Ο συνδετικός κρίκος του «8-2» με το «Γουέμπλεϊ» και μία μοναδική… ξενάγηση στη Λεωφόρο

1η Ιουνίου – 2α Ιουνίου: Δύο ημερομηνίες-σταθμοί για τον Παναθηναϊκό. Με απόσταση 41 ετών. Την 1η Ιουνίου 1930 καταγράφηκε η μεγαλειώδης νίκη επί του Ολυμπιακού με 8-2, τη 2α Ιουνίου 1971 το αποκορύφωμα της ανεπανάληπτης πορείας στο Κύπελλο Πρωταθλητριών με τον τελικό στο «Γουέμπλεϊ».

Ειδικά το δεύτερο χρονικά γεγονός εορτάστηκε με κάθε επισημότητα φέτος, αφού συμπληρώθηκε ο συμβολικός αριθμός των 50 ετών.

Αναζητώντας μία σύνδεση μεταξύ των δύο αυτών μοναδικών στιγμών για τον Παναθηναϊκό, η βοήθεια ήρθε από έναν ποδοσφαιριστή της γενιάς του 1971, τον Γιώργο Ροκίδη, ο οποίος πέραν της σεμνότητας και της παθολογικής αγάπης για τον σύλλογο, διαθέτει και ένα αξιόλογο μνημονικό.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο βετεράνος άσος του «τριφυλλιού» και εκ των επικεφαλής των παλαιμάχων δίνει τα φώτα του στο Sport-Retro.gr. Λίγους εμπιστεύεται. Κι αυτό αποτελεί παράσημο για τη ρετρό αθλητική ιστοσελίδα της χώρας.

Μία συνέντευξη-αφιέρωμα που δημοσιεύεται πέντε ημέρες μετά την 1η Ιουνίου, τέσσερις μετά τη 2α Ιουνίου και ακριβώς 43 χρόνια μετά το «φευγιό» του θρυλικού Άγγελου Μεσσάρη.

***

Το κουβάρι της ιστορίας ξετυλίγεται από την Κωνσταντινούπολη και το Αιγάλεω, προτού εδραιωθεί στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας και κορυφωθεί στο «Γουέμπλεϊ».

Πριν αρχίσετε να διαβάζετε θα πρέπει να γνωρίζετε το εξής: Οι ιστορίες είναι αρκετές και με πολλές λεπτομέρειες. Περιλαμβάνουν δεκάδες πληροφορίες από άλλες εποχές, με επίκεντρο το σημερινό «Απ. Νικολαΐδης». Και, πάνω απ’ όλα, πρόκειται για ένα αφιέρωμα που ξεχειλίζει από Παναθηναϊκό. Πραγματικό, ατόφιο Παναθηναϊκό.

«Ήμουν φαν της ομάδας του Παναθηναϊκού. Είχα συνδέσμους με το «τριφύλλι». Ο παππούς ο Μανώλης ήταν ταπετσέρης και είχε οικονομική ευμάρεια. Έπαιρνε τον γιο του και πατέρα μου, τον Κλεάνθη, για δουλειές. Έρχονταν από την Κωνσταντινούπολη στην Αθήνα για να παραδώσουν ή να προμηθευθούν εμπορεύματα, αλλά αντί να βλέπουν την Ένωση, όπως προτιμούσαν να αποκαλούν τότε την ΑΕΚ, πήγαιναν να δουν τον Παναθηναϊκό», λέει αρχικά ο Γιώργος Ροκίδης.

Πολλοί πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη και άλλα μέρη της Μικράς Ασίας κατοικούσαν στο Αιγάλεω, εξ ου και η σύνδεση της τοπικής ομάδας με την ΑΕΚ, η οποία αποκτούσε τα μεγαλύτερα ταλέντα της περιοχής, όπως ο Στέλιος Σεραφείδης, ο Μίλτος Παπαποστόλου, ο Μανώλης Κανελλόπουλος, ο Γιάννης Μαρδίτσης ή ο Σόφος Κουλίδης.

