Η μεταγραφή του Γρηγόρη Γεωργάτου στην Ίντερ

«Οι οπαδοί της Ίντερ έλεγαν ότι είχαν να δουν παίκτη με τέτοιο πάθος και απόδοση από την εποχή του Αντρέας Μπρέμε. Ούτε για τον Ρομπέρτο Κάρλος που τον είχαν για έναν χρόνο στην ομάδα δεν είπαν αυτά που είπαν για μένα. Με αγάπησαν και το έδειχναν συνέχεια. Σε πρόσφατο παιχνίδι της Ίντερ είχαν κρεμάσει ένα πανό που έγραφε ‘φέρτε πίσω τον Γεωργάτο’».

Στις 11 Αυγούστου 1999, ο Γρηγόρης Γεωργάτος έγινε ο πρώτος Έλληνας ποδοσφαιριστής που πήρε μεταγραφή σε κορυφαία ομάδα πρωτοκλασάτου πρωταθλήματος, ανοίγοντας παράλληλα την ιταλική αγορά για τους συμπατριώτες του, κάτι που δεν είχε καταφέρει μια δεκαετία νωρίτερα ο Νίκος Αναστόπουλος με την Αβελίνο.

Δεκαεννιά χρόνια μετά, η μεταγραφή αυτή παραμένει ιστορική, αφού ο «Γκέο» υπήρξε συμπαίκτης, για λίγο ή για περισσότερο, με τους Ρονάλντο, Ρομπέρτο Μπάτζιο, Κριστιάν Βιέρι, Πάουλο Σόουζα, Αντρέα Πίρλο, Κλάρενς Ζέεντορφ, Κριστιάν Πανούτσι, Άντζελο Περούτσι, Ιβάν Σαμοράνο κλπ.

Τα θέματα του Sport-Retro.gr για την Ιταλία

Στον Ολυμπιακό μέσα σε ένα βράδυ

Η πορεία του Γεωργάτου στο ποδόσφαιρο μοιάζει αδιανόητη. Από «δεκάρι» στην Παναχαϊκή τον Ιανουάριο του 1996, αριστερό μπακ στην Ίντερ τον Αύγουστο του 1999. Η αλήθεια είναι ότι τα 4,5 χρόνια που πέρασε στην αχαϊκή ομάδα είχαν αφήσει ελπίδες για κάτι σπουδαίο, ωστόσο λίγοι μπορούσαν να το προσδιορίσουν.

Ήταν η εποχή που ο Ολυμπιακός δεν είχε πανηγυρίσει ακόμα πρωτάθλημα μετά από το 1987 και που η ΑΕΚ με τον Παναθηναϊκό είχαν τον πρώτο λόγο στο… παιδομάζωμα από ομάδες τις επαρχίας. Στην προκειμένη περίπτωση, οι «ερυθρόλευκοι» του Σωκράτη Κόκκαλη και… ίσως του Ντούσαν Μπάγεβιτς κέρδισαν την υπογραφή του 23χρονου ποδοσφαιριστή, ο οποίος είχε βιώσει έναν υποβιβασμό και μία άνοδο με την Παναχαϊκή από το 1991 όταν άρχισε την καριέρα του ως μεσοεπιθετικός και αριστερός εξτρέμ.

Μέσα σε μία νύχτα, το δεξί χέρι του Κόκκαλη στον Ολυμπιακό, Γιώργος Λούβαρης, είχε ταξιδέψει στην Πάτρα, είχε συμφωνήσει με τον πρόεδρο της Παναχαϊκής, Άρη Λουκόπουλο, και είχε επιστρέψει με τον Γεωργάτο στο αυτοκίνητό του.

