Ο 22ος «νεκρός» της Θύρας 7 που γύρισε στον κόσμο των ζωντανών. Μία ανατριχιαστική ιστορία

Ο 22ος «νεκρός» της Θύρας 7 που γύρισε στον κόσμο των ζωντανών. Μία ανατριχιαστική ιστορία

"Θα πιούμε, θα το απολαύσουμε και θα σου πω μια ιστορία. Είσαι; Πρόσεξε, όμως, για μένα αυτή η ιστορία θα βγάλει στην επιφάνεια επώδυνες μνήμες. Θα σε παρακαλέσω, λοιπόν, να πιεις μαζί μου όσο κι εγώ. Θα πιούμε αργά για να απολαύσουμε, όχι για να μεθύσουμε". Μία ανατριχιαστική ιστορία βγαλμένη από την τραγωδία της Θύρας 7.

Τέλη Αυγούστου και για πρώτη φορά στα 45 μου χρόνια δεν βρίσκομαι σε κάποια παραλία. «Βουνό ή θάλασσα;», μας ρωτούσε η δασκάλα όταν ήμασταν μικροί και απέφευγε έτσι να φέρει σε δύσκολη θέση όσους συμμαθητές μου δεν είχαν τα οικονομικά να πάνε διακοπές. Οι περισσότεροι όλο και από κάποιο ορεινό χωριό κατάγονταν.

Βουνό, λοιπόν, για πρώτη φορά. Κάτω Πεδινά. Ένα από τα Ζαγοροχώρια της Ηπείρου. 950 μέτρα υψόμετρο. Αναπνέω και ανοίγουν τα πνευμόνια μου. Βρίσκομαι εδώ, αφού αναζήτησα το διαφορετικό. Βρίσκομαι εδώ, γιατί φέτος απόμεινα μόνος. Βρίσκομαι, όμως, εδώ γιατί πρώτα απ’ όλα το χρωστούσα στην αισθητική μου.

Στην απογραφή του 2001 καταμετρήθηκαν 87 κάτοικοι, οι πραγματικοί είναι καμιά 40αριά. Το καλοκαίρι το σκηνικό αλλάζει μιας και έρχονται οι οικογένειες απ’ την Αθήνα. Χτισμένο αμφιθεατρικά το χωριό, τα σπίτια από πέτρα, οι σκεπές οι παραδοσιακές του Ζαγορίου από μαύρη πλάκα.

Είναι η πέμπτη μέρα απ’ όταν ήρθα, όπως κάθε βράδυ βρίσκομαι καθισμένος στην πλατεία του χωριού, στα τραπεζάκια του καφέ-εστιατορίου «Το Μεσοχώρι». Το μοναδικό που υπάρχει στο χωριό. Απ’ τα ομορφότερα που έχω δει. Και έχω δει πολλά, σε πολλά μέρη.

Εδώ κάθε βράδυ σε κερνάνε γλυκό του κουταλιού, εδώ κάθε βράδυ παίζουν μουσική ο Φάνης και η παρέα του. Ο Φάνης παίζει μπουζούκι, άλλοι δύο κιθάρα, ένας κλαρίνο, η κοπελιά έχει φωνή αγγέλου και παίζει ντέφι. Ένα άλλο ντέφι περνάει από χέρι σε χέρι σε όποιον ξέρει να κρατάει τον ρυθμό. Μια νύχτα φτάνει να γίνεις φίλος με όλους εδώ. Αρκεί, βέβαια, να σε συμπαθήσουν. Κι εμένα με συμπάθησαν. Δεν το μετανιώνω με τίποτα που ήρθα. Εφέτος εδώ πάνω περνάω από τα καλύτερα καλοκαίρια μου.

***

Κάτω Πεδινά. Ιανουάριος 1981. Χιόνι. Πολύ χιόνι. Πέφτει εδώ και μια βδομάδα και έχει καλύψει τα πάντα. Ο Φάνης, 18 χρονών, πρωτοετής φοιτητής της Παντείου έχει αποκλειστεί όπως και όλοι όσοι έμειναν στο χωριό μετά τις γιορτές. Ο Φάνης δεν ανησυχεί. Το ξέρει καλά το χωριό, κι άλλες φορές τους είχε αποκλείσει το χιόνι, μια-δυο εβδομάδες μακριά απ’ τα μαθήματα στην Πάντειο δεν είναι δα και το τέλος του κόσμου. Το μόνο πράγμα που ανησυχεί είναι να βρει ένα εισιτήριο.

Χτυπάει το τηλέφωνο, είναι ο ξάδελφός του ο Κωστάκης απ’ την Αθήνα, 16 χρονών, μαθητής Λυκείου.

«Μπορώ να βρω, αλλά θα είναι στη μαύρη».

«Δεν έχω πρόβλημα, ας είναι στη μαύρη. Σε ποια θύρα μπορείς να βρεις;»

«Στην 7. Δύο στρατιωτικά».

«Ωραία. Πόσο ζητάει ο τύπος. Είναι ο ίδιος που μας τα δίνει πάντα;»

«Ο ίδιος. Ζητάει πολλά Φάνη, αλλά ξέρεις… Άμα πει ότι θα μας βρει, θα μας βρει, ενώ ξέρω κάτι άλλα παιδιά που πλήρωσαν και εισιτήριο δεν πήραν στα χέρια τους».

«Πόσα θέλει ρε Κωστάκη;»

«Θέλει…».

«Πόσα ρε; Μίλα!»

«Θέλει 800 δραχμές Φάνη».

«Τι έκανε λέει;»

***

Πρώτα ακούσαμε την εκκωφαντική μουσική, μετά μας τύφλωσαν οι προβολείς. Για τον οδηγό του ακριβού τζιπ η ιδέα ότι ενοχλούσε τους συνανθρώπους τον άφηνε παντελώς αδιάφορο. Το τζιπ πάρκαρε σχεδόν πάνω στην πλατεία, από μέσα κατέβηκαν με κινήσεις αστέρων του Χόλιγουντ τέσσερα άτομα, δύο άντρες και δύο γυναίκες.

Σχεδόν αμέσως η σκηνή επαναλήφθηκε πανομοιότυπα. Η δυνατή μουσική της μόδας, τα φώτα που μας τύφλωσαν ξανά, ένα άλλο εξίσου ακριβό αν και διαφορετικής μάρκας τζιπ πάρκαρε δίπλα από το πρώτο, από το δεύτερο κατέβηκαν πέντε άτομα, τρεις άντρες και δύο γυναίκες.

Όλοι τους έμοιαζαν μεταξύ τους. Παρατήρησα την ενόχληση των θαμώνων του μαγαζιού, κανείς όμως δεν είπε τίποτε ούτε οι μαγαζάτορες ούτε φυσικά κι εγώ. Το είχαμε τόσο, λοιπόν, συνηθίσει στις μέρες μας; Ακόμη κι εδώ πάνω; Ούτε και στις πιο ζοφερές στιγμές της πιο φοβικής μου φαντασίωσης δεν μπορούσα να φανταστώ τους συγκεκριμένους τύπους ανθρώπων να εισβάλουν τόσο απότομα στον «παράδεισό μου».

Μα για να αποφύγω κάτι τέτοιο κυρίως δεν βρισκόμουν εδώ; Με έπιασε νοσταλγία για τις προηγούμενες ημέρες, ευχήθηκα να φύγουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα, αλλά πέραν τούτου ουδέν. Συνέχισα να πίνω το κρασάκι μου…

H παρέα των τζιπάτων έκανε την αναμενόμενη φασαρία. Δεν σταμάτησαν ακόμη κι όταν ο Φάνης και τα άλλα παιδιά άρχισαν να παίζουν. Δυνατές φωνές, χάχανα, όλα δυνατά κι ανάρμοστα, τι στο διάβολο τους έφερνε εδώ πάνω αναρωτήθηκα… Τους έριχνα κρυφές ματιές, όσο κι αν ήθελα να τους αγνοήσω δεν μπορούσα, οι άντρες να προσπαθούν να επιδειχθούν μεταξύ τους, οι γυναίκες ντυμένες όλες πανομοιότυπα. Τουλάχιστον για τις γκόμενες δεν τους ζήλευα καθόλου τους τζιπάτους. Ούτε βέβαια και για τα τζιπ τους.

Κάποια στιγμή δύο από τις κοπέλες σηκώθηκαν και κατευθύνθηκαν στην τουαλέτα. Τις παρατήρησα καθώς λίκνιζαν τα καλλίγραμμα κορμιά τους. Ψηλοτάκουνα, ωραία πόδια, προκλητικές μίνι φούστες, εδώ κανονικά θα έπρεπε να ανέβει στο βήμα η λίμπιντο, παρά την απροσδόκητα άθλια είσοδό τους στο τοπίο μου, κανονικά το ένστικτο θα έπρεπε να αποδειχθεί πιο δυνατό.

Όχι όμως. Καμία λαγνεία δεν ένιωσα, κανένα έστω ψήγμα θαυμασμού. Μια κακογουστιά ήταν όλα, μέρος ενός κακόγουστου και ανάγωγου συνόλου. Όχι για μένα τέτοιες γυναίκες, ευχαριστώ δεν θα πάρω.

***

7 Φεβρουαρίου 1981, ημέρα Σάββατο. Βράδυ. Οδός Βαλτετσίου στα Εξάρχεια.

