Ο Καρλ Χάιντς Ρουμενίγκε ήταν ο καλύτερος παίκτης του κόσμου μέχρι που έχασε 3 ευκαιρίες

Ο νούμερο 1 ποδοσφαιρικός παράγοντας αυτήν τη στιγμή, αυτός που καθορίζει εν πολλοίς τις παγκόσμιες εξελίξεις στο άθλημα σε διοικητικό επίπεδο, κάποτε ήταν ο κορυφαίος παίκτης του κόσμου.

Ο Καρλ Χάιντς Ρουμενίγκε, «Κάλε», όπως είναι το παρατσούκλι του, ο διευθύνων σύμβουλος της Μπάγερν Μονάχου, κάποτε κατακτούσε τίτλους με τους Βαυαρούς και κέρδιζε συνεχόμενες «Χρυσές Μπάλες».

Η υστεροφημία του, όμως, δεν άγγιξε την κορυφή που επιζητούσε, για ένα παιχνίδι το 1982, ένα παιχνίδι μετά από το οποίο άρχισε η προσωπική αγωνιστική πτώση του. Πρόκειται για τον τελικό Κυπέλλου Πρωταθλητριών που δεν κατάφερε να κερδίσει λόγω των χαμένων ευκαιριών του.

Τα θέματα του Sport-Retro.gr για τη Γερμανία

Έβαλε 16 γκολ σε έναν αγώνα

Γεννήθηκε στο Λίπστατ της Βόρειας Ρηνανίας Βεστφαλίας στις 25 Σεπτεμβρίου 1955, από πατέρα που έπαιζε στην τοπική Μπορούσια, ωστόσο έβγαζε τα προς το ζην ως εξαίρετος κατασκευαστής εργαλείων. Η μητέρα του περίμενε κορίτσι, αφού είχε προηγηθεί ο αδερφός του, Βόλφγκανγκ, με συνέπεια να του κάνει τα μαλλιά μπούκλες και τα υπόλοιπα παιδιά να τον κοροϊδεύουν.

Ο Ρουμενίγκε δεν πτοήθηκε ακόμα κι όταν βρέθηκε στο πιο σκληρό περιβάλλον μιας ποδοσφαιρικής ομάδας, εκείνης που αγωνιζόταν ο πατέρας του. Το ταλέντο του περίσσιο, κάτι που απέδειξε σε μία αναμέτρηση για τα παιδικά πρωταθλήματα, όταν σκόραρε 16 φορές σε νίκη 32-0. Οι σκάουτς τον είχαν προσέξει, ωστόσο δεν κλήθηκε σε κάποια «μικρή« εθνική Γερμανίας, παρά μόνο σε «μικρή« εθνική Βεστφαλίας.

Το καλοκαίρι του 1974 κι ενώ έκανε πρακτική ως τραπεζικός υπάλληλος, η Μπάγερν δαπάνησε 17.500 μάρκα (περίπου 10.000 ευρώ) για να τον αποκτήσει από την Μπορούσια Λίπστατ, προσφέροντας στον Ρουμενίγκε συμβόλαιο με 8.000 μάρκα ετησίως.

Bullying από τον Μπεκενμπάουερ

Ο μεγάλος ηγέτης του συλλόγου αλλά και της εθνικής Δυτικής Γερμανίας, Φραντς Μπεκενμπάουερ, σχολίασε αυτήν τη μεταγραφή με τον πλέον δηκτικό τρόπο: «Ποτέ δεν θα γίνει κάποιος«. Το… bullying συνεχίστηκε και στις προπονήσεις της Μπάγερν. Οι υπόλοιποι παίκτες τον αποκαλούσαν «κοκκινομάγουλο» και «πεταλούδα».