Γύρισε στην άμυνα για να παίζει… επίθεση

Ύστερα από 4,5 χρόνια με τη φανέλα της Παναχαϊκής (126 συμμετοχές, 14 γκολ) πήρε μεταγραφή για τον Ολυμπιακό τον Δεκέμβριο της αγωνιστικής περιόδου 1995-1996. Μόνο που τα πάντα για εκείνον άρχισαν το καλοκαίρι του 1996, όταν ο νέος Ολυμπιακός πήρε σάρκα και οστά με την επίσημη έλευση του Μπάγεβιτς σε ρόλο προπονητή και τις μεταγραφές του Πρέντραγκ Τζόρτζεβιτς και Στέλιου Γιαννακόπουλου από τον Πανηλειακό.

Ο νέος τεχνικός των Πειραιωτών δεν ήθελε να αφήσει στον πάγκο κάποιον από αυτούς τους φερέλπιδες παίκτες και κατάφερε να τους χωρέσει όλους στην ενδεκάδα. Ο Γιαννακόπουλος δεξιά, ο Τζόρτζεβιτς αριστερά και ο Γεωργάτος… αριστερά. Αλλά πίσω! Η ταχύτητα, η εκρηκτικότητα και το «φαρμακερό» αριστερό πόδι του τον έχριζαν ιδανικό αριστερό μπακ χαφ για μία ομάδα με επιθετικό προσανατολισμό. Ο Ολυμπιακός ήταν τέτοια και από τη στιγμή που είχε και καλούς κεντρικούς αμυντικούς, όπως ο Κυριάκος Καραταΐδης, ο Νίκος Νταμπίζας, ο Ράφικ Σαμπανάτζοβιτς, ο Γιώργος Ανατολάκης, που κάλυπταν τα ανεβάσματα του Γεωργάτου, το γλυκό «έδεσε» γρήγορα.

Για τα επόμενα τρία χρόνια από το καλοκαίρι του 1996, το δίδυμο Γεωργάτου – Τζόρτζεβιτς από αριστερά έσπασε τα «πέτρινα» χρόνια του Ολυμπιακού και πανηγύρισε ισάριθμα πρωταθλήματα. Ο Γεωργάτος μονιμοποιήθηκε στις κλήσεις της Εθνικής Ελλάδας (όπου έδινε μάχη με τον Μιχάλη Κασάπη της ΑΕΚ) και το 1998-1999 πραγματοποίησε μία από τις καλύτερες σεζόν της καριέρας του, με 12 γκολ σε 26 εμφανίσεις στην Α’ Εθνική και πορεία μέχρι τα προημιτελικά του Champions League, όπου αποκλείστηκε από τη Γιουβέντους και το ιστορικό γκολ του Αντόνιο Κόντε στο 85′.

Τραγικές Γιουβέντους και Ίντερ

Την ίδια εποχή, η Γιουβέντους «πλήγωνε» ακόμα μία σπουδαία ομάδα, με κορυφαίους παίκτες, αλλά αυτήν τη φορά στο ιταλικό πρωτάθλημα. Η σεζόν 1998-1999 δεν είναι μία χρονιά που θα ήθελε να θυμάται ο μέσος φίλαθλος της «γηραιάς κυρίας», αφού βρήκε την ομάδα του να δίνει μάχη με την Ουντινέζε για την έξοδο στο Κύπελλο UEFA. Και να χάνει…

Η Γιουβέντους τερμάτισε στην 7η θέση της βαθμολογίας, ισόβαθμη με Ουντινέζε και Ρόμα, ωστόσο στο μπαράζ με τους έτερους «μπιανκονέρι», έφερε δύο ισοπαλίες και το «εισιτήριο» κατέληξε στην Ουντινέζε.

Κάτω από τη Γιουβέντους, βρέθηκε η Ίντερ, που τα πήγε ακόμα χειρότερα, σε μία σεζόν όπου στην άκρη του πάγκου κάθισαν τέσσερις προπονητές! Από τον Τζίτζι Σιμόνι στον Μιρτσέα Λουτσέσκου κι από τον Λουτσιάνο Καστελίνι στον Ρόι Χόντσον, ουδείς κατάφερε να αξιοποιήσει ένα ρόστερ που σε οποιοδήποτε άλλο πρωτάθλημα του κόσμου εκείνη την εποχή, θα έπαιρνε το πρωτάθλημα. Όχι στο κορυφαίο της δεκαετίας του ’90, όμως, στη Serie A.