Στο σπίτι που μοιράζεται ο Φάνης με τον Ζήση έχουν μαζευτεί φίλοι και τα πίνουν. Ο Φάνης παίζει μπουζούκι, ο Κωστάκης ο ξάδερφός του βιολί, ένας άλλος παίζει κι αυτός μπουζούκι. Ο Ζήσης τραγουδάει, έχει ωραία φωνή ο Ζήσης και σ’ αυτό συμφωνούν όλοι. Όταν ο Ζήσης αποφασίζει να σολάρει οι υπόλοιποι κατεβάζουν την ένταση και τον ακούν.

Παρούσα και η Ζωή, έρωτας μεγάλος του Φάνη ή έτσι τουλάχιστον νομίζει. Παρών και ο Λάζαρος. ΑΕΚτσής ο Λάζαρος, πρώτη φορά στο σπίτι του Φάνη γιατί τον έχει φέρει εκεί η Ζωή. Πριν από δυο ημέρες ο Φάνης και η Ζωή είχαν τσακωθεί και σήμερα η Ζωή εμφανίζεται με τον Λάζαρο. Έτσι είναι αυτά. 18 χρονών παιδιά είναι. Ο Φάνης τελευταία έχει μάθει να παίζει καλά το «Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά» και του δίνει να καταλάβει. Μια και δυο και τρεις φορές. Ο Ζήσης σόλο την πρώτη, όλοι μαζί τη δεύτερη και την τρίτη.

Κάποια στιγμή τα μάτια του Φάνη σηκώνονται από το μπουζούκι και προσγειώνονται στα καταπράσινα της Ζωής. Τον κοιτάζει. Τον κοιτάζει όπως συνήθιζε να τον κοιτάζει και πριν χωρίσουν, το χέρι της όμως είναι περασμένο στο χέρι του Λάζαρου. Ο Φάνης αισθάνεται ένα φούντωμα, μια φλόγα να του καίει τα σωθικά, κατεβάζει τα μάτια και συνεχίζει.

Μόλις τελειώνει το τραγούδι, ο Ζήσης σηκώνεται και με άψογο στυλ πετάει ένα άδειο κουτάκι μπύρας στο καλάθι των αχρήστων. «Α, ρε Ζήση», του φωνάζει ο Κωστάκης, «ούτε ο Γκάλης να ήσουν». Ο Ζήσης αρκείται να χαμογελάσει. Ο Ζήσης παίζει μπάσκετ. Για την ηλικία του είναι ένα απ’ τα μεγαλύτερα ταλέντα. Λίγα χρόνια αργότερα ο Ζήσης θα παίξει επαγγελματικά το αγαπημένο του σπορ με την ομάδα της Λάρισας και ο προπονητής του θα του αναθέσει να μαρκάρει τον Γκάλη.

Αυτά θα συμβούν χρόνια αργότερα, γιατί εκείνο το βράδυ ο Λάζαρος αμέσως μετά την «εύστοχη βολή» του Ζήση δηλώνει άγρια, προκλητικά, ότι εκείνον δεν τον ενδιαφέρει καθόλου το μπάσκετ, αλλά μόνο το ποδόσφαιρο και μετά πάει την κουβέντα στην ΑΕΚ και το αυριανό ντέρμπι. Δεν τον νοιάζει ο Ζήσης τον Λάζαρο, ο Φάνης τον νοιάζει γιατί ξέρει τι έπαιξε με τη Ζωή και έτσι διαλέγει να τον πικάρει. Τα σχόλιά του είναι επιθετικά, η πρόβλεψή του είναι για θρίαμβο της ομάδας του.

Ο Φάνης δαγκώνεται αλλά δεν απαντά, άσε τον μαλ… να δείξει τη μαλ… του, λέει μια φωνή μέσα του, μια άλλη φωνή απροσδιόριστη του μιλάει για την ιερότητα της φιλοξενίας. Η Ζωή μοιάζει να το απολαμβάνει χωρίς να μπορεί να φανταστεί ότι εκείνη την ώρα γράφεται το οριστικό τέλος μιας σχέσης που εκείνη αποφάσισε πριν από δυο ημέρες να διακόψει, αλλά όχι να τελειώσει. Κάποια στιγμή ο Λάζαρος και η Ζωή φεύγουν. «Άει στα κομμάτια», φωνάζει ο Κωστάκης όταν κλείνει η πόρτα και κάνει παραγγελιά τα «Δαχτυλίδια».

***

Στο «Μεσοχώρι» η βραδιά κυλούσε με την κομπανία των μουσικών να προσπαθεί να καλύψει τον θόρυβο της παρέας που έφεραν εδώ πάνω τα ολοκαίνουργια, αστραφτερά τζιπ. Η παρέα με τη σειρά της φώναζε ολοένα και πιο δυνατά. Από ένα σημείο και μετά οι φωνές τους ήταν τόσο δυνατές που μου τράβηξαν την προσοχή. Λίγες στιγμές ήταν αρκετές για να καταλάβω το αντικείμενο της συζήτησης. Ποδοσφαιρική! Για το αυριανό ντέρμπι. Εφέτος το πρωτάθλημα άρχιζε νωρίς και η κλήρωση είχε βγάλει ντέρμπι αιωνίων στην 1η αγωνιστική.

Μου αρέσει το ποδόσφαιρο, από μικρό παιδί παρακολουθώ. Αύριο στο ίδιο μέρος θα το έβλεπα κι εγώ το ντέρμπι. Είχα κι εγώ άπειρες φορές συζητήσει με φίλους για ποδόσφαιρο. Τούτη η συζήτηση, όμως, δεν ήταν μόνο άστοχη σε σχέση με τον χώρο και τον χρόνο, αλλά γινόταν από καθαρή πλήξη και όχι από ενδιαφέρον για το ποδόσφαιρο. Ήταν η μιζέρια του απολίτιστου και η αδυναμία να αντλήσει απόλαυση από μια συζήτηση.

Μετά από τα προκαταρκτικά και αφού είχαν χορτάσει την πείνα τους κατέληξαν στο συνηθισμένο αδιέξοδο. Οι γκόμενες, λοιπόν, έλεγαν τα δικά τους και οι άντρες μιλούσαν για ποδόσφαιρο. Από τις κραυγές περισσότερο, παρά από τις κουβέντες τους, κατάλαβα ότι κάποιοι ήταν «κόκκινοι», κάποιοι «πράσινοι» και οι μεν πείραζαν τους δε με τρόπο άκομψο, επαναλαμβανόμενο και χυδαίο για εκείνους προφανώς πνευματώδη και φιλικό.

Ξαφνικά ένας από τους «κόκκινους» σηκώθηκε και πλησίασε τον Φάνη και τα παιδιά. Έσκυψε στον Φάνη και κάτι ψιθύρισε. Ο Φάνης κούνησε αρνητικά το κεφάλι του, ενώ συνέχισε να παίζει. Ο τύπος επέμενε σε πιο έντονο ύφος. Κατάλαβα. Κάποια παραγγελιά. Ο Φάνης σταμάτησε και μαζί κι η μουσική. Όλα τα βλέμματα ήταν στραμμένα πάνω τους. Ο τύπος έβαλε το χέρι στην τσέπη του, ο Φάνης το έπιασε με ευγένεια, αλλά και αποφασιστικότητα. Απ’ το τραπέζι καλούσαν τον φίλο τους να επιστρέψει. Διάβασα τα χείλη του να λένε «σας παρακαλώ, σας παρακαλώ πολύ». Ο ποδοσφαιρόφιλος επέστρεψε βρίζοντας.

Την ίδια ώρα που ξεκίναγε πάλι η μουσική, η «κόκκινη»… ομάδα άρχισε να τραγουδάει γκαρίζοντας, αδιαφορώντας για όλους και όλα τον παλιό, νομίζω, ύμνο του Ολυμπιακό «… που έχεις για καμάρι σου τον Ολυμπιακό σου». Οι γκόμενες χαζογέλασαν, ο Φάνης άφησε χάμω το μπουζούκι και έκανε νόημα στους υπόλοιπους να κάνουν διάλειμμα. Η βραδιά εξελισσόταν εφιαλτικά. Οπλίστηκα με υπομονή και περίμενα να βαρεθούν και να ξεκουμπιστούν.

***

Κυριακή. 11 η ώρα το πρωί. Ξενυχτισμένοι και νηστικοί ο Φάνης με τον Κωστάκη κατηφορίζουν για την Ομόνοια.

«Θέλω να τους ρίξουμε πεντάρα σήμερα ρε Φάνη! Έτσι για το γαμώτο, για τον μαλ… τον χθεσινό».

«Άσε Κωστάκη, μην τα μπλέκεις. Κι εγώ θέλω να τους ρίξουμε πεντάρα, αλλά όχι για τον χθεσινό».

«Δεν το χωράει ο νους μου ρε γαμώτο. Έρχεσαι στο ξένο το σπίτι και γίνεσαι τόσο μαλ…; Αφού τα είδε τα κασκόλ ρε Φάνη!»

«Κωστάκη τελείωσε. Δεν καταλαβαίνεις; Είχε να κάνει με μένα. Άστο… Να σου πω έχεις το εισιτήριο;»

«Αστειεύεσαι Φάνη; Μ’ αυτό κοιμήθηκα. Οκτώ κατοστάρικα ήταν αυτά».

