Μπ(ι)ορν to be wild. Η άστατη ζωή ενός θρυλικού τενίστα

Μπ(ι)ορν to be wild. Η άστατη ζωή ενός θρυλικού τενίστα

«Εκτιμώ ότι η μεγαλύτερη νίκη του Μπιορν δεν ήταν ο τρόπος που επέβαλε τα «θέλω» του στο κορτ, αλλά η εσωτερική αλλαγή που υπέστη, με τρομερή αποφασιστικότητα, προκειμένου να δαμάσει το παθιασμένο πνεύμα του» – Λέναρτ Μπέργκελιν. Ο αείμνηστος, από τον Νοέμβριο του 2008, παλιός τενίστας και προπονητής του Μπιορν Μποργκ είπε τη μισή αλήθεια,

«Εκτιμώ ότι η μεγαλύτερη νίκη του Μπιορν δεν ήταν ο τρόπος που επέβαλε τα «θέλω» του στο κορτ, αλλά η εσωτερική αλλαγή που υπέστη, με τρομερή αποφασιστικότητα, προκειμένου να δαμάσει το παθιασμένο πνεύμα του» – Λέναρτ Μπέργκελιν.

Ο αείμνηστος, από τον Νοέμβριο του 2008, παλιός τενίστας και προπονητής του Μπιορν Μποργκ είπε τη μισή αλήθεια, εκείνη που είχε ισχύ μέχρι τον Ιανουάριο του 1983.

Ανήμερα των 61ων γενεθλίων του διάσημου Σουηδού αθλητή, το Sport-Retro.gr καταγράφει τη ζωή και τη, σύντομη, καριέρα του που ουσιαστικά ολοκληρώθηκε σε ηλικία μόλις 26 ετών.

Γοητευμένος από μία χρυσή ρακέτα

Ο Μπιορν Μποργκ (σ.σ. στα σουηδικά το επίθετό του προφέρεται Μπόρτζι) γεννήθηκε στις 6 Ιουνίου 1956 στη βιομηχανική πόλη Σεντερτάλιε, η οποία κατοικείται από 100.000 ψυχές και απέχει 30 λεπτά από τη Στοκχόλμη.

Ο πατέρας του Ρούνε εργαζόταν ως υπάλληλος σε κατάστημα με ρούχα και με τη σύζυγό του Μάργκαρετ απέκτησαν ένα παιδί με κλασικά σκανδιναβικά χαρακτηριστικά.

Όταν κέρδισε το Wimbledon στην κατηγορία των τζούνιορ, ο έφηβος Μπιορν ξεχώριζε για τα μπλε μάτια του, τα οποία βρίσκονταν πολύ κοντά το ένα με το άλλο, το ψηλόλιγνο σκαρί του και το καστανόξανθο μαλλί του.

Απέφευγε να κοιτάζει τον κόσμο στα μάτια, προδίδοντας ότι ήταν ένας ντροπαλός νέος, ενώ το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να διατηρεί τη συγκέντρωσή του, προκειμένου να χτυπά μαεστρικά το μπαλάκι του τένις.

Νωρίτερα, ο Ρούνε Μποργκ του είχε χαρίσει τη χρυσή ρακέτα που είχε κερδίσει σε ένα τουρνουά πινγκ-πονγκ και του είχε δώσει το ερέθισμα για να αρχίσει τη δράση.

Να σημειωθεί ότι ο Μπιορν είχε εκπροσωπήσει τη Σουηδία στο Davis Cup του 1972 και, μάλιστα, είχε κάμψει στο μονό την αντίσταση του βετεράνου Όνι Πάρουν από τη Νέα Ζηλανδία.

«Είμαι.. δύο άνθρωποι»

Η κατάκτηση δεκάδων τίτλων σε ελάχιστα χρόνια καριέρας προϋπόθεταν σκληρή δουλειά, μεθοδικότητα, ψυχραιμία και πειθαρχία.

Ο Λέναρτ Μπέργκελιν είχε εκπονήσει ένα εξαντλητικό πρόγραμμα που ο Μπιορν πάλευε καθημερινά για να το βγάλει εις πέρας.

Η άρτια φυσική του κατάσταση, η καλύτερη δυνατή τοποθέτησή του σε κάθε χτύπημα, το μικρό αλματάκι και η προσγείωση στις μύτες του ενός ποδιού την κατάλληλη στιγμή, η έκρηξη…

Το ανορθόδοξο backhand του έμεινε στην Ιστορία. Χρησιμοποιούσε και τα δύο χέρια για να «προετοιμάσει» τη ρακέτα και μετά εξαπέλυε τις «οβίδες» του με το δεξί. Ξεχώριζε για τη συχνότητα και τη συνέπεια που εφάρμοζε το ισχυρό topspin.