Παράλληλα, από τον πάγκο του «Σίτι» πέρασαν θρυλικές μορφές της «Ένωσης», όπως ο Τρύφων Τζανετής, ο Γιώργος Σίμος από τη Νάξο που του έμεινε το όνομα «Μάγειρας» γιατί είχε μαγειρείο, ο Χρήστος Ρίμπας ή ο Λεφτέρ.

O Γιώργος Ροκίδης δεξιά πανηγυρίζει με τη φανέλα του Αιγάλεω

 

Λεωφόρος… αγάπης

Η πρώτη επαφή του Γιώργου Ροκίδη με το γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας έγινε σε ηλικία μόλις 5 ετών εξαιτίας ενός… ειδυλλίου: «Ο θείος μου ο Βύρων, αδερφός του πατέρα μου, είχε αρραβωνιαστεί τη, μετέπειτα θεία μου, Αγγελική. Τότε εκείνος ήταν στρατιώτης κι εκείνη δούλευε. Συναντήθηκαν στη θύρα 4 του γηπέδου της Λεωφόρου και ήθελαν να δώσουν ένα φιλί στα κρυφά. Άλλες εποχές τότε, όπως ξέρετε. Ήταν καθημερινή, γύρω στις 17:00, δεν υπήρχε άνθρωπος μέσα, αλλά ούτε είχε ιδιαίτερη κίνηση έξω στους δρόμους. Μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για 1950-1951, εκεί κάπου.

Μου είπε, λοιπόν, ο θείος μου για να απομακρυνθώ λίγο και να μείνει μόνος με τη θεία: ‘Αυτό το γήπεδο ξέρεις τι είναι;’ Του δίνω αρνητική απάντηση. Μου λέει ‘αυτό είναι το σπουδαιότερο γήπεδο της Ελλάδας’. Με το που μου το είπε, με πιάνει μία ταχυκαρδία. ‘Αν πας ευθεία σε εκείνη την τελευταία πόρτα, έχει τρύπες και μπορείς να δεις μέσα’, συνέχισε να μου λέει.

Πάω προς τη θύρα 2. Εκεί είχαν ένα λουκέτο με μία χοντρή αλυσίδα και η τρύπα ήταν μεγαλύτερη. Είδα τα γκολπόστ που βρίσκονται μπροστά στη θύρα 13. Το «σχέδιο» του θείου πέτυχε! Με μαγνήτισε το γήπεδο. Εκείνη την εποχή ήταν ακόμη «ξερό» και κακοτράχαλο.

Εκεί που είναι σήμερα το βενζινάδικο πάρκαραν όλα τα τροχοφόρα του Δήμου Αθηναίων. Υπήρχε μια πόρτα στο κόρνερ μεταξύ του γηπέδου και του στενού για να μπαίνει η υδροφόρα και να βρέχει τον αγωνιστικό χώρο πριν από τα ματς ή στα ημίχρονα. Ο οδηγός λεγόταν Ζαχαρίας ή Ζαμπέτας. Μάλιστα, με το νερό που έριχνε στον αγωνιστικό χώρο, πολλές φορές σχημάτιζε το τριφύλλι».

Ο Γιώργος Ροκίδης έγινε γνωστός στο φίλαθλο κοινό της χώρας μέσω του Α.Ο. Αιγάλεω, το γήπεδο του οποίου δεν είχε προδιαγραφές για να φιλοξενήσει αγώνες επιπέδου Α’ Εθνικής.

Επομένως, την πρώτη χρονιά έδινε τα εντός έδρας παιχνίδια στη Νέα Φιλαδέλφεια, τη δεύτερη στη Ριζούπολη και την τρίτη στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, τον «ιερό ναό του αθλητισμού», όπως αποκαλούσαν τότε το γήπεδο του Παναθηναϊκού.

