάστηκε μόνο στο Αλικάντε. Το 1970-1971 ανέλαβε την Έρκουλες, όμως γρήγορα αντιλήφθηκε ότι δεν μπορούσε να ζήσει πλέον μακρυά από τη Βαρκελόνη.

Άλμα από τον 4ο όροφο του νοσοκομείου

Άνοιξε το εστιατόριο «Tete D’ Or» (=»Κεφάλι από Χρυσό»), ωστόσο δεν πρόλαβε να το χαρεί όσο θα ήθελε. Το 1975 υποβλήθηκε σε ακρωτηριασμό στο πόδι και αργότερα διαγνώστηκε με λευχαιμία. Σαν να μην έφτανε αυτό, παρουσίασε καρκίνο στομάχου και οι γιατροί ήταν άκρως απαισιόδοξοι για την πορεία της υγείας του.

«Από τη χειρουργική επέμβαση του Κότσις πριν από τέσσερα χρόνια, έχω κρατήσει επαφές με την οικογένειά του. Τελευταία, έμαθα από τη σύζυγό του ότι βρέθηκε στην Ουγγαρία, όπου είχε καλή περίθαλψη από γιατρούς της χώρας μας, ωστόσο δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι γι’ αυτόν, παρά να επιβεβαιώσουν την πρόγνωση για την ασθένειά του και να του συστήσουν να επιστρέψει στη Βαρκελόνη, όπου πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, ώστε οι μέρες του να τελειώσουν εκεί», δήλωνε αργότερα ο Τσίμπορ.

Μόνο που ουδείς μπορούσε να φανταστεί αυτό το τέλος. Μετά από μία εβδομάδα νοσηλείας στην κλινική «Quirón» και γνωρίζοντας ότι δεν μπορούσε να αποφύγει την αλήθεια, ο Κότσις φέρεται να προέβη στο απονενοημένο διάβημα. Άνοιξε το παράθυρο του δωματίου του στον 4ο όροφο της κλινικής, ανέβηκε στο περβάζι και πήδηξε στο κενό.

Χωρίς να υπάρχει κάποιος μάρτυρας στο δωμάτιο ή κάποιο σημείωμα, ποτέ κανείς δεν θα μάθει αν το σενάριο της αυτοκτονίας είναι και το πραγματικό. Παρ’ όλα αυτά, στις 22 Ιουλίου 1979, σε ηλικία 49 ετών, «έσβησε» ένας από τους κορυφαίους επιθετικούς του πλανήτη, ο κάτοχος του χρυσού μεταλλίου στους Ολυμπιακούς Αγώνες 1952 και της 2ης θέσης στο Παγκόσμιο Κύπελλο 1954.

Στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, την ημέρα που συμπληρώθηκαν 83 χρόνια από τη γέννησή του, η ουγγρική κυβέρνηση κανόνισε να επιστρέψει στην πατρίδα του και να τιμηθεί με μία νέα κηδεία, στη Βασιλική του Αγίου Στεφάνου στη Βουδαπέστη, δίπλα στον Πούσκας…

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...