Οι κορυφαίες χειμερινές μεταγραφές ξένων παικτών στην Α’ Εθνική

Η «Κάθε Κυριακή» για ένατη σερί Κυριακή πιστή στο ραντεβού της με το Sport-Retro.gr, εν προκειμένω με τις κορυφαίες χειμερινές μεταγραφές ξένων παικτών στην Α’ Εθνική.

Από τον Καζίμιερζ Κμιέτσικ του 1983 στον Αλεκσάνταρ Πρίγιοβιτς του 2017, οι συντελεστές της σελίδας θυμούνται τους ποδοσφαιριστές που ήρθαν στην Ελλάδα τέτοια εποχή και έκαναν τη διαφορά.

***

Καζίμιερζ Κμιέτσικ (Ιανουάριος 1983, ΑΕΛ)

Το καλοκαίρι του 1982, έπειτα από τη θητεία σε ΠΑΣ Γιάννινα και Απόλλωνα Σμύρνης, ο Γιάτσεκ Γκμοχ ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της ΑΕΛ, με τα γνωστά ευεργετικά αποτελέσματα.

Λίγο αργότερα, εν όψει της χειμερινής μεταγραφικής περιόδου, ο περίφημος «σαγόνιας» αναζητούσε προσθήκες που θα τόνωναν την ομάδα μεσοεπιθετικά.

Ο διάσημος τραγουδιστής Βόιτσεχ Γκοσόφσκι, ο οποίος ήταν προσωπικός φίλος του Γκμοχ, του πρότεινε τον Καζίμιερζ Κμιέτσικ.

Ο Πολωνός προπονητής φυσικά και γνώριζε τον 31χρονο συμπατριώτη του, καθώς είχε συμμετάσχει ήδη από το 1974, σε ηλικία 23 χρονών, στο Παγκόσμιο Κύπελλο και είχε αναδειχθεί 4 φορές πρώτος σκόρερ στο εγχώριο πρωτάθλημα με τη Βίσλα.

Εντούτοις, ο Γκμοχ είχε αμφιβολίες για την ποιότητά του, αφ’ ενός μεν επειδή έβαζε «εύκολα» γκολ αφ’ ετέρου δε λόγω της προκατάληψής του πως οι ποδοσφαιριστές από την Κρακοβία είχαν ένα αγωνιστικό στυλ που δεν του ταίριαζε.

Μάλιστα, όταν ήταν ο εκλέκτορας της εθνικής Πολωνίας δεν τον κάλεσε στο Παγκόσμιο του 1978, εν τέλει όμως δέχθηκε να τον δοκιμάσει στην ΑΕΛ και σύντομα κατάλαβε πως τον είχε αδικήσει.

Σε διάστημα 2,5 ετών, ο Κμιέτσικ σκόραρε 33 φορές (3 εξ αυτών σε ευρωπαϊκές διοργανώσεις) και κατέκτησε το Κύπελλο του 1985, σημειώνοντας μάλιστα το δεύτερο «βυσσινί» γκολ επί του ΠΑΟΚ στον τελικό.

Μέχρι και σήμερα θεωρείται ένας από τους πιο επιτυχημένους ξένους ποδοσφαιριστές στην ομάδα της Λάρισας, ενώ όλοι τον θυμούνται με αγάπη και νοσταλγία.

 

Τόνι Σαβέβσκι (Δεκέμβριος 1988, ΑΕΚ)

Ο Τόνι Σαβέβσκι ήρθε από τη Βαρντάρ Σκοπίων στην ΑΕΚ του Ντούσαν Μπάγεβιτς μεσούσης της σεζόν 1988-89, ενώ από την αρχή ξεχώρισε για την τεχνική του κατάρτιση και την τακτική προσαρμοστικότητά του.

Μάλιστα, η μεταγραφή του βοήθησε σημαντικά την «Ένωση» να κατακτήσει το πρωτάθλημα λίγους μήνες αργότερα, με το μεγάλο διπλό επί του Ολυμπιακού χάρη στο γκολ του Τάκη Καραγκιοζόπουλου.