«Δεν είναι τα λεφτά Κωστάκη. Ο Θρύλος είναι».

«Ναι ρε Φάνη. Ο Θρύλος είναι».

***

Κάποτε έφυγαν. Όλα έχουν ένα τέλος και τα καλά και τα κακά. Στα κακά το τέλος έρχεται σαν λύτρωση. Έτσι κι εδώ. Μόνο που η ώρα είχε περάσει και όλοι είχαν χάσει το κέφι τους. Ήρθε και κάθισε στο τραπέζι μου ο Φάνης. Πιάσαμε την κουβέντα για τους νεόπλουτους, για τη μουσική, για το ποδόσφαιρο… Ήταν όπως το είχα υποθέσει. Είχαν ζητήσει παραγγελιά.

«Τους μαλ… Όλα πάνω τους δήθεν. Το δήθεν με σκοτώνει, δεν το αντέχω. Αυτό τους έφερε εδώ πάνω, δήθεν φυσιολάτρες, δήθεν ποδοσφαιρόφιλοι…». Έτσι ξεκίνησε την κουβέντα ο Φάνης και συμφώνησα, και μετά για να το ελαφρύνω λίγο τον ρώτησα αν παρακολουθεί ποδόσφαιρο.

«Παρακολουθώ, κάποτε παρακολουθούσα περισσότερο».

«Κι εγώ. Έχουν καταφέρει να μας διώξουν από τα γήπεδα. Το θέαμα είναι τραγικό, οι χούλιγκαν… Αλήθεια, τι ομάδα είσαι;»

«Ολυμπιακός. Ναι, Ολυμπιακός είμαι», είπε, σταμάτησε, αναστέναξε και με κοίταξε σαν να ήθελε να μου εξομολογηθεί κάτι.

Κατάλαβα την επιθυμία του και τον παρότρυνα να συνεχίσει. «Γιατί το λες έτσι, τώρα δεν είσαι;»

***

Μεσημέρι, 13:00 η ώρα, έξω από το Καραϊσκάκη. Μπροστά η θύρα 7. Κόσμος πολύς, πάρα πολύς.

«Έλα να φάμε δυο λουκάνικα και να μπούμε», λέει ο Φάνης.

«Ναι, ναι, θα τιγκάρει σήμερα», απαντά ο Κωστάκης και δεν κρατιέται να τελειώνει γρήγορα με το φαγητό και να μπει στο γήπεδο.

Μπαίνουν μέσα. Ένας-ένας στο τουρνικέ, μετά ακολουθούν μια πορεία που μοιάζει με σίγμα τελικό προς τα πάνω.

«Έλα, έχει θέσεις πάνω από την μπούκα», λέει ο Φάνης κι ο Κωστάκης έχει ήδη ξεκινήσει.

***

Ο Φάνης με κοίταζε ξανά, επίμονα, σαν να βασανιζόταν αν έπρεπε να με εμπιστευθεί. Σαν κάτι να τον φόβιζε.

«Λοιπόν», είπε μετά από ώρα «θα σου πω τι θα κάνουμε. Ή μάλλον θα σου προτείνω. Θα πάω μέσα και θα φέρω το αγαπημένο μου ουίσκι. Θα πιούμε μαζί, αργά, θα απολαύσουμε κάθε σταγόνα του. Πίνεις ουίσκι;»

«Πίνω, αν και δεν είμαι φανατικός».

«Για σήμερα αρκεί ότι πίνεις. Θέλω να μου κάνεις παρέα. Θα πιούμε, θα το απολαύσουμε και θα σου πω μια ιστορία. Είσαι; Πρόσεξε, όμως, για μένα αυτή η ιστορία θα βγάλει στην επιφάνεια επώδυνες μνήμες. Θα σε παρακαλέσω, λοιπόν, να πιεις μαζί μου όσο κι εγώ. Θα πιούμε αργά για να απολαύσουμε, όχι για να μεθύσουμε. Δεν θα πιούμε πολύ. Το ουίσκι που θα πιεις απεχθάνεται το πολύ. Όταν θα ακούσεις την ιστορία θα καταλάβεις περισσότερα. Τι λες;»

***

Χαμός. Μια ώρα πριν από την έναρξη του αγώνα και στις θύρες 7 και 6 δεν πέφτει καρφίτσα. Συνθήματα εναντίον του Καραβίτη που μετά από χρόνια στον Ολυμπιακό έχει πάρει μεταγραφή για την ΑΕΚ. Λίγο πιο κάτω και αριστερά από τις θέσεις που κάθονται τα δύο ξαδέρφια κάθεται ο Ατίλιο και δίνει το σύνθημα με τη σάλπιγγά του. Όλη η 7 στο πόδι.

«Ο Ατίλιο», λέει ο Κωστάκης και σκουντάει τον Φάνη να κοιτάξει. Η σάλπιγγα σταματά, κάθονται ξανά στις θέσεις τους.

«Κοίτα Κωστάκη», λέει ο Φάνης. «Τον βλέπεις αυτόν τον ψηλό εκεί κάτω;»

«Πού ρε;»

«Να ρε, εκεί κάτω δίπλα από αυτόν με το κόκκινο μπουφάν. Να εκεί. Ναι μπράβο αυτόν. Ξέρεις ρε ποιος είναι αυτός; Είναι ο φίλος του Ζήση, ο μπασκετμπολίστας. Μου τον γνώρισε τις προάλλες. Να δεις πως τον λένε… Λιανός. Ναι, έτσι τον λένε. Ρε συ, αυτός είναι ΑΕΚ!»

«Ξέρω ποιον λες, τον είδα. Ναι ΑΕΚ βαμμένος είναι».

«Και ήρθε στην 7 ρε Κωστάκη, είδες;»

«Είδα. Έχει κι άλλους ΑΕΚτσήδες. Είδα κάποιους από το σχολείο. Φαντάσου να δούμε κι αυτόν τον μαλ… τον Λάζαρο».

«Αποκλείεται! Αυτός όπως είπες είναι μαλ… Για να είσαι ΑΕΚ και να έρθεις να δεις το ματς από την 7, εξ ορισμού δεν είσαι μαλ… Καταλαβαίνεις; Γιατί ό,τι και να γίνει στο ματς θα πρέπει να το σεβαστείς, να το ανεχθείς… Για να είσαι ΑΕΚ και να έρθεις να δεις αυτό το ματς στην 7 σημαίνει δυο πράγματα: Ότι αγαπάς την ΑΕΚ πολύ κι ότι αγαπάς και το ποδόσφαιρο. Αυτός ο Λάζαρος εμένα μου φάνηκε ότι δεν αγαπάει κανένα από τα δύο».

«Πω, πω Φάνη κοίτα. Βγαίνουν για ζέσταμα, κοίτα. Α ρε Θρύλεεε».

***

«Λοιπόν, ήμουν 18 χρονών, πρωτοετής φοιτητής. Έμενα στα Εξάρχεια στην οδό Βαλτετσίου. Συγκάτοικοι με τον φίλο και συμπατριώτη, τον Ζήση. Ο Ζήσης αργότερα έπαιξε μπάσκετ επαγγελματικά. Ένας από τους ελάχιστους που έχουν μαρκάρει με επιτυχία τον Γκάλη. Από την πρώτη εβδομάδα στο πανεπιστήμιο είχα γνωρίσει μια κοπέλα. Ο πρώτος μου έρωτας. Μεγάλος έρωτας, παθιασμένος… Έτσι νόμιζα τότε. Βέβαια, τότε υπήρχε κι άλλος έρωτας. Ο Ολυμπιακός. Μην γελάς!»

«Πόσο Ολυμπιακός δηλαδή ήσουν τότε;»

«Πόσο Ολυμπιακός ήμουν; Μέχρι τα αυτιά. Όσο είμαι και τώρα δηλαδή».

«Εκπλήσσομαι».

«Περίμενε, θα εκπλαγείς κι άλλο. Άντε γεια μας!»

«Ο πρώτος έρωτας, η κοπέλα δηλαδή, τράβαγε για τη δύση του. Είχαμε στέκι ένα μπαράκι. Το… Άσε δεν θέλω να πω όνομα γιατί μετά έγιναν διάφορα εκεί και το κλείσανε και με τον ιδιοκτήτη μας δέσανε πολλά. Τότε, όμως, εκεί μαζευόμασταν. Από όταν κατέβηκα στην Αθήνα, μετά που είχαμε αποκλειστεί εδώ πάνω από το χιόνι, παρατηρούσα στη φίλη μου μια αφύσικη τρυφερότητα προς το άτομό μου που με ξάφνιαζε. Οι ημέρες δε που δεν μπορούσε να με δει είχαν αυξηθεί. Περίεργος συνδυασμός, δεν νομίζεις;

Ο διάολος, όπως τις περισσότερες φορές, έτσι και τότε έσπασε το ποδάρι του και οι ανησυχίες μου απέκτησαν πρόσωπο. Ένας μαλ… Ένα βράδυ από σύμπτωση την είδα να την αφήνει έξω από το σπίτι της. Όλοι στα Εξάρχεια μέναμε τότε. Δεν την είδα να τη φιλάει ή κάτι τέτοιο, όμως ο τρόπος που πετάχτηκε έξω από το αυτοκίνητό του σαν τον κλέφτη μου ήταν αρκετός. Για να μην τα πολυλογώ, της το είπα, το αρνήθηκε και είχαμε τσακωθεί. Δυο ημέρες μετά εμφανίζεται με τον τύπο στο σπίτι μου, που είχαμε μαζευτεί μια παρέα που παίζαμε μουσική τέλος πάντων. Ήταν παραμονή του ντέρμπι Ολυμπιακός-ΑΕΚ».

