Οι δημοσιογράφοι που τον πείσμωσαν και η σημαία που δεν μπήκε ποτέ στο… Έβερεστ. Ο Κώστας Γκατσιούδης στο Sport-Retro.gr

Αν ρωτήσεις έναν λάτρη της γεωγραφίας θα σου απαντήσει: «Σύνορα με Τουρκία».

Αν ρωτήσεις έναν σινεφίλ ή θεατρόφιλο θα σου απαντήσει: «Καριοφυλλιά Καραμπέτη».

Αν ρωτήσεις έναν φιλόμουσο θα σου απαντήσει: «Διδυμότειχο Μπλουζ».

Και αν ρωτήσεις έναν φίλαθλο θα σου απαντήσει: «Κώστας Γκατσιούδης».

Όλα τα παραπάνω ταυτίζονται με το Διδυμότειχο, όμως όπως είναι φυσικό, το Sport-Retro.gr επικεντρώνεται σε έναν άνθρωπο που είδε το πρώτο φως της ζωής σαν σήμερα πριν από 44 χρόνια.

Γεννηθείς στις 17 Δεκεμβρίου 1973, ο Κώστας Γκατσιούδης εξελίχθηκε στον κορυφαίο Έλληνα ακοντιστή και αποτέλεσε μέλος μιας σπουδαιότατης γενιάς του εγχώριου κλασικού αθλητισμού των 90s’.

Με 1 παγκόσμιο ρεκόρ Εφήβων, 3 μετάλλια σε Παγκόσμια Πρωταθλήματα και 2 συμμετοχές σε Ολυμπιακούς Αγώνες, ο πρωταθλητής από το Διδυμότειχο είχε ήδη κάνει αισθητή την παρουσία του στον χώρο.

Ονειρευόταν περισσότερες διακρίσεις με την έλευση των πρώτων –άντα και, βέβαια, παρουσία στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας το 2004, όμως η μοίρα είχε γράψει διαφορετικά την ιστορία.

Ο τραυματισμός του σε ένα μίτινγκ στη Θεσσαλονίκη το 2002 αποδείχθηκε η αρχή του τέλους, αφού έκτοτε ο Κώστας Γκατσιούδης δεν κατάφερε να επανέλθει σε επιθυμητό επίπεδο και, μοιραία, αποσύρθηκε από τη δράση.

Ο κορυφαίος Έλληνας ακοντιστής παραχώρησε συνέντευξη στο Sport-Retro.gr, οι συντελεστές του οποίου θέλησαν με αυτόν τον τρόπο να του ευχηθούν για τα 44α του γενέθλια και, κατ’ επέκταση, να τον ευχαριστήσουν για όσα προσέφερε (και εξακολουθεί να προσφέρει από άλλο μετερίζι) στον εγχώριο αθλητισμό.

***

-Τα περισσότερα παιδάκια ασχολούνται με το ποδόσφαιρο, το μπάσκετ και, ιδίως στον Έβρο που γεννηθήκατε, με το βόλεϊ. Εσύ γιατί επέλεξες τον ακοντισμό;

«Είχε γίνει μία επιλογή ταλέντων από τα Δημοτικά σχολεία. Είχα περάσει κι από όλα αυτά τα στάδια του ποδοσφαίρου, του βόλεϊ και του μπάσκετ, αλλά δεν μου άρεσαν ιδιαίτερα. Επέλεξα δηλαδή κάτι που θα βασιζόμουν στις δικές μου δυνάμεις. Στην αρχή ήταν πάρα πολύ δύσκολο, αλλά αν κάποιος ασχολείται με τον κλασικό αθλητισμό δύσκολα ξεφεύγει απ’ αυτόν».

-Δηλαδή πόσο χρονών ήσουν;

«Πήγαινα ΣΤ’ Δημοτικού ή Α’ Γυμνασίου. Προπονητής ήταν ο Αθανάσιος Τσιτσιμάγκας. Βέβαια, είχα αρχίσει με κάποιον άλλον, αλλά ήταν για πολύ μικρό χρονικό διάστημα και δεν τον θυμάμαι. Με τον Τσιτσιμάγκα ήμουν μέχρι και την περίοδο που έφυγα από το Διδυμότειχο».

