Ο Χέλμουτ Ραν δεν κλήθηκε στο Παγκόσμιο Κύπελλο 1954 όπου σκόραρε το γκολ της νίκης

Ο Χέλμουτ Ραν έγινε γνωστός για το πιο σημαντικό γκολ στην ιστορία του γερμανικού ποδοσφαίρου, το νικητήριο απέναντι στην Ουγγαρία στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1954.

Το «αφεντικό», όπως ήταν το παρατσούκλι του, σημείωσε 10 τέρματα συνολικά σε δύο τουρνουά της κορυφαίας ποδοσφαιρικής διοργάνωσης, κατέκτησε πρωτάθλημα και κύπελλο με τη Ροτ Βάις Έσεν, ολοκλήρωσε την καριέρα του με 418 αγώνες και 145 γκολ στο πρωτάθλημα. Παρ’ όλα αυτά, τίποτα δεν στάθηκε ικανό να κλέψει την παράσταση από εκείνο το γκολ.

Κι όμως, ο Ραν ήταν πολλά περισσότερα τόσο από το θρυλικό «Tor, Tor Tor, Tor», όσο και από τα αγωνιστικά επιτεύγματά του. Διότι ήταν ένας άνθρωπος που άρχισε από τα πολύ χαμηλά κοινωνικά στρώματα, γεμάτος πάθη και ελαττώματα, τα οποία πλήρωσε σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, μέχρι τον θάνατό του, στις 14 Αυγούστου 2003.

Τα θέματα του Sport-Retro.gr για τη Γερμανία

Πέρασε από τρεις δουλειές

Γεννήθηκε στις 16 Αυγούστου του 1929, στην περιοχή Κάτερνμπεργκ του Έσεν. Ο πατέρας του εργαζόταν σε ορυχεία για 35 χρόνια και εκτός του Χέλμουτ, απέκτησε ακόμα τρεις γιους, έναν εκ των οποίων έχασε στον πόλεμο. Ο Χέλμουτ ήταν ο τρίτος κατά σειρά.

Οι συνθήκες στην εμπόλεμη Γερμανία δεν του επέτρεψαν να ολοκληρώσει το σχολείο και να λάβει την Παιδεία που θα τον γλίτωνε από τη μοίρα του πατέρα του. Εξάλλου, για ένα διάστημα η οικογένειά του διέφυγε αρχικά στην Τσεχοσλοβακία και στη συνέχεια στο Κάουφμποϊρεν της Βαυαρίας για να γλιτώσει τα δεινά της εποχής.

Όταν μεγάλωσε και άρχισαν να αντέχουν τα χέρια του, έπρεπε να βγάζει μόνος τα προς το ζην και να συνεισφέρει στο οικογενειακό ταμείο. Μετά από μία βραχύβια εμπειρία στα ορυχεία, έγινε οδηγός φορτηγού και ακολούθως ηλεκτρολόγος.

Έγινε θρύλος της Ροτ Βάις Έσεν

Ταυτόχρονα, το ποδόσφαιρο παρέμενε μέρος της καθημερινότητάς του. Από το 1938 μέχρι το 1945 έπαιζε στα «μικρά» τμήματα της Άλτενεσεν, από το 1946 μέχρι το 1950 αγωνίστηκε στην Όελντε όπου σε μία σεζόν σημείωσε 52 τέρματα και το 1950-1951 έπαιξε στην Σπόρτφροϊντε Κάτερνμπεργκ, με επτά γκολ σε 30 αγώνες.

Το καλοκαίρι του 1951 πήρε μεταγραφή στη μεγάλη ομάδα της πόλης του, στη Ροτ Βάις Έσεν, με την οποία θα συνέδεε το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του ως ποδοσφαιριστής. Ως παίκτης της έγινε διεθνής τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, στη νίκη με 2-0 επί της Τουρκίας στην Κωνσταντινούπολη, ως παίκτης της -και μάλιστα στο Έσεν- σημείωσε το πρώτο διεθνές τέρμα του, στη νίκη με 4-1 επί του Λουξεμβούργου μερικές εβδομάδες αργότερα.

Με τη φανέλα της Ροτ Βάις Έσεν κατέκτησε το DFB-Pokal το 1952-1953, επικρατώντας στον τελικό με 2-1 (σημείωσε το 2ο γκολ) της Άαχεν του Γιουπ Ντέρβαλ. Με την ίδια ομάδα πανηγύρισε το πρωτάθλημα του 1955, έναν χρόνο μετά από τον θρίαμβο στη Βέρνη. Αυτά τα δύο τρόπαια παραμένουν μέχρι σήμερα τα μοναδικά σημαντικά του συλλόγου, παρότι βρίσκεται σε λειτουργία από το 1907.