«Ναι, σήμερα γελάω με αυτό, όμως όταν συνέβαινε τότε, με πλήγωνε πολύ. Ο όρος ‘Rummelfliege’ επινοήθηκε από τον πρώην προπονητή μου, Ούντο Λάτεκ, όταν ετοιμαζόταν να απολυθεί και γνώριζε ότι ο σύλλογος ήθελε να τον διώξει. Χάσαμε 0-1 από το Αμβούργο και παρότι είχα ευθύνη για την ήττα, ο Λάτεκ είπε ότι ήμουν εκεί έξω με το στόμα ανοιχτό και απλά παρακολουθούσα τον αντίπαλο να σκοράρει. Ήμουν 18, προερχόμουν από ερασιτεχνικό σωματείο, δεν ήμουν επαγγελματίας όπως όφειλα να ήμουν. Ήμουν, ας πούμε, λίγο αφελής. Ήμουν, επίσης, εύκολος στην προσαρμογή. Σήμερα είμαι στην κορυφή της ιεραρχίας», έλεγε σε συνέντευξή του το 1982.

Η ιεραρχία για την οποία μιλούσε ήταν σαφής. Πάνω από όλους ο «Κάιζερ« και στη συνέχεια οι Γκερντ Μίλερ, Ζεπ Μάιερ, Ούλι Χένες, Πάουλ Μπράιτνερ. «Ήμουν στον πάτο. Ήμουν ο νέος. Όμως δεν το θεωρούσα αρνητικό. Πρέπει να παλέψεις για τη θέση σου. Η απόδοση αποφασίζει. Για καλή τύχη, με πρόσεχαν μόνο για θετικούς λόγους, αφού είχα κοστίσει μόνο 17.500 μάρκα. Γι’ αυτό δεν περίμεναν τίποτα από μένα».

Τρία διεθνή τρόπαια σε δύο σεζόν

Όταν αποκτήθηκε από την Μπάγερν, ο σύλλογος είχε στεφθεί πρωταθλητής Ευρώπης για πρώτη φορά στην ιστορία του. Τη σεζόν 1974-1975 διατήρησε τα «ηνία«, με τον Ρουμενίγκε να συμμετέχει σε παιχνίδια μέχρι και τα ημιτελικά του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, αλλά να μην αγωνίζεται στον τελικό κόντρα στη Λιντς. Στο πρωτάθλημα, η χρονιά δεν ήταν ιδανική, με τον σύλλογο να τερματίζει στη 10η θέση (εξ ου και η απομάκρυνση του Λάτεκ μεσούσης της σεζόν κι η αντικατάστασή του με τον Ντέτμαρ Κράμερ), με τον Ρουμενίγκε να αγωνίζεται σε 21 παιχνίδια και να σκοράρει πέντε φορές.

Την επόμενη σεζόν η κατάσταση βελτιώθηκε, ωστόσο η Γκλάντμπαχ του… Λάτεκ και του Γιουπ Χάινκες ήταν ασταμάτητη και κατέκτησε για δεύτερη διαδοχική σεζόν το πρωτάθλημα, με την Μπάγερν να τερματίζει στην 3η θέση. Στην Ευρώπη, όμως, οι Βαυαροί ήταν ακαταμάχητοι και στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών νίκησαν τη Σεντ Ετιέν, με τον Ρουμενίγκε να έχει πάρει θέση βασικού πλέον στην ομάδα.

Επικρατώντας και στο Διηπειρωτικό Κύπελλο του 1976 της Κρουζέιρο, ο Ρουμενίγκε είχε κατακτήσει τρία διεθνή τρόπαια σε δύο σεζόν στην Μπάγερν. Ο δρόμος της επιτυχίας εμφανιζόταν διάπλατος για να τον διασχίσει, ωστόσο θα έπρεπε να αναλάβει ένα μεγάλο βάρος.

Οι «Breitnigge» πήραν τα «ηνία»

Από το 1974, η εκπληκτική ομάδα της Μπάγερν που ουσιαστικά «τροφοδοτούσε» και την εθνική Γερμανίας άρχισε να αποσυντίθεται. Την αρχή έκανε ο Μπράιτνερ, ο οποίος πήγε στη Ρεάλ προτού αρχίσει η… συλλογή Κυπέλλων Πρωταθλητριών, το καλοκαίρι του 1977 έφυγε ο Μπεκενμπάουερ και σταδιακά ακολούθησαν οι Ούλι Χένες, Γκερντ Μίλερ και Μάιερ.