Μόνο η εμπροσθοφυλακή θα ήταν αρκετή για την απονομή, από τη στιγμή που περιελάμβανε τον κορυφαίο παίκτη του κόσμου, τον Ρονάλντο. Παρ’ όλα αυτά, προερχόμενος από το Παγκόσμιο Κύπελλο 1998 και την πικρή (και «σκοτεινή») γεύση που του άφησε ο τελικός, ο Βραζιλιάνος δεν ήταν «Φαινόμενο» τη σεζόν 1998-1999, ή τουλάχιστον όσο αγωνίστηκε. Τα προβλήματα τραυματισμών, τα πιο ελαφρά σε σχέση με αυτά που θα αντιμετώπιζε στη συνέχεια, του επέτρεψαν να αγωνιστεί μόλις 20 φορές στη Serie A, στις οποίες πρόλαβε να πετύχει 14 τέρματα.

Στο πλευρό του μοιράστηκαν τον χρόνο δύο επίσης σπουδαίοι ποδοσφαιριστές, ο Μπάτζιο με τον Σαμοράνο, οι οποίοι, όμως, δεν βρήκαν δίχτυα με τη συχνότητα που είχαν συνηθίσει, ενώ στο ρόστερ υπήρχε και ο Νουάνκουο Κανού, αλλά με πρόβλημα στην καρδιά.

Στη μεσαία γραμμή, παίκτες όπως ο Σόουζα, ο Τζορκαέφ, ο Άρον Βίντερ, ο Ντιέγκο Σιμεόνε και ο Πίρλο συνέθεταν ένα σοβαρό υπόβαθρο για μεγάλα πράγματα, ενώ στην άμυνα, ο βετεράνος Τζιουζέπε Μπέργκομι πλαισιώθηκε με τον… νεαρό Χαβιέρ Σανέτι, τον… αγνώστου ηλικίας Ταρίμπο Γουέστ, τον Ντάριο Σίμιτς και τον Μικαέλ Σιλβέστρ, μεταξύ άλλων. Όσο για το τέρμα, ο 33χρονος Τζιανλούκα Παλιούκα έπαιζε την τελευταία σεζόν του σε υψηλό επίπεδο, έχοντας πίσω του τον Σεμπαστιάν Φρε.

Αυτή η Ίντερ δεν κατάφερε να κάνει πάνω από 13 νίκες σε 34 αγώνες. Παρότι σκόραρε 59 φορές, όσες και η πρωταθλήτρια Μίλαν, δέχθηκε 54 τέρματα, που αποδείχθηκαν το «αγκάθι» της. Αν και είχε μία ευκαιρία να εξασφαλίσει ευρωπαϊκό «εισιτήριο» μέσω μπαράζ 3ης θέσης του κυπέλλου, δεν το κατάφερε ούτε αυτό, κάνοντας δύο ήττες από την Μπολόνια. Το μόνο που της έμεινε από εκείνη τη σεζόν ήταν η πορεία μέχρι τα προημιτελικά του Champions League, όπου αποκλείστηκε από τη μετέπειτα κάτοχο Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ.

Ο Βιέρι έσπασε το ρεκόρ του Ρονάλντο

Ο ιδιοκτήτης της Ίντερ, Μάσιμο Μοράτι, βρέθηκε για ακόμα ένα καλοκαίρι σε γνώριμη θέση, αναγκασμένος να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη για λογαριασμό της Ίντερ. Αυτήν τη φορά, όμως, έβαλε πιο σωστές βάσεις, αφού προσέλαβε για προπονητή τον Μαρτσέλο Λίπι, ο οποίος είχε απολυθεί τον Φεβρουάριο, μετά από μία πενταετία με πολλές επιτυχίες και λίγες αποτυχίες από τη Γιουβέντους.

