Σέντρα στο… ήθος. Ο Νίκος Τσιαντάκης στο Sport-Retro.gr

Ο Ολυμπιακός της δεκαετίας 1987-1997 ταλαιπωρήθηκε αφάνταστα. Διοικητικές κακουχίες, χρέη, αγωνιστικές ταπεινώσεις… Μία εικόνα εγκατάλειψης σε πολλές περιπτώσεις και σίγουρα έλλειψης τίτλων.

Τα περιβόητα «πέτρινα χρόνια». Το διάστημα δηλαδή που ο πάλαι ποτέ κραταιός σύλλογος του Πειραιά κατέκτησε μόλις δύο Κύπελλα, προτού έρθει η εξιλέωση το 1997.

Κοσκωτάς, Σαλιαρέλης, Κόκκαλης, Μπλαχίν, Διαμαντόπουλος, Αλέφαντος, Ντέταρι, Φούνες, Καζιμιέρσκι, Προτάσοφ, Λιτόφτσενκο, Τσαλουχίδης, Καραταΐδης, Καραπιάλης, Βαΐτσης, Γεκινί, Μονακό, Σεβίλλη, Φερεντσβάρος, «επιστήμονες»… Σκόρπια ονόματα, ομάδες, λέξεις…

Κι όμως, εκείνη η εποχή έκρυβε μία ηρωική χροιά για τους φιλάθλους του Ολυμπιακού. Το Στάδιο Καραϊσκάκη προσέλκυε αρκετό κόσμο, το ίδιο και το ΟΑΚΑ όταν το χρησιμοποιούσε ως έδρα η ομάδα.

Με αποκορύφωμα, φυσικά, την 27η Δεκεμβρίου 1987 κι εκείνο το μυθικό ματς κόντρα στην Παναχαϊκή, ενώπιον 70.000 θεατών. Ο προτελευταίος Ολυμπιακός επικρατούσε 2-0 της ουραγού και πανηγύριζε την πρώτη του νίκη στο πρωτάθλημα μετά το πέρας 11 αγωνιστικών!

Τώρα έχετε μπει στο πνεύμα της εποχής. Το 1987 άρχισαν τα «πέτρινα χρόνια», το 1987 ήρθε στον Πειραιά και ένας παίκτης που δεν αναφέρθηκε επίτηδες προηγουμένως. Ο λόγος για τον Νίκο Τσιαντάκη, έναν ποδοσφαιριστή που έχει κερδίσει ένα παράσημο ισοδύναμο με… 1.000 τίτλους: Τον θαυμασμό των αντιπάλων, όχι μόνο για την αγωνιστική του αξία. Αλίμονο. Αγωνιστική αξία έχουν πολλοί. Εκτός από τον θαυμασμό, ο Νίκος Τσιαντάκης έχει κερδίσει τον σεβασμό ΟΛΩΝ.

Με μεγάλη χαρά, το Sport-Retro.gr τον «φιλοξενεί» σε μία συνέντευξη που περιλαμβάνει ολόκληρη τη διαδρομή του. Από τη γέννηση στα Τρίκαλα μέχρι το «σήμερα» που, μεταξύ άλλων, τον βρίσκει θιασώτη της εταιρείας φιλάθλων «Επίσκυρον».

 

***

 

Όνειρα στη γέφυρα της Κολοκυνθούς

-Νίκο, θα μας περιγράψεις τα πρώτα βήματα της ζωής σου;

«Γεννήθηκα στα Τρίκαλα στις 20 Οκτωβρίου 1963. Φύγαμε από εκεί όταν ήμουν 5 χρονών για επαγγελματικούς λόγους του πατέρα μου. Έχω έναν αδερφό μικρότερο, ο οποίος έπαιξε κι εκείνος ποδόσφαιρο στον Ατρόμητο, ήταν καλός, αλλά κάποια στιγμή σταμάτησε.

Όταν ήρθαμε στην Αθήνα μέναμε στη γέφυρα της Κολοκυνθούς που ενώνει τον Δήμο Περιστερίου με τον Δήμο Αθηναίων. Για 2-3 χρόνια προς τη μεριά του Περιστερίου και στη συνέχεια στην απέναντι πλευρά. Κολωνός, Ακαδημία Πλάτωνος, Σεπόλια… Σε αυτές τις συνοικίες μεγάλωσα. Το πατρικό μου είναι ακόμα στον Κολωνό.

Από μικρός είχα τρέλα με την μπάλα. Από το πρωί ως το βράδυ. Κοιμόμουν αγκαλιά μαζί της. Έπαιζα στις αλάνες, στο σχολείο, στους δρόμους… Όταν περνούσε κάποιο αυτοκίνητο σταματάγαμε και συνεχίζαμε αμέσως μετά.