«Εκτός από έδρα της Εθνικής ομάδας, εκείνη την εποχή η Λεωφόρος φιλοξενούσε σημαντικά ματς του Ολυμπιακού ή της ΑΕΚ, όπως για παράδειγμα τα φιλικά με τη Σάντος», υπενθυμίζει ο Γιώργος Ροκίδης.

 

Ο Θανάσης με τις γάτες και ο επιστήμονας που σέρβιρε τσάι

Πολύς κόσμος παρακολούθησε το συγκλονιστικό ντοκιμαντέρ της ΠΑΕ Παναθηναϊκός και τα δεκάδες αφιερώματα των ελληνικών Μέσων (σ.σ. όλα ήταν υπέροχα) στο έπος του «Γουέμπλεϊ».

Μέσω του Sport-Retro.gr και, βέβαια, χάρη στον Γιώργο Ροκίδη, θα έχετε την ευκαιρία στις παρακάτω αράδες να μάθετε περισσότερα στοιχεία για προγενέστερες φουρνιές της ομάδας και το γήπεδο της Λεωφόρου, προτού καταλήξετε στον συνδετικό κρίκο του 1930 με το 1971.

«Στη Λεωφόρο άρχισα να έρχομαι σε μεγαλύτερη επαφή με παναθηναϊκούς αυλικούς, παράγοντες και δημοσιογράφους. Υπήρχε ένα προσιτό μπαρ από την εσωτερική πλευρά των θυρών 9-10, που όλοι σύχναζαν όταν τελείωναν οι αγώνες. Το δούλευαν δύο άνθρωποι.

Ο ένας ήταν ο Θανάσης, ένας ηλικιωμένος και βραχύσωμος άνδρας που τάιζε και πότιζε γάτες. Είχε μανία με δαύτες. Ο άλλος ήταν ο Νότης Αφεντάκης. Σωματώδης τόσο εκείνος όσο και ο γιος του που σέρβιρε τσάι, κέικ κ.τ.λ. Ο «παναθηναϊκάκιας» γιος του δούλευε και παράλληλα σπούδαζε, ώσπου σήμερα είναι νευρολόγος στο «Γεννηματάς». Ένας άξιος άνθρωπος που τότε βιοποριζόταν και στην πορεία εξελίχθηκε σε επιστήμονα», εξιστορεί ο κ. Ροκίδης.

-Ποιοι ποδοσφαιριστές του Παναθηναϊκού θεωρούνταν θρύλοι για τη δική σας γενιά;

«Πολλοί, ποιον να πρωτοπεί κανείς; Είχαν πολλά ευτράπελα κι έκαναν πλάκες μεταξύ τους, αλλά στον αγώνα άλλαζαν τελείως. Ο Γιάννης Παπαντωνίου, ο επονομαζόμενος «δάσκαλος». Παικταράς που διαφέντευε, δεν τσαντιζόταν ποτέ και ήταν πάντα χαμογελαστός. Αριστερών φρονημάτων.

Σε «έτρωγε» με το χαμόγελο, όπως έλεγαν οι παλιοί. Δεν χτύπαγε ποτέ τον αντίπαλο. Ακόμα κι αν του «κόλλαγε» κανένας, εκείνος παρέμενε ψύχραιμος και δεν έχανε το χαμόγελό του, όμως μετά από λίγο ο… νταής έβγαινε με φορείο! Είχε βρει έναν τρόπο να «γυρίζει» τους αστραγάλους των αντιπάλων χωρίς να το παίρνει κανείς χαμπάρι. Τους άφηνε εκτός δράσης για 2-3 μήνες. Έπρεπε να περάσει μεγάλο διάστημα για να τον καταλάβουν και να πουν ‘μην τα βάζετε με τον Παπαντωνίου, θα σας βγάλει νοκ-άουτ’.

Λάκης Σοφιανός

Λάκης Σοφιανός. Η φιγούρα του και μόνο έφτανε. Είχε ένα περπάτημα που δεν το έχω ξαναδεί μέχρι σήμερα. Είτε ήσουν δημοσιογράφος, είτε παράγοντας, είτε εκκολαπτόμενος άσος, μόλις έβλεπες αυτόν τον παίκτη δεν μπορούσες να βγάλεις τα μάτια σου από πάνω του.