Ήταν από τους ελάχιστους baseliners (παίκτες γραμμής) που διέπρεπαν στο χορταρένιο τερέν του Wimbledon. Οι ειδήμονες είπαν ότι αυτό οφείλεται στη συνέπεια και την ευχέρεια στην προσαρμογή σε όλες τις επιφάνειες.

Κόντρα στους κορυφαίους αντιπάλους, ο Μποργκ συνήθιζε να εκκινεί με βολέ στα πρώτα του σερβίς, αλλά μετά τα δεύτερα σερβίς προτιμούσε να παίζει από την baseline.

Ο Μπιορν και η… ρακέτα

Η φυσική του κατάσταση ήταν παροιμιώδης και ασυναγώνιστη. Θα μπορούσε να νικήσει τους περισσότερους αντιπάλους του κάτω από τις πιο εξαντλητικές συνθήκες. Γενικότερα του πιστώνεται η πολύτιμη συμβολή στην ανάπτυξη του στυλ παιχνιδιού.

«Είμαι… δύο άνθρωποι. Υπάρχει ο ένας που χτυπάει και ο άλλος που παρακολουθεί εκείνον που χτυπάει», είχε πει κάποτε στον άσπονδο φίλο και μεγάλο του αντίπαλο, τον Τζον Μάκενρο.

Πριν από την εμφάνιση του Μποργκ, το τένις ήταν μια απλή υπόθεση με δύο παίκτες να ανταλλάζουν χτυπήματα, σε μία μονομαχία ακρίβειας.

Η ερασιτεχνική αυτή προσέγγιση ελάχιστα άλλαξε με την έλευση του επαγγελματισμού κατά τη δεκαετία του 1960, καθώς οι πρωταγωνιστές είχαν το ίδιο βασικό στυλ.

Ο Ροντ Λέιβερ, ο κορυφαίος τενίστας της εποχής του, δεν διέφερε από έναν μέσο παίκτη, απλώς χειριζόταν με ιδιαίτερη μαεστρία το μπαλάκι όταν εκείνο ακουμπούσε τη ρακέτα.

O Μποργκ ήταν το κάτι άλλο. Επί δύο χρόνια βελτιωνόταν στις φαλτσαριστές βολές και το δυνατό σερβίς, προκειμένου να αγγίξει το τέλειο. Και το άγγιξε.

Να σημειωθεί ότι δεν ήταν ποθητός μόνο από τον κόσμο που έσπευδε να παρακολουθήσει τα κατορθώματά του, αλλά πολύ περισσότερο από τις εταιρείες ρούχων που υπέγραφαν συμβόλαια εκατομμυρίων μαζί του, με γνωστότερες τη Fred Perry και τη Lacoste.

Εξάλλου, ο μακρυμάλλης Σουηδός με τις δεκάδες κατακτήσεις στο «ασθενές φύλο», ήταν αυτός που λάνσαρε μόδα με την κορδέλα στα μαλλιά.

Γεννημένος νικητής

Ο νεαρός Σουηδός έγινε επαγγελματίας το 1973, νωρίς-νωρίς έφτασε στον 4ο γύρο του Γαλλικού Όπεν και την προημιτελική φάση του Wimbledon, προτού κατακτήσει τον πρώτο του τίτλο στο μονό του Ιταλικού Όπεν.

Λίγες ημέρες μετά την ενηλικίωσή του, τον Ιούνιο του 1974, ο Μποργκ λύγισε σε πέντε σετ τον Μάνουελ Οράντες στον τελικό και έγινε τότε ο νεότερος νικητής του Roland Garros.

Στις αρχές του 1975, ο Σουηδός έκαμψε σε πέντε σετ την αντίσταση του 36χρονου Ροντ Λέιβερ στην ημιτελική φάση του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος στο Ντάλας, προτού ηττηθεί στον τελικό από τον αείμνηστο μαχητή της ζωής Άρθους Ας.

Στο παρακάτω video υπάρχει ένα απόσπασμα από συνέντευξη του Μποργκ στον Άρθουρ Ας, λίγους μήνες πριν από την ανακοίνωση της απόσυρσής του από τη δράση.

Ο «Iceman» ή «Ice-Borg», όπως ήταν τα παρατσούκλια του, προκαλούσε ζάλη εκείνη την εποχή με τις επιτυχίες του στο Roland Garros και το Wimbledon.

Αναλυτικά οι νίκες του:

Γαλλικό Όπεν (Roland Garros): 1974, 1975, 1978, 1979, 1980, 1981.

Wimbledon: 1976, 1977, 1978, 1979, 1980.

