Τζιμ Λόντος: Από την… κρεμάλα στο κατς. Τον έκανε τραγούδι και ο Μάρκος

Η Ελλάδα διέθετε από την αρχαιότητα πλούσια παράδοση στα βαρέα αθλήματα και ο Τζιμ Λόντος φρόντισε να τη… διαιωνίσει με τις εκατοντάδες επιτυχίες του στην επαγγελματική πάλη.

Με αφορμή την κατάκτηση του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος του 1934, στις 31 Ιανουαρίου, το Sport-Retro.gr σας μεταφέρει τις βασικές πτυχές της ζωής του τρανού αθλητή από το Κουτσοπόδι Αργολίδας.

Ο αριθμός 13 έχει συνδεθεί με τη γρουσουζιά από τους προληπτικούς, ωστόσο στην περίπτωση του Χρήστου Θεοφίλου, όπως ήταν το κανονικό του όνομα, αυτό δεν ίσχυσε.

Έπειτα από 12 γέννες, η μαμά Παναγιώτα είχε καημό να δει το στερνοπούλι της να ασχολείται με τον κλήρο, ενώ ο πατέρας Θεόφιλος τον φανταζόταν να φορά μόνιμα τα χακί.

Ο μικρός Χρήστος, ο οποίος γεννήθηκε στις 2 Ιανουαρίου 1897 ή σύμφωνα με την πλάκα στον τάφο του το 1894, σόκαρε τους γονείς του όταν κρεμάστηκε από ένα σκοινί για να… δυναμώσουν οι μύες του λαιμού του.

Από το Κουτσοπόδι Αργολίδας στις ΗΠΑ

Σε εφηβική ηλικία αποφάσισε να αφήσει το Κουτσοπόδι, την οικογένεια, τον αυστηρό πατέρα, τα πρόβατα και τις αγελάδες, προκειμένου να μεταβεί στον Πειραιά, όπου γνώρισε τον θρυλικό Δημήτρη Τόφαλο και ενημερώθηκε για τις βασικές αρχές της πάλης.

Η συνέχεια θα ήταν ακόμα πιο δύσκολη, αφού προτού καν συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας του πήδηξε σε ένα πλοίο και σάλπαρε για τις ΗΠΑ.

Λαντζέρης σε εστιατόριο της Νέας Υόρκης, θαλαμηπόλος, μοντέλο για σπουδαστές της σχολής καλών τεχνών του Μπέρκλεϊ κ.ά., ήταν μερικά από τα επαγγέλματα που φέρεται να έκανε ο νεαρός Χρήστος στην άλλη άκρη του Ατλαντικού.

Το προσωνύμιο Τζακ Λόντον του δόθηκε από τον Ρόσκοου Φόσετ, αθλητικογράφο της εφημερίδας «Oregonian», έπειτα από μία νίκη του στην ομιχλώδη αρένα «London» του Πόρτλαντ, ενώ γρήγορα το διαμόρφωσε σε Τζιμ Λόντος, αφενός για να τιμήσει τον Τόφαλο και αφετέρου διότι ήθελε να μοιάζει με ελληνικό.

Όταν έγινε ευρέως γνωστός, οι συμπατριώτες του αποκαλούσαν «Τσιμπλόντο» (σ.σ. παραφθορά του ονόματος) όποιον ήθελαν να χαρακτηρίσουν δυνατό, γεροδεμένο κ.τ.λ.

Παράλληλα με τις βιοποριστικές ασχολίες του και αφού εργάστηκε στον ιππόδρομο, όπου έκανε ακροβατικές φιγούρες πάνω σε άλογα, το νεαρό Ελληνόπουλο γράφεται σε προπονητήριο και μαθαίνει τα μυστικά της πάλης.

Τα δύσκολα χρόνια

Μικρόσωμος (1,73μ. – 91κ. στα καλά επαγγελματικά του χρόνια), δυνατός, ευκίνητος, υπομονετικός, αλλά και με γρήγορη σκέψη, ο Λόντος προσέλκυσε το ενδιαφέρον των οργανωτών αγώνων, καθώς διέφερε από όλους τους άλλους αθλητές, οι οποίοι ήταν πολύ πιο ψηλοί.