30’, 53’, 84’ Γαλάκος, 68’ Κουσουλάκης, 75’ Ορφανός, 80’ Βαμβακούλας. Ολυμπιακός-ΑΕΚ 6-0. Κυριακή 8/2/1981. Ποιος θυμάται, όμως, εκείνο το παιχνίδι για το σκορ; Για άλλα πράγματα το θυμάται…

Γιατί μου άρεσε η μπάλα, γιατί ήμουν Ολυμπιακός, γιατί εκεί τα εισιτήρια ήταν φθηνά, γιατί μου άρεσε η ατμόσφαιρα, γιατί εκεί είχα γνωρίσει κόσμο. Δεν ήμουν φανατικός. Ένθερμος ναι, φανατικός όχι. Αν μια ομάδα μας κέρδιζε δίκαια στο Καραϊσκάκη, εγώ θα στεναχωριόμουν αλλά αν μπορούσα θα τους χειροκροτούσα. Καταλαβαίνεις;

Τον θυμάμαι τον γαμ… τον αγώνα, σαν να ήταν χθες. Στο πρώτο ημίχρονο γύρω στο 30’ στο κάτω τέρμα κάνει μια λόμπα ο Περσίας από αριστερά, στοπάρει ο Γαλάκος μέσα στην περιοχή τους, σουτάρει, 1-0. Ω, ρε τι έγινε! Ο Κωστάκης να με αγκαλιάζει, διπλανοί άγνωστοι να μας αγκαλιάζουν, χαμός. Πανζουρλισμός. Μετά τα άλλα γκολ μπήκαν στο δεύτερο ημίχρονο, μπροστά στη μεριά μας.

Λίγο μετά την έναρξη του δευτέρου ημιχρόνου, πάλι ο Περσίας κάνει μια σέντρα, συρτή αυτή τη φορά, από δεξιά ήταν νομίζω, ναι από δεξιά. Έρχεται ο Γαλάκος πάλι, 2-0. Το τρίτο το χάρηκα περισσότερο απ’ όλα. Γιατί έκανε λάθος ο Καραβίτης. Τότε ξέρεις, ήταν για μας το κόκκινο πανί. Εντάξει βλακείες, τότε όμως… Τέλος πάντων κάνει λάθος ο Καραβίτης, κλέβει ο Κουσουλάκης, 3-0. «Α, ρε Νικολούδη παιχταρά», φώναξε ο Κωστάκης. «Ο Κουσουλάκης είναι ρε», του απάντησα. Τα θυμάμαι όλα τόσο ζωντανά. Σαν να έγιναν χθες, σαν να χαράχθηκαν μέσα μου τόσο, πώς να το πω, ανεξίτηλα… ανεξίτηλα, ναι ανεξίτηλα. Νομίζω δεν θα το ξεχάσω ποτέ».

«Ήσουν ανάμεσα…», τον διέκοψα γιατί είχα αρχίσει να υποψιάζομαι.

«Περίμενε. Ναι, ήμουν ανάμεσα, αλλά περίμενε».

«Με συγχωρείς». Ώρες-ώρες ήμουν απαράδεκτος.

«4-0 Ορφανός. Τον είδαμε να φεύγει, φοβηθήκαμε μην είναι οφσάιντ, δεν ήταν, γκολ. Πάνω στις κερκίδες πανηγύρι. Σαν σε καρναβάλι. Απίστευτο. Δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο. 5-0 ο Βαμβακούλας. Ξεκίνησε κάτω από το κέντρο. Σαν το γκολ που έβαλε ο Μαραντόνα στην Αγγλία στο Μundial. Εντάξει, δεν ήταν ακριβώς το ίδιο, αλλά από εκεί ξεκίνησε. Φοβερό γκολ. Και λίγο πριν να λήξει, έρχεται ο Νικολούδης, δίνει στον Γαλάκο… Όχι έδωσε στον Ορφανό, το έχασε εκείνος, έρχεται από πίσω ο Γαλάκος, 6-0. Μετά από λίγο έληξε. Πριν ακόμη λήξει εγώ με τον Κωστάκη είχαμε σηκωθεί και πανηγυρίζοντας πήραμε τον δρόμο για την έξοδο».

***

Στα Γιάννινα, στο διαμέρισμα που δεν ξεχωρίζει, εκτός από τις προσωπικές οικογενειακές λεπτομέρειες, από όλα τα άλλα διαμερίσματα της πολυκατοικίας, η ανησυχία ξεκινά από το έκτακτο δελτίο ειδήσεων. Τηλέφωνο στην Αθήνα. «Πήγαν στο γήπεδο; Γύρισαν; Πήραν τηλέφωνο; Γιατί δεν πήραν, Θεέ μου βοήθα μας».

Μάνα, πατέρας, αδερφός 14 χρονών. Η ώρα περνάει, η ανησυχία μεγαλώνει, κι άλλα τηλέφωνα χωρίς αποτέλεσμα. Η ανησυχία πια αγγίζει τα όρια του παράλογου πανικού και τότε έρχεται το τηλεφώνημα από την Αθήνα. «Μας πήρε ο Κωστάκης, χτύπησε το χέρι του και τον έχουν στο νοσοκομείο, ο Φάνης μας είπε είναι καλά, έφυγε. Φεύγουμε τώρα, πάμε στο νοσοκομείο».

Η φωνή απ’ την άλλη γραμμή ταραγμένη, βιαστική. Η αρχική αντίδραση στα Γιάννινα είναι να ευχηθούν καλή ανάρρωση στον Κωστάκη, να παρηγορήσουν, «μην φοβάστε δεν είναι τίποτε, αφού μιλήσατε και είναι καλά το παιδί». Το τηλέφωνο κλείνει, η φράση «ο Φάνης είναι καλά, έφυγε», περνά ξανά από στόμα σε στόμα, καθησυχάζει, καταπραΰνει. Έφυγε. Έφυγε για πού; Και γιατί δεν πήρε τηλέφωνο; Και πώς έφυγε και άφησε μόνο του τον Κωστάκη; Γιατί δεν είναι μαζί του; Ή μήπως είναι; Σίγουρα θα είναι μαζί, ναι, γι’ αυτό δεν πήρε τηλέφωνο. Πώς να πάρει; Εκεί κάτω στο νοσοκομείο τώρα θα γίνεται χαμός.

«Βοήθα Παναγιά μου, ευχαριστώ Θεέ μου», αλλά συνάμα μια ύπουλη ανησυχία αρχίζει ξανά να μεγαλώνει μέσα τους και γλιστρά σαν την ομίχλη σε κάθε γωνιά του μυαλού τους. Νέο έκτακτο δελτίο. Μέχρι να μαζευτούν μπροστά στην τηλεόραση έχουν ακούσει κάποια ονόματα. Ο μικρός έχει φτάσει πρώτος και αυτό που ακούει τον κάνει να παγώσει.

«Τζιόβας… αγνώστων λοιπών στοιχείων». Μπαίνουν η μάνα και ο πατέρας. «Τι άκουσες, τι είπαν;». «Τι…τίποτα». Η φωνή του παιδιού τρέμει. Είναι τόσο οδυνηρό να προσπαθεί να φανεί μεγαλύτερο από την ηλικία του αυτή τη στιγμή. «Λέγε παιδί μου, τι είπε;», ο πατέρας τον ταρακουνάει ανυπόμονα.

***

Βγαίνουμε από την μπούκα. Υπάρχει συνωστισμός. Μας σπρώχνουν και σπρώχνουμε. Όλα μέσα στην ευφορία της νίκης, κάτι σαν παιχνίδι.

«Έχω σπάσει για κατούρημα και πεινάω», λέει ο Κωστάκης.

«Πιάσε με από τον ώμο να μην χαθούμε», του λέω.

«Κατουριέμαι, πεινάω και είμαι πολύ χαρούμενος», λέει ο Κωστάκης.

«Κι εγώ, αλλά πιάσε με να μην χαθούμε», επαναλαμβάνω κι ο Κωστάκης με πιάνει από τον ώμο.

Κατεβαίνουμε. Κατεβαίνουμε και η πίεση γίνεται μεγαλύτερη, αναγκαζόμαστε να σπρώξουμε πιο δυνατά. Μπροστά μου βλέπω την πόρτα κλειστή. Βλέπω κόσμο μπροστά να συνωστίζεται, βλέπω όμως κι ένα μικρό άνοιγμα, από εκεί που βρίσκομαι μοιάζει να χωράει ίσα-ίσα έναν άνθρωπο. Μπροστά από την πόρτα βλέπω το τουρνικέ να βρίσκεται στη θέση του. Τότε κάποιος μπροστά μου πέφτει και πριν προλάβω να συνειδητοποιήσω τι γίνεται, αισθάνομαι κάποιον να με πατάει και να μου βγάζει το παπούτσι. Συγχρόνως τρώω ένα δυνατό σπρώξιμο που με κάνει να πέσω μπρούμυτα. Ξαφνιάζομαι, φοβάμαι, βάζω όμως δύναμη και καταφέρνω να σηκωθώ.