-Πώς ήσουν ως έφηβος; Πιστός στον αθλητισμό ή υπήρχαν φορές που ξέφευγες;

«Από τη στιγμή που ήρθαν κάποιες επιτυχίες σε διασυλλογικούς κυρίως αγώνες, ήμουν πολύ σταθερός. Στην εφηβική ηλικία δεν είχα εξάρσεις, ήμουν συνεπής και σοβαρός στις υποχρεώσεις μου. Δεν άφηνα προπονήσεις, έδινα τον καλύτερό μου εαυτό».

-Η πρώτη σπουδαία επιτυχία ήρθε προτού καν κλείσεις τα 20, όταν στις 20 Ιουνίου 1992 κατέρριψες το παγκόσμιο ρεκόρ Εφήβων με επίδοση 80.30μ. Ποιο ήταν το μυστικό της επιτυχίας;

«Το ήθελα πάρα πολύ. Γυμναζόμουν με τρομερή θέληση κάθε μέρα. Είχα, βέβαια, τον προπονητή και τους γονείς μου, οι οποίοι είχαν πέσει από πάνω μου. Βοηθούσαν τα μέγιστα. Η χρονιά ήταν πολύ καλή. Δεν υπήρχε κάποιος τραυματισμός για μεγάλο χρονικό διάστημα και όλα ήρθαν καλά».

-Είχες κάποιο γούρι;

«Όχι, ποτέ. Μόνο τη σοβαρή δουλειά είχα».

-Δύο χρόνια αργότερα αναδείχθηκες πρωταθλητής Νέων με το εντυπωσιακό 83.82μ. στην Οστράβα της Τσεχίας. Έχουν κυλήσει περισσότερες από 2 δεκαετίες, αλλά φανταζόμαστε ότι θα θυμάσαι πολλές από τις ξεχωριστές εκείνες στιγμές.

«Ήταν από τις πρώτες χρονιές διεξαγωγής των Πανευρωπαϊκών Αγώνων της κατηγορίας κάτω των 23 ετών. Υπήρχε αρκετή συμμετοχή, όλες οι χώρες κατέβασαν αθλητές κι αυτό για εμάς ήταν πρωτόγνωρο. Ναι μεν αγωνιζόμασταν στο Παγκόσμιο ή το Πανευρωπαϊκό Εφήβων, αλλά βρεθήκαμε ξαφνικά σε μία διοργάνωση που δεν ξέραμε ακριβώς τι γινόταν, πόσο σοβαρή είναι η κατάσταση κ.τ.λ. Προσωπικά κι εκεί βρέθηκα σε πολύ καλό επίπεδο. Απόδειξη είναι ότι κατάφερα να κερδίσω το χρυσό μετάλλιο. Φάνηκε δηλαδή από την κατηγορία των 18 μέχρι κι εκεί ότι με σωστή δουλειά και λίγη τύχη θα μπορούσα να φτάσω ψηλά».

«Στην Ατλάντα πήραν τα μυαλά μου αέρα»

-Με ποιους συναθλητές έκανες παρέα εκείνη την εποχή;

«Με όλα τα παιδιά από την Εθνική ομάδα. Ήμασταν πολύ δεμένοι μεταξύ μας. Ούτως ή άλλως στους αγώνες ήμασταν οι ίδιοι και οι ίδιοι. Μέχρι και τώρα δηλαδή είμαστε όλοι φίλοι».

-Το 1996 στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα προκρίθηκες στον τελικό και κατέλαβες τη 10η θέση. Είχες μείνει ικανοποιημένος από εκείνο το πλασάρισμα;

«Όχι καθόλου. Γιατί είχα κάνει μια εκπληκτική πρωινή επίδοση κατάταξης με 87.12μ. που ήταν Πανελλήνιο ρεκόρ Ανδρών. Είχα περάσει με την πρώτη βολή στον τελικό. Δεν υπολόγιζα ότι θα κερδίσω το χρυσό μετάλλιο, αλλά πήραν τα μυαλά μου απότομα αέρα λόγω της απειρίας μου σε πολύ μεγάλους αγώνες. Και ανταγωνιστές μου ήταν όλοι αυτοί που συνάντησα από τα 23 μου και μετά, ο Ζελέζνι, ο Μπάκλεϊ, ο Χεχτ… Όλοι αυτοί. Όταν έγινε ο τελικός την επόμενη ημέρα, εγώ είχα ήδη κουραστεί με τα όνειρα και τις φαντασίες που έκανα. Δεν απέδωσα τα μέγιστα. Δεν το άντεξε η ιδιοσυγκρασία μου. Δεν πλασαρίστηκα καλά, δεν έριξα καλά».