Στο Γαλλικό Όπεν πανηγύρισε 6 κατακτήσεις σε 8 συμμετοχές (το 1973 έφτασε μέχρι τον 4ο γύρο, το 1976 μέχρι τα προημιτελικά, το 1977 δεν έλαβε μέρος), δηλαδή κατέγραψε 49 νίκες-2 ήττες και ποσοστό επιτυχίας 96,08%.

Στο Wimbledon πανηγύρισε 5 κατακτήσεις σε 9 συμμετοχές (το 1973 και το 1975 έφτασε μέχρι τα προημιτελικά, ενώ το 1981 μέχρι τον τελικό), δηλαδή κατέγραψε 51 νίκες-4 ήττες και ποσοστό επιτυχίας 92,73%.

Αναφορικά με τα υπόλοιπα Grand Slams, ο Μποργκ σνόμπαρε το Αυστραλιανό Όπεν (έλαβε μέρος μόνο το 1974 και έφτασε μέχρι τον 3ο γύρο), ενώ στο US Όπεν δεν πανηγύρισε σε καμία από τις 9 συμμετοχές που κατέγραψε (ήττα σε 4 τελικούς: το 1976, το 1978, το 1980 και το 1981).

Τέλος, σχετικά με την παρουσία του στις διοργανώσεις που πραγματοποιούνταν στο τέλος κάθε χρόνου, ο Σουηδός πανηγύρισε 2 Masters (1979, 1980) και 1 Παγκόσμιο Πρωτάθλημα (1976).

Να σημειωθεί ότι ο Μποργκ αναδείχθηκε 3 φορές Παγκόσμιος Πρωταθλητής από την ITF* (1978, 1979, 1980) και 5 φορές Παίκτης της χρονιάς από την ΑΤP** (1976, 1977, 1978, 1979, 1980).

*ITF = Παγκόσμια Ομοσπονδία τένις

**ATP = Ένωση Επαγγελματιών Αντισφαιριστών

Μεγάλο ενδιαφέρον έχουν και τα ρεκόρ που ισοφάρισε ή κατέρριψε ο Μπιορν Μποργκ, κατά τη διάρκεια της σύντομης καριέρας του.

Ποσοστό επιτυχίας σε Grand Slam: 89,81% (141-16)

Κατακτήσεις Grand Slam χωρίς να χάσει ούτε σετ: 3 (το είχαν πετύχει και οι Ρίτσαρντ Σέαρς, Τόνι Τράμπερτ)

Επίδοση σε αναμετρήσεις των πέντε σετ: 88,9% (24-3)

Διαδοχικές κατακτήσεις Grand Slams: 3 (Roland Garros+Wimbledon από το 1978 ως το 1980)

Συνεχόμενες νίκες σε ημιτελικούς Grand Slams: 14

Ποσοστό επιτυχίας σε Wimbledon: 92,73% (51-4)

Συνεχόμενες νίκες σε Wimbledon: 41

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι πανηγύρισε 19 διαδοχικές νίκες σε μονό στο Davis Cup από το 1973 μέχρι το 1975, ενώ μέχρι το τέλος της καριέρας του έφτασε τις 33, επίδοση που αποτελεί ρεκόρ μέχρι και σήμερα.

Το 1973 στο Όπεν της Στοκχόλμης

Χρήσιμες πληροφορίες

Wimbledon

Η δυναστεία του Μποργκ στο Wimbledon άρχισε μετά την ήττα του από τον Ας στα προημιτελικά του 1975 και ολοκληρώθηκε στον τελικό του 1981 με «θύτη» τον Μάκενρο.

Το 1976 κατέκτησε τη διοργάνωση χωρίς να χάσει σετ και, μάλιστα, στον τελικό που διεξήχθη στους 41 βαθμούς Κελσίου λύγισε το φαβορί Ίλιε Νάστασε, με συνέπεια να γίνει ο νεότερος νικητής (ήταν 20 ετών και το ρεκόρ έσπασε το 1985 από τον 17χρονο Μπόρις Μπέκερ).

«Εμείς παίζουμε τένις, αυτός παίζει κάτι άλλο», θα δήλωνε αργότερα ο Ρουμάνος αντίπαλός του.

To 1977 νίκησε στον τελικό έναν μεγάλο αντίπαλο, τον Τζίμι Κόνορς, με συνέπεια να αναρριχηθεί στο Νο1 της παγκόσμιας κατάταξης για μία εβδομάδα του Αυγούστου.

Το 1978 επικράτησε ξανά του Κόνορς, o οποίος έμελλε να πάρει ρεβάνς λίγους μήνες αργότερα στο US Όπεν.

Roland Garros

Ο μοναδικός παίκτης που τον νίκησε στο Γαλλικό Όπεν ήταν ο Αντριάνο Πανάτα: στον 4ο γύρο του 1973 και στα προημιτελικά του 1976.