Κοιτάζω μπροστά και βλέπω ανθρώπους πεσμένους κι ένα παιδί να είναι κυριολεκτικά κολλημένο, καρφωμένο πάνω στην πόρτα. Ακούω φωνές, «το παιδί, το παιδί» κι άλλες που μοιάζουν σαν «πίσω… σιγά… βοήθεια…», αλλά και τραγούδια και πανηγυρισμούς. Γυρίζω για να βρω τον Κωστάκη, ο χρόνος διεσταλμένος, όλα μοιάζουν να κινούνται σε slow motion, τότε αισθάνομαι σαν να με χτυπάει ένα κύμα, από την κορυφή του κύματος πέφτει πάνω μου μια κοπέλα, πρόσωπο με πρόσωπο καταλαβαίνεις… Καταλαβαίνεις;

Θεέ μου, αυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. Μια κοπέλα πανέμορφη, τα μάτια της διεσταλμένα από τον φόβο, πανέμορφα, τα μαλλιά της σκουρόχρωμα, τα μάτια και τα μαλλιά τα θυμάμαι, ακόμη και το πόσο όμορφη ήταν θυμάμαι… Πόσο διήρκησε όλο αυτό; Δευτερόλεπτα. Κι όμως εγώ θυμάμαι το πρόσωπό της, τα μάτια της, τα μαλλιά της… Πρόσωπο με πρόσωπο, καταλαβαίνεις;»

Έχει δακρύσει. Πίνει μια γερή γουλιά και μετά μια άλλη και το ποτήρι αδειάζει.

«Ήρεμα», λέω. «Εσύ δεν είπες ότι θα το πιούμε αργά;» Τι ανόητος που γίνομαι ώρες-ώρες όταν αισθάνομαι αμηχανία.

Ζωγραφούλα Χαϊρατίδου. Αυτό ήταν το όνομά της. 24 χρονών.

Παναγιώτης Τουμανίδης (14 ετών), Ηλίας Παναγούλης (17 ετών), Κωνσταντίνος Σκλαβούνης (17 ετών), Γεράσιμος Αμίτσης (18 ετών), Ιωάννης Κανελλόπουλος (18 ετών), Σπυρίδων Λεωνιδάκης (18 ετών), Ιωάννης Σπηλιώπουλος (19 ετών), Νικόλαος Φίλος (19 ετών), Ιωάννης Διαλυνάς (20 ετών), Ευστράτιος Λούπος (20 ετών), Βασίλειος Μάχας (20 ετών), Μιχαήλ Κωστόπουλος (21 ετών), Σπυρίδων Ανδριώτης (24 ετών), Ζωγραφιά Χαϊρατίδου (24 ετών), Κωνσταντίνος Καρανικόλας (25 ετών), Μιχαήλ Μάρκου (27 ετών), Κωνσταντίνος Μπίλλας (28 ετών), Αναστάσιος Πιτσώλης (30 ετών), Αντώνιος Κουρουπάκης (34 ετών), Χρήστος Χατζηγεωργίου (34 ετών), Δημήτριος Αδαμόπουλος (40 ετών).

«Κωστάκη πεθαίνω». Θυμάμαι καθαρά να το φωνάζω…

«Τι αισθάνθηκες εκείνη τη στιγμή;»

«Αισθάνθηκα να με πατάνε. Πόνο μόνο στην αρχή, μετά όχι. Μετά αισθάνθηκα να μην μπορώ να πάρω αέρα. Πώς πνίγεσαι στη θάλασσα. Έτσι. Και μετά ξαφνικά είδα ένα άσπρο άλογο σε αργή κίνηση να καλπάζει σε ένα καταπράσινο λιβάδι. Και μετά είδα να με καλύπτει ένα άσπρο τούλι. Μεγάλο και λεπτό. Σαν αυτό που έχουν οι μπομπονιέρες. Το αισθάνθηκα σιγά-σιγά να μου σκεπάζει όλο το κορμί και συγχρόνως ένιωσα μια γαλήνη. Σαν νάρκωση, μια ανακούφιση ξέρεις…».

«Είσαι σίγουρος; Συγγνώμη που σε ρωτάω. Σε μια τέτοια στιγμή τα έχω κι εγώ χαμένα. Συγγνώμη, αλλά είναι… όπως καταλαβαίνεις είναι τόσο συγκλονιστικό αυτό που έζησες, ελάχιστοι άνθρωποι το έχουν ζήσει, θέλω να πω -διάολε- μιλάμε για ένα από τα μεγαλύτερα, αν όχι το μεγαλύτερο, ερωτήματα του ανθρώπου εδώ».

«Μην ζητάς συγγνώμη. Καταλαβαίνω. Είμαι σίγουρος. Είμαι απολύτως σίγουρος. Το άσπρο άλογο, το τούλι να με καλύπτει αργά και μετά γαλήνη, ησυχία. Ξέρεις κάποιος γιατρός μετά μου έδωσε μια εξήγηση ότι ενδέχεται ο οργανισμός την ώρα του θανάτου να εκλύει μια ορμόνη ακριβώς για να το κάνει ανώδυνο. Ποιος ξέρει την αιτία. Αυτό που ξέρω είναι αυτό που αισθάνθηκα. Γι’ αυτό που αισθάνθηκα είμαι σίγουρος».

***

Η αστυνομική δύναμη εντός γηπέδου ήταν αδύνατον να επέμβει. Αυτοί που σπάσανε την πόρτα ήταν οι αστυνομικοί που είχαν αποστολή την περιφρούρηση του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου. Απ’ έξω τη σπάσανε. Το πρώτο βήμα των αστυνομικών όταν έσπασαν την πόρτα ήταν να φωνάξουν σε όσους βρίσκονταν πίσω της να απομακρυνθούν. Μάταιο. Ήταν σαν τον ατμό που τινάζει το ερμητικά κλεισμένο καπάκι για να εκτονωθεί. Ξεχύθηκε το κύμα στον δρόμο για την ελευθερία και τη σωτηρία, πάτησε πάνω σε πεσμένα κορμιά, άφησε πίσω του νεκρούς και τραυματίες ένα σωρό μέσα στα αίματα…

Τζάνειο νοσοκομείο. Μετράνε 20 νεκρούς και 2 βαριά τραυματίες. Μετράνε άλλους 40 τραυματισμένους που χρειάζονται νοσηλεία, μετράνε συνολικά περίπου 300 άτομα με τραύματα που χαρακτηρίζονται ελαφρά. Αποφασίζουν να κρατήσουν στο Τζάνειο τους νεκρούς και τους ελαφρά τραυματισμένους. Οι υπόλοιποι θα μεταφερθούν στο Κρατικό Νικαίας. Ανάμεσα στους τραυματίες και ο Κωστάκης. Με το ένα χέρι σμπαραλιασμένο από την πίεση πάνω στο μέταλλο της πόρτας, με τους τένοντες κομμένους. Μεταφορά στο Κρατικό Νικαίας. Το παιδί βρίσκεται σε σοκ, φωνάζει συνέχεια το όνομα Φάνης χωρίς να μπορεί να δώσει παραπάνω εξηγήσεις.

Στο Τζάνειο στον θάλαμο του νεκροτομείου, ένας νοσοκόμος βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μεγαλύτερη έκπληξη της ζωής του. Καθώς περπατάει ανάμεσα στα σώματα χρειάζεται να παλέψει με τον εαυτό του για να πειστεί ότι δεν έχει μια στιγμιαία παραίσθηση. Του φαίνεται ότι έχει μόλις διακρίνει μια ανεπαίσθητη κίνηση στο στήθος ενός απ’ τους νεκρούς. Στέκεται πάνω απ’ το σώμα και παρατηρεί. Τίποτε. Του έρχεται να σκύψει περισσότερο, να το σκουντήσει ίσως, αμέσως απομακρύνει τη σκέψη σαν ιερόσυλη και κάνει να σηκωθεί. Και τότε παρατηρεί την κίνηση ξανά.

«Βοήθεια, βοήθεια, τρέξτε! Είναι ζωντανός, είναι ζωντανός!»

Στα Γιάννινα δεν μπορούν να ησυχάσουν. Ο μικρός είχε αναγκαστεί να τους πει τι είχε ακούσει. «Τζιόβας. Αγνώστων λοιπών στοιχείων». Έπεσαν πάνω του πατέρας και μάνα, με τη μάνα να σταυροκοπιέται και να κλαίει, ο Μάκης δεν ήταν σε θέση να τους πει αν είχε ακούσει το όνομα ανάμεσα στους νεκρούς ή τους τραυματίες.

***

Έρχονται και κάθονται μαζί μας οι ιδιοκτήτες του καφενείου, ο Πάνος και η Βαγγελιώ. «Σου μιλάει για την 7;», με ρωτάει ο Πάνος σαν χαιρετισμό περισσότερο γιατί ξέρει ήδη την απάντηση. «Όταν τον είδα για πρώτη φορά μετά που γύρισε στο χωριό», λέει ο Πάνος, «τρόμαξα… Τα μάτια του… Δεν μπορούσες να δεις μέσα τους καθόλου άσπρο. Ένα μαύρο πράγμα, ένα μαύρο πράγμα που δεν ήξερες που κοιτάζει και αν κοιτάζει».