Μία από τις απαιτήσεις του Λίπι ήταν η απόκτηση του Βιέρι, ενός παίκτη που αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ της Primera Division την προηγούμενη σεζόν ως παίκτης της Ατλέτικο Μαδρίτης και με τον οποίον είχαν πολύ επιτυχημένη συνεργασία στη Γιουβέντους έναν χρόνο νωρίτερα, κατακτώντας το πρωτάθλημα και φτάνοντας στον τελικό του Champions League.

Ο Βιέρι ομολόγησε ότι είχε φύγει για τα χρήματα, αφού οι «ροχιμπλάνκος» του προσέφεραν σχεδόν διπλάσιο μισθό. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο επέστρεψε στην Ιταλία μετά από μόλις μία σεζόν (εξάλλου, σε όλες τις ομάδες του μέχρι να πάει στην Ίντερ αλλά και αφότου έφυγε, καθόταν μόνο για μία σεζόν). Ο Μοράτι δαπάνησε 49.000.000 ευρώ για την απόκτησή του, τον κατέστησε την πιο ακριβή μεταγραφή του ποδοσφαίρου, καταρρίπτοντας το ρεκόρ που κατείχε ο Ρονάλντο από το 1997, κι έβαλε τις βάσεις για μεγάλες επιτυχίες.

Εκείνο το καλοκαίρι ήταν ονειρικό από μεταγραφικής άποψης για τους «νερατζούρι». Πλην του Βιέρι, αποκτήθηκε ο Άντζελο Περούτσι από τη Γιουβέντους για 19.000.000 ευρώ, ο Κριστιάν Πανούτσι από τη Ρεάλ για 9.000.000 ευρώ, ο Βλάντιμιρ Γιούγκοβιτς ακολούθησε τον Βιέρι από την Ατλέτικο για 2.000.000 ευρώ, ο Σιρίλ Ντομορό κόστισε 7.000.000 ευρώ, ο Λοράν Μπλαν ξανασυναντήθηκε με τον Λουτσιάνο Μότζι μετά από το πέρασμά του από τη Νάπολι το 1991-1992 με τη Μαρσέιγ να εισπράττει 6.000.000 ευρώ, ενώ αποκτήθηκε και ο Λουίτζι ντι Μπιάτζιο από τη Ρόμα.

Στο πλαίσιο του «ξεσκαρταρίσματος« στο ρόστερ, ο Σιμεόνε πήγε στην Ατλέτικο για 15.000.000 ευρώ στο περιθώριο της αγοράς Βιέρι, ο Σιλβέστρ πωλήθηκε στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ για 5.700.000 ευρώ, ο Τζορκαέφ στην Κάιζερσλαουτερν για 1.500.000 ευρώ, ο Ζε Ελίας έφυγε για την Μπολόνια για 750.000 ευρώ, ο Βίντερ επέστρεψε στον Άγιαξ για 650.000 ευρώ, ο Πίρλο δόθηκε δανεικός στη Ρετζίνα ενώ ο Μπέργκομι αποσύρθηκε από τη δράση. Λείπει κάτι, όμως. Λείπει ένας Έλληνας…

Έψαχνε διάδοχο του Μπρέμε για επτά χρόνια

Από την αποχώρηση του Μπρέμε το 1992, η Ίντερ αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα στη θέση του αριστερού μπακ. Ο Μάσιμο Παγκανίν, που έκλεισε την καριέρα του στον… Ακράτητο το 2005-2006, δεν ήταν ποτέ η λύση, ούτε οι Λουίτζι Σαρτόρ, Ζοσλίν Ανγκλομά και Φραντσέσκο Κολονέζε που τον διαδέχθηκαν. Ο Ρομπέρτο Κάρλος θα μπορούσε να αφήσει ιστορία στον σύλλογο, αλλά κάθισε μόλις έναν χρόνο προτού ουσιαστικά «εκτοπιστεί» και η Ρεάλ αδράξει την ευκαιρία να τον αγοράσει.