Αλκοόλ, επίθεση σε αστυνομικό και φυλακή

Παρότι σημείωσε 88 γκολ σε 201 αγώνες με τη Ροτ Βάις Έσεν και εξελίχθηκε σε θρύλο της ομάδας την οκταετία που έμεινε εκεί, ποτέ το όνομα του Ραν δεν ήταν αποκλειστικά συνυφασμένο με το ποδόσφαιρο.

Για παράδειγμα, ένα από τα μεγάλα πάθη του ήταν το ποτό, κάτι που συχνά του προκαλούσε προβλήματα. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος του στο «Θαύμα της Βέρνης» δεν τον βοήθησε ώστε το 1957 να αποφύγει τη σύλληψη, μετά από ένα τροχαίο που είχε, οδηγώντας μεθυσμένος.

Ο Ραν είχε ρίξει το αυτοκίνητό του σε έναν λάκκο με αρχαιολογικά ευρήματα, όντας υπό την επήρεια αλκοόλ. Όταν εμφανίστηκε μπροστά του ένας αστυνομικός, άρχισε να τον βρίζει και να τον χτυπάει με γροθιές και κλοτσιές. Συνελήφθη άμεσα, αφού η φήμη του δεν ήταν αρκετή για να τον σώσει.

Τέσσερα χρόνια αργότερα κι ενώ είχε φύγει πλέον από τη Ροτ Βάις Έσεν, πρώτα για την Κολωνία (όπου υπέπεσε σε αρκετά πειθαρχικά παραπτώματα) και ακολούθως για την ολλανδική Ενχέντε, βρέθηκε ξανά στα πρωτοσέλιδα λόγω οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλ. Μόνο που αυτήν τη φορά ήταν υπότροπος και καταδικάστηκε σε φυλάκιση τεσσάρων εβδομάδων δίχως εγγύηση.

Σκόραρε παρά το πρόβλημα με το βάρος του

Πρόβλημα αντιμετώπιζε και με το βάρος του. Το ύψος του ήταν σχετικά μικρό (1,78μ.) και γι’ αυτό δεν αγωνιζόταν στην κορυφή της επίθεσης, αλλά ως έξω δεξιά. Σε συνδυασμό με τη σωματοδομή του και τα παιδικά τραύματα από τη φτώχεια σε μικρή ηλικία, ήταν πολύ εύκολο να μην προσέξει και να πάρει βάρος όποτε έβρισκε φαγητό μπροστά του, ακόμα κι όταν ήταν ποδοσφαιριστής σε υψηλό επίπεδο.

Το 1958, αν και αστέρας του προηγουμένου Παγκοσμίου Κυπέλλου, ο προπονητής της εθνικής Γερμανίας, Ζεπ Χέρμπεργκερ, ήταν διστακτικός να ποντάρει ξανά πάνω του για την επίθεση των «πάντσερ». Εκτός από τα εξωγηπεδικά προβλήματα που του είχε προκαλέσει το ποτό, είχε και αρκετά παραπανίσια κιλά, τα οποία δεν έδειχνε σε θέση να τα χάσει άμεσα.

Ο Χέρμπεργκερ ήταν πάντοτε ένας προπονητής που δεν του άρεσε το απρόβλεπτο και δεν έπαιρνε ρίσκα, ωστόσο αντιμετώπιζε αυτά τα χαρακτηριστικά στον νεαρό Ραν ως προτερήματα, με συνέπεια να τον καλέσει στην αποστολή κι αυτός να τον ανταμείψει με έξι γκολ (όσα και ο Πελέ που κατέκτησε το τρόπαιο), οδηγώντας τη Γερμανία μέχρι την 4η θέση.

Όταν ολοκλήρωσε την καριέρα του και άφησε τις προπονήσεις, όμως, ο Ραν άφησε κατά μέρους κάθε είδος περιορισμό και πήρε αμέσως βάρος, με τη σιλουέτα του να αλλάζει δραματικά μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα.

«Κόπηκε» από την αποστολή και πήγε περιοδεία

Η πιο χαρακτηριστική ιστορία του Ραν, όμως, είναι άλλη και έχει να κάνει με τη διοργάνωση για την οποία το όνομά του έμεινε στην αιωνιότητα. Μία διοργάνωση για την οποία… δεν είχε κληθεί από τον ομοσπονδιακό προπονητή της Δυτικής Γερμανίας!