Το 1977 δεν έλαβε μέρος στο Roland Garros, εξαιτίας ενός συμβολαίου με τη WTT (World Team Tennis).

Το 1978 κατέκτησε τη διοργάνωση χωρίς να χάσει σετ, επίδοση που μόνο εκείνος, ο Νάστασε το 1973 και ο Ράφαελ Ναδάλ (2008, 2010) έχουν πετύχει στην ανοιχτή εποχή (open era).

US Όπεν

Ένας τραυματισμός στον ώμο ήταν ο λόγος που υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τη διοργάνωση του 1977 στο ματς της φάσης των «16» κόντρα στον Ντικ Στόκτον.

Η κατάστασή του είχε επιδεινωθεί την ώρα που έκανε θαλάσσιο σκι με τον στενό του φίλο και συνήθη αντίπαλο Βίτας Γκερουλάιτις.

Στη διοργάνωση του 1978 έφτασε μέχρι τον τελικό, αλλά μία φουσκάλα στον αντίχειρα δεν του επέτρεψε να αγωνιστεί στο μάξιμουμ παρά τις ενέσεις, με αποτέλεσμα ο Κόνορς να αναδειχθεί νικητής.

Έως το 1977 δηλαδή μέχρι την ηλικία των 21 ετών, ο Μποργκ δεν είχε ηττηθεί από νεότερο αντίπαλο, αλλά ακόμα σημαντικότερο ήταν το γεγονός ότι η παγκόσμια κατάταξη του 1979 και του 1980 τον βρήκε στην κορυφή.

Όταν έφτασε στο ζενίθ

Ειδική μνεία θα πρέπει να γίνει στην τριετία 1979-1981, όταν ο Μπιορν Μποργκ δεν είχε πια αντίπαλο, με μόλις έναν αποκλεισμό σε 9 Grand Slams.

Ως τη μεγαλύτερη επιτυχία της καριέρας του χαρακτήρισε ο Ρόσκο Τάνερ τη νίκη επί του Σουηδού στον προημιτελικό του US Open του 1979.

Αυτή ήταν και η μοναδική φορά που ο «Iceman» δεν έλαβε μέρος σε τελικό κατά την προαναφερθείσα τριετία (1979-1981).

Εκείνη την εποχή, ο Σουηδός τενίστας με την καστανόξανθη χαίτη και την κορδέλα στα μαλλιά βρέθηκε στο Νο1 της παγκόσμιας κατάταξης για συνολικά 109 εβδομάδες.

Μόνο τυχαίο δεν ήταν το γεγονός ότι το BBC τον ανέδειξε αθλητική προσωπικότητα της χρονιάς για το 1979.

Στον τελικό του Γαλλικό Όπεν του 1979 ο Μποργκ νίκησε 3-1 σετ τον Βίκτορ Πέτσι, ενώ στο Wimbledon της ίδιας χρονιάς έπραξε αναλόγως, αλλά στα πέντε σετ, κόντρα στον Τάνερ.

«Όταν νίκησα τον Κόνορς, ο τίτλος του πρώτου μού ανήκε δικαιωματικά. Ο αγώνας με τον Τάνερ, όμως, υπό αντίξοες συνθήκες (σ.σ. έβρεχε καταρρακτωδώς), με καταξίωσε στη συνείδηση των θεατών, ως τον μεγαλύτερο τενίστα των εποχών», είπε τότε ο Σουηδός.

Ο πέμπτος τίτλος του σε Roland Garros (ξανά χωρίς να χάσει σετ) καταγράφηκε το 1980, έπειτα από την πρόκριση επί του Μάκενρο στον ημιτελικό και τη νίκη επί του Γκερουλάιτις στον τελικό.

Με 11 κατακτήσεις, ο Μπιορν Μποργκ βρίσκεται στην έκτη θέση της λίστας των νικητών σε Grand Slam, έπειτα από τους Ρότζερ Φέντερερ (18), Πιτ Σάμπρας (14), Ράφαελ Ναδάλ (14), Ρόι Έμερσον (12) και Νόβακ Τζόκοβιτς (12).

Οι ειδικοί λένε ότι το νταμπλ (Roland Garros – Wimbledon) είναι το πιο δύσκολο στο τένις. Ο «Iceman», ο Ναδάλ (2008, 2010) και ο Φέντερερ (2009) έχουν πετύχει αυτό το νταμπλ. Μόνο που ο σημερινός μας ήρωας το έπραξε τρεις διαδοχικές φορές!

Ο τελικός του αιώνα

Σάββατο 5 Ιουλίου 1980. Ο Μπιορν Μποργκ και ο Τζον Μάκενρο παλεύουν επί 3 ώρες και 53 λεπτά για την κατάκτηση του Wimbledon.