Το καλοκαίρι του 1999, μέσα σε αυτήν τη γενικευμένη ανανέωση του ρόστερ, η Ίντερ αποφάσισε να δαπανήσει κι ένα σημαντικό ποσό για τη θέση του αριστερού οπισθοφύλακα. Η άμυνα ήταν ανανεωμένη κατά τα 4/5, αφού μόνο ο Σανέτι είχε προϋπηρεσία στην Απιάνο Τζεντίλε, σε σχέση με τους Περούτσι, Πανούτσι, Μπλαν και του νέου αριστερού μπακ.

Οι Ιταλοί βρίσκονταν σε συζητήσεις με τον μεταγραφικό στόχο, ωστόσο πλησίαζε Δεκαπενταύγουστος και ακόμα δεν είχαν ενημερώσει για αξιόλογη πρόοδο σχετικά με την απόκτησή του. Μέχρι τη 10η Αυγούστου…

«Η ζωή μου αναστατώθηκε ξαφνικά εκείνο το βράδυ, ύστερα από το τηλεφώνημα του Πέτρου Κόκκαλη, με το οποίο με ενημέρωνε να ετοιμαστώ, γιατί το Μιλάνο και η Ίντερ με περιμένουν. Κολακεύτηκα και μόνο σκεπτόμενος το γεγονός ότι θα αγωνίζομαι σε μία από τις ιστορικότερες ομάδες του παγκοσμίου ποδοσφαίρου και θα έχω συμπαίκτες προσωπικότητες του αθλήματος όπως οι Ρονάλντο, Σαμοράνο, Βιέρι», ήταν τα λόγια του Γεωργάτου για εκείνο το βράδυ, που παρότι γνώριζε το ενδιαφέρον των Ιταλών, πιθανόν να μην είχε αντιληφθεί πόσο κοντά βρισκόταν σε μία τέτοια μετακίνηση.

Ποσά – ρεκόρ για Ολυμπιακό και Γεωργάτο

Η Ελλάδα είχε πανηγυρίσει ήδη έναν μήνα νωρίτερα τη μεταγραφή του Νίκου Μαχλά από τη Φιτέσε στον Άγιαξ για 8.500.000 ευρώ, ωστόσο στην προκειμένη περίπτωση υπήρχε η Ίντερ, η Serie A, ο Ρονάλντο, ο επόμενος πιο ακριβός παίκτης του κόσμου που ήταν ο Βιέρι, μία εντελώς διαφορετική και ανώτερη κατάσταση στο ποδοσφαιρικό στερέωμα.

Χαρακτηριστικό της βαρύτητας που έδιναν οι Ιταλοί είναι ότι στην Ελλάδα βρέθηκαν τρεις εκπρόσωποι της Ίντερ για να κλείσουν τη συμφωνία με τον Ολυμπιακό, με ένα ποσό ρεκόρ για τα ελληνικά δεδομένα. Το καθαρό κόστος της μεταγραφής ανέρχονταν σε 2.500.000.000 δραχμές, ήτοι περί τα 7.000.000 ευρώ, ενώ ο Ολυμπιακός θα «καρπωνόταν« και τα έσοδα από ένα φιλικό με την Ίντερ στο Ολυμπιακό Στάδιο.

Το ποσό αυτό όχι μόνο συνιστούσε ρεκόρ πώλησης από ελληνική ομάδα, αλλά έκανε και μερική απόσβεση των περίπου 25.000.000 ευρώ που κόστισαν μερικές εβδομάδες νωρίτερα οι Ζλάτκο Ζάχοβιτς και Ζιοβάνι (μόνο 3.000.000 ευρώ κόστισε η αγορά του Λάμπρου Χούτου από τη Ρόμα εκείνο το καλοκαίρι).

