Νίκος Μαχλάς: Το «κοπέλι» που έγινε «Ζορμπάς». Συνέντευξη στο Sport-Retro.gr

Το οικοδόμημα του ΟΦΗ κατά τη δεκαπενταετία 1985-2000 οφείλεται σε δύο ανθρώπους: στον διοικητικό ηγέτη Θόδωρο Βαρδινογιάννη και στον προπονητή Έγκε (μετέπειτα Ευγένιο) Γκέραρντ.

Ανάμεσα στα πολλά εξαγώγιμα αγαθά της Κρήτης, ο «Όμιλος» βρίσκεται σε περίοπτη θέση, γεγονός που μαρτυρά η τρέλα των οπαδών του σε «όποια κι αν παίζει Εθνική», το Κύπελλο του 1987, οι αμέτρητες εγχώριες επιτυχίες του, η πρόκριση επί της Ατλέτικο Μαδρίτης…

Πέτρος Βουζουνεράκης, Λευτέρης Πουπάκης, Θαλής Τσιριμώκος, Γρηγόρης Παπαβασιλείου, Μύρων Σηφάκης, Νίκος Νιόπλιας, Πέτρος Μαρινάκης, Νίκος Παπαδόπουλος… Μερικά, ελάχιστα για την ακρίβεια, ονόματα ποδοσφαιριστών που τίμησαν την ένδοξη φανέλα του ΟΦΗ.

Αν υπάρχει ένας παίκτης, όμως, που ανδρώθηκε στο καμάρι της Κρήτης και το όνομά του ξεπέρασε τα στενά ελληνικά όρια, τότε αυτός ήταν σίγουρα ο Νίκος Μαχλάς.

Το «κοπέλι» πραγματοποίησε το επίσημο ντεμπούτο του σαν σήμερα (24 Φεβρουαρίου) το 1991 σε μία εκτός έδρας αναμέτρηση με την Ξάνθη και με αφορμή αυτό το γεγονός, το Sport-Retro.gr επικοινώνησε μαζί του για μία αναδρομή στην καριέρα του.

Τότε, ο ανήλικος ακόμη Μαχλάς είχε περάσει ως αλλαγή στο 80ό λεπτό, ωστόσο δεν κατάφερε να σκοράρει για να χαρίσει τον βαθμό στην ομάδα του (σ.σ. ήττα με 2-1).

Σε αυτό το σημείο παίρνει τον λόγο ο αντικαταστάτης του Πέτρου Μαρινάκη, ο οποίος είχε αποχωρήσει λόγω τραυματισμού σε εκείνο το ματς.

«Πρώτα απ’ όλα θυμάμαι το κρύο που έκανε (γέλια). Δεν πιστεύαμε ότι θα χάναμε σε αυτό το ματς. Πάντως, είχα αρχίσει από τότε να σκέφτομαι τις ευθύνες της φανέλας του ΟΦΗ. Ήξερα ότι μπορώ να παίξω σε αυτήν την ομάδα. Μάλιστα, είχα πάει καλά και σε ένα τουρνουά που είχαμε δώσει το προηγούμενο καλοκαίρι με αντίπαλο την ΑΕΚ».

-Το πρώτο σου επίσημο γκολ μπήκε στη Νέα Σμύρνη στις 2 Ιουνίου του 1991, σε ένα 2-2 με τον Πανιώνιο.

«Ναι, είχα ισοφαρίσει σε 1-1. Όπως καταλαβαίνεις, είναι διαφορετικό να μπαίνεις και να παίζεις για 10 λεπτά από το να αρχίζεις βασικός. Αυτό που θυμάμαι χαρακτηριστικά είναι ότι από το άγχος με πονούσε το στομάχι μου. Μετά το γκολ και γενικά τις πρώτες μου συμμετοχές πήρα μυρωδιά από Α’ Εθνική και αισθανόμουν καλά. Πίστευα ότι μπορώ να ξαναπαίξω και πως θα είμαι καλύτερος στην πορεία».

                                    Με τον Ευγένιο Γκέραρντ

-Ο πατέρας σου, ο Γιώργος, ήταν επίσης επιθετικός στον ΟΦΗ.

«Ήταν πρώτος σκόρερ στη Β’ Εθνική και έπαιζε την εποχή που ο ΟΦΗ ανέβηκε για δεύτερη φορά στην Α’ Εθνική (σ.σ. 1975-76). Ήταν, όμως, πολύ άτυχος γιατί σε ένα φιλικό με το Κορωπί, με τον Νίκο Αλέφαντο τότε προπονητή, έσπασε το πόδι του, έπαθε κάταγμα κνήμης περόνης».