Στα διαλείμματα παίζαμε μέχρι και με καπάκια από αναψυκτικά. Τσιγκάκια τα λέγαμε. Άλλες φορές με μπαλίτσες από κάτι πορτοκαλάδες που είχαν ένα εξόγκωμα. Τις κλώτσαγες εκεί κι αυτές πήγαιναν… όπου ήθελαν. Η καλύτερη μπαλίτσα ήταν μία που έβγαινε του Ευαγγελισμού και ήταν ολοστρόγγυλη γιατί το καπάκι έκλεινε προς τα μέσα».

1981-82: Τρίτος πάνω αριστερά στους ορθίους

 

Στον Ολυμπιακό από το… 1981

-Πότε πήγες στον Ατρόμητο;

«Σε ηλικία 12 ετών, στην 6η Δημοτικού πήγαινα, ο πατέρας μου πήρε άδεια από τη δουλειά του και με πήγε στον Ατρόμητο. ‘Είναι πολύ καλός, είναι κρίμα να χαθεί’, του έλεγαν. Λόγω Γυμνασίου-Λυκείου σταμάτησα για δύο χρόνια από τον Ατρόμητο, όμως έπαιζα σε μία ανεξάρτητη ομάδα που ονομαζόταν Αίας Κολωνού.

Κοντά μου έμενε ο Τάκης Λεμονής, ο οποίος είναι τρία χρόνια μεγαλύτερος και είχε παίξει νωρίτερα από μένα στον Ολυμπιακό. Όταν ήταν 17 κι εγώ 14, είχαμε τεθεί αντιμέτωποι σε φιλικό. Στον Αίαντα εγώ, στον Αττικό εκείνος».

-Πότε ξαναπήγες στον Ατρόμητο;

«Στα 16 μου. Ξέρεις, τότε ήταν πιο δύσκολο να σε πάρουν σε μία ομάδα. Δεν είχαν τον χώρο για να προπονούν δεκάδες παιδιά. Περνούσες από δοκιμή και αν τους έκανες, σε κρατούσαν. Αρχικά, ανήκα στην Ερασιτεχνική και το 1981 προωθήθηκα στην πρώτη ομάδα.

Ο προπονητής της Ερασιτεχνικής που, παράλληλα, ήταν βοηθός στην πρώτη ομάδα και με πίστεψε, ονομαζόταν Κυριάκος Καλκιτανίδης. Είχε παίξει και στον Ολυμπιακό.

Με την Ερασιτεχνική ήμασταν 1οι στη βαθμολογία για μεγάλο χρονικό διάστημα. Είχαμε κάνει συνεχόμενες νίκες – και απέναντι σε «μεγάλους» του ελληνικού ποδοσφαίρου. Ώσπου τον Φεβρουάριο του 1981, έγινα επαγγελματίας μαζί με τον Σταμάτη Λύκο.

Έξι συμμετοχές στην Α’ Εθνική έκανα εκείνη τη σεζόν, οι πέντε ως αλλαγή και η τελευταία ως βασικός στο Στάδιο Καραϊσκάκη κόντρα στον Ολυμπιακό. Τελευταία αγωνιστική, βραδινό ματς, ο Ολυμπιακός ήδη πρωταθλητής. Μας νίκησε 3-1.

Την άλλη μέρα ο Καζίμιερζ Γκόρσκι εισηγήθηκε στον Σταύρο Νταϊφά να με πάρει στον Ολυμπιακό. Οι δύο ομάδες τα βρήκαν, πήγα μάλιστα και στα γραφεία στο Πασαλιμάνι. Τελικά, η μεταγραφή δεν ολοκληρώθηκε. Ο Γκόρσκι έφυγε από τον Ολυμπιακό, εγώ παρέμεινα στον Ατρόμητο για άλλα τέσσερα χρόνια».

 

«Πλατεία» και ΠΣΑΠ

-Πώς βγήκε το παρατσούκλι «κουτάλας»;

«Πιθανότατα συνδέεται με τη σέντρα. Επειδή έβρισκα τον τρόπο να τη βγάζω από οποιοδήποτε σημείο του γηπέδου. Νομίζω ότι βγήκε όταν ήμουν στον Πανιώνιο. Υπήρχε και το «Τσιάντακας», βέβαια, από το επίθετό μου».