Ο Σαβέβσκι ήταν οπωσδήποτε ένα από τα πιο πολύτιμα γρανάζια στην dream team των αρχών της δεκαετίας του 1990, κατακτώντας τρία ακόμα πρωταθλήματα (1992, 1993, 1994).

Παρέμεινε στην ΑΕΚ μέχρι το καλοκαίρι του 2001, όταν κρέμασε τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια σε ηλικία 38 χρονών, υπηρετώντας στη συνέχεια και από άλλα πόστα (ακαδημίες, τμήμα σκάουτινγκ) τον σύλλογο της καρδιάς του.

Συνολικά, κατέγραψε 434 εμφανίσεις με 58 γκολ σε όλες τις διοργανώσεις, συνεισφέροντας τα μέγιστα σε 9 τίτλους των «κιτρινόμαυρων» (εκτός από τα 4 πρωταθλήματα, το παλμαρέ του περιλαμβάνει 3 Κύπελλα και 2 Super Cup με την ΑΕΚ).

Πιο σημαντικό εκτός συνόρων γκολ με την «Ένωση» ήταν, αναμφίβολα, εκείνο στην έδρα της Ρέιντζερς, καθώς σφράγισε την παρθενική πρόκριση ελληνικής ομάδας σε φάση ομίλων του Champions League (1994-95).

Σε έναν ιδιαίτερα απαιτητικό όμιλο απέναντι στους μετέπειτα φιναλίστ (Μίλαν, Άγιαξ) και τη Ζάλτσμπουργκ, ο Σαβέβσκι σημείωσε άλλα δυο τέρματα, ανοίγοντας το σκορ στις ήττες με 1-2 από τον Άγιαξ στη Νέα Φιλαδέλφεια και 2-1 από τη Μίλαν στην Τεργέστη.

 

Κριστόφ Βαζέχα (Δεκέμβριος 1989, Παναθηναϊκός)

Ήρθε στην Ελλάδα για τον Παναθηναϊκό ως άγνωστος, όχι λόγω των επιδόσεών του, αλλά εξαιτίας της αργής ταχύτητας με την οποία τότε ταξίδευαν τα νέα.

Όσα γνώριζαν για εκείνον οι ρεπόρτερ της ομάδας ήταν η ηλικία (25 ετών), το γεγονός ότι την περασμένη χρονιά είχε αναδειχθεί πρώτος σκόρερ του πολωνικού πρωταθλήματος με τη Ρουχ Χόρζοφ (24 γκολ) και τα καλά λόγια που είχε πει ο Καζίμιερζ Γκόρσκι για εκείνον στον Γιώργο Βαρδινογιάννη.

Ο πρώτος αγώνας του Κριστόφ Βαζέχα ήταν μία «λευκή» ισοπαλία με την ΑΕΚ τον Δεκέμβριο του 1989, όταν δεν πρόλαβε να δείξει το «φονικό» επιθετικό του ένστικτο.

Πάντως, ο Στέλιος Μανωλάς, σε συνέντευξή του αργότερα, δήλωσε ότι κατάλαβε αμέσως πως επρόκειτο για έναν εξαιρετικό επιθετικό που θα τους δημιουργούσε προβλήματα στο μέλλον. Και δικαιώθηκε.

Ο Πολωνός επιθετικός αγωνίστηκε επί 15 συναπτά έτη στον Παναθηναϊκό, οι επιδόσεις του παραμένουν μοναδικές και, πραγματικά, για τέτοιου βεληνεκούς παίκτες είναι προτιμότερα τα videos από τις λέξεις.

Εξάλλου είναι ο πρώτος ξένος σκόρερ στην ιστορία του ελληνικού πρωταθλήματος με 244 γκολ και πίσω μόνο από τον θρυλικό Θωμά Μαύρο στη συνολική λίστα των «κανονιέρηδων».