«Αυτό το Τζιόβας αγνώστων λοιπών στοιχείων πώς προέκυψε;», ρωτάω τον Φάνη όχι γιατί θέλω να φανώ αγενής στον Πάνο, αλλά δεν ήθελα με τίποτε να σταματήσει ο Φάνης να διηγείται.

«Αυτό προέκυψε ως εξής: Ένας άλλος ξάδερφος, ο Δημήτρης, φτάνει στο Τζάνειο. Τον έβαλαν στον θάλαμο με τους νεκρούς. Με είδε, αλλά δεν με αναγνώρισε. Περίμενε να δει τον 18χρονο ξάδερφό του και όχι ένα άμορφο πρόσωπο που σίγουρα ανήκε σε 50χρονο. Ανακουφισμένος, λοιπόν, άρχισε να ψάχνει στους τραυματίες. Τότε έπεσε κυριολεκτικά πάνω στο περιστατικό με τον νοσοκόμο που ανακάλυψε ότι ήμουν ζωντανός».

«Δηλαδή;»

«Δηλαδή μόλις με ανακάλυψε, πέσανε πάνω μου οι πάντες και προσπάθησαν να με ανανήψουν. Πάρθηκε η απόφαση να μεταφερθώ στο Κρατικό Νικαίας. Εκεί καθώς με βγάζανε έξω με το φορείο, μέσα στον πανικό βλέπει ο Δημήτρης να περνάω μπροστά του, το βλέμμα του πέφτει στο χέρι μου και με αναγνωρίζει απ’ το ρολόι».

«Απ’ το ρολόι;»

«Απ’ το ρολόι. Το πιστεύεις; Μετά όπως καταλαβαίνεις τρελάθηκε το παιδί. Ρώτησε μέσα στην ταραχή του που με πάνε, του είπανε, και κάποιος δημοσιογράφος που ήταν εκεί ρώτησε πώς με λέγανε. Γιατί εγώ δεν είχα πάνω μου ούτε ταυτότητα ούτε τίποτε. Ενώ, λοιπόν, ο Δημήτρης έμπαινε σε ένα ταξί νομίζω ή σε κάποιον που προσφέρθηκε να τον πάει στο Κρατικό, θα σε γελάσω, τότε πάντως τους φώναξε το όνομά μου, ο δημοσιογράφος συγκράτησε το Τζιόβας και έτσι με δηλώσανε στους βαριά τραυματίες. Ενώ αρχικά, λοιπόν, εκείνο το βράδυ είχαν υπολογίσει 20 νεκρούς και 2 βαριά τραυματίες, τώρα οι νεκροί γινόντουσαν 19 και οι βαριά τραυματίες 3».

«Τραγικό είναι».

«Είναι περισσότερο τραγικό γιατί από τους 3, ο μόνος που έζησε ήμουν εγώ».

«Πήγες και γύρισες Φάνη, πήγες και γύρισες», είπε η Βαγγελιώ.

«Άντε γεια μας», είπε ο Φάνης, τσουγκρίσαμε και είδα ξανά τα μάτια του να είναι υγρά.

***

Το αυτοκίνητο από τα Γιάννινα αποβιβάζεται από το φέρι μποτ στο Ρίο και μπαίνει στο πρώτο ανοιχτό βενζινάδικο. Οδηγεί ο πατέρας, δίπλα η μητέρα, πίσω ο Μάκης. Κατεβαίνουν να ξεπιαστούν. Στο βενζινάδικο η τηλεόραση είναι ανοιχτή. Μάνα και γιος προσπαθούν να αρπάξουν ελπίδες σωτηρίας μέσα από το γυαλί. Ο βενζινοπώλης καταλαβαίνει και τους ρωτάει. Η μάνα ξεσπάει σε κλάματα. Ο βενζινοπώλης επιμένει και ο Μάκης βρίσκει τη δύναμη να του πει ότι ο αδερφός του είναι στους τραυματίες.

Τότε ο βενζινοπώλης σε μια επίδειξη ανθρωπιάς αυτοσχεδιάζει: «Α, μόλις πριν από λίγο είπαν ότι όλοι οι τραυματίες έχουν διαφύγει τον κίνδυνο, μην ανησυχείτε». Η καρδιά τους αναπηδά. Έρχεται κι ο πατέρας, του λένε τα ευχάριστα, η μητέρα πέφτει και τον αγκαλιάζει. Καθώς βγαίνουν από την πόρτα σαν κάτι να τη χτύπησε, σταματάει και ρωτάει τον βενζινοπώλη.

«Λες αλήθεια;»

«Φυσικά και λέω αλήθεια, παίζει κανείς με τέτοια;»

***

«Στο Κρατικό Νικαίας έβλεπαν ότι η ζωή μου κρεμόταν από μια κλωστή. Τότε ένας γιατρός πήρε την απόφαση που θα μου έσωζε τη ζωή. Άρπαξε ένα κουζινομάχαιρο και μου έκανε τραχειοτομή. Δευτεραίος το όνομά του. Θρύλος. Βαμμένος. Μου στάθηκε σαν αδερφός. Μετά την τραχειοτομή έπρεπε να αποφασίσουν τι θα με κάνανε. Εγώ σε κώμα. Ήρθε σε λίγο ο Δημήτρης στο νοσοκομείο και έδωσε τα στοιχεία μου. Τότε ήταν που τηλεφώνησαν στους γονείς μου. Γιατί έκριναν ότι έπρεπε να με χειρουργήσουν στο κεφάλι. Η εγχείρηση είχε περισσότερες πιθανότητες να πεθάνω παρά να γλιτώσω και ήθελαν την άδεια των γονιών μου.

Ο πατέρας είπε το ναι, πήραν μια Παναγίτσα που κρεμόταν πάνω από το κρεβάτι μου και ξεκίνησαν για Αθήνα. Οι γιατροί δίστασαν ξανά. Να πάρουμε και μια άλλη γνώμη είπαν. Τότε ήταν που ρώτησαν τον καθηγητή στο Αιγινήτειο, που ήταν από τα Γιάννινα. Στο μεταξύ άλλοι συγγενείς του είχαν ήδη τηλεφωνήσει κι ο άνθρωπος ήταν ήδη στον δρόμο προς το νοσοκομείο. Εγώ μετά την τραχειοτομή είχα περιέλθει σε κατάσταση διέγερσης. Τιναζόμουν και χρειαζόταν να με κρατάνε να μην πέσω από το κρεβάτι».

«Θυμάσαι τίποτε;»

«Τίποτε, τίποτε. Αυτά μου τα είπανε μετά».

«Γιατί δεν σε βάζανε στον αξονικό τομογράφο να δούνε ακριβώς τι γίνεται;»

«Α, ωραία ερώτηση. Γιατί εκείνη την εποχή υπήρχε μόνο ένας αξονικός στη Βασιλίσσης Σοφίας. Εγώ πια ήταν αδύνατο να μετακινηθώ. Γι’ αυτό ρωτήσανε και τον καθηγητή».

«Και ήρθε;»

«Ήρθε να τον έχει ο Θεός καλά, συμβούλευσε να μην με ανοίξουν και προέβλεψε ότι αν άντεχε η καρδιά μου θα ζούσα. Αν με είχαν ανοίξει στην κατάσταση που ήμουν θα είχα πεθάνει».

***

Στο Κρατικό Νικαίας είναι πια βράδυ. Ο Φάνης εδώ και μια ώρα δεν τινάζεται πια, δείχνει να έχει ηρεμήσει. Δίπλα του οι συγγενείς, η μάνα του να του κρατάει το χέρι, να προσεύχεται και να κλαίει σιωπηλά. Οι γιατροί την έχουν προειδοποιήσει. Η κατάσταση είναι κρίσιμη. Κάποια στιγμή η μητέρα βάζει το χέρι της στο μέτωπό του και τον χαϊδεύει. Ο Φάνης μισανοίγει τα χείλη και λέει: «Ήρθες μαμά;»

«Ήρθες μαμά», μου είπαν ότι είπα. Εγώ δεν το θυμάμαι. Εγώ θυμάμαι μόνο τι είδα όταν άνοιξα τα μάτια και εδώ κρατηθείτε γιατί θα γελάσετε».

«Θα γελάσουμε;»

«Εσύ θα γελάσεις γιατί ο Πάνος και η Βαγγελιώ τα ξέρουν. Λοιπόν… Κυριακή έγινε το ατύχημα, Δευτέρα, Τρίτη μέχρι Τετάρτη πρωί εγώ να μην ανταποκρίνομαι, η μάνα να προσεύχεται, συγγενείς να έρχονται να της δίνουν κουράγιο, ο πατέρας να μιλάει με τους γιατρούς… Καταλαβαίνεις. Τετάρτη πρωί άνοιξα τα μάτια. Και τι λέτε ότι είδα;»

«Τι είδες;»

«Να στο ποτό που πίνουμε το θυμάμαι σαν να ήταν χθες. Κρατηθείτε. Τα είδα όλα άσπρα. Ένα λευκό χωρίς όρια που κάλυπτε τα πάντα. Σιγά-σιγά, όμως, καθώς τα μάτια έμεναν περισσότερη ώρα ανοιχτά, άρχισα να διακρίνω κάτι μαύρες κουκίδες που μεγάλωναν. Συγχρόνως ένιωθα ότι υπήρχε αναστάτωση γιατί άκουγα τη φωνή της μάνας μου να λέει… Τι να λέει, να φωνάζει ότι άνοιξα τα μάτια και μετά διέκρινα τη φωνή του πατέρα μου και του Μάκη και τα μαύρα όλο να μεγαλώνουν και να παίρνουν σχήμα κι αυτό το σχήμα να είναι σχήμα από ανθρώπινες φιγούρες.