-Σε off the record συζητήσεις που έχουμε κάνει, μου έχεις μιλήσει για τον ΠΣΑΠ και τις δράσεις του. Πώς είχατε βιώσει τη γενικότερη κατάσταση οι ποδοσφαιριστές της γενιάς σου;

«Ήμουν πιο μικρός όταν άρχιζε η δράση του, αλλά είχα πάει σε 2-3 συνελεύσεις που είχαν γίνει. Σκέψου ότι ακόμη έπαιζα στον Ατρόμητο. Οι ποδοσφαιριστές ήμασταν ως επί το πλείστον λαϊκά παιδιά που δεν είχαμε εγγυήσεις. Χάρη στον ΠΣΑΠ και τη δράση ορισμένων στελεχών του, η 12ετία των συμβολαίων με τις ομάδες έγινε 8ετία, έπειτα 5ετία και πάει λέγοντας. Δύσκολα χρόνια πριν από τον επαγγελματισμό. Ήταν στην κρίση των διοικήσεων αν και πόσο θα σε βοηθήσουν.

Και τώρα, όμως, τα παιδιά του ΠΣΑΠ κάνουν προσπάθειες. Έμαθα για τον τηλεμαραθώνιο με τα μηχανήματα που έδωσαν στα νοσοκομεία, έκαναν αιμοδοσία, διάφορες δωρεές λόγω κορονοϊού. Μακάρι να ευαισθητοποιηθούν και κάποιοι ισχυροί για να ομορφύνει επιτέλους το ελληνικό ποδόσφαιρο. Όλο δικαστήρια, ανακοινώσεις, άρθρα, κανονισμοί, παράγραφοι, άδεια γήπεδα… Με την μπάλα και τους φιλάθλους θα ασχοληθεί κανείς τελικά;»

-Πάμε πάλι πίσω στα αγωνιστικά. Τι θέση έπαιζες;

«Δεξί εξτρέμ. Τότε η διάταξη θύμιζε περισσότερο 4-3-3. Άρχισα δεξιά, στην πορεία όμως πέρασα αριστερά. Επειδή χρησιμοποιούσα και τα δύο πόδια, πολλοί νομίζουν ότι ήμουν αριστεροπόδαρος. Μετά στο 3-5-2, επί Μπλαχίν ας πούμε στον Ολυμπιακό, έπαιζα όλη την αριστερή πλευρά. Μπακ-χαφ-εξτρέμ. Έκανα πολύ καλή προπόνηση, γενικώς πρόσεχα πολύ τα πάντα, ήμουν ήπιων τόνων και κάποια στιγμή εμφανίστηκε ο Πανιώνιος».

-Πώς έγινε η μεταγραφή;

«Ο γενικός αρχηγός Άρης Αριστοτέλους με ενημέρωσε. Οι Γιώργος Σκρέκης και Βίκτωρ Θεοφιλόπουλος ήταν τότε στα διοικητικά του Πανιωνίου. Συναντηθήκαμε στο εστιατόριο «Ωκεανίς» της Βουλιαγμένης. Μου είπαν ότι με παρακολουθούν έναν χρόνο. Β’ Εθνική εμείς. Και ξέρεις τότε δεν υπήρχαν κασέτες, όποιος ενδιαφερόταν σε παρακολουθούσε από κοντά. Δέχθηκα να πάω. Σε λίγους μήνες θα γινόμουν 22».

 

Ο δάσκαλος Ουρμπέν Μπραμς

-Τι θυμάσαι από τα 2,5 χρόνια στον Πανιώνιο;

«Ο Πανιώνιος διέθετε τότε μία πολύ σπουδαία ομάδα με προπονητή τον Ουρμπέν Μπραμς. Έπαιζαν παίκτες όπως ο συγχωρεμένος ο Μαυρίκης, ο Λίμα, ο Όουεν, ο Μπέριος, ο Αποσπόρης, ο Γραβάνης, ο Μανίκας, ο Καναράς, ο Χαλκίδης, ο Καραμίχαλος, ο Κουτρόπουλος και άλλοι.

Την πρώτη σεζόν τερματίσαμε στην 5η θέση, τη δεύτερη αποκλείσαμε στο Κύπελλο κατά σειρά την ΑΕΚ (σ.σ. από σέντρα του Τσιαντάκη προήλθε το «χρυσό» γκολ του Γκάρι Όουεν), τον ΠΑΟΚ, τον Ολυμπιακό και παραλίγο να περάσουμε τον Παναθηναϊκό.

Είχαμε προηγηθεί με φάουλ του Όουεν στη ρεβάνς, ψάχναμε το δεύτερο γκολ και στο 89’ ο Σαργκάνης έβγαλε ανάποδο γυριστό του Χαλκίδη στο «Γ». Την άλλη μέρα οι εφημερίδες έγραφαν «η απόκρουση της χρονιάς». Στο πρωτάθλημα τερματίσαμε στην 4η θέση, λόγω της τιμωρίας του ΠΑΟΚ και του Ηρακλή.