-Εσύ, πάντως, φρόντισες να συνεχίσεις το έργο που άφησε ημιτελές ο πατέρας σου. Την πρώτη σεζόν έβαλες 1 γκολ, τη δεύτερη 4, την τρίτη 8, την τέταρτη 9, την πέμπτη 10 και την έκτη 17, χωρίς να υπολογιστούν αυτά του Κυπέλλου Ελλάδας και του Κυπέλλου UEFA.

«Το προτέρημά μου ήταν ότι είχα πολύ καλή επαφή με τα δίχτυα. Είχα ταλέντο και το έβλεπα στις προπονήσεις. Μην ξεχνάς ότι ήμουν μόλις 16-17 όταν άρχισα να παίζω σε επίσημα ματς με τη φανέλα του τότε ΟΦΗ που ήταν μεγάλη ομάδα.

Στις προπονήσεις προσπαθούσα να βάλω γκολ σε σπουδαίους τερματοφύλακες, όπως ο Χοσάδας, ο Χανιωτάκης, ο Σηφάκης… Και στην επίθεση υπήρχαν ο Ίμρε Μπόντα, που τον είχαμε πάρει τότε από τον Ολυμπιακό Βόλου, ο Σαμαράς -ο μπαμπάς του Γιώργου- ο Βλαστός… Τους είχα κάνει εντύπωση».

-Ένα σχόλιο για δύο εξέχουσες προσωπικότητες της «ομιλίτικης» οικογένειας: Θόδωρος Βαρδινογιάννης-Ευγένιος Γκέραρντ.

«Τι να πρωτοπώ τώρα; Αυτοί είναι οι γίγαντες αυτής της ομάδας και της Ιστορίας της. Επί Θόδωρου Βαρδινογιάννη, ο ΟΦΗ αισθανόταν μεγάλη ασφάλεια. Εκείνος ήταν που έφερε τον Γκέραρντ, έναν φανταστικό προπονητή. Δύο άνθρωποι που άλλαξαν την Ιστορία του ΟΦΗ προς το καλύτερο. Θα είναι για πάντα στις καρδιές όλων των Κρητικών και νομίζω ότι είναι αγαπητοί και στο Πανελλήνιο».

-Τη σεζόν 1991-92 ήρθε η καθιέρωση, σταδιακά ανέβαινες και τον Νοέμβριο του 1993 έβαλες τα δύο πιο σημαντικά εν Ελλάδι γκολ της καριέρας σου: το πρώτο στο ματς ΟΦΗ-Ατλέτικο Μαδρίτης και το δεύτερο στον αγώνα Ελλάδα-Ρωσία.

«Μιλάμε για τελείως διαφορετικές εποχές. Τότε έπαιζες επειδή σου άρεσε, είχες όρεξη, ήθελες να διακριθείς… Δεν είχα άγχος. Δεν φοβόμουν ούτε Ατλέτικο ούτε Ρωσία ούτε τίποτα. Είχα το… θράσος να μην νιώθω μειονεκτικά, ίσως και λόγω ηλικίας.

Ήταν πολύ σημαντικά γκολ για τη μετέπειτα καριέρα μου. Ο ΟΦΗ είχε ένα καλό όνομα στην Ελλάδα, αλλά γιγαντώθηκε με αυτήν την πρόκριση επί της Ατλέτικο. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η νίκη μνημονεύεται ακόμα και σήμερα και θα μνημονεύεται για πάντα.

Με τη Ρωσία ήταν η πρώτη φορά που προκριθήκαμε σε Μουντιάλ. Η ατμόσφαιρα ήταν φανταστική, με τα χιλιάδες καπνογόνα… Το θυμάμαι με το σκεπτικό ότι κάναμε χαρούμενους κάποιους ανθρώπους. Εγώ γενικά ως παίκτης δεν χαιρόμουν ούτε απογοητευόμουν, ήμουν συγκρατημένος. Μου έμεινε αυτό, ότι δώσαμε χαρά».

Πανηγυρισμοί για την ιστορική πρόκριση

 

Ένα πολιτισμικό διάλειμμα και σε λίγο πάλι μαζί.

Ο Γιώργος Ζορμπάς, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, έμεινε στην Ιστορία ως ήρωας του μυθιστορήματος «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά». Έγινε βιβλίο από τον Νίκο Καζαντζάκη, ταινία από τον Μιχάλη Κακογιάννη, τραγούδι από τον Μίκη Θεοδωράκη, τον υποδύθηκε στον κινηματογράφο ο Άντονι Κουίν και στο… γήπεδο ο Νίκος Μαχλάς.