Η περιφέρεια λαιμού ήταν 0,47μ., του στήθους 1,15-1,20μ., των βραχιόνων 0,41-0,43μ., των μηρών 0,55μ. και της κνήμης 0,39μ., ενώ ατού του ήταν το «αεροπλανικό κόλπο», μέσω του οποίου εκμεταλλευόταν τα δυνατά του πόδια για να σηκώσει βαρείς αντιπάλους πάνω από το κεφάλι του, να τους στριφογυρίσει και να τους πετάξει στο ταπί.

Πριν από όλα τα παραπάνω, βέβαια, ο Λόντος πέρασε πολύ δύσκολες στιγμές, αρχής γενομένης από μία τριήμερη νηστεία στο Μεξικό, διότι δεν πληρώθηκε για τα δοκιμαστικά του σε σωματείο που αναζητούσε νέους αθλητές στη Σάντα Κρους.

Με την επιστροφή του στις ΗΠΑ, το στερνοπούλι της οικογένειας Θεοφίλου άρχισε να δίνει αγώνες σε διάφορες πόλεις, προκειμένου να αποκτήσει εμπειρίες και να πάρει την κομβική, για το όνομά του, απόφαση να γίνει επαγγελματίας.

Λίγο πριν… μετατραπεί σε Λόντος, ο πεισματάρης Πελοποννήσιος κέρδισε 500 δολάρια για τη συμμετοχή του σε αγώνα στο Πόρτλαντ. Νίκησε εύκολα και οι προτάσεις έγιναν περισσότερες.

Στον δρόμο της καταξίωσης

Έναν χρόνο αργότερα, το 1917, αγωνίστηκε στο «Μάντισον Σκουέαρ Γκάρντεν» υπό το βλέμμα περίπου 15.000 φιλάθλων και έχασε έπειτα από σκληρή μάχη με τον πρωταθλητή Λιούις (αποκαλούμενος και Στραγγαλιστής). Παρά την ήττα, όμως, το νερό είχε μπει για τα καλά στο αυλάκι.

Ύστερα από δύο περίπου δεκαετίες κι ενώ η δημοτικότητά του είχε εκτοξευθεί στα ύψη, ο «πατημένος» 30άρης, πλέον, Λόντος επιστρέφει για πρώτη φορά στην Ελλάδα, συνοδευόμενος από τον Τόφαλο, ο οποίος ήταν πια προπονητής του.

Αγωνιζόμενος στο κατάμεστο Παναθηναϊκό Στάδιο, ο «Golden Greek» νικά τον Αμερικανο-πολωνό γίγαντα Καρλ Ζμπίσκο, εν συνεχεία παλεύει με τον Τόφαλο στην Πάτρα για την ενίσχυση της Παναχαϊκής και τέλος απαντά καταφατικά σε πρόσκληση του Παναργειακού για επίδειξη στο αρχαίο θέατρο της πόλης.

Ο Λόντος ενισχύει σημαντικά την τοπική κοινωνία και αποθεώνεται σαν Θεός, ωστόσο το μυαλό του βρίσκεται στις ΗΠΑ και την καταξίωσή του στην κορυφή της πάλης.

Το 1929 είναι χρονιά δοκιμασίας, αφού με το μεγάλο οικονομικό κραχ χάνει σχεδόν όλη την περιουσία του, ωστόσο δεν το βάζει κάτω.

Δημοσιεύματα της εποχής τον θέλουν να διαθέτει τρεις φάρμες στο Εσκοντότο της Καλιφόρνια, μετοχές στους σιδηροδρόμους, ενώ φέρεται να είναι ο πρώτος καλλιεργητής αβοκάντο στις ΗΠΑ.

Η μάχη με τον Τζο Σαβόλντι

Αφού είχαν προηγηθεί οι πρώτοι τίτλοι, η κυριαρχία του Έλληνα υπεραθλητή αμφισβητείται από τον Τζο Σαβόλντι και μία απόφαση του διαιτητή Μπομπ Μάναγκοφ, η οποία σήκωσε θύελλα διαμαρτυριών

Τόσο ο Λόντος όσο ο ιταλικής καταγωγής αντίπαλός του αυτοχαρακτηρίζονται νικητές στη μονομαχία της 7ης Απριλίου 1933 στο «Σικάγο Στέντιουμ».