Μέχρι το 1954, ο Ραν είχε πραγματοποιήσει ορισμένες διεθνείς συμμετοχές, ωστόσο το παιχνίδι του διεπόταν από… ανυπακοή προς τις εντολές του Χέρμπεργκερ. Ως ποδοσφαιριστής είχε αρκετά καλή ντρίμπλα και δυνατό σουτ, ωστόσο το πρόβλημα ήταν πάντοτε ο χαρακτήρας του εκτός γηπέδου και στην προκειμένη περίπτωση, ο προπονητής της «νάτσιοναλμανσαφτ» έψαχνε για «πονοκεφάλους» και τον άφησε εκτός τελικής 22άδας.

Χωρίς υποχρεώσεις με την εθνική ομάδα, ο Ραν ακολούθησε την αποστολή της Ροτ Βάις Έσεν τον Απρίλιο στη Νότια Αμερική, όπου θα πραγματοποιούσε περιοδεία και θα έδινε φιλικά, τα οποία εκείνη την εποχή απέφεραν αξιοσημείωτα έσοδα. Η περιοδεία θα διαρκούσε για εβδομάδες, ωστόσο μετά από έναν αγώνα στο Μοντεβίδεο της Ουρουγουάης κόντρα στην Πενιαρόλ, συνέβη το αναπάντεχο.

Τον ζήτησε η Πενιαρόλ και ο Χέρμπεργκερ

Η απόδοση του Ραν όλο αυτό το διάστημα ήταν καταπληκτική, ωστόσο σε αυτό το φιλικό ξεπέρασε τον εαυτό του, με συνέπεια ο σύλλογος από την Ουρουγουάη να ζητήσει να παραμείνει στη χώρα και να πάρει μεταγραφή. Η Πενιαρόλ του προσέφερε 150.000 μάρκα, ένα έτοιμο μαγαζί για να τρέχει και εισιτήρια για την οικογένειά του ώστε να μεταβεί στο Μπουένος Άιρες, σε περίπτωση που θέλει να πει το «ναι» αμέσως.

Ο Ραν ζήτησε να μιλήσει για την πρόταση με τη σύζυγό του Γκέρτι πίσω στη Γερμανία, αφού εξάλλου εκείνο το έτος θα γινόταν πατέρας για πρώτη φορά. Η Πενιαρόλ απέσυρε την πρόταση, ωστόσο σύντομα του ήρθε μία άλλη στα χέρια, ακόμα πιο ενδιαφέρουσα.

Ο Χέρμπεργκερ, έχοντας διαβάσει για τα κατορθώματα του Ραν στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, του έστειλε τηλεγράφημα και τον καλούσε να μεταβεί στο προπονητικό κέντρο του Γκρίνβαλντ στις 24 Μαΐου, για να ενσωματωθεί στην προετοιμασία της εθνικής ομάδας. Ο Ραν δεν έκανε ούτε μία δεύτερη σκέψη, παράτησε την περιοδεία της Ροτ Βάις Έσεν και τα υπόλοιπα είναι ιστορία…

Ο προπονητής «κατάπιε» τα νυχτοπερπατήματα

Αυτό δεν σημαίνει ότι η παρουσία του στην εθνική εκείνο το διάστημα κύλησε ομαλά. Η Γερμανία είχε πληθώρα επιθετικών στο ίδιο επίπεδο εκείνη την εποχή και ο Ραν δεν είχε εξασφαλίσει θέση βασικού. Μάλιστα, δεν αγωνίστηκε στο πρώτο και στο τρίτο παιχνίδι του ομίλου, κόντρα σε Νότια Κορέα και Τουρκία. Αντ’ αυτών, έπαιξε στην αναμέτρηση με την Ουγγαρία στη φάση των ομίλων, όπου γνώρισε τη συντριβή με 3-8.

Επρόκειτο για στρατηγική κίνηση του Χέρμπεργκερ, ο οποίος χρησιμοποίησε απρόβλεπτη ενδεκάδα κόντρα στη «χρυσή ομάδα» του Φέρεντς Πούσκας και του Σάντορ Κότσις, μεταξύ της οποίας και τον Ραν που σημείωσε ένα γκολ.

Στα νοκ άουτ χρησιμοποιήθηκε κανονικά και δικαίωσε αγωνιστικά τον Χέρμπεργκερ, αν και ο Γερμανός προπονητής το σκέφτηκε αρκετά για να μην τον διώξει από την αποστολή, μετά από μία νυχτερινή εξόρμηση του στο Σπιζ, ένα θέρετρο στη λίμνη Τουν, δίχως να πάρει άδεια. «Πιθανόν να είχε διώξει οποιονδήποτε άλλον παίκτη», θυμάται ο συμπαίκτης του Ραν, Χορστ Έκελ.