Αναδείχθηκε τρεις φορές αρχισκόρερ της σεζόν, ενώ κατέκτησε 5 πρωταθλήματα, 5 κύπελλα και κατέγραψε μία ιστορική πορεία μέχρι τα ημιτελικά του Champions League το 1995-96, με highlight το πλασέ του κόντρα στον Άγιαξ για το 0-1.

Επίσης, ήταν μέλος της ομάδας που έφτασε μέχρι τους «8» του Champions League το 2001-02 και του Κυπέλλου UEFA το 2002-03, ενώ συνολικά σκόραρε 25 φορές σε 63 ευρωπαϊκές συμμετοχές.

 

Βεριντιάνο Μαρσέλο (Ιανουάριος 1990, Ξάνθη)

Τον Δεκέμβρη του 1989 η πρωτάρα ακόμη στα μεγάλα σαλόνια Ξάνθη έκλεινε από τη Σάο Πάουλο έναν ποδοσφαιριστή που έμελλε να μετατραπεί σε έναν εκ των κορυφαίων της.

Ο Βεριντιάνο Μαρσέλο ήρθε τον Ιανουάριο του 1990 στην Ελλάδα και σε διάστημα ενός εξαμήνου, σκόραρε 12 φορές σε 21 αναμετρήσεις πρωταθλήματος.

Ο 23χρονος Βραζιλιάνος λατρεύτηκε άμεσα από το φίλαθλο κοινό της Ξάνθης και αυτό δεν άλλαξε, καθώς σε 6,5 σεζόν σημείωσε 75 γκολ στην Α’ Εθνική, αποτελώντας τον «αρχικανονιέρη» της ομάδας.

Το 1992-93 πραγματοποίησε την καλύτερη χρονιά του, αφού πέτυχε 24 γκολ και κατέλαβε την 3η θέση στον πίνακα των σκόρερ πίσω από τους Βασίλη Δημητριάδη και Κριστόφ Βαζέχα.

Μάλιστα, στις 10 Ιανουαρίου 1993 έγινε ο πρώτος ποδοσφαιριστής της Ξάνθης που σημείωσε «καρέ» σε αγώνα του ελληνικού πρωταθλήματος και, συγκεκριμένα, στην επιβλητική νίκη επί του Πιερικού με 8-2.

Το καλοκαίρι του 1996 υπέγραψε στην ΑΕΚ, όπου και αγωνίστηκε για μια διετία, προτού μεταπηδήσει στον ΑΠΟΕΛ και τελικά κλείσει την καριέρα του στην Κοζάνη το 2001.

 

Εμάνουελ Ολισαντέμπε (Ιανουάριος 2001, Παναθηναϊκός)

Ο «Μανώλης» κέρδισε τους ανθρώπους του Παναθηναϊκού, όταν το καλοκαίρι του 2000 τον παρακολούθησαν στους διπλούς αγώνες για τον 3ο προκριματικό γύρο του Champions League κόντρα στην Πολόνια Βαρσοβίας.

Συνεπώς, λίγους μήνες αργότερα, δηλαδή στη χειμερινή μεταγραφική περίοδο της σεζόν 2000-01, το «τριφύλλι» πλήρωσε τους Πολωνούς για να αποκτήσει τον γεννημένο στη Νιγηρία επιθετικό.

Ο Ολισαντέμπε, με τη σειρά του, κέρδισε τους φίλους του συλλόγου χάρη στα σπουδαία ευρωπαϊκά γκολ του, εκείνα που έκριναν το πρωτάθλημα του 2004 αλλά και αυτά απέναντι στον Ολυμπιακό.

Ένα από τα πιο αγαπημένα παιδιά της εξέδρας και μέλος μιας ιστορικής ομάδας με εκπληκτικές ευρωπαϊκές πορείες, σκόραρε συνολικά 36 φορές σε 111 συμμετοχές.