Ως εκ τούτου, αφού υπήρξε εκτόνωση της κόντρας τους, οι δύο σπουδαίοι παλαιστές αποφασίζουν να δώσουν έναν ακόμη τελικό στο ίδιο ταπί κι ενώ το ημερολόγιο έγραφε 31 Ιανουαρίου 1934.

Αυτός ο αγώνας έμελλε να αποδειχθεί ως ο, μέχρι τότε, σπουδαιότερος και δεν είναι τυχαίο ότι προσέλκυσε 20.200 θεατές, μία από τις πιο εντυπωσιακές προσελεύσεις της εποχής.

Ο Λόντος νίκησε και διατηρήθηκε στην κορυφή του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος, προς ικανοποίηση των χιλιάδων υποστηρικτών του στις ΗΠΑ και την Ελλάδα.

Σπουδαίος εντός κι εκτός γηπέδων

Εκ των πρωτεργατών του μετέπειτα γνωστού ως κατς, ο τρομερός αθλητής έδωσε εκατοντάδες αγώνες (σ.σ. ο ίδιος εκτιμά ότι ήταν περισσότεροι από 2.500) και ηττήθηκε σε ελάχιστους, ενώ όταν εγκατέλειψε τη δράση σε ηλικία 49 ετών (!) διατήρησε εθιμικά τον τίτλο του ισοβίου Παγκοσμίου Πρωταθλητή.

Επιπλέον, οι Αμερικανοί του προσέφεραν την περίφημη χρυσή και διακοσμημένη με πολύτιμα πετράδια ζώνη, η οποία τον συνόδευσε σε πολλές φωτογραφίες. Οι συμπατριώτες του τον απολάμβαναν κατά καιρούς στο Παναθηναϊκό Στάδιο, όταν ερχόταν για να κατατροπώσει τους αντιπάλους του και να γνωρίσει την αποθέωση.

Πλούσια ήταν και η φιλανθρωπική του δράση, αφού προσέφερε σημαντικά χρηματικά ποσά για τα παιδιά που έμειναν ορφανά κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενίσχυσε τις ελληνικές παροικίες σε ΗΠΑ, Ν. Αφρική, Αυστραλία, τους σεισμοπαθείς των Ιονίων Νήσων το 1953, καθώς και την κοινωνία του Άργους, όπου πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του.

Ο Ρίτσαρντ Νίξον, ο βασιλιάς Παύλος, η ελληνική και η αμερικανική πολιτεία τον τίμησαν για τις αγαθοεργίες και τις δωρεές του, ενώ ο Κεμάλ Ατατούρκ τον είχε φιλοξενήσει στην Τουρκία.

Ο Τζιμ Λόντος πέθανε στις 19 Αυγούστου 1975 από καρδιακή προσβολή και άφησε πίσω του τη σουηδο-γερμανικής καταγωγής σύζυγο Άρβα Ρουχονάιτ και τα τρία παιδιά τους.

Το 1969 είχε ερωτηθεί από δημοσιογράφο των «New York Times» τι θα ήθελε να αλλάξει στη ζωή του αν θα γύριζε τον χρόνο πίσω.

Η απάντηση του χαμογελαστού υπεραθλητή: «Θα ήθελα να έχω χρήματα από μικρός, προκειμένου να μπορούσα να συνεχίσω το σχολείο στο Άργος. Όνειρό μου ήταν να σπουδάσω φιλοσοφία σε Πανεπιστήμιο και όχι να γίνω παλαιστής…»

Ένα υμνητικό τραγούδι του Μάρκου Βαμβακάρη στον Τζιμ Λόντο μετά τη νίκη του το 1933 επί του θηριώδους Νίκολας (Κόλα) Κβαριάνι:

Αρχικά, το video περιλαμβάνει πλάνα πριν και κατά τη διάρκεια της μονομαχίας (σ.σ. ο θρυλικός ρεμπέτης αποκαλεί «Κοριάνι» τον Σοβιετικό αθλητή), ενώ από το 3:10 υπάρχει η αναμέτρηση του «Golden Greek» με τον Λέον Κιριλένκο.

Μία μονομαχία με τον Τζορτζ Ζαχαριάς στις 14 Δεκεμβρίου 1932 (Λος Άντζελες)

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...