«Αφήστε με να ζήσω, αφήστε με να ζήσω»

Η ιστορία έγραψε ότι ορθώς δεν απομακρύνθηκε από την αποστολή. Δεν είναι τόσο το γκολ του κόντρα στη Γιουγκοσλαβία στα προημιτελικά, όπου διαμόρφωσε το τελικό 2-0 στο 85′, όσο η συνεισφορά του στον τελικό κόντρα στην Ουγγαρία.

Οι Μαγυάροι προηγήθηκαν με 2-0 στο 8ο λεπτό και όλοι πίστεψαν ότι τα πάντα τελείωσαν, ενθυμούμενοι το επίπλαστο 8-3 της φάσης των ομίλων και τη γενικότερη εικόνα εκείνης της Ουγγαρίας, που ήταν αήττητη για τέσσερα χρόνια. Ο Μαξ Μόρλοκ μείωσε στο 10′ μετά από πάσα του Ραν και ο τελευταίος ισοφάρισε με κοντινό πλασέ στο 2ο δοκάρι στο 18′, αποδεικνύοντας ότι όλα είναι δυνατά.

Στο 84ο λεπτό ήρθε το τελειωτικό χτύπημα. Η μπάλα φτάνει στον Ραν έξω από την περιοχή κι αυτός τη φέρνει από το δεξί στο αριστερό για να αποφύγει έναν αντίπαλο. Ο Χέρμπερτ Τσίμερμαν έκανε την πιο διάσημη εκφώνηση αγώνα από τα δημοσιογραφικά θεωρεία (στο 08:11).

«Ο Σάφερ κάνει το γέμισμα, Κεφαλιά, απομάκρυνση. Ο Ραν πρέπει να σουτάρει, ο Ραν σουτάρει. Γκοοολ, γκοοολ, γκοοολ, γκοολ». Μετά από οκτώ δευτερόλεπτα παύσης: «Γκολ για τη Γερμανία, 3-2 για τη Γερμανία. Πείτε με τρελό, πείτε με παλαβό!».

Την ίδια στιγμή, ο Ραν ζούσε το δικό του… δράμα στον αγωνιστικό χώρο: «Με πέταξαν στο έδαφος οι συμπαίκτες μου που πανηγύριζαν και αισθάνθηκα ένα βουνό από σώματα από πάνω μου, κάτω από το οποίο πνιγόμουν. Φώναζα ‘αφήστε με να ζήσω’, αφήστε με να ζήσω’»στην αυτοβιογραφία του.

Ο τραυματισμός και ο θάνατος

Το τέλος του Ραν, σε κάθε επίπεδο, ήταν δυσάρεστο. Επέστρεψε από την Ολλανδία το 1963 μετά από μία ικανοποιητική θητεία στην Ενσχέντε και αγωνίστηκε με τη Μάινεριχερ, τη σημερινή Ντούισμπουργκ, στην «παρθενική» Bundesliga. Με 8 γκολ σε 19 αγώνες, βοήθησε τον σύλλογο να τερματίσει στη 2η θέση, πίσω μόνο από την πρωταθλήτρια Κολωνία.

Το 1965, όμως, αναγκάστηκε να αποσυρθεί από τη δράση λόγω των συνεχιζόμενων προβλημάτων με τον «αχίλλειο». Αυτό σήμαινε ότι αποτραβιώταν και από τα φώτα της δημοσιότητας που τόσο μισούσε. Εξάλλου, μετά από ένα διάστημα, αρνούταν να εξιστορήσει σε δημοσιογράφους ό,τι συνέβη στο νικητήριο τέρμα του 1954 και μιλούσε γι’ αυτό μόνο στις παμπ όπου σύχναζε, λόγω του προβλήματος με το ποτό.

Μετά από το τέλος της ποδοσφαιρικής καριέρας του, άφησε πίσω αυτά τα χρόνια κι έγινε έμπορος καινούργιων και μεταχειρισμένων αυτοκινήτων μαζί με έναν αδερφό του, ενώ αργότερα έγινε συνεργάτης εταιρίας αποκομιδής απορριμάτων.

Όλα αυτά μέχρι να χάσει κάθε ενδιαφέρον για το παρελθόν και να σταματήσει τελείως να ασχολείται με το τι έζησε και να κλειστεί στην προσωπική ζωή του. Το νήμα της κόπηκε μετά από μακρά ασθένεια σαν σήμερα, σε ηλικία 74 ετών.

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...