Παπάδες. Ναι παπάδες. Αυτά τα μαύρα είχαν πάρει τη μορφή παπάδων. Και εδώ πλέον το μυαλό τρελαίνεται. Πέθανα είπα. Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση. Αυτό ήταν πέθανα, αλλά είμαι στον παράδεισο. Γιατί στον παράδεισο; Ε, μα που αλλού μπορεί να είχε παπάδες ρε Πάνο;»

Το γέλιο ήρθε πηγαίο, λυτρωτικό. Κι αυτό το γέλιο, το δικό μου το γέλιο, δεν θα το ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. Την απάντηση του Πάνου την ξέχασα ήδη. Θυμάμαι μόνο ότι δεν απείχε πολύ απ’ αυτή που ήθελα να δώσω εγώ.

Ο Καλλίνικος, μητροπολίτης Πειραιώς, με τη συνοδεία του, ήταν από τους πρώτους που είχαν επισκεφθεί τους τραυματίες. Όταν ο Φάνης άνοιξε τα μάτια του, οι ιερείς βρίσκονταν πάνω από το κρεβάτι και μιλούσαν στη μητέρα του.

Η συνέχεια είναι δύσκολη, αλλά αισιόδοξη. Δεν μπορεί να κουνηθεί, δεν μπορεί να μιλήσει. Είναι όμως ζωντανός και αναρρώνει. Μέρα με τη μέρα λένε οι γιατροί και μπορεί πλέον να δει περιστασιακά χαμόγελα στα πρόσωπά τους. Ο Φάνης συνειδητοποιεί πιο εύκολα ότι δεν μπορεί να κινηθεί παρά ότι δεν μπορεί να μιλήσει. Η ομιλία έχει πάψει να αποτελεί προέκταση της σκέψης, αλλά η σκέψη έχει επανέλθει. Έχει επανέλθει και η μνήμη, αν και μέσα σε ομίχλη.

«Πού βρίσκομαι; Πού είναι ο Κωστάκης; Πώς έγινε; Θεέ μου, ο Κωστάκης, μάνα ο Κωστάκης πού είναι;» Γεννιούνται οι σκέψεις, αλλά δεν μπορούν να βγουν. Έρχεται ο γιατρός ο Δευτεραίος και καταλαβαίνει. «Θέλεις χαρτί και μολύβι;», ρωτάει και ο Φάνης κουνάει ανακουφισμένος το κεφάλι του καταφατικά.

«Το έχω φυλαγμένο το μπλοκάκι που μου έφεραν να γράψω. Η πλάκα είναι ότι είμαι αριστερόχειρας. Στην αρχή μου βάζανε το μολύβι στο δεξί και δυσκολευόμουν. Πάλι ο Δευτεραίος το κατάλαβε. Το πρώτο πράγμα που έγραψα στο μπλοκάκι είναι «πού είμαι;», εννοώντας σε ποιο νοσοκομείο. «Στο νοσοκομείο», μου απάντησαν με ένα στόμα και με έκαναν να γελάσω. Το δεύτερο ήταν «πού είναι ο Κωστάκης;» Στο ίδιο νοσοκομείο, σε άλλη πτέρυγα, σύντομα θα ερχόταν να με δει. Ανακούφιση και συγκίνηση μαζί.

Όσο περνούσαν οι ημέρες τόσο περισσότερα θυμόμουν. Τις επόμενες ημέρες άρχισαν να έρχονται επισκέπτες. Τι επισκέπτες δηλαδή που ήταν σωστό λαϊκό προσκύνημα. Συγγενείς, φίλοι, πολιτικοί, ποδοσφαιριστές, πάλι οι παπάδες… Καλά γιατροί και νοσοκόμοι συνέχεια. Βλέπω πολλούς να με βλέπουν και να κλαίνε. «Γιατί κλαίνε;», γράφω στο μπλοκάκι.

Το μυαλό μου απασχολούν τρία καίρια ερωτήματα. Δεν θα μιλήσω ποτέ; Θα μπορέσω να περπατήσω; Γιατί δεν πεινάω; Έχω να φάω… Ένας Θεός ξέρει από πότε και δεν έχω το παραμικρό αίσθημα πείνας. Τρώω, αλλά τρώω μηχανικά, όχι γιατί πεινάω. Μετά από περίπου 10 ημέρες, το παιδί που μοιράζομαι τον θάλαμο, κι αυτό με τραχειοτομή, πεθαίνει. Είναι τέτοιο το σοκ, που μου έρχεται να τα παρατήσω κι εγώ. Κλαίω και σε κάποια στιγμή δεν βγαίνουν άλλα δάκρυα.

Κοιμάμαι για ώρες πολλές, σε βαθμό που κάνω τους γιατρούς να ανησυχήσουν. Όταν ξυπνάω, ξυπνάω με αίσθημα πείνας. Δεν πρέπει να φάω, θέλω να φάω. Το δράμα στο διπλανό κρεβάτι σαν να έχει αφυπνίσει το ένστικτο για επιβίωση. Πήγε η καημένη η μάνα μου και παρακάλεσε να την αφήσουν να μου μαγειρέψει η ίδια. Και την άφησαν. Σούπα, κοτόσουπα, έφτιαξε και θυμάμαι ότι την έχω ρουφήξει μέχρι την τελευταία σταγόνα. Με καλαμάκι. Τότε κατάλαβα τι θα πει ζωή. Να θέλεις να ζήσεις. Όχι να πρέπει, να θέλεις.

Γιατροί, νοσηλευτές, ακόμη και διοικητικοί τον παρακολουθούν σαν να είναι συγγενής τους. Ο Φάνης δεν είναι πια ένας τραυματίας που αναρρώνει. Ο Φάνης έχει γίνει το σύμβολο της μάχης για τη ζωή. Το δικό τους σύμβολο, της δικής τους μάχης.  Η προϊσταμένη ένα απόγευμα φέρνει την κόρη της τη Στέλλα να τον γνωρίσει. Μαθήτρια η Στέλλα, πανέμορφη, ένας άγγελος σωστός.

Προσποιείται ότι δεν την ενοχλεί η θέα του στραπατσαρισμένου προσώπου, χαμογελάει, είναι ευγενική, μέσα από τη συστολή του φύλου και της νιότης της, κάποια στιγμή κάνει την υπέρβαση σκύβει και τον φιλάει στο μάγουλο. Κι έτσι, όπως κολλάει τα χείλη της στο πρόσωπό του, τον κάνει για πρώτη φορά να ξανανιώσει αυτό το υπέροχο συναίσθημα που έχουμε συνηθίσει να ονομάζουμε ευτυχία.

Έρχεται η στιγμή να προσπαθήσω να περπατήσω. «Μάνα θέλω να πάω στην τουαλέτα». Με κρατάνε η μάνα μου και ο ξάδερφός μου. Κάνω το πρώτο βήμα και σαν να είμαι καμωμένος από ζυμάρι σωριάζομαι. Έχω ξεχάσει να περπατάω. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας θυμάμαι ήρθαν και με επισκέφθηκαν οι ποδοσφαιριστές του Ολυμπιακού. Θυμάμαι τον Αναστόπουλο, τον Γαλάκο, τον Κυράστα, τον Σαργκάνη, τον Βαμβακούλα… Χάρηκα που τους είδα. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι είχα παίξει τη ζωή μου κορώνα γράμματα εξαιτίας τους. Θυμάμαι ότι χάρηκα πολύ, θυμάμαι επίσης ότι ντράπηκα που δεν μπορούσα να μιλήσω και να περπατήσω. Τι σου είναι το ανθρώπινο μυαλό…

Πω-πω έλεγα, φαντάσου να έβρισκα τη δύναμη να σηκωνόμουν και να τους έδειχνα πως μπορώ να περπατήσω ή να τους μιλούσα για τον αγώνα τότε. Την άλλη ημέρα ήρθαν και οι ποδοσφαιριστές της ΑΕΚ. Μπάγεβιτς, Μαύρος… Μια ημέρα αργότερα που πετούσα από Αθήνα για Γιάννινα, έπεσα μαζί με την αποστολή της ΑΕΚ που πήγαινε στα Γιάννινα για να παίξει με τον ΠΑΣ. Με γνώρισαν. Δεν θα το πιστέψεις, αλλά με γνώρισαν. Και όχι μόνο με γνώρισαν, αλλά χάρηκαν πολύ που με είδαν καλά».

***

Ο Κωστάκης αμέσως μετά το συμβάν πιστεύει ότι ο Φάνης είναι πεθαμένος. Τον έχει δει να πέφτει, τον έχει ακούσει να φωνάζει «Κωστάκη πεθαίνω». Δεν είχε προλάβει να κάνει τίποτε. Το κύμα τον είχε σπρώξει μπροστά, το μόνο που θυμόταν μετά ήταν ο αβάσταχτος πόνος στο χέρι του. Όταν μαθαίνει ότι είναι ζωντανός δεν κρατιέται και θέλει να τον δει. Οι γιατροί τον αποτρέπουν. Κάποτε έρχεται η ώρα που τον αφήνουν.