Το «κοπέλι» μεταγράφηκε στην ολλανδική Φίτεσε το καλοκαίρι του 1996 και στη δεύτερη σεζόν του έγινε ο πρώτος και τελευταίος μέχρι σήμερα Έλληνας που κατέκτησε το «Χρυσό Παπούτσι», χάρη στα 34 γκολ του. Γι’ αυτό σε κάθε εντός έδρας γκολ του, τα μεγάφωνα έπαιζαν συρτάκι. Πώς το κατάφερε, όμως, όλο αυτό;

«Ήταν διαφορετικές καταστάσεις. Υπήρχαν αθλητές 1-2 κλάσης παραπάνω, πιο γυμνασμένοι, πιο γρήγοροι… Το ποδόσφαιρο πιο γρήγορο, η ταχύτητα της μπάλας, η επαφή με τη μία, η ποιότητα συνολικά… Εκεί σκέφτεσαι ότι για να μείνεις, θα πρέπει να δουλέψεις πολύ με τον εαυτό σου.

Έπαιξα με παίκτες όπως ο Ρόι Μακάι, ο Φαν ντεν Μπρομ και άλλοι. Το πρώτο εξάμηνο περίπου ήταν δύσκολο γιατί είχα κι έναν τραυματισμό στον αστράγαλο που με κράτησε πίσω. Αυτή η ατυχία, όμως, με πείσμωσε πολύ. Έβλεπα ότι μπορώ να κάνω πράγματα, ότι μπορώ να πετύχω, κατάφερα να κερδίσω την εμπιστοσύνη του ίδιου μου του εαυτού και των άλλων γύρω μου.

 

Tη σεζόν 1998-99 ο Νίκος Μαχλάς σκόραρε 3 φορές κατά της ΑΕΚ στο Κύπελλο UEFA

 

Συγκεντρώθηκα στη δουλειά και μετά τον Δεκέμβριο άρχισα να λειτουργώ δέκα φορές καλύτερα από τότε που ήμουν στην Ελλάδα. Εξάλλου, μου είχε βάλει τις βάσεις ο Γκέραρντ, μου είχε περάσει αυτή τη νοοτροπία για να μπορέσω να μπω στα βαθιά. Είχα, βέβαια, και το μυαλό να αντιληφθώ τι πρέπει να κάνω και να διακριθώ. Τα υπόλοιπα στην πορεία έγιναν αυτόματα.

Τότε, με τον νόμο Μποσμάν ήμασταν 3-4 ελληνόπουλα που παίζαμε στο εξωτερικό. Αυτή η μεταγραφή και η μετέπειτα πορεία μου στη Φίτεσε βοήθησε και άλλους Έλληνες παίκτες. Θυμάμαι με ρωτούσαν οι Ολλανδοί για τους συμπατριώτες μου, ποιους να επιλέξουν στις ομάδες τους κ.τ.λ.».

Με το σπαθί του ή με το κρητικό μαχαίρι του, αν θέλετε, ο Νίκος Μαχλάς πήρε μεταγραφή σε έναν «κολοσσό» του παγκοσμίου ποδοσφαίρου: τον Άγιαξ. Η ερώτηση του Sport-Retro.gr ήταν προπονητικού περιεχομένου. Αν θυμάται κάποια παράξενη άσκηση, ένα τρικ ίσως…

«Όχι, όχι. Αυτό που μπορώ να σου πω είναι ότι υπήρχε μια φιλοσοφία του τύπου «είμαστε σε όλα καλύτεροι». Στην ταχύτητα, στον τρόπο σκέψης, πρέπει να πιέσεις τον αντίπαλο να μην πάρει ούτε ανάσα. Να φανταστείς ότι και πλάγιο να έβγαινε η μπάλα, έπρεπε να τρέξεις γρήγορα για να το εκτελέσεις. Ήθελαν να πρωταγωνιστούν σε όλες τις κατηγορίες.


Mία γκολάρα του Μαχλά στα χιόνια

Τότε σκέψου ότι ο Άγιαξ είχε παίκτες, όπως ο Ζλάταν, ο Φαν ντερ Φάαρτ, ο Φαν ντερ Μέιντε, ο Γκάλασεκ, ο Κίβου, ο Σνάιντερ, ο Μίντο, ο Στεκέλενμπουργκ…».

-Πώς ήταν ο Ζλάταν Ιμπραχίμοβιτς;

«Όπως είναι και τώρα. Την ίδια τρέλα κουβαλούσε (γέλια). Τότε ήταν καλός στην προπόνηση, αλλά δεν του έβγαινε στα ματς. Κάναμε παρέα. Έχει δείξει την αξία του, μιλάμε για παίκτη παγκόσμιας κλάσης. Νομίζω ότι όλα αυτά τα παλαβά τα κάνει για να αποβάλλει το άγχος του.