Κατά τη θητεία του στους «πράσινους», ο Ολισαντέμπε είχε και πολύ καλή παρουσία με την εθνική (ο πρώτος μαύρος διεθνής Πολωνός), σημειώνοντας 8 γκολ στα προκριματικά του Mundial 2002 αλλά και στην τελική φάση κόντρα στις ΗΠΑ.

 

Έκι Γκονσάλες (Ιανουάριος 2004, Παναθηναϊκός)

Ο Εσεκιέλ Γκονσάλες ήρθε στον Παναθηναϊκό τον Ιανουάριο του 2004 σε ηλικία 23 ετών από τη Ροσάριο, ως ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα του ποδοσφαίρου της Αργεντινής.

Ο περίφημος «Έκι» αναζητούσε μια δεύτερη ευκαιρία στα ευρωπαϊκά γήπεδα, έπειτα από το αποτυχημένο πέρασμά του στην Ιταλία με τη Φιορεντίνα.

Ύστερα από ένα σύντομο διάστημα προσαρμογής, ο Αργεντινός επιτελικός μέσος καθιερώθηκε στο βασικό σχήμα και με 5 γκολ σε 11 αγώνες έβαλε το λιθαράκι του στην κατάκτηση του «πράσινου» νταμπλ, το οποίο διέκοψε εμφατικά το σερί επτά πρωταθλημάτων του Ολυμπιακού.

Η σεζόν 2004-05 υπήρξε η πιο γεμάτη του «Έκι» στα ελληνικά γήπεδα, καθώς ήταν ο δημιουργικός πόλος του Παναθηναϊκού στη διεκδίκηση του πρωταθλήματος εντός συνόρων (δε στέφθηκε εν τέλει από επιτυχία) και κυρίως στο Champions League, με 3 γκολ στα 6 ματς της φάσης των ομίλων.

Το ντεμπούτο του στην κορυφαία διασυλλογική διοργάνωση ήταν ιδανικό, καθώς με one-man show του (δύο υπέροχα γκολ) ο Παναθηναϊκός νίκησε 2-1 τη Ρόσενμποργκ.

Έπειτα, στο 2-2 απέναντι στην Άρσεναλ, η εκπληκτική λόμπα του μνημονεύεται μέχρι σήμερα ως ένα από τα ομορφότερα γκολ ελληνικής ομάδας στον θεσμό.

Τα επόμενα χρόνια δεν κύλησαν το ίδιο ρόδινα για τον Αργεντινό «μαέστρο», ο οποίος ταλαιπωρήθηκε από αρκετά προβλήματα τραυματισμών και έχασε σχεδόν ολόκληρη τη σεζόν 2006-07, προδομένος από το γόνατό του, έπειτα από σοβαρή ζημιά σε φιλική αναμέτρηση με τον Απόλλωνα Σμύρνης.

Συνολικά, στα 4,5 χρόνια που παρέμεινε στο «τριφύλλι» προτού επιστρέψει στην αγαπημένη του Ροσάριο, ο «Έκι» σημείωσε 18 γκολ σε 97 εμφανίσεις, αποτελώντας όσο ήταν υγιής τον ηγέτη του.

 

Ζούλιο Σέζαρ (Ιανουάριος 2005, ΑΕΚ)

Το 2004-05 η ΑΕΚ διένυε μία δύσκολη περίοδο, με πολλά οικονομικά προβλήματα και τον 31χρονο πρώην σούπερ σταρ της ομάδας Ντέμη Νικολαΐδη στο τιμόνι της προεδρίας.

Παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες, η «Ένωση» είχε ξεκινήσει επιτυχημένα τις αγωνιστικές της υποχρεώσεις και βρισκόταν στις πρώτες θέσεις της βαθμολογίας.

Τον Ιανουάριο αναζήτησε μεσοεπιθετική ενίσχυση, επομένως στράφηκε στη λύση ενός 25χρονου Βραζιλιάνου που έπαιζε στη Ζιλ Βισέντε και κουβαλούσε εμπειρία από Champions League, αφού δύο σεζόν νωρίτερα είχε αγωνιστεί με τη Λοκομοτίβ Μόσχας.

