«Τρίποντο», ετών 30. Ο Γιώργος Συρίγος στο Sport-Retro.gr

Πέρασαν 30 ολόκληρα χρόνια από την ημέρα που το θρυλικό περιοδικό «Τρίποντο» εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη ζωή του Έλληνα.

Στις 8 Νοεμβρίου 1988 η Εθνική ομάδα ήταν εν ενεργεία πρωταθλήτρια Ευρώπης, ο Άρης είχε ήδη μία συμμετοχή σε Final 4, ο Νίκος Γκάλης και ο Παναγιώτης Γιαννάκης συμπεριλαμβάνονταν στους κορυφαίους της ηπείρου κ.τ.λ.

Αυτός ο… πορτοκαλί σπόρος που είχε φυτευτεί από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, άρχισε να παράγει καρπούς και χρειαζόταν ένα… καλάθι για να τους μαζέψει.

Δεν ήταν ένα απλό καλάθι, αλλά «Τρίποντο». Η μέγιστη συγκομιδή ενός σουτ. Κάθε Τρίτη στα περίπτερα και από εκεί στο σπίτι του Έλληνα. Όπως και το ΝΒΑ!

Διευθυντής του πιο ξεχωριστού μπασκετικού περιοδικού της χώρας ήταν ο Φίλιππος Συρίγος, στα χνάρια του οποίου βαδίζει επί σειρά ετών και ο γιος του Γιώργος. Με την ίδια σοβαρότητα και το αίσθημα της ευθύνης για το άθλημα που υπηρετεί δημοσιογραφικά στη Nova και το Sport24 Radio 103,3.

Το Sport-Retro.gr έχει τη χαρά να φιλοξενεί στο… παρκέ του τον Γιώργο Συρίγο, ο οποίος αναφέρθηκε με αρκετές λεπτομέρειες σε όσα θυμάται και βίωσε από το εβδομαδιαίο έντυπο που άνοιξε πολλούς δρόμους στο άθλημα και την ελληνική δημοσιογραφία.

***

Το πρώτο τεύχος

-Τι θυμάσαι από το διάστημα που στηνόταν το περιοδικό;

«Ήμουν μικρός, αλλά θυμάμαι ότι είχε αλλάξει πολύ καιρό πριν η καθημερινότητα του πατέρα μου. Είχε μπει ένα θέμα συζήτησης στο σπίτι, όμως αυτό δεν άλλαζε και πολλά γιατί ο πατέρας μου έκανε χίλια πράγματα. Ούτως ή άλλως κάθε τόσο έμπαινε και ένα θέμα στο σπίτι. Κάποιο μεγάλο άρθρο, κάποια κόντρα…

Θυμάμαι είχε αλλάξει κι ο τρόπος που αντιμετώπιζε τα πράγματα και διαχειριζόταν τον χρόνο του. Ειδικά στην προεργασία αφιέρωνε αρκετό χρόνο. Υπήρχε ένα καινούργιο κεφάλαιο μέσα στο σπίτι που κυριαρχούσε. Όποιος καθόταν λίγο μαζί του στο σπίτι, θα καταλάβαινε ότι κάτι καινούργιο γίνεται».

-Δούλευε και στο σπίτι;

«Όχι τόσο από πρακτικής πλευράς, αλλά ήταν συνέχεια στο τηλέφωνο. Αν θυμάμαι καλά είχαν έρθει και κάποιοι άνθρωποι στο σπίτι. Γενικά ήταν στη λογική του ‘οργανώνομαι, συνεννοούμαι, ρυθμίζω κ.τ.λ.’. Οι σχεδιασμοί και όλα αυτά είχαν γίνει στα γραφεία του «Τριπόντου», γιατί οι δύο αυτοί εκδότες, ο Βασίλης Νασίκας και ο Μανώλης Φλουράκης, ήταν μπαρουτοκαπνισμένοι στον χώρο, ήξεραν περί ύλης, περί εκδόσεων…».

Το άρθρο του Φιλίππου Συρίγου για τα «συν» και τα «πλην» των Ολυμπιακών Αγώνων

-Πού ήταν αρχικά τα γραφεία;

«Στην Κωνσταντινουπόλεως, δίπλα από τις γραμμές του τρένου. Αργότερα, στη δεύτερη εποχή που λέμε, ενώθηκε με την «Αθλητική Ηχώ», γιατί το περιοδικό το πήρε ο Γεωργαλάς».