-Η πορεία σου ήταν ανοδική, με highlights το χάλκινο μετάλλιο στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Αθήνας το 1997 και το ασημένιο σε εκείνο της Σεβίλλης το 1999. Τι θυμάσαι από αυτές τις δύο ιδιαίτερα σημαντικές επιτυχίες, αρχής γενομένης από τη διοργάνωση του ΟΑΚΑ;

«Μετά τη 10η θέση της Ατλάντα ξεκίνησε μία προσπάθεια από τον ΣΕΓΑΣ, προκειμένου να κατέβω στην Αθήνα για να γυμναστώ σε καλύτερες συνθήκες και χώρους, με τη βοήθεια κάποιων ειδικών προπονητών. Ήθελαν δηλαδή να μου προσφέρουν ό,τι καλύτερο μπορούσαν. Προκλήθηκαν τότε κάποιοι καβγάδες με τον προπονητή μου για το αν έπρεπε να φύγω από το Διδυμότειχο. Τελικά έφυγα το 1996 προς 1997. Η ομοσπονδία είχε ρίξει πολύ μεγάλο βάρος στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του 1997.

Μία από τις ρίψεις του στο ΟΑΚΑ

 

Έμενα στους ξενώνες εκείνο τον χρόνο. Πραγματικά ήμουν πάρα πολύ αποφασισμένος να ξεπεράσω τον εαυτό μου. Όλη η χρονιά πήγε πολύ καλά. Άλλαξα προπονητή, ήμουν με τον Αντώνη Παπαδημητρίου, εκείνον δηλαδή που ολοκλήρωσα την αθλητική μου καριέρα. Προσπαθήσαμε πολύ, δουλέψαμε πολύ.

Είχαμε την απίστευτη συνδρομή της ομοσπονδίας, η οποία βρισκόταν όχι μόνο πίσω από μένα, αλλά και από κάθε αθλητή. Ήταν οι χρυσές εποχές που, μεταξύ άλλων, υπήρχε και χρήμα γενικώς στον αθλητισμό. Μέσα στη χώρα μας, παρουσία των Ελλήνων φιλάθλων, είχα μία πολύ μεγάλη επιτυχία σε μία σπουδαία διοργάνωση όπως το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα.

Το 1999 στη Σεβίλλη άρχισα να καταλαβαίνω ότι μπορώ να σταθώ σε όλες τις διοργανώσεις. Είδα ότι τα πράγματα ναι μεν ήταν δύσκολα, αλλά ήταν και εφικτά. Προσπαθούσα πάρα πολύ».

«Πικρή γεύση στο Σίδνεϊ»

-Αναφέρθηκες στους Έλληνες φιλάθλους. Θεωρείς ότι τότε υπήρχε περισσότερη δίψα του κόσμου για τον κλασικό αθλητισμό;

«Και τώρα υπάρχει δίψα. Ο κλασικός αθλητισμός είναι παγκοσμίως αποδεκτός από τους φιλάθλους. Τότε, βέβαια, ήταν η χρυσή εποχή. Ήρθε το πρώτο μετάλλιο με την Πατουλίδου. Άρχισε σιγά-σιγά ο κλασικός αθλητισμός να ανεβαίνει και να φτάνει σε πολύ υψηλό επίπεδο».

-Ήσασταν ίσως πιο αναγνωρίσιμοι σε σχέση με τους σημερινούς αθλητές.

«Κι εγώ το έχω παρατηρήσει αυτό ειν’ η αλήθεια. Ακόμη κι εμείς που είμαστε μέσα στον κλασικό αθλητισμό -βάζω και τον εαυτό μου- πρέπει να το παρακολουθήσουμε πολύ για να δούμε ποιοι αθλητές ανήκουν στην καινούργια φουρνιά και δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό για να φέρουν μετάλλια στη χώρα μας. Πέρα από 2-3 που βρίσκονται σε πολύ υψηλό επίπεδο, ο κλασικός αθλητισμός δεν είναι τόσο προβεβλημένος όπως, ας πούμε, το ποδόσφαιρο και το μπάσκετ. Εξάλλου, τότε η Δημόσια Τηλεόραση στήριζε πολύ τον κλασικό αθλητισμό, τώρα μόνο ποδόσφαιρο και μπάσκετ».