Η ευθύνη της ομάδας πέρασε στους ώμους του Ρουμενίγκε, του Κλάους Αουγκεντάλερ, αλλά και του Μπράιτνερ που επέστρεψε στην ομάδα το 1978. Την προηγούμενη σεζόν η Μπάγερν τερμάτισε στη 12η θέση, με συνέπεια την αντικατάσταση του Κράμερ με τον Γκιούλα Λόραντ, που είχε ήδη προπονήσει μία σεζόν τον ΠΑΟΚ, οδηγώντας τον στην κατάκτηση του πρώτου πρωταθλήματος της ιστορίας του, και που τρία χρόνια αργότερα θα έβρισκε τραγικό θάνατο στον πάγκο του «δικεφάλου του βορρά».

Ειδικά με τον Μπράιτνερ, το «δέσιμό» τους στον αγωνιστικό χώρο ήταν απαράμιλλο. Αν και αμφότεροι μπορούσαν να αγωνιστούν σε άλλες θέσεις, ο Μπράιτνερ ως αριστερό μπακ και ο Ρουμενίγκε ως μέσος, εκείνη την εποχή έπαιζαν πιο μπροστά από τις άλλες θέσεις τους, ώστε να συνεργάζονται τηλεπαθητικά και σε επικίνδυνους χώρους. Οι «Breitnigge», όπως τους «βάφτισε» η «Bild», αποτελούσαν τον φόβο και τρόμο κάθε αντίπαλης άμυνας, αφού ο μεν Μπράιτνερ έβγαζε βαθιές μπαλιές ακριβείας και ο δε Ρουμενίγκε αξιοποιούσε την ταχύτητά του για να τρέξει και να πιάσει την μπάλα, προτού εκτελέσει στα αντίπαλα δίχτυα.

«Δεν βλεπόμασταν εκτός γηπέδου, όμως νομίζω ότι καταλαβαίναμε ο ένας τον άλλον. Στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ισπανίας ήμουν μαζί του στο ίδιο δωμάτιο και περάσαμε πέντε μερόνυχτα μαζί. Αναπτύξαμε μία πολύ στενή σχέση. Δεν μιλούσαμε πριν, όμως στην Ισπανία σχεδόν γίναμε φίλοι», εξηγεί ο Ρουμενίγκε.

Τη σεζόν 1978-1979, η Μπάγερν τερμάτισε στην 4η θέση, με συνέπεια ο Λόραντ να μην ολοκληρώσει τη χρονιά στον πάγκο, αλλά να παραδώσει τη «σκυτάλη« στον Ούγγρο συμπατριώτη του Παλ Τσερνάι, ο οποίος κι αυτός αργότερα (1983-1984) προπόνησε τον ΠΑΟΚ. Ήταν η πρώτη σεζόν στην ιστορία της Μπάγερν στην Bundesliga (η οποία άρχισε να γράφεται από το 1965-1966, στη δεύτερη σεζόν ύπαρξης της Bundesliga) που ο πρώτος σκόρερ της ομάδας στο πρωτάθλημα δεν ήταν ο Γκερντ Μίλερ. Ο Ρουμενίγκε τον προσπέρασε με 14 γκολ και ίσως γι’ αυτό ο «μπομπέρ» του γερμανικού ποδοσφαίρου να αποχώρησε το καλοκαίρι του 1979 για τις ΗΠΑ. Μαζί του έκλεισε και ο κύκλος του Μάιερ στον σύλλογο, που πέρασε σε νέα εποχή.