-Πώς ήταν το ξεκίνημα;

«Το «Τρίποντο» μπήκε γρήγορα σε μια σειρά γιατί πήγε καλά, οι συνεργάτες ήταν πεπειραμένοι, έμπιστοι και δεν υπήρχαν θέματα λειτουργικά. Πρώτος αρχισυντάκτης ήταν ο Βασίλης Σκουντής, αλλά λίγο μετά λόγω φόρτου εργασίας του, ανέλαβε ο Ηλίας Δρυμώνας».

Δημοσιογράφοι vs Ηθοποιοί 55-48 και… «Φέρτε μας τους Χάρλεμς!»

 

«Οι καλύτεροι θα δουλέψουν μαζί μου»

-Τι θα μπορούσαμε να πούμε για τους συνεργάτες του;

«Μάζεψε τους καλύτερους και τους πιο προβεβλημένους, με εξαίρεση 2-3 παιδιά που δούλευαν σε ένα άλλο έντυπο του Κοτσώνη που λεγόταν «Το 7ήμερο του μπάσκετ». Για παράδειγμα, δεν μπορούσε να έρθει ο Μάνος Μανουσέλης ή ο Τάκης Ευσταθίου που ήταν ο δεύτερος παλαιότερος και πιο αναγνωρισμένος μετά τον πατέρα μου. Όμως, μάζεψε όλους τους υπόλοιπους που δεν δούλευαν σε κάποιο ειδικό έντυπο.

Θα σου πω και μια χαρακτηριστική ιστορία. Με τον Δημήτρη Καρύδα ήταν «σκοτωμένοι» τότε. Είχε γράψει κάτι, εναντίον του Πολίτη νομίζω, που ο πατέρας μου διαφωνούσε σφόδρα και… καταλαβαίνεις.

Όταν μαθεύτηκε στην πιάτσα ότι θα φτιαχτεί το περιοδικό, ο Καρύδας έλεγε ‘δεν έχω καμία τύχη, με έχει βρίσει, σιγά μην με πάρει’. Τον παίρνει μια μέρα τηλέφωνο ο πατέρας μου και του λέει ‘δεν με νοιάζει τι έχει γίνει, είσαι από τους καλύτερους και οι καλύτεροι θα δουλέψουν μαζί μου. Θα ‘ρθεις;»’ Και ο Καρύδας του απάντησε ‘εννοείται’.

Υπό άλλες συνθήκες, τον ξέρεις τον πατέρα μου, θα τον είχε πετάξει από το… παράθυρο. Αλλά όπως σου είπα, ήθελε τους καλύτερους και δεν λογάριαζε τίποτα από όσα είχαν προηγηθεί. Αυτά μου τα έχει πει και ο Καρύδας και ο πατέρας μου. Τα έλεγαν αργότερα και γέλαγαν.

Μερικοί από τους συντελεστές; Σκουντής, Παπαδογιάννης, Καρύδας, Αντωνόπουλος, Φιλέρης, Ψαράκης πιο νέος τότε… Είχε αναδείξει, όμως, και τον Κώστα Παπαδάκη, ο οποίος είναι ο αρχαιότερος ατζέντης και κορυφαίος στο είδος του.

Ζούσε στις ΗΠΑ παλιότερα και δεν είχε μεγάλη τριβή με τη δημοσιογραφία. Είχε δουλέψει μόνο, αν θυμάμαι καλά, στις «24 Ώρες» του Κοσκωτά, δηλαδή ήταν φρέσκος. Ήταν ο μοναδικός Έλληνας που είχε straight επαφή με το ΝΒΑ. Ήταν εκεί και τους ήξερε γιατί πήγαινε κάθε καλοκαίρι.

Ένας από τους νεωτερισμούς του «Τριπόντου», λοιπόν, ήταν ότι χάρη στον Κώστα έφερνε το ΝΒΑ στο… σπίτι του Έλληνα. Πρωτόγνωρες καταστάσεις, γιατί σκέψου ότι ήμασταν ακόμη με τις βιντεοκασέτες της Pontel».

 

Το καφενείο με το φλιπεράκι

-Πώς λειτουργούσε το περιοδικό;

«Καταρχήν το περιοδικό έβγαινε κάθε Τρίτη. Έκανε μία σύσκεψη με το που έβγαινε το περιοδικό, δηλαδή Τετάρτη ή Πέμπτη. Είχε έναν αρχισυντάκτη, ο οποίος ήταν στο γραφείο σχεδόν κάθε μέρα και μάζευε την ύλη με βάση τη σύσκεψη και τον ορισμό των θεμάτων που είχαν γίνει. Υπήρχε και ο Γιάννης Ψαράκης, πιο νέος τότε, που ήταν το δεξί χέρι του αρχισυντάκτη και «έτρεχε» όλη τη «βρώμικη» δουλειά. Οι άνθρωποί του πήγαιναν εκεί τα πρωινά».