-Στις 24 Ιουνίου 2000… έκρυψες το ακόντιο με τη βολή στα 91.69μ. Mόλις 7 άνθρωποι στον κόσμο έχουν καταγράψει πιο μακρινές ρίψεις. Τι παραπάνω έκανες και έφτασε σε αυτό το τρομερό επίτευγμα;

«Τίποτα το ιδιαίτερο, απλώς είχε συνεχιστεί η πολύ καλή μου προσπάθεια. Τότε γίνονταν 3 μίτινγκ στη Φινλανδία, στα οποία είχα πάρει μέρος. Είχα μείνει για περίπου 20 ημέρες μαζί με τον προπονητή μου. Ήταν το τρίτο μίτινγκ της σειράς. Είχε χαλαρώσει το σώμα μου, είχε φύγει ένα σφίξιμο που ένιωθα μετά τις δύσκολες προπονήσεις που κάναμε για να πάμε στους αγώνες και ήταν μια πολύ καλή μέρα.

Κατάφερα επιτέλους να ξεπεράσω τα 90μ. Το κυνηγούσα χρόνια αυτό να σου πω την αλήθεια. Έφτανα πολύ κοντά στα 90μ., αλλά ποτέ δεν τα είχα ξεπεράσει. Ήταν ένα συν για μένα. Τότε το φράγμα των 90μ. φάνταζε εξωπραγματικό. Και τώρα δηλαδή, αλλά τότε ακόμη περισσότερο».

-Η 6η θέση του Σίδνεϊ τι γεύση σου άφησε;

«Πάλι πικρή. Είχα τα μετάλλια στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα, ήμουν κάθε χρονιά ανάμεσα στις 2-3 κορυφαίες επιδόσεις στον κόσμο και, πραγματικά, εκείνη την ημέρα δεν ξέρω τι συνέβη. Δεν υπήρχε θέμα άγχους, είχα μάθει να διαχειρίζομαι τους μεγάλους αγώνες ούτε ήμουν πρωτάρης. Είχα συμμετοχές σε Παγκόσμια Πρωταθλήματα, είχα πάλι την 1η ή 2η -δεν θυμάμαι- καλύτερη επίδοση στην κόσμο. Απλώς ήταν μια άτονη μέρα για μένα».

«Με πείσμωσαν 1-2 δημοσιογράφοι»

-Κατέκτησες και το χάλκινο μετάλλιο στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του Έντμοντον το 2001 παρά τους αφόρητους πόνους στο γόνατο.

«Η αλήθεια είναι ότι μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϊ δέχθηκα, ας το πω, επίθεση από 1-2 δημοσιογράφους της εποχής – όχι του κλασικού αθλητισμού. Με παρουσίασαν ως αθλητή που, θεωρητικά, σε μεγάλους αγώνες είχα κάμψη. Αναφέρονταν μόνο στους Ολυμπιακούς Αγώνες, παραβλέποντας τα μετάλλια που είχα πάρει στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα. Αυτό με πείσμωσε και, συνάμα, με στεναχώρησε. Οπότε ήρθε η επόμενη χρονιά Παγκοσμίου Πρωταθλήματος άρχισα πολύ δυναμικά την προετοιμασία μου.

Υπήρξε ένα πρόβλημα τραυματισμού στο γόνατο τη δεδομένη στιγμή και, κατ’ επέκταση, η πιθανότητα να μην αγωνιστώ καθόλου στον συγκεκριμένο αγώνα. Παρ’ όλα αυτά κάναμε κανονικά την προετοιμασία μας. Ήταν τόσο μεγάλη η θέληση. Το τυχερό μου ήταν ότι το πόδι άντεξε κάποιες βολές, πρώτη-δεύτερη-τρίτη… Πονούσα, αλλά δεν ήταν κάτι που μπορούσε να μου στερήσει τον αγώνα. Με βοήθησε η ριπτική μου ικανότητα.