Αγωνιστήκαμε μέχρι και στην Ευρώπη το 1987. Παίξαμε στο Κύπελλο UEFA με την Τουλούζ. Αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι είχαμε προπονητή-δάσκαλο. Ο Ουρμπέν Μπραμς μας έβαζε να κάνουμε stretching. Πολλοί το εφαρμόζαμε τότε για πρώτη φορά. Δεν έκανε προπόνηση χωρίς stretching. Για 10-15 λεπτά πριν από την έναρξη της προπόνησης».

-Γενικότερα Νίκο, δεν είχες σοβαρούς τραυματισμούς.

«Ναι είναι αλήθεια αυτό. Μόνο 1-2 θλάσεις, διάφορα διαστρέμματα, αλλά ποτέ κάτι σοβαρό. Έπρεπε να φτάσω 33, όταν έπαιζα στον ΟΦΗ, για να πάθω κάταγμα στην κλείδα. Νομίζω ότι αυτό ήταν αποτέλεσμα κράσης, δυνατής προπόνησης, καλής ζωής και, βέβαια, τύχης».

 

Στον πρωταθλητή Ολυμπιακό

Αν ο Νίκος Τσιαντάκης έπαιρνε μεταγραφή το 1981 στον Ολυμπιακό, θα είχε κατακτήσει πρωταθλήματα, όμως η κάθοδος στον Πειραιά έγινε τον Δεκέμβριο του 1987, όταν πια η ομάδα είχε περάσει στα χέρια του Γιώργου Κοσκωτά.

Ο ισχυρός, κατά τα φαινόμενα, τραπεζίτης και εκδότης έφερνε τον έναν παίκτη μετά τον άλλον στο «λιμάνι», προκαλώντας πρωτόγνωρη αίσθηση στο ελληνικό ποδόσφαιρο με τις κινήσεις του.

«Μετά από ένα ματς με τον Πανσερραϊκό, με ενημέρωσαν ότι με θέλει ο Ολυμπιακός. Την άλλη μέρα πήγαμε στα γραφεία της Τράπεζας Κρήτης στη Βουκουρεστίου. Στο ένα γραφείο ήταν ο Σταύρος Κοσκωτάς, στο άλλο ο Γιώργος», λέει ο Νίκος Τσιαντάκης.

-Τι αίσθηση σου άφηνε ο Γιώργος Κοσκωτάς;

«Ενέπνεε σεβασμό. Ήταν απολύτως εντάξει απέναντι στους παίκτες. Είχε τρομερή πειθώ όταν μίλαγε. Εμείς δεν ξέραμε τι γινόταν στη διοίκηση. Δέκα μήνες κράτησε η ιστορία. Εκεί που όλα έδειχναν ότι πάνε να λειτουργήσουν, ξαφνικά «έσκασε» αυτή η υπόθεση και η ομάδα έμεινε αδύναμη».

-Πώς ζήσατε τη μετά-Κοσκωτά εποχή;

«Παλεύαμε εμείς οι παίκτες με τον κόσμο για να κρατήσουμε τον Ολυμπιακό σε υψηλό επίπεδο. Δίναμε τα πάντα και φτάσαμε την ομάδα στο σημείο να αξίζει ακόμα και τίτλους. Θεωρώ ότι θα μπορούσαμε και θα έπρεπε να έχουμε πάρει περισσότερους από τα δύο Κύπελλα. Εξάλλου η ομάδα είχε πάντα παιχταράδες, παρά τις αντιξοότητες. Ο κόσμος ήταν δίπλα μας και το γήπεδο ήταν γεμάτο τις περισσότερες φορές. Αυτό δεν συμβαίνει εύκολα στις μέρες μας».

-Πες μας, όμως, πρώτα για το ξεκίνημα στον Ολυμπιακό.

«Το πρώτο μου ματς ήταν το 2-2 με τον Πανσερραϊκό στις Σέρρες. Είχε ανέβει ένα τρένο γεμάτο φιλάθλους. Και μετά το περίφημο 2-0 με την Παναχαϊκή στο κατάμεστο ΟΑΚΑ».

 

Ο τελικός του 1988 και η Μονακό

-Είδες αρκετές φορές γεμάτο το ΟΑΚΑ εκείνη την εποχή.

«Ναι και δεν υπήρχαν «νεκρές» ζώνες σε πολλά κρίσιμα ματς. Όχι όπως τώρα που δεν υπάρχουν φιλοξενούμενοι οπαδοί και διεξάγονται τελικοί Κυπέλλου σε άδεια γήπεδα. Μου έχει μείνει χαραγμένος ο τελικός Κυπέλλου του 1988 με τον Παναθηναϊκό. Ποτέ ξανά δεν υπήρξε τέτοιος φανατισμός πριν από ντέρμπι και, βέβαια, τέτοια διακύμανση.