Ο 21χρονος Αμερικανός αποδοκιμάζεται κατά την είσοδό του στο κεντρικό κορτ, εξαιτίας των έντονων αντιπαραθέσεων του με στελέχη της διοργάνωσης κατά τη διάρκεια του ημιτελικού με τον Τζίμι Κόνορς.

Ο 24χρονος Σουηδός ανατρέπει το 1-6 με 7-5, 6-3 και κατόπιν φτάνει 6 φορές σε σετ-πόιντ, έναντι 5 του Mακ Ενρό, ο οποίος τελικά παίρνει την, πρόσκαιρη, δόξα με 18-16 συνολικά στα γκέιμ.

«Κάθε φορά που είχα την ευκαιρία, έδινε τον καλύτερό του εαυτό. Ποτέ ξανά δεν ήμουν τόσο σίγουρος ότι θα χάσω. Είχα παραδώσει πνεύμα μετά το τέταρτο σετ. Μερικές φορές, νομίζω ότι είμαι Σούπερμαν! Δεν αστόχησα ούτε σε ένα κτύπημα. Άλλωστε, πώς θα μπορούσα», είχε δηλώσει μετά το ματς ο Μποργκ.

Ο «Ιceman» πράγματι έδωσε τον καλύτερο εαυτό του, καθώς στο τελευταίο σετ κατέγραψε 19 διαδοχικούς πόντους από το σερβίς, επικράτησε 3-2 στα σετ και με συνολικό σκορ 190-186 στα ράλι κατέκτησε το τελευταίο Wimbledon της καριέρας του.

«Ποτέ δεν είχα παρακολουθήσει τον τελικό. Πρόσφατα τα παιδιά μου με ανάγκασαν να καθίσω μαζί τους και να μιλήσουμε γι’ αυτόν. Ξέρω ότι ο Τζον πίστευε ότι θα πάρει αυτόν τον αγώνα. Κι εγώ αυτό πίστευα.

Αν μου είχε κάνει break στο πρώτο game του πέμπτου σετ, θα είχα χάσει. Στη συνέχεια έπαιξα απίστευτα, έχασα μόλις έναν πόντο από το σερβίς και νίκησα. Αυτό ήταν το πιο δυνατό σετ της καριέρας μου στο εγκεφαλικό σκέλος», έχει πει σχετικά.

Ο μοναδικός τελικός της διοργάνωσης που συγκρίνεται με εκείνον του 1980 είναι αυτός του 2008 μεταξύ του Ρότζερ Φέντερερ και του Ράφαελ Ναδάλ.

Η κόντρα με τον Μάκενρο

Λίγους μήνες αργότερα, ο Μάκενρο πήρε ρεβάνς από τον φίλο και μεγάλο του αντίπαλο, καθώς τον νίκησε στον τελικό του US Όπεν του 1980, έπειτα από μάχη 4 ωρών και 13 λεπτών.

Στο σημείο αυτό είναι καλό να αναφερθεί ότι ο Σουηδός και ο Αμερικανός τέθηκαν αντιμέτωποι 14 φορές σε regular tour και 22 συνολικά, γράφοντας μερικές από τις πιο χρυσές σελίδες στην Ιστορία του τένις.

Ο Μποργκ ξεχώριζε για το ψυχρό και ανέκφραστο στυλ του, ενώ ο Μάκενρο για τα ξεσπάσματά του (εξ ου και ο χαρακτηρισμός «Φωτιά και Πάγος» που τους συνόδευε).

Η κόντρα τους διήρκησε από το 1978 μέχρι το 1981 και σε αυτές τις 14 μονομαχίες μοιράστηκαν τις επιτυχίες.

«Κανένας δεν μπορεί να νικάει πάντα. Κάποτε, θα έρθει η στιγμή που θα χάσει και ο Μποργκ και σκοπεύω να είμαι εκεί», είχε πει μετά τον αξέχαστο τελικό του Wimbledon το 1980 ο Μάκενρο.

Προφητική ατάκα, αφού ο Αμερικανός ήταν ο υπαίτιος για την πρώτη ήττα του Μποργκ έπειτα από 41 διαδοχικές νίκες στο Wimbledon και, μάλιστα, στον τελικό του 1981.

Πολλά χρόνια αργότερα, ο Σουηδός είχε προβεί σε μία δήλωση που φανέρωσε πολλά για το, όχι και τόσο μακρινό, επαγγελματικό του μέλλον: «Εκείνη την ημέρα του 1981 αισθανόμουν ότι ήμουν πολύ καλύτερος, απλά δεν ήμουν τόσο συγκεντρωμένος. Όταν έχασα αυτό που με σόκαρε ήταν ότι δεν είχα αναστατωθεί.