-Ο πατέρας σου δεν πήγαινε συχνά;

«Στη σύσκεψη και άντε 1-2 μέρες ακόμα. Άλλωστε όταν τα πράγματα έστρωσαν μετά από κάποιους μήνες, ο πατέρας μου έκανε τη σύσκεψη, ξέρω ‘γω μισή ώρα, και μετά πήγαινε δίπλα που είχε ένα καφενείο με ένα φλιπεράκι. Άραζε καμιά ωρίτσα ακόμα και αν τον ήθελαν τίποτα, τον έβρισκαν εκεί (γέλια)».

-Συνεπώς, το περιοδικό πήγε καλά από νωρίς.

«Ρόλαρε γιατί οι συνεργάτες του ήταν ικανότατοι. Αυτό που έκανε στην αρχή να πάρει τους καλύτερους, το έβλεπε μπροστά του και το καρπωνόταν συνέχεια».

Ντοκουμέντο: Ο Χάρρυ Κλυνν στον Φίλιππο Συρίγο

 

«Μετς, Έσπερος, άντε και κανα Μαρούσι»

-Τότε σου γεννήθηκε το «μικρόβιο» της δημοσιογραφίας;

«Δεν μπορώ να στο προσδιορίσω. Από τότε που έχω μνήμες, μόνο με το μπάσκετ ασχολούμουν. Στο «Τρίποντο» δεν ήταν ιδιοκτήτης ο πατέρας μου, αλλά ήταν πιο κοντινή -να την πω έτσι- η σχέση αυτή γιατί ήταν διευθυντής, ενώ π.χ. στην «Ελευθεροτυπία» ήταν προϊστάμενος του αθλητικού τμήματος. Είχα μια αμεσότητα και ένα, ας πούμε, θάρρος όταν πήγαινα κι εγώ στα γραφεία.

Άλλωστε κι εγώ τα πρώτα μου κείμενα ως μαθητευόμενος, στο «Τρίποντο» τα έχω γράψει. Με έπαιρναν πριν καν τελειώσω το σχολείο και με έστελναν κανονικά σε ένα ματς Α2 με τον Ηλία Δρυμώνα, τον αρχισυντάκτη. Γιατί ο πατέρας μου σιγά μην ασχολούνταν σε ποιο ματς της Α2 θα στείλει ο αρχισυντάκτης τον τελευταίο μαθητευόμενο.

Με είχε αναλάβει ο Ηλίας. Συνήθως με έστελνε σε κάποιο κοντινό, στο Μετς, στον Έσπερο, ή άντε σε κανα Μαρούσι. Έγραφα, λοιπόν, ένα κειμενάκι 300 λέξεων την εβδομάδα από παιχνίδι αθηναϊκό της Α2. Δύο ή τρία ματς ανά σελίδα. Αυτό. Το είχα από πριν, απλά το «Τρίποντο» μου έδωσε την ευκαιρία να γίνει πιο άμεσα και πιο εύκολα. Και βέβαια ήταν το πλέον εξειδικευμένο με το μπάσκετ, το οποίο λάτρευα».

-Φαντάζομαι ότι το περίμεναν μανιωδώς κάθε Τρίτη και κάποιοι μπασκετμπολίστες που δεν είχαν την ευκαιρία να προβληθούν ιδιαίτερα στις εφημερίδες.

«Σωστά. Το «Τρίποντο» στην πρώτη του εποχή είχε πάρει διαστάσεις… φρενίτιδας. Τα θυμάμαι κι από το σχολείο μου. Εμφανίζονταν τα παιδιά με το περιοδικό στο χέρι. Τότε υπήρχε τρέλα με το μπάσκετ».

-Τι ήταν τελικά το «Τρίποντο»;

«Από τη στιγμή που δημιουργήθηκε η πρώτη ύλη, δηλαδή η Εθνική ομάδα σε ποσοστό 80% και ο Άρης στο υπόλοιπο, το «Τρίποντο» ήταν το ιδανικό όχημα προκειμένου όλο αυτό το ρεύμα που δημιουργήθηκε να μεταφερθεί, να κοινωνικοποιηθεί και να περάσει στην καθημερινότητά μας».

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...