Μιλάμε αυτό το πράγμα… Λίγο πριν τελειώσει η παράταση ήταν να το πάρουμε εμείς, μετά ισοφάρισε ο Παναθηναϊκός, ύστερα ο παίκτης που έβαλε δύο πέναλτι στον αγώνα, ο συγχωρεμένος ο Φούνες, έχασε το πιο κρίσιμο στη διαδικασία των πέναλτι. Σε ένα γήπεδο μισό ερυθρόλευκο-μισό πράσινο.

Το ίδιο και στα άλλα γήπεδα. Έρχονταν οι Παναθηναϊκοί σε μας και έπαιρναν το ένα «πέταλο». Πήγαιναν οι Ολυμπιακοί στη Νέα Φιλαδέλφεια. Έβαζες γκολ, ρε παιδί μου, και είχες φιλάθλους να τρέξεις και να πανηγυρίσεις. Το ίδιο και οι αντίπαλοι. Σου κόβονταν τα πόδια όταν άκουγες το «γκολ» των αντιπάλων από τις εξέδρες. Αυτό είναι το ποδόσφαιρο!

Και δεν ήταν μόνο το Καραϊσκάκη, το ΟΑΚΑ, η Νέα Φιλαδέλφεια… Υπήρχαν «καυτές» έδρες στη Θεσσαλονίκη, υπήρχε μια πολύ δυνατή επαρχία με ΟΦΗ, ΑΕΛ κ.τ.λ.».

-Ανέφερες πριν το όνομα του συγχωρεμένου του Φούνες.

«Πολύ δυνατός, δεν έχανε μονομαχίες, αλλά παράλληλα, διέθετε σπουδαία τεχνική κατάρτιση. Δεν έκατσε μεγάλο διάστημα στην ομάδα. Θυμάμαι στην προετοιμασία με τον Γιάτσεκ Γκμοχ ένα χιουμοριστικό περιστατικό. Μας είχε… τεντώσει ο Πολωνός στα 3-5 Πηγάδια και μια μέρα για να τον εμποδίσει να έρθει στην προπόνηση, ο Φούνες του έβαλε ζάχαρη στο ρεζερβουάρ! Ξέρεις, καβαλούσε το μηχανάκι και μας συνόδευε. Άρχισε τα ‘κούρβα’ ο Γκμοχ, μας έλεγε ‘νομίζετε θα τη γλιτώσετε και τέτοια’. Και πήγε, βρήκε εφεδρικό μηχανάκι και ήρθε».

-Γκμοχ και προετοιμασία; Δύσκολος συνδυασμός, σωστά;

«Άστο, υπήρχαν κάποιοι που έφταναν στα όριά τους. Ρώτα και τους παίκτες του Παναθηναϊκού… Τους πήρε, όμως, και τους πήγε μέχρι τα ημιτελικά του Κυπέλλου Πρωταθλητριών λόγω τρομερής φυσικής κατάστασης. Όποιος έκανε προετοιμασία με Γκμοχ, μπορούσε να παίξει και… τρίτο ημίχρονο άνετα».

-Για την επική πρόκριση επί της Μονακό τι θα μας πεις;

«Τρομερή ομάδα η Μονακό. Είχε παίξει τελικό Κυπέλλου Κυπελλούχων την προηγούμενη χρονιά και είχε τερματίσει στη 2η θέση στο πρωτάθλημα. Τέρμα ο Ετορί, μέσα παίκτες όπως ο Κλίνσμαν, ο Πετί, ο Τουράμ, ο Τζορκαέφ, ο Ρούι Μπάρος… Ήθελε αγωνιστικότητα, θέληση, πάθος, τρεξίματα… Με τη στήριξη και του κόσμου τα καταφέραμε.

Στη ρεβάνς υπήρξε η περίφημη φάση στο τέλος με το δοκάρι της Μονακό που δεν ήταν ξεκάθαρο αν η μπάλα πέρασε ολόκληρη ή όχι, όμως χρειάζεσαι και τύχη. Πάντως, δεν έκανε ευκαιρίες μόνο η Μονακό. Κάναμε κι εμείς».

 

Σέντρα ο Τσιαντάκης, γκολ ο Τσαλουχίδης…

Ο Νίκος Τσιαντάκης διέθετε ταχύτητα, ντρίμπλα, αντοχή, ενώ το σήμα κατατεθέν του ήταν η σέντρα ακριβείας προς την αντίπαλη περιοχή. Πάντα έβρισκε τον τρόπο να περνά την μπάλα από τον «ασβέστη» μέσα στο «κουτί».

-Πριν από τον τελικό Κυπέλλου του 1993 με τον Παναθηναϊκό είχατε κουρευτεί. Είχες γούρια;

«Όχι, έκανα πάντα τον σταυρό μου πριν ξεκινήσει το παιχνίδι. Δεν ήμουν υπέρ του κουρέματος σε εκείνο το ματς που λες».