Όσο για τον ίδιο τον ποδοσφαιριστή, θα υπέγραφε ηγεμονικό τετραετές συμβόλαιο, με ετήσιες απολαβές 400.000.000 δραχμών, δηλαδή πάνω από 1.000.000 ευρώ τον χρόνο, ποσό που ελάχιστοι Έλληνες μπορούσαν να φανταστούν πριν από δύο δεκαετίες.

Δηλώσεις Γεωργάτου, διθύραμβοι Ολυμπιακού

«Είμαι ευτυχισμένος, είναι ένα όνειρο ζωής για κάθε ποδοσφαιριστή να αγωνιστεί σε ένα μεγάλο πρωτάθλημα όπως της Ιταλίας και μάλιστα σε μια τόσο μεγάλη ομάδα. Είναι η μεγαλύτερη στιγμή της καριέρας μου. Θα είμαι κοντά στον Ολυμπιακό, ο οποίος μπορεί να αποτελεί τώρα παρελθόν για μένα, αλλά θα τον αγαπώ πάντα, αφού απ’ αυτήν την ομάδα αναδείχθηκα. Το μόνο που σκέφτομαι, τώρα, είναι να παίξω καλά στην Ίντερ», δήλωνε εκείνη την περίοδο στην ιστοσελίδα «Sportnews.gr» ο 27χρονος μπακ χαφ.

«Δεν περίμενα να γίνει φέτος η μεταγραφή, αφού είχα ανανεώσει το συμβόλαιό μου με τον Ολυμπιακό και είχα πει στον κ. Κόκκαλη ότι θα παίξω άλλη μια χρονιά καλά, ώστε να φύγω του χρόνου. Τελικά, έγινε νωρίτερα. Ακόμη δεν το έχω συνειδητοποιήσει. Προσπαθώ να βάλω τον εαυτό μου όσο μπορώ σ’ αυτήν την ομάδα. Σίγουρα θα είναι λίγο δύσκολο στην αρχή, αλλά θα προσπαθήσω να τα καταφέρω».

«Πραγματοποιήθηκε χθες, 11 Αυγούστου, η μετεγγραφή του ποδοσφαιριστή Γρηγόρη Γεωργάτου στην Ίντερ του Μιλάνου«, ήταν το ξεκίνημα της επίσημης ανακοίνωσης του Ολυμπιακού. Όπως επισημαίνεται και λίγο πιο κάτω «αποτελεί τη μεγαλύτερη μετεγγραφή που πραγματοποιήθηκε ποτέ από ελληνικό σύλλογο στο εξωτερικό. Η ΠΑΕ Ολυμπιακός θεωρεί ότι η συμφωνία, και οι όροι που την ακολουθούν, με μία από τις κορυφαίες ομάδες της Ιταλίας αποδεικνύει περίτρανα την ξεχωριστή πλέον παρουσία του συλλόγου μας στο «κλαμπ« των ισχυρών ομάδων της Ευρώπης…».

«Θεωρούμε ότι με τη συμφωνία αφενός διαμορφώνονται υψηλά δεδομένα επικοινωνίας και συνεργασιών του συλλόγου στο ευρωπαϊκό στερέωμα, αφετέρου χαράσσονται νέοι δρόμοι για τη διαμόρφωση μιας άλλης πραγματικότητας στην αξιολόγηση των Ελλήνων ποδοσφαιριστών στις διεθνείς αγορές. Η παραχώρηση του Γρηγόρη Γεωργάτου αποφασίστηκε, φυσικά, με τη σύμφωνη γνώμη της τεχνικής ηγεσίας και με γνώμονα πρώτα απ’ όλα τις αγωνιστικές υποχρεώσεις της ομάδας μας.

Η ΠΑΕ Ολυμπιακός ευχαριστεί τον Γρηγόρη Γεωργάτο για τις πολύτιμες υπηρεσίες που πρόσφερε μέχρι σήμερα και του εύχεται καλή επιτυχία».