Πρωταθλητής Ευρώπης και πρώτη «Χρυσή Μπάλα»

Με 26 γκολ του Ρουμενίγκε που τερμάτισε 1ος σκόρερ της κατηγορίας, έχοντας δίπλα του πλέον τον Ντίτερ και όχι τον Ούλι Χένες, η «FC Breitnigge» κατέκτησε τον τίτλο το 1979-1980 και διέκοψε «ανομβρία» έξι ετών. Στην Ευρώπη έφτασε μέχρι το… εγχώριο Κύπελλο UEFA (οι τέσσερις ομάδες των ημιτελικών ήταν από τη Δυτική Γερμανία κι ενώ η Μπάγερν απέκλεισε την Κάιζερσλαουτερν στα προημιτελικά), όπου αποκλείστηκε από τη μετέπειτα κάτοχο Άιντραχτ Φρανκφούρτης.

Παράλληλα, έχοντας αρχίσει να υπολογίζεται από την εθνική ομάδα το 1976 (έκανε και μία συμμετοχή με τη Δυτική Γερμανία Β το 1975) και έχοντας αφήσει πίσω την κακή πορεία της χώρας του στο Παγκόσμιο Κύπελλο 1978, όπου ήταν πρώτος σκόρερ της με 3 γκολ, ο Ρουμενίγκε ήταν βασικός και στο Euro 1980. Με τη διοργανώτρια Ιταλία εξουδετερωμένη λόγω του σκανδάλου Totonero και την Ολλανδία να βρίσκεται σε μεταβατικό στάδιο, η Δυτική Γερμανία κατέβηκε στη Μεσόγειο για να κατακτήσει το τρόπαιο και τα κατάφερε.

Στο πρώτο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα με οκτώ φιναλίστ (μέχρι τότε προκρίνονταν μόλις τέσσερις ομάδες στην τελική φάση), ο Ρουμενίγκε ήταν βασικός, σημείωσε ένα γκολ (αλλά έμεινε «άσφαιρος» κόντρα στην Εθνική Ελλάδας) και με κόρνερ έβγαλε την ασίστ για τον παρτενέρ του στην επίθεση, Χορστ Χρούμπες, στο νικητήριο γκολ του τελικού απέναντι στο Βέλγιο.

Έχοντας ψηφιστεί στην κορυφαία ενδεκάδα του τουρνουά, το όνομά του πλέον φιγούραρε για τη μεγαλύτερη ατομική διάκριση του πλανήτη εκείνη την εποχή, τη «Χρυσή Μπάλα». Μετά από τη 2η θέση που είχε καταλάβει έναν χρόνο νωρίτερα, όταν έχασε το βραβείο από έναν αντίπαλό του στη Bundesliga, τον Κέβιν Κίγκαν του Αμβούργου, αυτήν τη φορά ο Ρουμενίγκε κέρδισε την ψήφο των συντακτών του «France Football» κι έγινε ο 3ος Γερμανός ποδοσφαιριστής που κατακτά το συγκεκριμένο βραβείο, μετά από δύο πρώην συμπαίκτες του, τους Μίλερ και Μπεκενμπάουερ. Στη 2η θέση έμεινε ο MVP του Euro 1980, Μπερντ Σούστερ, και 3ος σε ψήφους ήρθε ο Μισέλ Πλατινί, μετά από την πρώτη σεζόν του στη Σεντ Ετιέν.

Ρεκόρ στα γκολ και νέα «Χρυσή Μπάλα»

Την επόμενη χρονιά, ο Ρουμενίγκε κατόρθωσε να βελτιώσει ακόμη περισσότερο τις επιδόσεις του και να οδηγήσει την Μπάγερν σε διαδοχική κατάκτηση πρωταθλήματος. Με 29 γκολ τερμάτισε ξανά στην κορυφή του πίνακα των σκόρερ, ενώ οι Βαυαροί ήταν σαφώς ανώτεροι από κάθε αντίπαλό τους στη χώρα.