-Παροιμιώδης η συνεργασία σου με τον Γιώτη Τσαλουχίδη…

«Ο Γιώτης είχε αρχίσει ως επιθετικός την καριέρα του στη Βέροια. Επομένως είχε την αίσθηση του γκολ. Ήταν ένας δεινός κεφαλοσφαιριστής, από τους καλύτερους που έβγαλε ποτέ η Ελλάδα. Διέθετε και γερό σκαρί και δυνατό άλμα και πυγμή στον αέρα. Συν ότι ήξερε να στέλνει την μπάλα στα δίχτυα.

Ήταν κυρίως αμυντικός χαφ, αλλά όταν άρχιζα να κάνω τις κινήσεις μου, εκείνος αντίστοιχα ανέβαινε προς την περιοχή και περίμενε. Κάποια στιγμή η συνεργασία έγινε πιο αυτοματοποιημένη».

-Υπήρξε κάποια σχετική εντολή από προπονητή;

«Όχι, μόνοι μας το ανακαλύψαμε, αν μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτή τη λέξη. Ήμασταν και τόσα χρόνια συμπαίκτες τόσο στον Ολυμπιακό όσο στην Εθνική ομάδα. Επτά ολόκληρα χρόνια. Το 1994 έφυγα εγώ και πήγα στον Άρη, το 1995 έφυγε εκείνος και πήγε στον ΠΑΟΚ».

 

Κοντά στο καλό ποδόσφαιρο

Τον χειμώνα του 1994 ο Νίκος Τσιαντάκης άφησε τον Ολυμπιακό μετά από επτά ολόκληρα χρόνια και μεταπήδησε στον Άρη, ενώ ακολούθησε ο Ιωνικός, ο ΟΦΗ και ο Εθνικός Αστέρας.

«Ήθελα πάντα να προσφέρω, όπου κι αν αγωνιζόμουν. Παράλληλα, αναζητούσα ομάδες που είχα την προοπτική να απολαύσω καλό ποδόσφαιρο. Με καλούς παίκτες κ.τ.λ. Το σημαντικότερο, βέβαια, είναι η εκτίμηση των φιλάθλων που εισπράττω ακόμη και σήμερα.

Αγωνιστικά, με τον Άρη δεν βγήκαμε στην Ευρώπη για έναν πόντο, με τον Ιωνικό τα πήγαμε πολύ καλά, με τον ΟΦΗ παίξαμε Ευρώπη, ενώ ο Εθνικός Αστέρας σώθηκε άνετα. Στον ΟΦΗ ήταν ο τραυματισμός στην κλείδα που σου έλεγα και είχε ως αποτέλεσμα να χάσω το ματς με την Οσέρ. Αποκλείσαμε τότε τη Ρέικιαβικ και τη Φερεντσβάρος».

Κεφάλαιο Εθνική

Στις 2 Νοεμβρίου 1988, η Εθνική ομάδα αντιμετώπισε τη Ρουμανία για τη 2η αγωνιστική της προκριματικής φάσης του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1990 (ήττα με 3-0).

Στο Στάδιο της Στεάουα έμελλε να πραγματοποιήσει το ντεμπούτο του με την Ανδρών ο 25χρονος Νίκος Τσιαντάκης, ο οποίος είχε φορέσει και τη φανέλα της Νέων το 1982 κόντρα στην Ουγγαρία.

Στην επόμενη συμμετοχή του, στις 18 Ιανουαρίου 1989, στο εκτός έδρας φιλικό με την Αλβανία, ο άσος του Ολυμπιακού έγραψε το τελικό 1-1 και, παράλληλα, σημείωσε το ένα από τα δύο «γαλανόλευκα» γκολ του.

Το δεύτερο γκολ μπήκε στις 31 Οκτωβρίου 1990 κόντρα στη Μάλτα για την προκριματική φάση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος 1992.

Συνολικά, κατέγραψε 47 συμμετοχές, η τελευταία εκ των οποίων κόντρα στη Νιγηρία για την 3η αγωνιστική της φάσης των ομίλων του Παγκοσμίου Κυπέλλου των ΗΠΑ.

Σε αυτό το ματς πέρασε ως αλλαγή αντί του Τάσου Μητρόπουλου, ενώ αντίθετα στην πρεμιέρα απέναντι στην Αργεντινή είχε αγωνιστεί βασικός, προτού δώσει τη θέση του στον Σπύρο Μαραγκό.

Ο Νίκος Τσιαντάκης μιλά για το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα και αρχειοθετεί με καθαρό μυαλό όσα έγιναν πριν από το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994.