Κόντρα «Φωτός» – Κόκκαλη για τη μεταγραφή

Παρά την ιστορικότητα της μεταγραφής, υπήρξαν και αντιδράσεις γι’ αυτήν την εξέλιξη, τόσο από πλευράς φιλάθλων που δεν ήθελαν να αποχωριστούν έναν τόσο ξεχωριστό ποδοσφαιριστή, όσο και από πλευράς Τύπου. Το «Φως των Σπορ», η εφημερίδα που παραδοσιακά στηρίζει τον Ολυμπιακό αλλά πολλές φορές έρχεται και σε κόντρα με τη διοίκηση των «ερυθρολεύκων», κατέκρινε την απόφαση να πωληθεί ένα τόσο σημαντικό περιουσιακό στοιχείο της ομάδας.

Η απάντηση ήρθε την Πέμπτη 12 Αυγούστου 1999, από τον ίδιο τον Σωκράτη Κόκκαλη, μέσω δήλωσής του η οποία απευθυνόταν στον εκδότη του «Φωτός», Θόδωρο Νικολαΐδη.

«Στη χώρα μας οι εκ του ασφαλούς τιμητές περίσσευαν ανέκαθεν και για τούτο δεν μου προξένησε ιδιαίτερη εντύπωση η απρεπής επίθεση της εφημερίδας που εκδίδει ο κ. Νικολαϊδης. Η αισθητική και το ήθος μίας εφημερίδας άλλωστε αντανακλά το δικό τους επίπεδο, για να αναλωθώ σε οποιαδήποτε υπόδειξη ή παρατήρηση.

Υποδείξεις, ωστόσο, δεν δέχομαι. Οι φίλαθλοι του Ολυμπιακού γνωρίζουν -και μάλιστα πολύ καλά- όλα αυτά τα χρόνια ποιοι δεν φείδονται προσωπικού κόπου και χρημάτων για το μεγαλείο του συλλόγου τους και ποιοι εκ του ασφαλούς -χωρίς να δαπανήσουν μία δραχμή- επενδύουν ή εμπορεύονται την αγάπη τους για την πιο λαοφιλή ομάδα της χώρας.

‘Κατανοώ’ επίσης βαθύτατα όσους, απομονωμένοι σε έναν παρωχημένο κόσμο, αδυνατούν να αντιληφθούν τις σύγχρονες εξελίξεις και τα δεδομένα της ευρωπαϊκής ποδοσφαιρικής αγοράς. Ο Ολυμπιακός είναι καταδικασμένος, επί των ημερών μου τουλάχιστον, να βλέπει πάντα μακριά και να σχεδιάζει τις κινήσεις του σε αντιστοιχία με αυτές των κορυφαίων ομάδων της Ευρώπης, γεγονός που δεν πρόκειται αλλά ούτε με ενδιαφέρει να κατανοήσει ο κ. Νικολαϊδης. Η σιωπή ενίοτε είναι χρυσός, όταν μάλιστα αντικαθιστά την οπισθοδρομική και εκτός πραγματικότητας φλυαρία».

Τον εκτιμούσαν Ρονάλντο – Βιέρι

Ο Γεωργάτος υποστήριξε πως αυτό που τον ενδιαφέρει είναι «βασικά να είμαι υγιής. Στη συνέχεια, θα κοιτάξω με δουλειά και προσπάθεια να καθιερωθώ στην 11άδα, πράγμα καθόλου εύκολο, και να σταθώ με αξιώσεις στο ιταλικό πρωτάθλημα».

Κι όμως, τα κατάφερε, έστω και με πολλά ερωτήματα. Καθιερώθηκε άμεσα στην ενδεκάδα του Λίπι και βρήκε άμεσα «χημεία» με τα δύο μεγαλύτερα αστέρια της ομάδας. Ο Βιέρι ακόμα μιλάει για τις σέντρες του Έλληνα μπακ από αριστερά, ενώ ο Ρονάλντο ήταν ο παρτενέρ του στα δωμάτια των ξενοδοχείων!