Μια φορά είχε βάλει το σωβρακάκι, τις κάλτσες και τα παπούτσια. Είχε παρατήσει το πουκάμισο με τη γραβάτα και πήγε να βγει σχεδόν γυμνός από την καταπακτή. Έκαναν πλάκες κι εκείνοι κι εμείς αργότερα.

Γιάννης Νεμπίδης. Ο φωνακλάς από το Παγκράτι. Ο «καουμπόι», όπως τον αποκαλούσαν. Αν ήθελε να χτυπήσει αντίπαλο, τον έπαιρναν χαμπάρι από την… Πατησίων. Ενώ ο άλλος, ο Παπαντωνίου, ήταν… χειρουργείο. Δεν τον καταλάβαινε κανείς. Γνώρισα πολλές μορφές και σε βάθος, διότι ήμουν γητευτής του ποδοσφαίρου από τα σπλάχνα μου».

 

Περπατώντας μετά το μπαρ

Προτού γίνει μία απαραίτητη αναφορά στις «παλιοσειρές», ορισμένους δηλαδή εξ αυτών που αγωνίστηκαν πριν από τη γενιά του Μπόμπεκ και του «Γουέμπλεϊ», η «ξενάγηση» είχε σταματήσει στο μπαρ του Θανάση και του Νότη.

Ο κ. Ροκίδης, έπειτα από μια στάση για ένα ουισκάκι γεμάτο αναμνήσεις, σηκώνεται από την καρέκλα και συνεχίζει να «προχωρά» στα έγκατα του θρυλικού γηπέδου.

«Ύστερα από το μπαρ, στο δεξί μας χέρι, υπήρχε μια πόρτα που έμπαινες στα άδυτα των αποδυτηρίων. Στο χωλ μέσα δεξιά βρισκόταν η αίθουσα τροπαίων και αριστερά υπήρχε μια άλλη πόρτα. Ανοίγοντάς την, έβλεπες αμέσως στα δεξιά τα αποδυτήρια των αντιπάλων και στα αριστερά των διαιτητών. Ενδιάμεσα και δεξιά υπήρχαν μεγάλοι καθρέφτες για να χτενίζουμε τα μαλλιά μας.

Τελευταία αποδυτήρια, κάτω-κάτω δεξιά, ήταν εκείνα του Παναθηναϊκού. Μόλις έβγαινες, η μία πόρτα δεξιά στο χωλ σε παρέπεμπε σε τρία μεγάλα ντουζ, το καθένα εκ των οποίων περιελάμβανε 12 ντουζιέρες. Τα πλακάκια ήταν άσπρα και είχαν μία… γαρνιτούρα πράσινη με τριφύλλια.

Επίσης κάτι, ας το πούμε αξιοπερίεργο, που είχε ο Παναθηναϊκός και οι αντίπαλοι κοίταζαν με δέος εκείνη την εποχή ήταν το εξής: Οι παίκτες του έβγαιναν με κάτι μεγάλα πράσινα μπουρνούζια και διέσχιζαν το χωλ που ήταν 2,5-3 μέτρα. Επίσης, φορούσαν κάτι ξύλινα τσόκαρα με δέρμα από πάνω για να τους κρατάει τα πόδια. Πρόλαβα και τα φόρεσα. Είχα το δικό μπουρνούζι, τα δικά μου τσόκαρα, τη δική μου πράσινη πετσέτα.

Γύρω στα 1964 σταμάτησε να πλένει τις εμφανίσεις και τα σώβρακα η κ. Μαρία με την μπουγάδα και τη σκάφη. Κι αυτό γιατί η ομάδα απέκτησε πλυντήρια. Στεγνωτήρια πάντως δεν υπήρχαν, οπότε τα άπλωνε στις σιδεριές η κ. Μαρία, η σύζυγος δηλαδή του επιστάτη Θανάση Νίκαινα, που κατοικούσαν σε ένα δωμάτιο μες στο γήπεδο. Προπονούμασταν με φόντο τις απλωμένες εμφανίσεις και τα σώβρακα που θα φοράγαμε ξανά την Κυριακή.

