Νταμίρ Κάναντι: Ο γιος μεταναστών που εργαζόταν ως επιστάτης και έσκιζε Armani

«Αν οι ποδοσφαιριστές είναι όπως ήμουν εγώ ως παιδί, δεν με νοιάζει καθόλου να γίνω προπονητής», αναλογιζόταν ο επιστάτης του κτηρίου της «Sozialbau AG», ΜΚΟ που διαχειρίζεται πάνω από 50.000 διαμερίσματα, 30.000 γκαράζ και 550 επαγγελματικούς χώρους.

Λίγα χρόνια αργότερα, ο Νταμίρ Κάναντι ήταν ο προπονητής του πρωτοπόρου του ελληνικού ποδοσφαίρου, Ατρομήτου. Το Sport-Retro.gr συνδέει τα κομμάτια του παζλ…

Ζούσε σε φτωχικό, βίωσε ρατσισμό

Το ονοματεπώνυμό του προδίδει την καταγωγή του. Μπορεί να γεννήθηκε στη Βιέννη στις 6 Μαΐου του 1970, ωστόσο η οικογένειά του είχε καταφτάσει στην αυστριακή πρωτεύουσα μόλις τρία χρόνια νωρίτερα. Οι ρίζες του είναι σερβικές και κροατικές και οι γονείς του, μαζί με τον εξάχρονο αδερφό του, έφυγαν από τη Γιουγκοσλαβία το 1967 και εγκαταστάθηκαν στο Κάιζερμιλεν, τον 22ο δήμο της Βιέννης, που βρέχεται από τον Δούναβη, τόσο από την παλιά ροή του ποταμού όσο και από τη νέα.

Μέχρι τα τέσσερά του, ζούσαν όλοι μαζί σε ένα διαμέρισμα 55 τετραγωνικών μέτρων, με τουαλέτα και κρύο νερό στον διάδρομο της πολυκατοικίας. Για να συντηρήσουν ακόμα κι αυτά τα βασικά είδη πρώτης ανάγκης, ο πατέρας του εργαζόταν στα μέταλλα της «Waagner-Biro» για 35 χρόνια, ενώ η μητέρα του στη φαρμακευτική εταιρία «Ιmmuno», από τις 6 το πρωί μέχρι τις 4 το απόγευμα.

Όπως είναι φυσικό, τα παιδιά μεγάλωναν κυρίως μόνα τους, με τον Κάναντι να παραδέχεται σε συνέντευξη που παραχώρησε στο «News.at» πως «το πρωί που πηγαίναμε σχολείο, δεν με ενδιέφεραν τα μαθήματα, πολλές φορές αφήναμε τα κορίτσια να μας τα κάνουν».

Μετά από το σχολείο, πήγαιναν στο πάρκο της εκκλησίας της περιοχής, όπου ένας κουρέας, ο Ότο, οργάνωνε αγώνες ποδοσφαίρου για παιδιά κάθε Σάββατο και προσέφερε στους μικρούς χοτ ντογκ και coca cola.

Αν και για τα παιδιά της σχολικής ηλικίας τα Σάββατα σήμαιναν μόνο χαρά σε εκείνο το πάρκο, για τον Κάναντι και τα αδέρφια του δεν ήταν ο κανόνας. Μεγαλώνοντας, βίωσε τον ρατσισμό, αφού τον αποκαλούσαν «Γιούγκο», ενώ στα 11 του άκουσε για πρώτη φορά την προσβολή «Τσους», ένας υποτιμητικός όρος για τους σλαβικής καταγωγής ανθρώπους, ή για Ευρωπαίους από τα νοτιοανατολικά ή γενικά για ανατολίτες. «Πήγα σπίτι αμέσως, τρελαμένος, αναστατωμένος. Ήθελα να γυρίσω πίσω να τσακωθώ, αλλά η μητέρα μου είπε ‘σταμάτα, δεν θα καταφέρεις κάτι'».

Ως ποδοσφαιριστής, ποτέ δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο. Παρότι βρέθηκε στην Αούστρια Βιέννης στα εφηβικά χρόνια, κατάφερε να παίξει μόλις 18 λεπτά τη σεζόν 1988-1989, μέχρι να αποδεχθεί τη μοίρα του και να κατέβει επίπεδο, πηγαίνοντας στη Φαβορίτνερ. Σε τέσσερις σεζόν έφτασε δύο φορές στα ημιτελικά του Κυπέλλου Αυστρίας, αλλά από το 1993 άρχισε η περιπλάνησή του, με έντεκα αλλαγές ομάδας σε εννέα σεζόν.

Από το 1995 και μετά, μάλιστα, παρότι αγωνίστηκε σε γνωστές ομάδες όπως η Φερστ Βιέννης και η Βίνερ, δεν πληρωνόταν λόγω χρεοκοπίας των συλλόγων, με συνέπεια να χρειαστεί επειγόντως χρήματα. Η σύζυγός του ήταν έγκυος και το κομπόδεμα από τα πρώτα χρόνια του ως ποδοσφαιριστής ήταν ανύπαρκτο.