Έφερα ένα μετάλλιο που δεν πίστευαν ούτε οι ίδιοι οι γονείς μου ούτε ο προπονητής μου. Εμείς θέλαμε ένα πέρασμα, έτσι το είχαμε στο μυαλό μας. Και ξαφνικά ήρθε ένα μετάλλιο και, μάλιστα, με πολύ υψηλή επίδοση. Εγώ βγήκα 3ος και έκανα 89.95μ., δηλαδή κοντά 90μ.».

«Θα έβαζα σημαία στο… Έβερεστ»

-Το όνειρό σου ήταν η συμμετοχή στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, όμως δυστυχώς αυτό δεν έγινε πραγματικότητα. Θα μας περιγράψεις τι συνέβη από το μοιραίο μίτινγκ της Θεσσαλονίκης το 2002 μέχρι την ημέρα που αποφάσισες να αποσυρθείς από τη δράση;

«Αμέσως μετά, το 2001, υποβλήθηκα σε μία επέμβαση στο γόνατό μου από τον κ. Αργύρη Μήτσου. Με επανάφερε στο τέλειο επίπεδο. Άρχισα την επόμενη χρονιά πάλι πολύ δυναμικά, έφτασα πραγματικά πάρα πολύ υψηλά στην προπόνησή μου, τόσο που μπορώ να πω ότι για τα επόμενα χρόνια θα έβαζα σημαία στο… Έβερεστ και θα ήμουν πρωταγωνιστής σε όλες τις διοργανώσεις.

Δυστυχώς, επιλέξαμε να πάμε σε ένα μίτινγκ του ΣΕΓΑΣ στην Καλαμαριά με τον προπονητή μου. Δήθεν είχαν γίνει έργα ανάπλασης στο στάδιο. Ο διάδρομος ήταν τελείως στραβός. Σε μία προσπάθειά μου πάτησα σε λακκούβα – σε κενό δηλαδή. Έχασα την ισορροπία μου και τραυματίστηκα μια για πάντα. Δεν πρόλαβα να αντιδράσω καθόλου, έφυγα πολύ άτσαλα και χάθηκε όλη μου η αθλητική καριέρα από αυτό το αίσχος.

Η βλακεία μου ήταν ότι δεν έκανα μήνυση προς κάθε υπεύθυνο για την κατασκευή του σταδίου. Αυτή ήταν η μοναδική μου βλακεία. Χτύπησα στον ώμο πολύ δυνατά. Ήταν τόσο άσχημο το πέσιμο… Έκανα, βέβαια, την επέμβαση, προσπάθησα, αλλά δεν ήταν το ίδιο με πριν. Χάθηκε όλη η αθλητική μου καριέρα λόγω της κακοτεχνίας του σταδίου, στο οποίο δήθεν γίνονταν καινούργια έργα. Τίποτα. Μηδέν».

-Ο Κώστας Γκατσιούδης της τελευταίας δεκαετίας με τι ασχολείται;

«Έγιναν κάποιες επεμβάσεις στο χέρι μου, μήπως και καταφέρω να επανέλθω, αλλά δυστυχώς… Με βοήθησε πολύ και η ομοσπονδία πάνω σ’ αυτό, όμως δεν μπορούσε να συμβεί κάτι άλλο και έτσι πήρα την απόφαση να σταματήσω. Δεν γινόταν διαφορετικά. Το πάλεψα 3-4 χρόνια και τέλος.

Στη συνέχεια έγινα προπονητής για 1-2 χρόνια, ωστόσο εκεί δεν υπήρχε η ανάλογη στήριξη και, εν μέρει, έληξε άδοξα κι αυτή η ιστορία. Τώρα ξεκίνησε μία νέα προσπάθεια. Πηγαίνω στον Εθνικό Γ.Σ. Αλεξανδρούπολης και γυρνάμε με μία ομάδα γυμναστών για να βρούμε ταλέντα του κλασικού αθλητισμού. Αυτή είναι η τωρινή μου ενασχόληση με τον αθλητισμό.