Ο Ζούλιο Σέζαρ εκμεταλλεύτηκε τη ρήτρα του συμβολαίου του που του επέτρεπε να διαπραγματευτεί με ομάδες εκτός Πορτογαλίας και έγινε μέλος των «κιτρινόμαυρων».

Άρχισε άμεσα να δίνει στην ΑΕΚ αυτό που ζητούσε από εκείνον, δηλαδή δημιουργικότητα και την ικανότητα να διασπά τις αντίπαλες άμυνες.

Ο Σέζαρ αγωνίστηκε για 3,5 σεζόν στην Ελλάδα, συμμετείχε σε 123 αγώνες όλων των διοργανώσεων και σκόραρε 24 φορές, εκ των οποίων οι 4 στο Champions League του 2006-07.

Πιο σημαντικό του γκολ είναι, αδιαμφισβήτητα, το εκπληκτικό απευθείας φάουλ του απέναντι στον Ντίντα που έμελλε να δώσει μία ιστορική νίκη στην ΑΕΚ, κόντρα στη μετέπειτα νικήτρια της διοργάνωσης Μίλαν.

Αποχώρησε με συγκινητικό τρόπο το καλοκαίρι του 2008, λέγοντας ότι «δε θα ξεχάσω ποτέ την ΑΕΚ, θα είναι πάντα στην καρδιά μου και θα επιστρέψω μια μέρα».

Ο Σέζαρ μπορεί να μην επέστρεψε ποτέ, αλλά ακόμα και σήμερα η σχέση του με τον κόσμο της ομάδας διακατέχεται από αμφίδρομη αγάπη.

 

Τουμέρ Μετίν (Ιανουάριος 2008, ΑΕΛ)

Ο δεύτερος διεθνής Τούρκος, ύστερα από τον Ερόλ Μπουλούτ του Πανιωνίου, που αγωνίστηκε στα ελληνικά γήπεδα, έμελλε να γίνει ένας από τους πιο εμβληματικούς ποδοσφαιριστές στη σύγχρονη ιστορία της ΑΕΛ.

Ο Κώστας Πηλαδάκης πρόσθεσε άλλη μία ηχηρή μεταγραφή για την ομάδα του τον Ιανουάριο του 2008, αφού μετά τον Μάτσει Ζουράφσκι έφερε στη Λάρισα τον Τουμέρ Μερίν.

Ο 33χρονος άσος με την πλούσια θητεία σε Μπεσίκτας, Φενέρμπαχτσε, καθώς και στην εθνική Τουρκίας, βοήθησε τα μέγιστα τους «βυσσινί» με ιδιαίτερα κρίσιμα γκολ και εξαιρετικές επιθετικές ενέργειες.

Συνολικά σε Super League, Κύπελλο και Ευρώπη, ο Τουμέρ Μετίν κατέγραψε 80 συμμετοχές, οι οποίες συνοδεύθηκαν από 24 τέρματα και 11 ασίστ.

Υπήρξε ένας από τους ελάχιστους διασωθέντες της τραγικής σεζόν 2010-11 για την ΑΕΛ, όταν και υποβιβάστηκε έπειτα από έξι χρόνια στα μεγάλα σαλόνια.

Προσπάθησε ουσιαστικά μόνος του να κρατήσει τους «βυσσινί» στη Super League, αλλά παρά τα 8 γκολ και τις 3 ασίστ δεν το κατάφερε, με αποτέλεσμα να αποχωρήσει για την Κέρκυρα, όπου και έκλεισε την καριέρα του τον Δεκέμβριο του 2011.

 

Λίνο (Ιανουάριος 2009, ΠΑΟΚ)

Τον Ιανουάριο του 2009 ο ΠΑΟΚ απέκτησε ως ελεύθερο τον 31χρονο Λίνο, ο οποίος δεν είχε καθιερωθεί στην Πόρτο, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τον Φερνάντο Σάντος να ανάψει το «πράσινο φως» με κλειστά μάτια.

