Μία πόλη, δύο ομάδες με το ίδιο όνομα: Η Μιτρόβιτσα δεν είναι μια συνηθισμένη πόλη

Ο πόλεμος είναι σίγουρο ότι επηρεάζει το ποδόσφαιρο. Η κατάρρευση του κομμουνισμού και ο συνακόλουθος «διαμελισμός» της ενωμένης Γιουγκοσλαβίας στις αρχές της δεκαετίας του 1990, οδήγησε σε αιματηρές συγκρούσεις.

Έδωσε πρόσφορο έδαφος στις παλαιότερα καταπιεσμένες εθνότητες εντός Γιουγκοσλαβίας να πολεμήσουν, να αναδιαμορφώσουν τις κρατικές γραμμές και να διεκδικήσουν την ανεξαρτησία τους.

Με τη διαμάχη να διαρκεί για σημαντικό χρονικό διάστημα τη δεκαετία του 1990, τα σύνορα άλλαζαν διαρκώς ανάλογα με τις μάχες, ωστόσο τα περισσότερα τελικά διευθετήθηκαν, δίνοντας τη δυνατότητα για μια εποχή ειρήνης και ηρεμίας στην ευρύτερη περιοχή. Εντούτοις, ένα σύνορο αποτελεί επίμονα εριζόμενο ζήτημα: Αυτό μεταξύ της Σερβίας και του Κοσόβου.

Η Σερβία δεν αναγνωρίζει το κράτος του Κοσσυφοπεδίου (τα 112 κράτη μέλη των Ηνωμένων Εθνών αναγνωρίζουν την ανεξαρτησία του από το 2008), καθώς η περιοχή βρίσκεται ιστορικά υπό τον έλεγχό της.

Το Κόσοβο, από την άλλη, στο οποίο ζουν ως επί το πλείστον Αλβανοί, δεν θέλει να υφίσταται υπό σερβική κυριαρχία και επιθυμεί να έχει στενότερους δεσμούς με την Αλβανία.

Αυτές οι εντάσεις έκαναν την εμφάνισή τους με εμφατικό τρόπο όταν η Σερβία έπαιξε κόντρα στην Αλβανία σε έναν προκριματικό αγώνα του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος 2016.

Ένα drone πετούσε πάνω από το γήπεδο με ένα αλβανικό εθνικιστικό πανό, συγκεκριμένα τη σημαία της Μεγάλης Αλβανίας που περιείχε το Κοσσυφοπέδιο υπό αλβανικό έλεγχο, γεγονός που πυροδότησε σφοδρές εντάσεις σε χορτάρι και εξέδρα.

Το ματς διεκόπη και η νίκη κατέληξε σε αλβανικά χέρια, αφού η UEFA έριξε την ευθύνη στους Σέρβους για την έλλειψη ασφαλείας και τα επεισόδια εκτός αγωνιστικού χώρου. Μετά το παιχνίδι, επιχειρήσεις στη Σερβία που ανήκουν σε Αλβανούς στοχοποιήθηκαν και είτε κάηκαν είτε βανδαλίστηκαν.

To oρυχείο Trepca όπου πήραν το όνομά τους οι δύο ομάδες. Κάποτε αριθμούσε πάνω από 20.000 εργάτες και τώρα κάτω από 1.000

Περιστατικά όπως αυτά, καταδεικνύουν ότι το ποδόσφαιρο δεν μένει αμέτοχο στο εθνικό και πολιτικό μίσος, αλλά συχνά αποτελεί «άρμα» για να αναδυθούν εθνικιστικές κινήσεις, τόσο σε επίπεδο εθνικών ομάδων, όσο και συλλογικό.

Η πόλη Μιτρόβιτσα βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του Κοσόβου, κοντά στα σύνορα με τη Σερβία, αν το δει κανείς από γεωγραφικής πλευράς.

Είναι διαιρεμένη ανάμεσα σ’ εκείνους που ζουν βόρεια του ποταμού (κυρίως Σέρβοι) και εκείνους που ζουν νότια του ποταμού (κυρίως Αλβανοί).

Η λέξη «διαίρεση» περιγράφει ακριβώς τη ζωή στη Μιτρόβιτσα, με τη γέφυρα που διασχίζει τον ποταμό να μπλοκάρεται πολλές φορές από τους βόρειους Σέρβους ως μια προσπάθεια να εξαλείψουν οποιασδήποτε μορφή σχέσης με το κράτος του Κοσσυφοπεδίου.