Έβλεπα τις προάλλες ένα βιντεάκι με τον Πογκμπά που του έκανε πλάκα. Έτσι έκανε πάντα. Προσπαθεί να επιβάλλει, κατά κάποιο τρόπο, την προσωπικότητά του, ώστε να κερδίσει τον σεβασμό».

-Κατά τη διάρκεια της καριέρας σου έπαιξες σε δύο ομάδες, τη Σεβίλλη και τον ΑΠΟΕΛ, που στην πορεία κατέγραψαν τρομερές ευρωπαϊκές διακρίσεις η καθεμιά με τη δυναμική της.

«Στη Σεβίλλη θα μπορούσα να μείνω γιατί μου είχαν κάνει πρόταση, αλλά δεν αισθανόμουν καλά για άλλους λόγους. Δούλευαν πολύ με τον Μόντσι (σ.σ. το 2000 είχε αναλάβει τη γιγάντωση των ακαδημιών και του σκάουτινγκ) και το πρότζεκτ των νέων παικτών.

Ο Ρέγες μου είχε κάνει εντύπωση και, βέβαια, έκανε σπουδαία καριέρα, ο Αντονίτο ήταν φανταστικός, θυμάμαι και στη δεύτερη ομάδα τον Ράμος, τον Νάβας… Με τον Ντάνιελ Άλβες είχαμε καλή σχέση, είχαμε δώσει και κοινή συνέντευξη Τύπου όταν πήραμε μεταγραφή εκείνον τον Δεκέμβριο.

Όσον αφορά στον ΑΠΟΕΛ, οι άνθρωποι είχαν αρχίσει από νωρίς να θέτουν τον στόχο να φτάσουν στο Champions League. Το είχε κάνει πρώτη η Ανόρθωση στην Κύπρο. Δούλευαν πολύ γι’ αυτό, έριχναν χρήμα… Όταν πήγα εγώ ήταν η πρώτη χρονιά του Μαρίνου Ουζουνίδη ως πρώτος προπονητής. Εκείνος ήθελε να πάω στον ΑΠΟΕΛ.

Η ομάδα αυτή στάθηκε τυχερή που τον Ουζουνίδη διαδέχθηκε άλλος ένας σπουδαίος προπονητής: ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς. Τον θεωρώ τον κορυφαίο που είχα ποτέ. Ήταν τρομερός προπονητικά και, πραγματικά, πιστεύω ότι μπορεί να κοουτσάρει κάποιον κορυφαίο ευρωπαϊκό σύλλογο».

-Στο ενδιάμεσο υπήρξε ο Ηρακλής, ο οποίος τότε είχε στον πάγκο του τον Ευγένιο Γκέραρντ.

«Έπρεπε να γυρίσω στην Ελλάδα γιατί είχα και τα παιδιά. Το έκανα για χατίρι του Γκέραρντ. Με ήθελε και ο ΠΑΟΚ του Άγγελου του Αναστασιάδη, αλλά ο Γκέραρντ έπαιξε τον ρόλο του».

-Φινάλε, φυσικά, με ΟΦΗ. Την ομάδα που σε ανέδειξε, την τίμησες όσο λίγοι και επέστρεψες για δύο χρόνια (2004-06), προτού πας στην Κύπρο. Τι σημαίνει για σένα αυτή η ομάδα;

«Ο ΟΦΗ είναι η ομάδα της καρδιάς. Βγήκα από τα σπλάχνα της. Ήμουν ένα παιδί που μεγάλωσε στις θύρες του γηπέδου του, προτού παίξει ποδόσφαιρο με τη φανέλα του. Είναι η ομάδα που, πώς να το πω, ήταν και θα είναι τα πάντα για μένα».

 

Πολλοί Έλληνες ποδοσφαιριστές έχουν κάνει σπουδαία καριέρα στο εξωτερικό, ωστόσο ο Νίκος Μαχλάς έχει καταγράψει τη σημαντικότερη επιτυχία με το «Χρυσό Παπούτσι» του 1998. Το όνομά του συνδέθηκε με αυτό το γεγονός και, βέβαια, με τον τρομερό ΟΦΗ της δεκαετίας του 1990, τη μεταγραφή στον Άγιαξ, το πέρασμα από τη Σεβίλλη… Το «κοπέλι» που έγινε «Ζορμπάς» και έκανε τους Ολλανδούς υποστηρικτές της Φίτεσε να βαρούν ρυθμικά παλαμάκια στο συρτάκι. Όπου συρτάκι, γκολ. Όπου γκολ, Νίκος Μαχλάς.

Διαβάστε ακόμη:

«Τους ανθρώπους τους αφήνω. Την ΑΕΚ όχι». Ο θρυλικός Κώστας Νεστορίδης στο Sport-Retro.gr

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...