«Για κάθε παίκτη είναι υπέρτατη τιμή και όνειρο να φορέσει τη φανέλα της Εθνικής ομάδας. Θεωρώ ότι όλα τα παιδιά δίναμε πάντα τον καλύτερο εαυτό μας. Πέρα από τις νίκες, επιδιώκαμε να περάσουμε σε μία διοργάνωση, κάτι που είχε συμβεί μόνο μία φορά: το 1980 στο Κύπελλο Εθνών.

Εκείνη την εποχή ήταν πάρα πολύ δύσκολο. Έπρεπε να ξεπεράσουμε την αρνητική παράδοση, την ηττοπάθεια, ίσως κάποιο κόμπλεξ μετά από τόσες ανεπιτυχείς προσπάθειες.

Είχαμε δημιουργήσει μια δυνατή ομάδα με μεγάλη ποδοσφαιρική αξία, αλλά παράλληλα με τρομερό δέσιμο. Δεν πρέπει να κοιτάμε μόνο την τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Αν υπολογίσουμε και τα προκριματικά, μιλάμε για μια διετία. Σε όλο αυτό το διάστημα εμείς οι παίκτες παραμείναμε δεμένοι και προσηλωμένοι στον στόχο.

Δυστυχώς, άλλοι μπήκαν στη μέση και ήθελαν να εκμεταλλευθούν αυτήν την τεράστια επιτυχία. Όλοι οι άλλοι εκτός από τους παίκτες. Ούτε προπόνηση κάναμε όπως έπρεπε ούτε συγκέντρωση είχαμε. Πήγαμε έναν μήνα νωρίτερα στις ΗΠΑ. Θα ήταν πολύ καλύτερα αν πηγαίναμε 10 μέρες πριν.

Εμείς οι παίκτες δεν θέλαμε να πάμε. Δεν είναι ότι δεν αγαπάμε τους ομογενείς, όμως εκεί θα πηγαίναμε για έναν σκοπό. Για να παίξεις σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο, θα πρέπει να είσαι συγκεντρωμένος και προετοιμασμένος αγωνιστικός. Ας κανονιζόταν κάπως αλλιώς να μας δει η ομογένεια, όχι έτσι όπως έγινε…

Δεν ξέρω κατά πόσο μπορούσε να τους αρνηθεί ο αείμνηστος ο Αλκέτας Παναγούλιας. Είχαν έρθει σε συμφωνία. Και ξέρεις αυτή η ιστορία είχε αρχίσει από εδώ, ίσως από κάποιον χορηγό, δεν ξέρω. Μόλις νικήσαμε τη Ρωσία αρχίσαμε να πηγαίνουμε από ‘δω κι από ‘κει. Πήγαμε Θεσσαλονίκη, σε εκδήλωση του Μακεδονία TV, στο Κερατσίνι, στην Πολιτεία, στους Αγίους Αναργύρους…

Βέβαια, όπως είπα και πριν, η επιτυχία μας ήταν πολύ μεγάλη, αλλά οι περισσότεροι στάθηκαν στα αποτελέσματα που φέραμε μετά. Αν, όμως, δεν πηγαίναμε στις εκδηλώσεις θα έβγαιναν και θα έλεγαν ότι δημιουργούμε θέμα πριν από το Παγκόσμιο Κύπελλο. Άλλοι μπορεί να έλεγαν ‘ντροπή που δεν πάνε να δουν τους ομογενείς’. Τον Έλληνα δεν τον πιάνεις πουθενά.

Με τον Μάρκο φαν Μπάστεν

Η διάκρισή μας ήταν σπουδαία, όχι μόνο γιατί τερματίσαμε πάνω από Ρωσία, Ουγγαρία κ.τ.λ., αλλά επειδή, όπως είπα και πριν, νικήσαμε τον κακό μας εαυτό και την αρνητική παράδοση. Συν ότι μετά απ’ όσα έγιναν, αποκτήθηκε πείρα ως προς το πώς πρέπει να χειριζόμαστε τις επιτυχίες και τα μεγάλα γεγονότα.

Αν ήμασταν νεότεροι και ξαναπηγαίναμε σε μεγάλη διοργάνωση, προφανώς αυτά τα λάθη δεν θα γίνονταν. Δεν θα τα επιτρέπαμε κιόλας. Το καλό είναι ότι μετά από κάποια χρόνια η Εθνική ομάδα απέκτησε ωριμότητα και σταθερότητα, με αρχή και τέλος φυσικά την κατάκτηση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος».