Παρόμοιες ενέργειες διαίρεσης επικρατούν ακόμη και στο ποδόσφαιρο.

Οι δύο ομάδες που συμβολίζουν πλήρως αυτή την διαίρεση είναι η KF Trepça στα νότια της Μιτρόβιτσα που εκπροσωπεί τους Αλβανούς και η FK Trepča στον βορρά που εκπροσωπεί τους Σέρβους.

Ως ομάδες που έχουν σχεδόν ίδια ονόματα και σχεδόν πανομοιότυπo σήμα, η μοναδική εμφανής διαφορά μεταξύ τους είναι η ορθογραφία σε κάθε γλώσσα.

Αν και πρόκειται για συλλόγους που εκπροσωπούν αντίθετες κοινωνικές και εθνικές διαιρέσεις στη Μιτρόβιτσα, εντούτοις κάποτε δεν ήταν διαχωρισμένοι.

Η ΚF Trepca αγωνίζεται στο Ολυμπιακό Στάδιο που φέρει το όνομα του Άντεμ Γιασάρι. Ήρωας για τους Αλβανούς, τρομοκράτης για τους Σέρβους

 

Η ομάδα ιδρύθηκε το 1932 ως FK Trepča (με την ορθογραφία της «σερβικής» ομάδας ελέω σερβικής κυριαρχίας στο Κόσοβο) και είχε επιτυχίες.

Ήταν ο πρώτος σύλλογος από το Κόσοβο που ανέβηκε στην Α’ Κατηγορία Γιουγκοσλαβίας το 1977 και, μάλιστα, έναν χρόνο αργότερα έφτασε μέχρι τον τελικό του Κυπέλλου, όπου ηττήθηκε από την κροατική Ριέκα.

Καθώς ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία μαινόταν στις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι αλβανόφωνοι παίκτες άρχισαν να αποχωρούν, ενώ αργότερα εντάχθηκαν σε ομάδες που θα τους αποδέχονταν, όπως για παράδειγμα η Trepca 89, η άλλη ομάδα της Μιτρόβιτσα.

Ωστόσο, οι πρώην παίκτες της FK Trepča ήθελαν κάτι παραπάνω, υποδηλώνοντας ότι η επίδρασή τους στον σύλλογο δικαιολογούσε μια μονιμότερη θέση στο ποδοσφαιρικό στερέωμα.

Από έναν τοίχο παρακολουθούν πλέον τα ματς της FK Trepca οι φίλαθλοι

 

Το 1999, οι Αλβανοί πρώην παίκτες της FK Trepča δημιούργησαν έναν νέο σύλλογο, την KF Trepça. Δεν αποτέλεσε έκπληξη ότι αυτοί οι παίκτες αποφάσισαν να φύγουν. Η σερβική εξουσία ήταν εξαιρετικά βαριά, με τους αστυνομικούς να παίζουν ρόλο στους ποδοσφαιρικούς αγώνες.

Λόγω των επιπτώσεων του πολέμου, πολλά παιχνίδια έπρεπε, μάλιστα, να παιχτούν σε αυτοσχέδιους χώρους, σε χωράφια και πάρκα στην περιοχή της Μιτρόβιτσα.

Τότε, πολλοί Σέρβοι εγκατέλειψαν τον νότο της Μιτρόβιτσα και κατέφυγαν στην επικρατούσα σερβική περιοχή στον βορρά για προστασία.

Για την FK Trepča αυτό σήμαινε επίσης την έξοδο από το γήπεδο, το οποίο η νεοσύστατη  KF Trepça και οι Αλβανοί οπαδοί τους υιοθέτησαν ως δικά τους.

Ο Πέταρ Μιλοσάβλιεβιτς, γραμματέας της FK Trepca, περιστοιχισμένος από τρόπαια και αναμνηστικές φωτογραφίες πριν από το 1991

 

Έκτοτε, το στάδιο που κάποτε ήταν σύμβολο του σερβικού ελέγχου πήρε το όνομα του Άντεμ Γιασάρι, ο οποίος θεωρείται ήρωας για τους Αλβανούς του Κοσσυφοπεδίου και τρομοκράτης για τους Σέρβους.