Έχω επιστρέψει μόνιμα στο Διδυμότειχο, απλώς κατεβαίνω μια φορά την εβδομάδα στην Αλεξανδρούπολη και ψάχνουμε παιδάκια στα Δημοτικά σχολεία με έμφυτο ταλέντο, προκειμένου να τα προσεγγίσουμε και να τα ‘σπρώξουμε’ προς τον κλασικό αθλητισμό».

-Αποσυρθήκατε στην πιο ώριμη -αγωνιστικά- ηλικία, όμως σας ευχόμαστε να βγάλετε νέους «Γκατσιούδηδες».

«Θέλω να βρίσκομαι μέσα στον χώρο. Βρήκαμε ήδη κάποια παιδάκια που έχουν ταλέντο και μακάρι να συνεχιστεί αυτό. Να είστε καλά».

***

Μία πιο εκτενής αναδρομή

Ο Κώστας Γκατσιούδης γεννήθηκε στο Διδυμότειχο στις 17 Δεκεμβρίου 1973 και στα μέσα της δεκαετίας του 1980 άρχισε να ασχολείται με τον ακοντισμό στον τοπικό Σπάρτακο, προτού εγγραφεί στον Πανελλήνιο Γ.Σ.

Στις 20 Ιουνίου 1992 κατέρριψε το παγκόσμιο ρεκόρ Εφήβων στο Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας (80.30μ.) και την ίδια χρονιά κατέκτησε το ασημένιο μετάλλιο στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Εφήβων/Νεανίδων.

Δύο χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα στις 30 Ιουλίου 1994 αναδείχθηκε πρωταθλητής Νέων με το εντυπωσιακό 83.82μ. στην Οστράβα της Τσεχίας και έδειξε ξανά ότι το μέλλον του ανήκει.

Στις 2 Αυγούστου 1996, όταν κλήθηκε να περάσει τον προκριματικό γύρο προκειμένου να συμμετάσχει στον τελικό των Ολυμπιακών Αγώνων της Ατλάντα, ο 22χρονος από το Διδυμότειχο κατέγραψε την κορυφαία επίδοση με 87.12μ. έναντι 86.52μ. του σπουδαίου Γιαν Ζελέζνι.

Χαρακτηριστικό είναι ότι στον τελικό της επόμενης ημέρας μόνο ο τρομερός Τσέχος και ο Στιβ Μπάκλεϊ (Μ. Βρετανία) ξεπέρασαν το 87.12μ., αλλά το 81.46μ. του Γκατσιούδη τον άφησε μόλις στη 10η θέση.

Το 1997 πανηγύρισε τις πρώτες μεγάλες διακρίσεις σε επίπεδο Ανδρών, αφού κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στους Μεσογειακούς Αγώνες και, κυρίως, το χάλκινο στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στίβου της Αθήνας (με 86.64μ.).

Ήταν ο ένας εκ των δύο Ελλήνων αθλητών που ανέβηκε στο βάθρο του ΟΑΚΑ και, μάλιστα, με μόλις 3/6 επιτυχημένες προσπάθειες (σ.σ. η Νίκη Ξάνθου κατετάγη 2η στο άλμα εις μήκος).

Το 1999 έφτασε στην υψηλότερη διάκριση της -δυστυχώς σύντομης- καριέρας του, καθώς κατέκτησε το ασημένιο μετάλλιο στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Σεβίλλης με βολή στα 89.18μ.

Βέβαια, η διάκριση αυτή του άφησε γλυκόπικρη γεύση, αφού ο Άκι Παρβιάινεν έριξε 89.52μ. στην πέμπτη του προσπάθεια (σ.σ. ο Γκατσιούδης, ο οποίος ήταν και πάλι 1ος και στους 2 γύρους των προκριματικών, σημείωσε 87.16μ. στην έκτη προσπάθεια).

Ο Φινλανδός είχε μετατραπεί σε κακό δαίμονα, αφού το 1992 του είχε σπάσει το παγκόσμιο ρεκόρ Εφήβων και την ίδια χρονιά, στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της ίδιας κατηγορίας, κατέλαβε την 1η θέση και ο Έλληνας πρωταθλητής αρκέστηκε στην 3η.

Μέχρι τη διοργάνωση της Σεβίλλης είχε καταρρίψει 8 φορές το πανελλήνιο ρεκόρ, την πρώτη εκ των οποίων το 1992 (σ.σ. το «πήρε» από τον δεύτερο προπονητή του Αντώνη Παπαδημητρίου).

