Ο Χρήστος Αρβανίτης στο Sport-Retro.gr για τον Αντώνη Γεωργιάδη: «Έχανε τα στοιχήματα, κέρδιζε τους παίκτες»

Το ελληνικό ποδόσφαιρο έγινε πολύ φτωχότερο από τη Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2020, την ημέρα δηλαδή που «έφυγε» από τη ζωή ο Αντώνης Γεωργιάδης.

Στο προηγούμενο αφιέρωμα του Sport-Retro.gr διαβάσατε για τα πρώτα βήματα του μετέπειτα ομοσπονδιακού τεχνικού στη Δόξα Δράμας.

Τότε (23/5/1954) που σε ηλικία 19 ετών, με ελάχιστες ποδοσφαιρικές παραστάσεις, έλαβε μέρος σε κοτζάμ τελικό Κυπέλλου απέναντι στον Ολυμπιακό.

Τώρα θα διαβάσετε τη μαρτυρία ενός ποδοσφαιριστή που για 10 περίπου χρόνια υπερασπίστηκε την εστία της ομάδας του Πειραιά και της ΑΕΚ.

Ο Χρήστος Αρβανίτης είχε την τιμή να αγωνιστεί υπό τις οδηγίες του στους δύο αυτούς λαοφιλείς συλλόγους και το Sport-Retro.gr, με τη σειρά του, έχει την τιμή να «φιλοξενεί» τον βετεράνο τερματοφύλακα.

 

«Η καλύτερη ΑΕΚ μετά τον Φάντρονκ»

Αρχικά, ο λόγος περνά σε εκείνον: «Τον είχα πρώτα προπονητή στην ΑΕΚ τη σεζόν 1984-85. Ήρθε τον Δεκέμβριο για να διαδεχθεί τον Βέντσελ Χάλαμα. Την επόμενη περίοδο που πήγε στον Ολυμπιακό, με επέλεξε και πήγα κατά τη χειμερινή μεταγραφική περίοδο. Η ΑΕΚ πελαγοδρομούσε όταν ήρθε. Να φανταστείτε στο Κύπελλο είχε αποκλειστεί από τη Λαμία.

Ο Αντώνης Γεωργιάδης ήταν άριστα καταρτισμένος όσον αφορά στην προπονητική και ένας πολύ γλυκός άνθρωπος, με τον οποίο είχαμε πολλές κατ’ ιδίαν συζητήσεις γιατί ήθελα να φύγω από την ΑΕΚ. Με έπεισε, όμως, να μείνω. Μου έλεγε ‘η ΑΕΚ σε χρειάζεται’.

Θεωρώ ότι επί των ημερών του, η ΑΕΚ έπαιξε το καλύτερο ποδόσφαιρο της μετά-Φάντρονκ εποχής. Καθολικό, επιθετικό. Η απόδοση της ομάδας στο δεύτερο μισό του πρωταθλήματος ήταν εκπληκτική. Όλες οι εφημερίδες το αναγνώρισαν. Αυτή ήταν η αιτία που μόλις τελείωσε η σεζόν, τον ζήτησε ο Σταύρος Νταϊφάς στον Ολυμπιακό».

-Ποιος ήταν ο λόγος που τελικά πήγε στον Ολυμπιακό;

«Καταρχάς να πούμε ότι τα πεπραγμένα του στην ΑΕΚ ήταν πολύ δελεαστικά για έναν Ολυμπιακό που κι εκείνος τότε δε διένυε τις καλύτερες ημέρες του. Ήθελε δηλαδή κάτι ξεχωριστό για τον πάγκο του. Πήγε με ίσως μεγαλύτερες φιλοδοξίες, με ίσως πιο υψηλές απολαβές…».

-Ποια ήταν τα χαρίσματα που τον έφτασαν στο σημείο να κοουτσάρει την ΑΕΚ, τον Ολυμπιακό, αργότερα την Εθνική και τόσες άλλες σπουδαίες ομάδες;

«Πραγματικά ήταν από τους πιο αξιόλογους προπονητές που πέρασαν. Διέθετε μία εκπληκτική ευφράδεια, μία άριστη μεταδοτικότητα, μία παροιμιώδη αμεσότητα στη μεταφορά των ιδεών προς τους παίκτες για τον τρόπο παιχνιδιού».

 

«Αδικήθηκε, υπήρξε εμπάθεια»

-Στον Ολυμπιακό, πάντως, δεν έμελλε να στεριώσει.

«Συνδέθηκε με τον τελικό Κυπέλλου του 1986 και εκείνο το 4-0 από τον Παναθηναϊκό. Αν δείτε, όμως, ακόμα και τώρα το παιχνίδι, θα διαπιστώσετε ότι τα γκολ των αντιπάλων προήλθαν από ατομικά λάθη των παικτών. Δεν είχε ευθύνη τακτικά ο Γεωργιάδης. Παράλληλα, θεωρώ ότι το σκορ ήταν πλασματικό, διότι στις αρχές του β’ ημιχρόνου ο Ολυμπιακός έχασε πολλές ευκαιρίες. Και, βέβαια, μιλάμε για έναν από τους καλύτερους Παναθηναϊκούς όλων των εποχών.