«Λίγο πριν χτυπήσω την πόρτα, την πρώτη φορά, σκεφτόμουν ότι δεν θα με δεχθεί, αφού θα θέλει να έχει τις ανέσεις του. Όταν με είδε σηκώθηκε, με χαιρέτησε και μου έδειξε το διπλανό κρεβάτι. Από τότε μέναμε μαζί στα ξενοδοχεία. Είχε πολλές φωτογραφίες με συμπατριώτισσές του μοντέλα. Επίσης και οι δύο είχαμε αδυναμία στα αυτοκίνητα. Διαβάζαμε περιοδικά, παρακολουθούσαμε τηλεόραση. Ήταν ένας ευαίσθητος άνθρωπος, χωρίς ίχνος βεντετισμού. Για μένα ήταν ο κορυφαίος σέντερ φορ όλων των εποχών. Απίστευτο ταλέντο», θυμάται ο Γεωργάτος σε συνέντευξή του στην «Καθημερινή».

Στην «παρθενική» σεζόν στην Ιταλία αγωνίστηκε σε 28 παιχνίδια πρωταθλήματος (δύο γκολ) και σε έξι κυπέλλου (ένα γκολ). Παρ’ όλα αυτά, από τα μέσα της σεζόν είχαν αρχίσει τα δημοσιεύματα στην Ιταλία που τον ήθελαν να νοσταλγεί την Ελλάδα και να εκφράζει επιθυμία να γυρίσει πίσω στον Ολυμπιακό.

Τον Ιανουάριο, η αγορά του αριστερού μπακ Μικέλε Σερένα για το αριστερό άκρο της άμυνας, μάλιστα, χαροποίησε τον «Γκέο», όπως εκμυστηρεύτηκε ο ίδιος σε συνεντεύξεις του, αφού με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να «απαγκιστρωθεί» πιο εύκολα από την Ίντερ.

«Λύγισε» ψυχολογικά και επέστρεψε

Η ιστορία από εκεί και πέρα είναι γνωστή. Το… κατάφερε το καλοκαίρι του 2000, γυρίζοντας για μία σεζόν στον Ολυμπιακό, όμως το 2001-2002 επέστρεψε στην Ίντερ, όπου με διαφορετικά δεδομένα πλέον, δεν κατάφερε να ξαναπάρει φανέλα βασικού. Γύρισε στην Ελλάδα, αλλά δεν κατάφερε να πάει ξανά στον Ολυμπιακό. Αυτό συνέβη μετά από 1,5 χρόνο στην ταραγμένη ΑΕΚ της εποχής Μάκη Ψωμιάδη και της διάδοχης κατάστασης.

Μάλιστα, για την τρίτη θητεία του στον Ολυμπιακό χρειάστηκε να πληρώσει 400.000 ευρώ από την τσέπη του για να μείνει ελεύθερος. Όμως, όπως συνέβη και στην περίπτωση της Ίντερ, ο Γεωργάτος δεν έβαζε υλικά αγαθά πάνω από τη δική του ψυχική ευδαιμονία.

«Αν ήταν κάποιοι άλλοι ποδοσφαιριστές στη θέση μου, θα μπορούσαν και να είχαν τρελαθεί με όλα αυτά που έζησα έναν χρόνο στο Μιλάνο. Γνώρισα τη δόξα, την καταξίωση, την κολακευτική συμπεριφορά των ανθρώπων της Ιντερ και του κόσμου προς το πρόσωπό μου. Υπάρχουν όμως ορισμένοι άνθρωποι που έχουν διαφορετικό τρόπο σκέψης και επιδιώξεις και εγώ αναζητούσα εντελώς άλλα πράγματα από αυτά που μου έδιναν στην Ιταλία».

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...