Δεν ήμουν εγώ! Είχα χάσει το Wimbledon και δεν ήμουν αναστατωμένος. Απεχθάνομαι την ήττα. Το ίδιο και στο US Όπεν. Είχα χάσει από τον Τζον και εγώ ένιωθα ανακουφισμένος που ο τελικός είχε τελειώσει!

Η δυσκολία όταν παίζεις σε αυτό το επίπεδο είναι ότι δεν αντιμετωπίζεις προβλήματα. Αν κάποιος μου έλεγε την περίοδο που έπαιζα τένις «κοίτα, έχω αυτό το πρόβλημα στη ζωή μου», εγώ δεν θα καταλάβαινα πραγματικά τι εννοεί. Όλα στη ζωή μου ήταν προγραμματισμένα. Η προπόνηση, η διατροφή, ο ύπνος…».

Νωρίτερα, ο «Iceman» είχε επικρατήσει 3-2 του Ιβάν Λεντλ στον τελικό του Γαλλικού Όπεν του 1981 και είχε κατακτήσει τον τελευταίο τίτλο της καριέρας του.

Ο τελικός του US Όπεν εν έτει 1981 ήταν ο ύστατος του Μποργκ και αντίπαλός του δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από τον Μάκενρο, ο οποίος τον νίκησε (3-1) σε 3ο διαδοχικό αγώνα που έκρινε Grand Slam.

Ο Σουηδός, μάλιστα, αποχώρησε από το κορτ και εν συνεχεία από το στάδιο, προτού αρχίσουν οι απονομές και η συνέντευξη Τύπου. Η απογοήτευσή του για το 0/4 σε τελικούς επί αμερικανικού εδάφους ήταν φανερή.

Η τελευταία μονομαχία τους πραγματοποιήθηκε το 1983 στο Suntory Cup του Τόκιο, όπου ο «Πάγος» έσβησε τη «Φωτιά» με 2-1 σετ.

Η επιρροή τους στο τένις αποδεικνύεται από τις αναμετρήσεις επί βρετανικού εδάφους, όπου το αριστοκρατικό κοινό του Wimbledon άρχισε να εκφράζεται… λαϊκά στους πόντους και τα highlights τους.

Η φιλία τους αντικατοπτρίζεται σε μερικές λέξεις του Αμερικανού τον Μάρτιο του 2006, όταν ο Οίκος Μπόναμς του Λονδίνου ανακοίνωνε ότι θα δημοπρατήσει τα κύπελλα του Wimbledon που κατέκτησε ο Σουηδός, καθώς και δύο από τις νικητήριες ρακέτες του.

Ο Μάκενρο τηλεφώνησε από τη Νέα Υόρκη στον Μποργκ και σε μία προσπάθεια να τον… συνετίσει του είπε μεταξύ άλλων: «Τι κάνεις; Έχεις τρελαθεί;»

Με τη συνδρομή των Τζίμι Κόνορς και Αντρέ Αγκάσι, ο μεγάλος αντίπαλος του Σουηδού τον έπεισε να εξαγοράσει τα κύπελλα και τις ρακέτες από τον Οίκο Μπόναμς, χωρίς ωστόσο να διαρρεύσει το οικονομικό σκέλος της συμφωνίας τους.

Και μία είδηση που αφορά στο παρόν: Τον Σεπτέμβριο του 2017 θα προβληθεί για πρώτη φορά η σουηδικής παραγωγής βιογραφική ταινία «Borg vs. McEnroe», που θα σχετίζεται με τον αξέχαστο τελικό του 1980.

Ο Σβέριρ Γκούντνασον θα υποδυθεί τον νικητή εκείνου του αγώνα και ο Σάια Λα Μπεφ τον ηττημένο Αμερικανό, ενώ τα γυρίσματα πραγματοποιούνται στο Γκέτεμποργκ, το Μονακό, την Πράγα και το Λονδίνο.

Η ξαφνική αποχώρηση και τα προβλήματα

Το 1982 ο Μποργκ έλαβε μέρος μόνο σε ένα τουρνουά: στο Masters του Μόντε Κάρλο, όπου αποκλείστηκε από τον Γιανίκ Νοά στα προημιτελικά.

Εννέα μήνες αργότερα και συγκεκριμένα τον Ιανουάριο του 1983, ο «Iceman»… πάγωσε το κοινό του τένις με την απόφασή του να αποσυρθεί από τη δράση σε ηλικία μόλις 26 ετών.

Μάταια ο Μάκενρο προσπαθούσε να τον μεταπείσει: «Επιχείρησα να τον ταρακουνήσω, να τον κάνω να σκεφθεί θετικά, αλλά αυτός ήταν αποφασισμένος. Ειλικρινά, λυπήθηκα πολύ γιατί ήταν μεγάλος τενίστας».