Εκτός συνόρων, η επιστροφή στο Κύπελλο Πρωταθλητριών βρήκε την Μπάγερν να πραγματοποιεί πορεία μέχρι τα ημιτελικά και να αποκλείεται με δύο ισοπαλίες από τη Λίβερπουλ, εξαιτίας του κανονισμού του εκτός έδρας γκολ (0-0 στο «Άνφιλντ», 1-1 στο Μόναχο). Πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης αναδείχθηκε ο Ρουμενίγκε με έξι γκολ, σαρώνοντας ξανά τα βραβεία.

Ο Γερμανός επιθετικός κατέκτησε τη «Χρυσή Μπάλα» και του 1981, η οποία, παρότι το κορυφαίο διασυλλογικό τρόπαιο κατέληξε σε αγγλικά χέρια, αυτή εξελίχθηκε σε γερμανικό διαγωνισμό. Στη 2η θέση βρέθηκε ο Μπράιτνερ και στην 3η ο Σούστερ, στην ψηφοφορία του «France Football».

Έχασε το πρωτάθλημα, πήγε για την Ευρώπη

Η επόμενη σεζόν έπρεπε να είναι η 3η σερί επιτυχημένη. Αλλά αποδείχθηκε «φαρμακερή». Η παραγωγικότητα του Ρουμενίγκε συρρικνώθηκε σε σχέση με τις δύο προηγούμενες χρονιές κι έπεσε στα επίπεδα του 1979. Ολοκλήρωσε το πρωτάθλημα με 14 γκολ σε 32 αγώνες, με συνέπεια ο Ντίτερ Χένες να αναδειχθεί πρώτος σκόρερ του συλλόγου στη Bundesliga με 21 γκολ.

Η Κολωνία κατέκτησε τον άτυπο τίτλο χειμώνα και το Αμβούργο του Ερνστ Χάπελ κατέκτησε το πρωτάθλημα για 5η φορά στην ιστορία του, αφήνοντας την Μπάγερν στην 3η θέση. Παρά την κατάκτηση του Κυπέλλου Γερμανίας, τα βλέμματα όλων είχαν στραφεί σε ένα άλλο τρόπαιο, πολύ πιο σημαντικό.

Ως πρωταθλήτρια Γερμανίας, η Μπάγερν άρχισε τη σεζόν στο Κύπελλο Πρωταθλητριών 1981-1982 από τον 1ο γύρο. Αντίπαλός της η Έστερ, την οποία απέκλεισε με συνολικό σκορ 6-0. Απέναντι στην Μπενφίκα χρειάστηκε μόνο το δεύτερο παιχνίδι για να προκριθεί με 4-1 (χατ τρικ του Χένες), ενώ στα προημιτελικά είχε εύκολο έργο απέναντι στην Ουνιβερσιτατέα Κράιοβα, επικρατώντας 2-0 στη Ρουμανία (Μπράιτνερ και Ρουμενίγκε τα γκολ) και μένοντας στο 1-1 στη Γερμανία.

Στα ημιτελικά κλήθηκε να αντιμετωπίσει την ομάδα που πήρε… εκδίκηση για τον περσινό αποκλεισμό, την ΤΣΣΚΑ Σόφιας, η οποία απέκλεισε την πρωταθλήτρια Ευρώπης Λίβερπουλ. Στη Σόφια, οι Βούλγαροι προηγήθηκαν με 3-0 στο 18′, οι φιλοξενούμενοι βρήκαν δύο γκολ στη συνέχεια, ωστόσο στο 49′ ο Τσβέταν Γιόντσεβ έκανε το 4-2. Ο Μπράιτνερ μείωσε στο τελευταίο δεκάλεπτο και με βελτιωμένη ψυχολογία στη ρεβάνς του Ολυμπιακού Σταδίου του Μονάχου, η Μπάγερν νίκησε με 4-0 χάρη σε δύο γκολ του Μπράιτνερ και άλλα τόσα του Ρουμενίγκε.