Έπειτα από την κορυφαία, όπως αποδείχθηκε, διάκριση της καριέρας του ο Κώστας Γκατσιούδης είχε δηλώσει: «Σε σχέση με το προηγούμενο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, η προπόνησή μου έχει γίνει πιο ποιοτική. Η σταθερότητα που έχω δείξει ως τώρα είναι σημαντική, τόσο στον αγωνιστικό τομέα όσο και στον ψυχολογικό τομέα.

Ήλπιζα ότι θα ήμουν ο παγκόσμιος πρωταθλητής. Το φυλάω όμως για το χρόνου. Παρά το γεγονός ότι έκανα 89.18μ. στην πρώτη προσπάθεια, κάτι μου έλεγε να κάνω μια βολή κοντά στα 90μ. Τεχνικά δεν ήμουν καλά. Βρήκα τον εαυτό μου στην τελευταία προσπάθεια. Έριξα το ακόντιο με όλες μου τις δυνάμεις, αλλά δεν μπόρεσα να περάσω ξανά στην 1η θέση.

H τελευταία βολή του Γκατσιούδη στη Σεβίλλη

 

Τα συναισθήματά μου είναι ανάμεικτα. Και αυτό γιατί πρέπει να είμαι ικανοποιημένος από τη 2η θέση, αλλά όλα έδειχναν ότι μπορούσα να πάρω το χρυσό. Όμως έτσι είναι ο αθλητισμός. Μου την έφερε ο Φινλανδός που δεν τον περίμενα, ενώ υπολόγιζα τον μεγάλο Γιαν Ζελέζνι.

Δεν μπορώ να καταλάβω τι έφταιξε μετά την πρώτη βολή. Ίσως με επηρέασε η υγρασία και η ζέστη. Δεν ήμουν σε καλή ημέρα τεχνικά, εκτός από την τελευταία μου βολή. Θα συνεχίσω όπως ξεκίνησα να δουλεύω. Με περισσότερο πείσμα και επιμονή. Θα συμμετάσχω στα δύο μεγάλα μίτινγκ που έχουν απομείνει στο Golden League και μετά βλέπουμε».

Όταν ρωτήθηκε σε ποιον αφιερώνει το μετάλλιο, το πρόσωπό του σκοτείνιασε: «Το αφιερώνω στους συναδέλφους μου πυροσβέστες που χάθηκαν στη Χίο την ώρα του καθήκοντος».

Το μέγεθος της επιτυχίας του ήταν τέτοιο που ο Άκης Τσοχατζόπουλος (υπουργός Εθνικής Άμυνας) και ο Νίκος Κωνσταντόπουλος (πρόεδρος του Συνασπισμού) απέστειλαν συγχαρητήρια τηλεγραφήματα.

To 2000 o Κώστας Γκατσιούδης ταξίδεψε στο Σίδνεϊ με φιλοδοξίες και, όπως συνήθιζε, ήταν εξαιρετικός στον προκριματικό γύρο (2ος στο σύνολο πίσω από τον Ζελέζνι), ωστόσο το 86.53μ. του τελικού τον κράτησε στην 6η θέση.

Στις 24 Ιουνίου 2000 είχε προηγηθεί το εντυπωσιακό 91.69μ. σε μίτινγκ στο Koυόρτανε της Φινλανδίας, επίδοση που εξακολουθεί να αποτελεί πανελλήνιο ρεκόρ.

Η τελευταία διάκριση της καριέρας του σημειώθηκε στις 12 Αυγούστου 2001, όταν έγινε ο πρώτος Έλληνας που κατέκτησε 3 διαδοχικά μετάλλια (χάλκινο στην προκειμένη, στο Έντμοντον του Καναδά) σε Παγκόσμια Πρωταθλήματα.

«Δεν ήρθα στο Έντμοντον για να εγκαταλείψω τον αγώνα. Το πάλεψα. Το θετικό είναι ότι έχω διάρκεια. Δουλεύω πάρα πολύ, είμαι συνεπής στις υποχρεώσεις μου», είχε πει τότε ο Γκατσιούδης, ο οποίος αγωνίστηκε με πρόβλημα στο γόνατο.