Πολλά χρόνια αργότερα, ο Μποργκ αποκάλυψε τη συνομιλία που είχε τότε με τον προπονητή του Λέναρτ Μπέργκελιν: «Πέρασα σπουδαία χρόνια παίζοντας τένις. Είχα πολλές επιτυχίες. Ήθελα να είμαι ο καλύτερος. Ήθελα να είμαι επιτυχημένος και σίγουρα ήμουν, όταν αποφάσισα να αποχωρήσω.

«Έχεις τουλάχιστον άλλα πέντε χρόνια μπροστά σου και μπορείς να κατακτήσεις κι άλλους πολλούς τίτλους», μου είπε ο Μπέργκελιν. Κι εγώ του απάντησα «ναι, αλλά αν δεν έχω κίνητρο δεν μπορώ να συνεχίσω».

Μέχρι τα 25 χρόνια, δεν είχα απογοητεύσεις. Ήταν η πιο ωραία περίοδος στη ζωή μου. Ήμουν επιτυχημένος, όχι μόνο για τον εαυτό μου, αλλά για το σουηδικό τένις και γενικότερα για το διεθνές.

Πετύχαμε πάρα πολλά πράγματα μαζί με τον Μάκενρο και τον Κόνορς. Οδηγήσαμε το άθλημα σε άλλο επίπεδο. Δώσαμε μια άλλη διάσταση, με μεγαλύτερα γήπεδα και περισσότερα χρήματα.

Ήμουν ο πρώτος που είχε προπονητή και ο πρώτος ο οποίος ουσιαστικά δούλεψε καθαρά ως επαγγελματίας αθλητής, όχι μόνο στο γήπεδο, αλλά και έξω από αυτό».

Οι τελευταίες παραστάσεις του Μποργκ πραγματοποιήθηκαν τον Μάρτιο του 1983 στο Μόντε Κάρλο και τον Ιούλιο του 1984 στη Στουτγκάρδη.

«Χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να συμφιλιωθώ με τον εαυτό μου και να βρω αυτό που πραγματικά ήθελα να κάνω. Είχα πολλές επιλογές και ευκαιρίες, δοκίμασα αρκετά πράγματα, κάποια καλά και κάποια κακά. Μου πήρε πολλά χρόνια για να φτάσω στο σημείο που ήθελα να βρίσκομαι», έχει πει σε συνέντευξή του.

Όταν αποσύρθηκε από τη δράση, ο Μποργκ είχε τρεις κατοικίες: ένα πολυτελές ρετιρέ στο Μόντε Κάρλο, όχι μακριά από το κατάστημα αθλητικών ειδών που διατηρούσε, μία έπαυλη στο Λονγκ Άιλαντ της Νέας Υόρκης και ένα μικρό νησί στη σουηδική ακτή.

Mε την τρίτη σύζυγό του Πατρίσια

Ο Μποργκ έχει διαψεύσει τις φήμες που τον ήθελαν να λαμβάνει υπερβολική δόση ναρκωτικών ουσιών ακόμα και να αποπειράται να αυτοκτονήσει, όταν κατέρρευσε επιχειρηματικά μετά την απόσυρσή του από τη δράση.

«Οι ιστορίες αυτές αυξήθηκαν έπειτα από μία εισαγωγή μου στο νοσοκομείο λόγω τροφικής δηλητηρίασης. Τα χρήματα είναι σημαντικά, αλλά όχι πολύ σημαντικά. Το πιο απογοητευτικό απ’ όλα ήταν ότι μερικοί με «κακοποίησαν». Όταν άρχισα να δραστηριοποιούμαι επιχειρηματικά νόμιζα ότι αυτοί οι άνθρωποι ήταν φίλοι μου, αλλά στην πραγματικότητα ήθελαν να με διαβάλλουν».

Πολλά ακούστηκαν για τη ζωή του Μποργκ (ψυχολογικά προβλήματα, χρήση ναρκωτικών ουσιών, απόπειρα αυτοκτονίας), απόρροια και της κατάρρευσης των επιχειρήσεών του.

«Μου αρέσουν οι εντυπωσιακές γυναίκες, αλλά ως εκεί. Τώρα, αν με κατηγορούν, επειδή συμμετέχω κατά καιρούς ως κριτής σε διαγωνισμούς ομορφιάς, αυτό είναι δικό τους πρόβλημα», έχει πει για την αδυναμία του στο «ασθενές φύλο».

Οι κακές γλώσσες μιλούν για εθισμό στα όργια, τους οίκους ανοχής και τις σεξουαλικές διαστροφές… Το μόνο δεδομένο είναι ότι η προσωπική του ζωή κύλησε επί σειρά ετών με πάρα πολλά σκαμπανεβάσματα.