Με προβλήματα η Άστον Βίλα, φαβορί η Μπάγερν

Απέναντί της βρέθηκε η πρωταθλήτρια Αγγλίας Άστον Βίλα, η οποία άλλαξε προπονητή τον Φεβρουάριο (παραιτήθηκε ο Ρον Σόντερς λόγω διαφωνιών με τη διοίκηση) και ανέλαβε ο βοηθός Τόνι Μπάρτον, και άλλαξε τερματοφύλακα στο 10ο λεπτό του τελικού στο «Ντε Κάιπ» (τραυματίστηκε ξανά στον ώμο ο Τζίμι Ρίμερ) και ανέλαβε ο Νάιτζελ Σπινκ, στη 2η εμφάνισή του με την ομάδα κι αυτή μετά από 2,5 χρόνια!

Όλα τα προγνωστικά ήταν με το μέρος της Μπάγερν, η οποία είχε τους δύο κορυφαίους παίκτες του κόσμου στο ρόστερ της και έναν άπειρο τερματοφύλακά απέναντί τους. Ο ένας εξ αυτών, ο Ρουμενίγκε, όφειλε να κάνει το εκτελεστικό καθήκον του και να νικήσει τον 24χρονο Σπινκ, που στα έξι χρόνια καριέρας μετρούσε μόνο 11 συμμετοχές στο πρωτάθλημα, οι 10 με την… Τσέλμσφορντ Σίτι σε ερασιτεχνικό επίπεδο το 1976-1977!

Η Μπάγερν ήταν ανώτερη και ο Ρουμενίγκε έπαιζε γύρω από τον Μίλερ, βγαίνοντας συχνά εκτός περιοχής, ώστε να εκμεταλλευτεί την ντρίμπλα και την ταχύτητά του. Παίζοντας συχνά απέναντι σε άμυνα εννέα ατόμων, κατάφερε να βρει τον τρόπο να απειλήσει.

Έχασε ευκαιρίες, έχασε και το τρόπαιο

Στα μέσα του 1ου μέρους, ο Μπερντ Ντίρνμπεργκερ έκανε ένα χαμηλό σουτ, που εξουδετέρωσε ο Σπινκ κι ένα λεπτό αργότερα, από πάσα του Μπράιτνερ, ο Ρουμενίγκε απέφυγε έναν αντίπαλο με σπάσιμο μέσης, σούταρε και ο Σπινκ είπε και πάλι «όχι». Στη συνέχεια της φάσης, το σουτ του Ράινχολντ Μάτι κόντραρε στον Άλαν Έβανς.

Προς το τέλος του 1ου ημιχρόνου, ο Ρουμενίγκε είχε ακόμα μία σημαντική στιγμή. Ο Μπράιτνερ από δεξιά έβγαλε τη σέντρα και ο 26χρονος επιθετικός επιχείρησε ένα ανάποδο «ψαλίδι». Η μπάλα πέρασε δίπλα από το αριστερό δοκάρι του Σπινκ, που είχε μείνει «άγαλμα». Ένα συρτό σουτ του στη συνέχεια, ολοκλήρωσε τη δράση του στο 1ο μέρος.

Στο 2ο ημίχρονο, οι Άγγλοι ανέβασαν στροφές αλλά ταυτόχρονα άφησαν κενά στα μετόπισθεν. Η Μπάγερν συνέχισε να δημιουργεί (και να χάνει) ευκαιρίες, μέχρι που στο 67ο λεπτό το πλήρωσε, με τον Πίτερ Γουίδ να ανοίγει το σκορ από πολύ κοντινή απόσταση.

Και πάλι, όμως, ο Ρουμενίγκε είχε την ευκαιρία να σώσει την ομάδα του, όταν σε μία από τις πολλές βαθιές μπαλιές από την άμυνα, έφυγε στην πλάτη της άμυνας, έκανε καλή πρώτη επαφή, ωστόσο στο δεύτερο άγγιγμα ουσιαστικά έπιασε αέρα, με συνέπεια η μπάλα να καταλήξει στην αγκαλιά του Σπινκ, προτού πέσει κι ο Γερμανός πάνω του.