Μάλιστα, την ίδια μεταγραφική περίοδο ο «δικέφαλος» βρήκε ένα ακόμα «λαβράκι», τον πολυσύνθετο Γάλλο μέσο Ολιβιέ Σορλέν από τη Ρεν.

Ο Λίνο υπήρξε, αναμφίβολα, μια από τις κορυφαίες μετακινήσεις ελευθέρων παικτών στο ελληνικό ποδόσφαιρο, καθώς αναδείχθηκε σε ένα από τα καλύτερα αριστερά μπακ-χαφ.

Στον ΠΑΟΚ ο Βραζιλιάνος παρέμεινε για 5,5 χρόνια, κατέγραψε 220 συμμετοχές με 16 γκολ και 41 ασίστ, ενώ ξεχώρισε για τα διαρκή, ποιοτικά overlaps του και την ικανότητά του στις εκτελέσεις στημένων φάσεων.

Η κορυφαία εμφάνισή του στα ελληνικά γήπεδα επιτεύχθηκε στην εκτός έδρας νίκη με 2-0 επί του Παναθηναϊκού τη σεζόν 2011-12, δεδομένου ότι χρίστηκε σκόρερ και δημιουργός.

Εκείνη την αγωνιστική περίοδο ο Λίνο αποτέλεσε μέλος της καλύτερης 18άδας του πρωταθλήματος, ενώ την επόμενη χρονιά απέσπασε το βραβείο του πολυτιμότερου ποδοσφαιριστή του ΠΑΟΚ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στην τελευταία του εν Ελλάδι σεζόν (2013-14) σε ηλικία 36 ετών, ο Βραζιλιάνος κατέγραψε την κορυφαία επίδοση της καριέρας του σε ασίστ (7).

Ο Λίνο διατήρησε ρόλο βασικού και αναντικατάστατου σε μια ιδιαίτερα απαιτητική θέση, ακόμα και σε μια προχωρημένη ποδοσφαιρική ηλικία.

 

Χαβιέρ Κάμπορα (Ιανουάριος 2009, Άρης)

Το ταμπεραμέντο του ταίριαξε απόλυτα στο «Κλ. Βικελίδης» και τέσσερα χρόνια μετά την πρωτοκαθεδρία του στην Apertura της Αργεντινής εν έτει 2005, φανέρωσε ξανά το φονικό του ένστικτο στα ελληνικά γήπεδα.

Ο Χαβιέρ Κάμπορα αποκτήθηκε από τον Άρη τον Ιανουάριο του 2009 και παρά τις λίγες συμμετοχές του την πρώτη σεζόν, έδωσε άλλη πνοή στην επίθεση της ομάδας.

Με το πάθος και την εκτελεστική του δεινότητα, ο Αργεντινός αγαπήθηκε ιδιαίτερα από τους «κίτρινους», οι οποίοι είδαν στο πρόσωπό του έναν εξαιρετικό γκολτζή.

Στον 1,5 χρόνο που αγωνίστηκε με τη φανέλα του Άρη σε πρωτάθλημα και Κύπελλο, ο Κάμπορα σημείωσε 20 γκολ σε 46 αγώνες.

Κορυφαία του στιγμή, αναμφίβολα, τα δύο εντυπωσιακά γκολ επί του ΠΑΟΚ στην εντός έδρας νίκη με 2-0, κόντρα σε έναν αντίπαλο που διεκδικούσε τον τίτλο εκείνη τη χρονιά.

Ο Κάμπορα, ο οποίος θεωρείται ένας από τους καλύτερους επιθετικούς που φόρεσαν τη φανέλα του Άρη τα τελευταία χρόνια, έκλεισε την καριέρα του σε ηλικία 35 ετών στη Βέροια (2014-15).