Ο Φάνης τον αντικρίζει μέσα στις κόκκινες πιτζάμες που φοράει, το πρόσωπο του Κωστάκη χωρίς τα γυαλιά του φαίνεται αστείο κι αρχίζει να γελάει. Ένα γέλιο πηγαίο, καθάριο. Ο Κωστάκης βλέπει τον Φάνη κι αρχίζει να κλαίει. Πέφτουν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και μένουν εκεί για χρόνο που μοιάζει αιώνες. Το απόγευμα έρχεται ο Δευτεραίος.

«Την Κυριακή παίζουμε Λάρισα, τι λες πάμε μαζί;», του λέει. Ο Φάνης μετεωρίζεται ανάμεσα στο να γελάσει και να κλάψει και του έρχεται στο νου η πρωινή σκηνή με τον Κωστάκη. «Λέγε παιδί μου», επιμένει ο Δευτεραίος, λες και ήταν ποτέ δυνατό να συμβεί. Ο Φάνης κάνει να πιάσει το μπλοκάκι, αλλά ο γιατρός τον σταματάει. «Δεν σου είπα να γράψεις, σου είπα να πεις», του λέει με ελεγχόμενη και σκόπιμη αγριότητα.

Ο Φάνης κουνάει το κεφάλι του πέρα-δώθε. Δεν μπορώ λέει μέσα του, μην επιμένεις. «Καλά εντάξει, μην λες», τον χαβά του ο Δευτεραίος. «Πες μας τουλάχιστον το όνομά σου. Πες μας πως σε λένε, πες το μου να σε ακούσω, έχω κουραστεί να το διαβάζω, θέλω να το ακούσω ρε παιδί μου, έλα πες μου».

Ο Φάνης αρνείται, ο γιατρός επιμένει πεισματικά και τότε μια στιγμή για κάποια δευτερόλεπτα το πρόσωπο του Φάνη μένει εντελώς άκαμπτο, παίρνει μια βαθιά ανάσα και βγάζει μια κραυγή που ακούγεται σε ολόκληρο τον όροφο.

«Φάαανηηηηηη».

***

«Σιγά-σιγά γνώρισα τους υπόλοιπους τραυματίες. Γνώρισα και τους γονείς των αδικοχαμένων. Οι μανάδες στα μάτια μας έβλεπαν τα παιδιά τους. Αυτά που είχαμε δει εμείς είδαν κι εκείνα. Ήξερα πως όσο βαθιά θλίψη κι αν κουβαλούσα μέσα μου, η πλατιά συμπόνια των συγγενών μου, των αγαπημένων μου, αλλά κυρίως των μανάδων που είχαν χάσει τα δικά τους παιδιά θα τη νικούσε τη θλίψη, θα τη διέλυε κυριολεκτικά.

Ήρθε κάποτε η ημέρα του εξιτηρίου. Δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Παραταγμένοι όλοι δεξιά κι αριστερά να χειροκροτούν καθώς έβγαινα. Τρομερό συναίσθημα, τρομερό. Έβλεπα τη χαρά τους στα πρόσωπά τους. Ένιωθαν ότι είχαν κερδίσει μια μάχη με τον θάνατο αυτοί οι άνθρωποι. Όλοι μαζί. Κι εγώ ήμουν το σύμβολο. Να ‘ναι καλά οι άνθρωποι, να ‘ναι καλά».

Μετά τα πράγματα δεν ήταν εύκολα. Έπασχα απ’ αυτό που λένε μετατραυματικό στρες. Κλειστοφοβία, δεν μπορούσα να μπω σε ασανσέρ, όταν ήμουν σε χώρο με πολύ κόσμο με έλουζε ιδρώτας, δεν ήταν εύκολα, το νίκησα όμως, το πάλεψα και το νίκησα και θα σου πω πώς».

Στάδιο Καραϊσκάκη. Έναν χρόνο περίπου μετά την τραγωδία της θύρας 7. Ο Ολυμπιακός παίζει με τη Λάρισα. Πολύ πριν αρχίσει το παιχνίδι, έξω από τη θύρα 7 τρεις άνθρωποι συζητούν.

«Όχι γιατρέ, όχι στην 7. Πάει πολύ. Συμφώνησα να έρθω και γι’ αυτό έδωσα μεγάλη μάχη, πίστεψέ με».

«Όχι Φάνη. Θα μπούμε πρώτοι, θα φύγουμε τελευταίοι. Έχε μου εμπιστοσύνη. Σε παρακαλώ πολύ».

«Όχι γιατρέ, δεν μπορώ».

«Μπορείς. Πάμε. Έλα».

«Αυτό ήταν. Μετά απ’ αυτό δεν ξαναείχα πρόβλημα. Διώξαμε τη σκιά, μου είπε ο γιατρός. Δίκιο είχε. Όπως πάντα».

«Ο Κωστάκης τι απέγινε;», ρωτάω.

«Εννοείς αν του έμεινε πρόβλημα; Όχι, καλά τον βλέπω. Το αστείο ξέρεις ποιο είναι; Ότι ο Κωστάκης αργότερα έγινε εύζωνος στην προεδρική φρουρά».

«Δεν μου λες, τώρα όταν παίζει Ολυμπιακός-ΑΕΚ τι αισθάνεσαι;»

«Αφού είμαι Ολυμπιακός τι θες να αισθάνομαι;»

«Εννοώ αν το θυμάσαι, πώς νιώθεις… τέτοια».

«Όχι, γενικά δεν είμαι των επετείων».

«Είναι όμως σημαδιακή εκείνη η ημέρα, θέλω να πω σου σημάδεψε τη ζωή».

«Ε, βέβαια, προφανώς».

«Αλήθεια Φάνη. Τώρα μετά από τόσα χρόνια, τώρα που καθόμαστε εδώ και πίνουμε, τώρα που οι κάφροι έφυγαν και μας άφησαν στην ησυχία μας, τώρα τι λες; Σε τι σε άλλαξε το συμβάν;»

«Τώρα με πας στα φιλοσοφικά. Θα σου πω όμως. Θα σου πω δηλαδή πως νιώθω, τι άλλο να σου πω. Δεν είμαι φιλόσοφος. Αισθάνομαι ότι από τότε έχει πραγματοποιηθεί κάτι ανεξάρτητο από μένα. Δεν μπορώ να το προσδιορίσω, αλλά κάτι έγινε. Τόσο αίμα, τόσο άδικο αίμα… Δεν ξέρω. Ξέρεις, διάβασα στο βλέμμα όσων με κοιτάζανε τη φρίκη. Έχω εικόνα.

Μετά τα βλέμματα άλλαξαν. Μαζί και η επιθυμία για συνέχιση και πώς να το πω… επαύξηση της ζωής. Είδα όλη τη ζωή μου αλλιώς, πώς να στο πω. Πόσο γλυκό είναι να τρως, να κοιμάσαι, να μιλάς, να ερωτεύεσαι… Μένω εδώ πάνω μόνιμα. Είμαι ευτυχισμένος που μένω εδώ. Πριν από το συμβάν ήμουν βέβαια και μικρός, δεν ήξερα τι είχα. Τώρα λέω ότι το αγαθό της ζωής είναι ανεκτίμητο. Αυτό είναι πάνω απ’ όλα, αυτό».

Μετά για ένα διάστημα έπεσε σιωπή. Είχαμε πει όλα όσα έπρεπε να ειπωθούν εκείνο το βράδυ. Η Βαγγελιώ σηκώθηκε πρώτη να τελειώσει το συμμάζεμα.

«Το τελειώσατε το μπουκάλι», είπε ο Πάνος.

«Το ήπιαμε αργά όμως, έτσι δεν είναι;»

«Περιμένετε να κεράσω ένα τελευταίο και φύγαμε».

«Άντε γεια μας! Εβίβα!»

«Εβίβα! Μιας και το θυμηθήκαμε, θέλεις να σου παίξω κάτι;»

«Αμέ. Τι όμως θυμηθήκαμε;»

«Το «Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά!»

To διήγημα «Ο Φάνης» του Μιχάλη Σπέγγου συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Η Εντεκάδα» (εκδόσεις Παρουσία-εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος)

 

**Κάντε like στο Facebook και follow στο Twitter για να μαθαίνετε άμεσα τις ιστορίες της πιο… ρετρό ιστοσελίδας της χώρας

 

Διαβάστε ακόμη:

Η μέρα που δάκρυσε το ελληνικό ποδόσφαιρο

2 σχόλια
Sport-Retro.gr
ADMINISTRATOR
PROFILE

Τελευταία Άρθρα

Γράψτε ένα σχόλιο

Το e-mail σας ΔΕΝ δημοσιεύεται

Ακύρωση Απάντησης

2 Σχόλια

  • john
    10 Φεβρουαρίου 2018, 16:18

    Ωραια τα αρθρα σας αλλα παρα πολυ μεγαλα!!!!!!!!!!!!!!!!

    ΑΠΑΝΤΗΣΗ
    • mm
      Μάνος Ανδρουλάκης@john
      10 Φεβρουαρίου 2018, 17:14

      Kαλησπέρα σας. Ένας από τους λόγους ύπαρξης της ιστοσελίδας είναι η ενδελεχής έρευνα, άρα και η όσο το δυνατόν εκτενέστερη πληροφόρηση των αναγνωστών μας. Να είστε καλά.

      ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Η Γωνιά του Βιβλίου