-Θα μας πεις και για το περίφημο πτυχίο ΤΕΦΑΑ που παρέλαβες τον Δεκέμβριο του 2011; Πώς το αποφάσισες;

«Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα καλοκαιρινό μεσημέρι που το σκεφτόμουν έντονα. Χρωστούσα ένα και μοναδικό μάθημα, διότι τα υπόλοιπα τα είχα περάσει στα πρώτα 4-5 χρόνια των σπουδών. Μετά όμως πήγα Πανιώνιο, ακολούθησε ο Ολυμπιακός κ.τ.λ., οπότε κάπου αφέθηκα. Αλλά πάντα είχα στο μυαλό μου να το πάρω. Όλο έλεγα ότι θα πάω κι όλο το ανέβαλλα. Ώσπου, εκείνο το μεσημέρι μου τη… βίδωσε και το πήρα απόφαση. Ήταν ένα μάθημα θεωρίας που αφορούσε στις ρίψεις. Διάβασα, πήγα σε μία αίθουσα, έδωσα και το πήρα. Δυο-τρία χρόνια μετά πέρασε στην ίδια σχολή και ο γιος μου».

-Ένα παιδί έχεις;

«Ναι τον Στέφανο. Γεννήθηκε τον Νοέμβριο του 1995 και έπαιζε ποδόσφαιρο μέχρι τα 15 του. Πολλοί πιστεύουν πως αν ο πατέρας «κουβαλά» όνομα, θα είναι και πιο εύκολο για το παιδί να δικτυωθεί. Εγώ έχω αντίθετη άποψη. Το θεωρώ ντεσαβαντάζ, διότι πάντα υπάρχει σύγκριση και σχεδόν πάντα αυτό είναι εις βάρος του παιδιού.

Ένας τραυματισμός τον άφησε πίσω και τελικά άφησε το ποδόσφαιρο. Πάντως είναι κοντά στον αθλητισμό. Σπουδάζει, όπως σου είπα, στη Γυμναστική Ακαδημία, οφείλει κάποια μαθήματα και συγχρόνως κάνει personal training σε ένα γυμναστήριο».

-Είμαστε σίγουροι ότι το παιδί σου θα είναι περήφανο για σένα. Το ξέρεις ότι είσαι από τους πιο αγαπητούς Έλληνες ποδοσφαιριστές;

«Σ’ ευχαριστώ πολύ. Πάντα σκοπός μου ήταν το ήθος να υπερισχύει της βίας και της νίκης με οποιονδήποτε τρόπο. Πορευόμουν πάντα σε αθλητικά πλαίσια και αυτό μάλλον το έχουν εκτιμήσει οι φίλαθλοι.

Την ιδέα του «ευ αγωνίζεσθαι». Είναι πολύ όμορφο αυτό που λες. Το μεγαλύτερο παράσημό μου είναι αυτό. Η εκτίμηση όχι μόνο από τους φιλάθλους των ομάδων που έπαιξα, αλλά και από τους αντιπάλους».

-Είσαι ένας από τους κατάλληλους ποδοσφαιριστές για τη μετάδοση των ιδεών του «Επίσκυρον». Υπάρχει αρκετά χρόνια, όμως τώρα τελευταία «αναζωπυρώνεται».

«Ναι, το «Επίσκυρον» προσπαθεί να αναδείξει τα προβλήματα του ελληνικού ποδοσφαίρου και να προτείνει λύσεις. Ποιητές, τραγουδιστές, ζωγράφοι, συγγραφείς, σκηνοθέτες κ.τ.λ. ενώνουν τις δυνάμεις τους με πρώην και νυν ποδοσφαιριστές. Γιατί και το ποδόσφαιρο προάγει τον πολιτισμό, αν το δούμε από την καλή του πλευρά. Είμαι πολύ χαρούμενος που συνυπάρχω με τόσο σπουδαίες μορφές του τόπου.

Και αυτό που πάνω απ’ όλα με ενδιαφέρει, ειδικά σε αυτές τις δύσκολες εποχές που βιώνει ο περισσότερος κόσμος, είναι να υπάρξουν συλλογικότητες και δράσεις. Να υπάρξει ένα κοινό μέτωπο σε όλους τους τομείς προς το καλό, το γνήσιο, το αληθινό… Να μην υπάρχουν ακρότητες, βία και εκμετάλλευση. Θεωρώ ότι αυτή η ιστορία που έχει μπει στο πετσί μας πλέον είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να αντιληφθούμε τις πραγματικές αξίες, να τις κυνηγήσουμε και να τις απολαύσουμε».

 

***

 

Ο Νίκος Τσιαντάκης είχε επιλέξει από πολύ νωρίς με ποια πλευρά θα συνταχθεί. Δεν παρέκκλινε ποτέ από τις αξίες του και γι’ αυτό δεν ζήλεψε, ούτε θα ζηλέψει ποτέ κάποιον που έχει κατακτήσει αμέτρητους υλικούς τίτλους. Τον ευχαριστούμε θερμά για τον χρόνο του, αλλά κυρίως τον ευχαριστούμε που συνεχίζει να υπηρετεί το ήθος.

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...