 

Αλεκσάνταρ Πρίγιοβιτς (Ιανουάριος 2017, ΠΑΟΚ)

Τον Ιανουάριο 2017 ο ΠΑΟΚ απέκτησε έναντι 2.900.000 ευρώ τον Αλεκσάνταρ Πρίγιοβιτς, βασικό σέντερ φορ της Λέγκια Βαρσοβίας με 2 γκολ και 2 ασίστ σε 4 συμμετοχές στο Champions League εκείνης της σεζόν.

Αμέσως ο «Πρίγιο» απέδειξε ότι ήταν ο ιδανικός επιθετικός μες στο «κουτί», αφού βοήθησε σημαντικά τον «δικέφαλο» να κλείσει την ψαλίδα από τον πρωταθλητή Ολυμπιακό και να κατακτήσει το Κύπελλο Ελλάδος, πρώτο τίτλο του συλλόγου μετά από 14 χρόνια.

Η σεζόν 2017-18 ήταν ακόμα καλύτερη για τον Σέρβο επιθετικό, ο οποίος αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ σε πρωτάθλημα (19 γκολ) και Κύπελλο Ελλάδος (6 γκολ).

Παράλληλα, ο Σέρβος επιθετικός προσέθεσε ακόμα 6 γκολ στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις και, βέβαια, κατέκτησε ένα ακόμα Κύπελλο με τον ΠΑΟΚ.

Το πρώτο εξάμηνο της σεζόν 2018-19, ο Πρίγιοβιτς ήταν ακόμα πιο «καυτός» με 12 γκολ σε 15 ματς στις εγχώριες διοργανώσεις και στη χειμερινή μεταγραφική περίοδο ήρθε μια μυθική πρόταση από την Αλ Ιτιχάντ της Σαουδικής Αραβίας.

Δεν μπορούσε να αρνηθεί ούτε ο ίδιος ούτε ο σύλλογος αυτά τα 10.000.000 ευρώ, με αποτέλεσμα να παραχωρηθεί και να μη μείνει μέχρι το τέλος μιας χρονιάς που ο ΠΑΟΚ κατέκτησε το πρώτο νταμπλ της ιστορίας του.

Συνολικά, στη διετία που παρέμεινε στα ελληνικά γήπεδα, ο «Πρίγιο» κατέγραψε 86 συμμετοχές με 55 γκολ, ενώ σκόραρε μια φορά ανά τρεις τελικές προσπάθειες εντός περιοχής.

Αγαπημένος του αντίπαλος υπήρξε ο Παναθηναϊκός, εναντίον του οποίου ο Σέρβος επιθετικός σημείωσε 5 τέρματα σε ισάριθμα παιχνίδια, με κορυφαία του εμφάνιση το άνετο 0-3 (2 τέρματα) στο ΟΑΚΑ τη σεζόν 2017-18.

 

Υ.Γ. Η τελική 11άδα επιλέχθηκε έπειτα από ψηφοφορία των τριών παιδιών που απαρτίζουν το «Κάθε Κυριακή». Τη λίστα στελεχώνουν όσοι ποδοσφαιριστές έλαβαν τουλάχιστον δύο ψήφους. Από μία ψήφο πήραν οι: Γενάντι Λιτόβτσενκο (Δεκέμβριος 1990, Ολυμπιακός), Φερνάντο Μπελούστσι (Ιανουάριος 2008, Ολυμπιακός), Μάτσει Ζουράφσκι (Ιανουάριος 2008, ΑΕΛ), Στέφανο Ναπολεόνι (Ιανουάριος 2009, Λεβαδειακός), Σέρχιο Αραούχο (Ιανουάριος 2017, ΑΕΚ).

 

*** Για περισσότερες σπορ ιστορίες LIKE στη σελίδα «Κάθε Κυριακή» στο Facebook και FOLLOW στο Instagram ***

 

*** Διαβάστε ΕΔΩ τα αφιερώματα της σελίδας «Κάθε Κυριακή» στο Sport-Retro.gr ***

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...