Αυτό το γήπεδο αργότερα φιλοξένησε τον πρώτο αγώνα υπό την αιγίδα της FIFA για το Κόσοβο, μια ισοπαλία 0-0 έναντι της Αϊτής. Ήταν πλέον πολύ μακριά από τις πρώτες μέρες λειτουργίας του, όπου φιλοξενούσε κατά κύριο λόγο Σέρβους παίκτες.

Ενώ αυτές οι ομάδες έχουν τόσες πολλές ομοιότητες, οι διαφορές τους είναι αυτές που τις καθορίζουν. Παίζουν σε διαφορετικά πρωταθλήματα, καθώς η KF Trepça βρίσκεται στη 2η Κατηγορία του πρωταθλήματος του Κοσόβου, τη Liga e Parë, ενώ κατά το παρελθόν έχει γνωρίσει στιγμές δόξας, όπως η κατάκτηση του τοπικού πρωταθλήματος το 2010.

Η FK Trepča, από την άλλη, βολοδέρνει στην 3η και 4η κατηγορία του σερβικού πρωταθλήματος, χωρίς ποτέ να  έχει καταφέρει να εμφανίσει κάτι καλύτερο. Τουλάχιστον παραμένει ζωντανή. Το ερώτημα που ανακύπτει είναι εύλογο: Πόσο καλά θα μπορούσαν να τα πάνε οι δύο σύλλογοι αν συνενώνονταν ξανά;

Το ποδόσφαιρο αντικατοπτρίζει πλήρως τη διάθεση που έχουν οι βομβαρδισμένοι βόρειοι Σέρβοι, έναντι της ανεξάρτητης κρατικής αρχής, καθώς ήδη από το 2000 οι ομάδες από εκείνο το μέρος αρνούνται να αγωνιστούν στο πρωτάθλημα του Κοσσυφοπεδίου.

Οι παίκτες της KF Trepca πριν από ένα ματς στο Ολυμπιακό Στάδιο

 

Πολύ πρόσφατα, καθώς  οι συνομιλίες και διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο εθνών εξομαλύνθηκαν το 2013, ξανάρχισαν οι συζητήσεις ώστε να προχωρήσει ο επανασχεδιασμός των συνόρων, προκειμένου οι βόρειες κοινότητες, όπως η βόρεια Μιτρόβιτσα, να αποτελέσουν μέρος της Σερβίας.

Η αφοσίωση της FK Trepča στη Σερβία ενισχύθηκε περαιτέρω με την πρόσκληση του συλλόγου να παίξει φιλικούς αγώνες εναντίον των σερβικών ποδοσφαιρικών κολοσσών Παρτίζαν και Ερυθρού Αστέρα, με σκοπό να συμβολίσει την αλληλεγγύη μεταξύ Βελιγραδίου και αμφισβητούμενων βόρειων περιοχών στο Κόσοβο.

Αυτός ο συμβολισμός ενισχύθηκε περαιτέρω από ένα τρένο διακοσμημένο με τα χρώματα της σερβικής σημαίας και την επιγραφή «το Κόσοβο είναι η Σερβία» σε 23 γλώσσες. Από πολλές απόψεις, το ποδόσφαιρο είναι η 24η γλώσσα στη βόρεια Μιτρόβιτσα.

Η Σερβία δεν αναγνωρίζει το Κοσσυφοπέδιο ούτε η FK Trepča αναγνωρίζει την KF Trepça. Αντιμετωπίζουν απλώς την KF ως «σφετερίστρια», η οποία έχει κλέψει το σήμα, την ιστορία και το γήπεδό της.

Είναι συγκλονιστικό ότι οι σύλλογοι που μοιράστηκαν κάποτε τα πάντα έχουν γίνει σύμβολα ενός μοναδικού χάσματος.

Αμφότεροι αισθάνονται ότι η ομάδα τους είναι ο «αληθινός» σύλλογος και καθένας απ’ αυτούς δηλώνει ότι η ιστορία πριν από το 1999 είναι δική του.

Οι παίκτες της FK Trepca

 

Ανεξαρτήτως όλων αυτών, επαφίεται στον κάθε σύλλογο να δημιουργήσει στέρεα θεμέλια εντός γηπέδου και να θέσει νέα πρότυπα για το ποδόσφαιρο στη Μιτρόβιτσα.