Δυστυχώς, στην Ελλάδα πρέπει να σου βγουν τα αποτελέσματα. Και για να γίνει αυτό δεν απαιτείται μόνο η γνώση αλλά και η τύχη, ο χρόνος… Οι άνθρωποι δε βλέπουν τη δουλειά που κάνεις στο γήπεδο. Δηλαδή μπορεί από ένα λάθος ποδοσφαιριστή να εξαρτηθεί το μέλλον ενός προπονητή στον πάγκο. Στο εξωτερικό δεν υπάρχει αυτό. Να πούμε, βέβαια, ότι ο Ολυμπιακός πήρε το πρωτάθλημα στο τέλος της σεζόν που αποχώρησε».

-Και οι φίλοι του Ολυμπιακού δεν είδαν με καθόλου καλό μάτι την επιστροφή του το 1993.

«Στον Ολυμπιακό την πρώτη φορά αδικήθηκε από την κρίση του κόσμου και τη δεύτερη από τη συμπεριφορά ορισμένων οπαδών. Έχουν έρθει τρισχειρότεροι προπονητές με πολύ χαμηλότερο επίπεδο τόσο στη δουλειά όσο στον χαρακτήρα, οι οποίοι πέρασαν απαρατήρητοι και δε χλευάστηκαν. Σε αντίθεση με τον Γεωργιάδη που αντιμετωπίστηκε με εμπάθεια και αντιπάθεια. Δεν του άρμοζαν αυτά».

 

«Έχανε πάντα τα στοιχήματα!»

-Στην ΑΕΚ το πρόσημο ήταν θετικό.

«Εκτιμήθηκε πράγματι. Δεν είναι μόνο τα αποτελέσματα αλλά και το θέαμα. Εδώ τα θέλουμε όλα. Και τα δύο μαζί είναι δύσκολο να επιτευχθούν. Στην ΑΕΚ τα είχε πετύχει και τα δύο. Στο δεύτερο μισό διεκδίκησε το πρωτάθλημα με πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες».

-Σε μία εποχή που ο προπονητής ήταν λίγο απ’ όλα, σωστά;

«Έτσι είναι. Τότε έπρεπε να γυμνάσει την ομάδα, να κατασκοπεύσει τον αντίπαλο, να κοουτσάρει… Σκεφτείτε πως για προπονητή τερματοφυλάκων στον Ολυμπιακό ήταν ο ίδιος και ο Θανάσης Μπέμπης! Στην ΑΕΚ μας έκανε εκείνος, δεν είχαμε προπονητή τερματοφυλάκων. Τώρα ο προπονητής έχει ένα σωρό συνεργάτες, κομπιούτερ κ.τ.λ.».

-Τα συνδύαζε όλα με επιτυχία;

«Αν τον άκουγες ως ουδέτερος παρατηρητής την ώρα που έδειχνε στον πίνακα, θα έλεγες ότι τα έχει πει όλα, ότι οι παίκτες του δεν πρόκειται να κινδυνεύσουν καθόλου. Είχε το προσόν να εκμηδενίζει τα ατού του αντιπάλου και να βγαίνουν τα δικά του στο γήπεδο».

-Γνωρίζουμε ότι διέθετε και πολλές εξωαγωνιστικές αρετές.

«Ήταν μορφωμένος. Σε πολλές συζητήσεις άνοιγε κι άλλα κεφάλαια. Ευγενέστατος, καλοπροαίρετος, με μία ευφράδεια της ελληνικής γλώσσας που σε καθήλωνε. Άλλο επίπεδο. Και ικανότερος προπονητικά από πολλούς ξένους που πέρασαν. Δυστυχώς, μετά θάνατον αναγνωρίζονται οι αρετές αρκετών ανθρώπων».

-Γενικότερα με τους παίκτες πώς ήταν;

«Είχε αυξημένη ικανότητα να μας κερδίζει προσωπικά. Και ξέρετε κάτι; Το δίκαιο έχει δύο όψεις. Η μία είναι του προπονητή, η άλλη του παίκτη που θέλει να αγωνιστεί. Γιατί κάθε παίκτης θέλει να αγωνίζεται. Το θέμα είναι αν έχεις διαφορετική άποψη, ο προπονητής να σε πείσει για την απόφασή του. Ε, αυτό το πετύχαινε σε μεγάλο βαθμό».

-Να κλείσουμε με μία ωραία ιστορία που θυμάστε από εκείνον;

«Βάζαμε κάποια στοιχήματα στο τέλος των προπονήσεων, όταν εμείς οι τερματοφύλακες γυμναζόμασταν παραπάνω. Έλεγε ‘θα το βάλω εκεί, θα το βάλω παραπέρα’. Δεν τα κατάφερνε ποτέ, πάντα έχανε! Αλλά ξέρετε, με το γέλιο και τα πειράγματα να μας συνοδεύουν. Κι αυτός ήταν ένας από τους λόγους, από τους πιο σημαντικούς, που μας κέρδιζε».

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...