«Γνώριζα ότι παίκτες δεν είχαν πληρωθεί για 8-9 μήνες, οπότε δεν μπορούσαν όχι μόνο να πληρώσουν το ηλεκτρικό ρεύμα τους, αλλά ούτε να αγοράσουν κρέμες στο παιδί τους».

Αυτές οι συνθήκες τον οδήγησαν σε δημοτικούς συμβούλους της Βιέννης προς αναζήτηση εργασίας και από εκεί στη θέση του επιστάτη των κτηρίων της «Sozialbau AG». «Στο μυαλό των ανθρώπων, η εικόνα του επιστάτη έχει σχηματιστεί από τις διάφορες τηλεοπτικές σειρές, που δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα. Μπορεί να μην υπάρχουν επιστάτες πλέον, ωστόσο νομίζω ότι αρκετός κόσμος είναι ακόμα ευγνώμων σε αυτήν τη δουλειά».

Η δωρεάν κατοικία και οι 14 μισθοί που του προσέφερε η δουλειά, τον βοήθησε να στυλώσει τα πόδια του, συνεχίζοντας παράλληλα να αγωνίζεται σε ερασιτεχνικό επίπεδο. Έπαιξε μέχρι τα 31 του, όταν στη Λέοπολντσντορφ χρειαζόταν να αλείψει όλο το σώμα του με Voltaren για να αντέξει έναν αγώνα ποδοσφαίρου χωρίς πόνους.

«Ο πρόεδρος εκεί με έπεισε να παραμείνω ως παίκτης, αλλά ουσιαστικά να προπονώ την ομάδα και μόνο εάν το επιτρέπει η φυσική κατάστασή μου να αγωνίζομαι», εξηγεί. Στα πρώτα έξι παιχνίδια κατέγραψε ισάριθμες ήττες και αυτό «με τρέλανε. Τότε άρχισα με την προπονητική. Το έκανα για να ξεπλύνω την ντροπή αυτών των ηττών».

Οι τρεις στόχοι που έβαλε ως παίκτης κι ως προπονητής

Ως ποδοσφαιριστής, ήταν αρκετά αλαζόνας. «Εάν σε νεαρή ηλικία φτάσεις σε σημείο να βγάζεις περισσότερα από τους γονείς σου, ίσως να μην αντιμετωπίζεις σωστά κάποια πράγματα», δήλωνε. Ως προπονητής, λειτουργούσε ακριβώς αντίθετα. Στις ομάδες που προπονούσε, είχε παίκτες που του θύμιζαν τον εαυτό του, αφού πχ. μετέφεραν φιάλες αερίου σε πολυκατοικίες μέχρι το απόγευμα και ακολούθως πήγαιναν για προπόνηση. Ο ίδιος ήταν επιφορτισμένος με την ανεύρεση εκχιονιστικών μηχανημάτων για να καθαρίζονται τα γήπεδα της εκάστοτε ομάδας στην οποία ανήκε, με την αγορά σαλιάρων και με πολλά ακόμα που δεν έχουν να κάνουν με την προπονητική.

Το σημαντικότερο όλων ήταν πως έβαλε στόχους, όπως είχε κάνει και την άνοιξη του 1997. τότε, μία φίλη του ψυχολόγος, τον έπεισε να δουλέψει μαζί του, παρά τις αρχικές αρνήσεις («ξέρω τα πάντα για μένα, δεν χρειάζομαι κάποιον να με αναλύσει», της έλεγε).

Η προτροπή της ήταν να θέσει τρεις προσωπικούς στόχους. Ο πρώτος ήταν να αγωνιστεί καλά στον επερχόμενο προημιτελικό κυπέλλου με αντίπαλο την κραταιά ομάδα της εποχής, Ζάλτσμπουργκ, ο δεύτερος να τον ζητήσουν από την αυστριακή Bundesliga και ο τρίτος να είναι υγιής.

Η τότε ομάδα του, Βίνερ, ηττήθηκε μόλις με 0-1 και η εφημερίδα «Krone» έγραφε ότι «ο Κάναντι ήταν ο καλύτερος του γηπέδου». Μία ημέρα μετά από το ματς, η Γκράτσερ ενδιαφέρθηκε για την περίπτωσή του, ενώ δεν τραυματίστηκε στον αγώνα. «Πρέπει να συγκεντρώνεσαι και να εστιάζεις ώστε να αποκτάς κίνητρο και αυτό αφορά στους προσωπικούς και ομαδικούς στόχους».

Ως προπονητής, πλέον, το 2004 έβαλε ξανά τρεις στόχους, επίσης μεγαλεπήβολους. Να μείνει άλλα δύο χρόνια στο ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο, μετά να ανοίξει τα «φτερά» του σε υψηλό επίπεδο, έστω κι ως βοηθός και μέχρι τα 40 του να αναλάβει ομάδα της πρώτης κατηγορίας στην πατρίδα του.