Είχε βάλει πλώρη για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, όμως όλα τελείωσαν στις 24 Ιουλίου 2002, όταν τη στιγμή που το ακόντιο πετούσε για τα 91.23μ. (2η καλύτερη επίδοση της χρονιάς σε παγκόσμιο επίπεδο), ο κορυφαίος Έλληνας ακοντιστής τραυματίστηκε σοβαρά.

«Δεν μπορώ να το πιστέψω. Είμαι άτυχος, τι άλλο να πω», ήταν τα μοναδικά λόγια του μετά το δυσάρεστο περιστατικό, το οποίο έμελλε να του στοιχίσει πολλά χρόνια καριέρας, δεδομένου ότι δεν είχε κλείσει ούτε τα 29 του.

Δύο εβδομάδες μετά το υγρό στο γόνατο και τις ενοχλήσεις σε κοιλιακούς-προσαγωγούς, ο Γκατσιούδης έπεσε στηριζόμενος στο δεξί του χέρι και έπαθε ανεπανόρθωτη ζημιά.

Δυστυχώς η απουσία του από το επικείμενο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του Μονάχου ήταν το λιγότερο, αφού έχασε τόσο το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του 2003 όσο, κυρίως, τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας.

«Συνεχίζω την αποθεραπεία και μέχρι στιγμής όλα πάνε καλά. Οι γιατροί είναι ευχαριστημένοι από την εξέλιξη της κατάστασής μου, αλλά εγώ λέω πάντα αυτό που έλεγα ακόμα και πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Μέχρι τέλους θα τα δίνω όλα. H ελπίδα πεθαίνει τελευταία και η επιστροφή μου εξαρτάται αποκλειστικά σε μένα. Έχω να αγωνιστώ σχεδόν 3 χρόνια. Ανυπομονώ να ξαναπιάσω ακόντιο και να αγωνιστώ σε μίτινγκ.

Δεν μπορώ να περιγράψω αυτό που αισθάνομαι. Είμαι πιο καλά από ποτέ τα τελευταία χρόνια και αυτό που έχω να πω είναι ότι σύντομα θα επιστρέψω. Αυτά που πέρασα τα τελευταία χρόνια ανήκουν στο παρελθόν», είχε πει τον Οκτώβριο του 2004 στην ιστοσελίδα «Sportline», χωρίς να γνωρίζει ότι δεν θα καταφέρει ποτέ ξανά να είναι ο παλιός καλός Γκατσιούδης.

***

Ο Κώστας Γκατσιούδης δεν κατάφερε να μακροημερεύσει ως ακοντιστής ούτε να κατακτήσει ολυμπιακό μετάλλιο, όμως σίγουρα του αξίζουν συγχαρητήρια διότι δεν είναι συνηθισμένο να ανεβαίνεις 3 διαδοχικές φορές σε βάθρο Παγκοσμίου Πρωταθλήματος.

Ο τρανός αθλητής από το Διδυμότειχο ανήκε στην ελίτ του αγωνίσματος κατά την πενταετία 1997-2002 και αυτό ουδείς μπορεί να το αμφισβητήσει.

Οι συντελεστές του Sport-Retro.gr του εύχονται ολόψυχα Χρόνια Πολλά με υγεία και λιγότερες ατυχίες στη ζωή του.

 

Διαβάστε ακόμη:

Στέλιος Κυριακίδης: Ο αθλητής των 7.000.000 πεινασμένων Ελλήνων

Τζιμ Λόντος: Από την… κρεμάλα στο κατς. Τον έκανε τραγούδι και ο Μάρκος

Το παγκόσμιο ρεκόρ του Χρήστου Παπανικολάου

Η Δομνίτσα Λανίτου-Καβουνίδου της Κύπρου, της Ελλάδας και των Ολυμπιακών Αγώνων

Πύρρος, Κάχι, Βαλέριος, «κάτσε κάτω απ’ την μπάρα». Η Ελλάδα παγκόσμια πρωταθλήτρια της άρσης βαρών

Πέτρος Γαλακτόπουλος: Το «λιοντάρι» της ελληνικής πάλης με τα δυο μετάλλια στους Ολυμπιακούς Αγώνες

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...