Κάποτε η ομάδα και η πόλη ήταν ενωμένη, ενώ τώρα διαιρεμένη. Ο Πέταρ Μιλοσάβλεβιτς, γραμματέας της FK Trepča, θυμάται το τελευταίο ματς που έπαιξαν ενωμένες οι δύο ομάδες, εν έτει 1991. «Η Trepca νίκησε 2-0, αλλά η ατμόσφαιρα είχε αλλάξει. Οι άνθρωποι ήταν τρομαγμένοι. Η πολιτική είχε… μπει στο γήπεδο».

Καθισμένος στο μικρό γραφείο της FK, όχι πολλά μέτρα μακριά από τον ποταμό Ιμπάρ, ο Πέταρ Μιλοσάβλιεβιτς ήταν περιστοιχισμένος από φωτογραφίες του παρλεθόντος.

Γύρω του υπήρχε μια συλλογή από κύπελλα και μετάλλια, κανένα όμως δεν προέρχεται πριν από το 1991. Τα παλιότερα τρόπαια παραμένουν στο γήπεδο ή εκλάπησαν κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Όταν ο πόλεμος έφτασε στη Μιτρόβιτσα το 1998, η FK έπρεπε να εγκαταλείψει το γήπεδο. Όπως είχαν κάνει και οι Αλβανοί παλιότερα.

Τώρα η FK υποχρεώνεται να διανύει μεγάλες αποστάσεις, προκειμένου να αντιμετωπίζει ομάδες σερβικών πόλεων, αντί να διασταυρώνει τα ξίφη της με κοσοβάρικες.

Η γέφυρα που χωρίζει την πόλη στα δύο

 

Χρησιμοποιεί ως έδρα ένα μικροσκοπικό στάδιο στο κοντινό χωριό Ζβέτσαν και τα έσοδα είναι ελάχιστα. Αλλά, όπως έλεγε ο Μιλοσάβλιεβιτς σε προ τριετίας συνέντευξη στους «Νew York Times» τουλάχιστον η ομάδα παραμένει ζωντανή.

Από τη βεράντα του είχε τη δυνατότητα να παρακολουθεί την άλλη Trepca, την KF, όταν δίνει αγώνες για το πρωτάθλημα Κοσόβου ή όταν κάνει προπονήσεις στο Ολυμπιακό Στάδιο.

«Βλέπω κάθε μέρα Αλβανούς παίκτες να παίζουν εκεί και εγώ δεν είμαι. Είναι το σπίτι μου. Και βουρκώνω κάθε φορά που το βλέπω αυτό», δήλωνε τότε στη συνέντευξη.

Ένα κυριακάτικο πρωινό, τα στελέχη και οι παίκτες της FK συναντήθηκαν σε ένα τοπικό πρακτορείο (σ.σ. αντίστοιχο με το ελληνικό ΟΠΑΠ) για να επιβιβαστούν στο πούλμαν.

Θα έπρεπε να ταξιδέψουν επί τέσσερις ώρες προς τον βορρά, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την Όρλοβατς του χωριού Μρτσαγέβσκι για το πρωτάθλημα.

Όσο βρίσκονταν στο πούλμαν, οι νεαροί άσοι τραγουδούσαν παλιά γιουγκοσλαβικά τραγούδια. «Μας πήραν την ομάδα μας», είχε πει στην ίδια συνέντευξη ο αμυντικός Στράχινια Γέβτιτς, ο οποίος εκείνο το διάστημα περίμενε μία βίζα για να ταξιδέψει στην Αλάσκα, καθώς οι επαγγελματικές ευκαιρίες ήταν πια ελάχιστες στη Μιτρόβιτσα.

«Πριν από τρεις μήνες πέθανε η σύζυγός μου. Δεν ξέρω πόσο χρόνο ακόμα θα μου δώσει ο Θεός, αλλά θα χαρώ πολύ αν μια μέρα ξαναδώ τις δύο ομάδες να παίζουν», έλεγε το 2016 ο Μιλοσάβλιεβιτς.

*Οι φωτογραφίες προέρχονται από τους «New York Times»

Κώστας Πρατικάκης

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...