Τον Απρίλιο του 1991 η δεύτερη σύζυγός του από το 1989 μέχρι το 1993, η Ιταλίδα τραγουδίστρια Λορεντάνα Μπέρτε αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει στο Μιλάνο.

Αρχικά, είχε παντρευτεί τη Ρουμάνα τενίστρια Μαριάνα Σιμιονέσκου στο Βουκουρέστι στις 24 Ιουλίου 1980, αλλά το ζεύγος χώρισε το 1984.

Επιπλέον, απέκτησε ένα παιδί με το μοντέλο Γιάνικε Μπιέρλινγκ, γεγονός που αποτέλεσε το ξεκίνημα μιας μεγάλης κόντρας για την επιμέλειά του.

Στις 8 Ιουνίου 2002, ο Μποργκ παντρεύτηκε για τρίτη φορά, εν προκειμένω την Πατρίτσια Όστφελντ, με την οποία απέκτησε έναν γιο κι ενώ η ίδια είχε ήδη δύο παιδιά από προηγούμενο γάμο της.

Το comeback και το σήμερα

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο πάλαι ποτέ κορυφαίος τενίστας άφησε ξανά τα μαλλιά του να μακρύνουν και με μία ξύλινη ρακέτα ανά χείρας αποφάσισε να επιστρέψει στη δράση.

Αρχικά, τον Απρίλιο του 1991, τέθηκε αντιμέτωπος με τον Ζόρντι Αρέσε στο Μόντε Κάρλο, αλλά χωρίς να προπονηθεί ή να δώσει προηγουμένως φιλικούς αγώνες, με συνέπεια να ηττηθεί 2-0.

Να σημειωθεί ότι σε ηλικία 35 ετών, αγωνιζόμενος με πιο κοντά μαλλιά και χρησιμοποιώντας μοντέρνες ρακέτες, κατάφερε να λυγίσει τον 37χρονο Τζον Λόιντ σε αγώνα του Inglewood Forum.

Η δημιουργία του Björn Borg AB (τέως World Brand Management) εν έτει 1984 έμελλε να του αλλάξει τη ζωή, καθώς παρά τις μακροχρόνιες δυσκολίες και τα δεινά οικονομικά προβλήματα, η φίρμα εδραιώθηκε στον χώρο της ένδυσης και της υπόδησης.

Το μότο «κάντε σεξ για το μέλλον» (σ.σ. η εταιρεία φημίζεται κυρίως για τα εσώρουχά της με ό,τι αυτό συνεπάγεται) είχε κάνει πάταγο στη Σουηδία, σε μία περίοδο που υπήρχε προβληματισμός για την υπογεννητικότητα.

Αυτή η φράση, σε συνδυασμό με τη ρετρό φιγούρα ενός τενίστα των 70s, λειτούργησαν ευεργετικά για την αναγέννηση της εταιρείας του Μποργκ.

Εκτός από το comeback στο επιχειρηματικό σκέλος, ο Σουηδός φαίνεται ότι τελικά βρήκε την οικογενειακή γαλήνη στο πρόσωπο της Πατρίσια.

Σε παλιότερη συνέντευξή του, ο Μποργκ είχε πει: «Ζούμε σε ένα νησί έξω από τη Στοκχόλμη. Σηκωνόμαστε με τα παιδιά από τις 6, παίζω τένις 5 φορές την εβδομάδα και προπονώ την ομάδα τζούνιορ της Σουηδίας».

Ο «Iceman» μπήκε στο Hall of Fame του τένις το 1987 και τον Δεκέμβριο του 2014 αναδείχθηκε κορυφαία αθλητική προσωπικότητα της Σουηδίας από την εφημερίδα «Dagens Nyheter».

Τα παραπάνω προστίθενται στις δεκάδες διακρίσεις του, τις συνεχόμενες κατακτήσεις Wimbledon, την κυριαρχία στο Γαλλικό Όπεν… Το μεγαλύτερο, όμως, κέρδος του 61χρονου πια Μποργκ είναι η προσωπική γαλήνη.

Και ένα τελευταίο… βολέ του Σουηδού: «Ένας άνδρας πρέπει να βρει μία σπουδαία γυναίκα. Δυστυχώς εγώ παντρεύτηκα για τρίτη φορά. Ελπίζεις ότι θα μείνεις για πάντα με την ίδια γυναίκα, αλλά αν δεν είσαι ήρεμος με τον εαυτό σου ο γάμος δεν πρόκειται να πετύχει».


Διαβάστε ακόμη:

Φρεντ Πέρι: Ένας παρεξηγημένος τενίστας, μία θρυλική… φίρμα

Τελευταία Άρθρα

Γράψτε ένα σχόλιο

Το e-mail σας ΔΕΝ δημοσιεύεται

Ακύρωση Απάντησης

Πορτοκαλί και άλλα