«Είπα ξεκάθαρα το όραμά μου και την επόμενη μέρα μου τηλεφωνούσαν συνάδελφοί μου να με ρωτήσουν ποιος νομίζω ότι είμαι. Έτσι σκεφτόμαστε στην Αυστρία. Απαγορεύεται να σκεφτούμε έξω από το κουτί και θέλουμε να φυλακίζουμε τα όνειρα των παιδιών μας».

Έσκισε το Armani του γιου του

Η πίεση ήταν μεγάλη και δη από τη σύζυγό του για να εγκαταλείψει τον χώρο, βλέποντας ότι δεν μπορούσε να κάνει το επόμενο βήμα και ερχόταν στη ζωή η κόρη τους. Τελικά, εγκατάλειψε τη χώρα… Ο πρώην ποδοσφαιριστής μεταξύ άλλων της Αούστρια Βιέννης και της Άντμιρα Βάκερ, Ρασίντ Ραχίμοβ, ανέλαβε τη Λοκομοτίβ Μόσχας το 2008-2009 και πήρε στο πλευρό του τον Κάναντι. Επρόκειτο για μία μοναδική εμπειρία…

«Πριν από τη Ρωσία, ήμουν ακόμα προπονητής στα τοπικά και εργαζόμουν ως επιστάτης. Ξαφνικά, βρέθηκα στο επίκεντρο ενός κόσμου εκατομμυρίων. Υπήρχαν παίκτες που έπαιρναν μεταξύ 1.500.000 ευρώ και 3.000.000 ευρώ τη σεζόν και πήγαιναν στην προπόνηση με Porsche. Σε αυτόν τον κόσμο βγαίνεις τέσσερις φορές την εβδομάδα για δείπνο αξίας 6.000 ευρώ. Δεν τα καταλάβαινα όλα αυτά. Δεν πήγαινα στα εστιατόρια της Μόσχας, επειδή δεν ανταποκρίνονταν στο δικό μου σύστημα αξιών».

Αυτός που δεν ανταποκρίθηκε το ίδιο καλά στο νέο οικονομικό στάτους της οικογένειας, ήταν ο έφηβος γιος του, Μαρσέλ (πλέον ποδοσφαιριστής στη Λούστεναου). «Ποτέ δεν ήμουν αυστηρός ή αυταρχικός, εκτός από μία φορά, όταν έπρεπε να του μεταδώσω κάποιες αξίες.

Αυτό συνέβη όταν εργαζόμουν στη Μόσχα και έβγαζα αρκετά χρήματα για να του αγοράσω ένα σακάκι Armani. Είχα προσέξει ότι περπατούσε με αυτό καμαρωτός, με φουσκωμένο στήθος σε στυλ ‘ο πατέρας μου βγάζει πολλά λεφτά στη Ρωσία, κοιτάχτε, είμαστε πλούσιοι’. Πήρα το σακάκι, το έσκισα μπροστά στα μάτια του και του είπα ‘ποτέ μην κάνεις κάτι τέτοιο ξανά'».

Ο Ραχίμοβ απολύθηκε στα μέσα της επόμενης σεζόν, με τον Κάναντι να επιστρέφει στα τοπικά της Αυστρίας. Το 2011 δέχθηκε μία κλήση στο τηλέφωνό του, ήταν από τη Λούστεναου, ομάδα της Erste Liga, της δεύτερης τη τάξει κατηγορίας του αυστριακού πρωταθλήματος.

Δέχθηκε και το 2013 ήρθε η πρόταση της Άλταχ, στην ίδια κατηγορία. Την ανέβασε στην πρώτη σεζόν του στον σύλλογο, με συνέπεια να γίνει προπονητής Bundesliga στα 43 του, τρία χρόνια εκτός στόχου. Στη συνέχεια, μόλις στη δεύτερη θητεία της ομάδας στην Bundesliga, κατάφερε να τερματίσει στην 3η θέση και να βγει στην Ευρώπη.

Τη νέα σεζόν, συνέχισε στο ίδιο μοτίβο και μάλιστα βρέθηκε μέχρι την 1η θέση του βαθμολογικού πίνακα, όταν τον κάλεσε η Ράπιντ, η οποία βρισκόταν σε δυσχερή κατάσταση. Απάντησε θετικά, ωστόσο δεν ήταν ακόμα έτοιμος για ένα τέτοιο βήμα, με συνέπεια να σημειώσει μόλις τρεις νίκες σε 17 αγώνες και να απολυθεί.

Πλέον, όμως, ήταν ένας προπονητής της ελίτ και δεν θα χρειαζόταν να επιστρέψει στα τοπικά και στα ερασιτεχνικά. Πήγε στο εξωτερικό, αποδέχθηκε την πρόταση του Ατρομήτου, και τα υπόλοιπα είναι ιστορία…

 

Διαβάστε ακόμη:

Ζοζέ Ανιγκό: Προπονητής του Ντρογκμπά, εχθρός του Ντεσάμπ, πατέρας δολοφονημένου ληστή

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...