Το γκολ του Χένες προς το τέλος του αγώνα ακυρώθηκε για οφσάιντ, με συνέπεια η ισοφάριση να μην έρθει ποτέ. Η Μπάγερν ηττήθηκε για πρώτη φορά σε ευρωπαϊκό τελικό μετά από 12 νικηφόρες συμμετοχές και ο Ρουμενίγκε δεν κατάφερε να κατακτήσει για τρίτη φορά την πιο σημαντική διασυλλογική διάκριση, όπως είχαν κάνει οι προκάτοχοί του στον σύλλογο.

Δύο ήττες από τον Ρόσι, τρεις από τον Μαραντόνα

Το ίδιο καλοκαίρι, παρότι έστειλε τη Δυτική Γερμανίας στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου μετά από έναν συναρπαστικό ημιτελικό με τη Γαλλία και τον ίδιο να σκοράρει στην παράταση, ο Πάολο Ρόσι είχε βρεθεί στη φόρμα της καριέρας του και τον νίκησε κατά κράτος. Η Ιταλία στέφθηκε πρωταθλήτρια κόσμου και ο επιθετικός της Γιουβέντους του πήρε και τη «Χρυσή Μπάλα», μετά από δύο σερί κατακτήσεις.

Ο Ρουμενίγκε παρέμεινε ακόμα δύο χρόνια στο Μόναχο (από το 1981 μέχρι το 1984 έπαιζε συμπαίκτης με τον μικρό αδερφό του, Μίχαελ), κατέκτησε το κύπελλο του 1983-1984, σεζόν που αναδείχθηκε και πρώτος σκόρερ της Bundesliga με 26 γκολ, ωστόσο οι μέρες της δόξας του είχαν παρέλθει. Η Ίντερ δεν το αντιλήφθηκε αυτό και δαπάνησε περίπου 11.000.000 μάρκα για να τον αποκτήσει, ποσό μικρότερο μέχρι τότε μόνο από τα 24.000.000 μάρκα που κόστισε η μεταγραφή του Ντιέγκο Μαραντόνα από την Μπαρτσελόνα στη Νάπολι το ίδιο καλοκαίρι.

Στην Ιταλία, ο Ρουμενίγκε πέρασε μία τριετία γεμάτη τραυματισμούς που του έκοβαν τον ρυθμό και μπορεί να σημείωσε 42 γκολ σε 107 εμφανίσεις (24 σε 64 στη Serie A), οι απαιτήσεις των «νερατζούρι» όμως ήταν υψηλότερες. Το 1986, μετά από τη νέα ήττα του από τον Μαραντόνα, αυτήν τη φορά στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου, έδωσε το περιβραχιόνιο του αρχηγού που είχε πάρει το 1981 και αποχώρησε από τη «νάτσιοναλμανσαφτ» με δύο δεύτερες θέσεις στη διοργάνωση.

Το επόμενο καλοκαίρι, όταν ο Μαραντόνα τον νίκησε για 3η φορά, με την Ίντερ να τερματίζει τέσσερις βαθμούς πίσω από την πρωταθλήτρια Νάπολι στη Serie A, ο Ρουμενίγκε των μόλις 3 γκολ σε 14 συμμετοχές αποχώρησε από την Ιταλία και βρήκε καταφύγιο στην Ελβετία, όπου πέρασε τις δύο τελευταίες σεζόν της καριέρας του, με τη φανέλα της Σερβέτ.

Ολοκλήρωσε την πορεία του ως ποδοσφαιριστής σε ηλικία 34 ετών το 1989 και δύο χρόνια αργότερα, εξελέγη αντιπρόεδρος της Μπάγερν. Μπήκε στη διοίκηση μαζί με δύο πρώην συμπαίκτες του, τους Μπεκενμπάουερ και Ούλι Χένες, και δεν έχει φύγει μέχρι σήμερα, έχοντας «γιγαντώσει» τον σύλλογο και από το μετερίζι του παράγοντα.

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...