Επίσης, εκτός από το νούμερο της φανέλας που δεν μπορούσε να αλλάξει, είχες και το δικό σου σώβρακο πάνω στο οποίο πολλές φορές γράφαμε τα αρχικά μας για να τα ξεχωρίζουμε. Μιλάμε για τέτοιες εποχές. Εγώ π.χ. πήρα το σώβρακο του Ανδρέα Παπαεμμανουήλ όταν έφυγε από την ομάδα.

Επιφορτισμένος με αυτά ήταν ο Παναγιώτης Μεταξωτός, ο οποίος έπρεπε να αναφέρει όταν αχρηστευόταν μία εμφάνιση για να παραγγείλει άλλη η ομάδα. Η δε αχρηστευμένη δεν πεταγόταν, αλλά επιστρατευόταν για την προπόνηση. Όταν χανόταν μία φανέλα, ακόμα και μετά από μία μεγάλη νίκη πάνω στους πανηγυρισμούς, γινόταν θέμα. Να πούμε επίσης πως όταν στο ποδόσφαιρο δεν επιτρέπονταν αλλαγές, αγοράζαμε 13-14 εμφανίσεις. Αργότερα που επετράπησαν οι αλλαγές, αυξήθηκαν και οι εμφανίσεις».

 

Μιχάλης Βασιλείου: Μια ζωή στον Παναθηναϊκό

Μιχάλης Βασιλείου

Ένα από τα βασικά στελέχη της ομάδας που «έβαλε οκτώ» ήταν ο Μιχάλης Βασιλείου, ένας σκληροτράχηλος αμυντικός που χρησιμοποιούσε και τα δύο πόδια.

Το παρατσούκλι του από τα 20s ήταν «Ζοζεφίνα», λόγω του μελαψού χρώματος και του κατσαρού μαλλιού, όπως η… Ζοζεφίν Μπέικερ, η περίφημη Αμερικανίδα καλλιτέχνιδα που στα 31 πολιτογραφήθηκε Γαλλίδα.

Μέσω του Γιώργου Ροκίδη, ακολουθεί η μαρτυρία του Μιχάλη Βασιλείου που, πιθανώς, βλέπει για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας.

«Ο Γιόζεφ Κιούνσλερ ήταν πολύ μεγάλος προπονητής για την εποχή του. Ήταν δίκαιος. Έμενε σε δωμάτιο στη Λεωφόρο κι έκανε παρέα με το ζεύγος Νίκαινα. Τρέφονταν συχνά με ρέγκα, έτρωγαν από το τσουκάλι, έπιναν κρασί… Ο Παναθηναϊκός ήταν πολύ-πολύ μπροστά τότε». Το τελευταίο το έλεγε τόσο ο προπονητής της ομάδας του 1930 όσο και ο Βασιλείου.

Ο Γιώργος Ροκίδης παραθέτει το προφίλ του Μιχάλη Βασιλείου και εξηγεί γιατί γνωρίζει τόσα πολλά για εκείνον: «Όταν τελείωσε την ποδοσφαιρική του καριέρα έπιασε δουλειά στο περίφημο κατάστημα αθλητικών ειδών «Κατράντζος». Φανέλες, κάλτσες, παπούτσια… Εποχή που όλα αυτά φτιάχνονταν χειροποίητα.

Έπειτα εργάστηκε ως τσαγκάρης στον Παναθηναϊκό. Είχε ένα ειδικό καρφί για τις σκάρες και με τη φαλτσέτα έκοβε το δέρμα, προκειμένου τα παπούτσια να έρθουν στο σωστό σημείο. Πρωτομάστορας ο Μιχάλης Βασιλείου σε όλα αυτά.

Ευγενέστατος, χαμηλών τόνων, χωρίς ιδιαίτερη πιθανότατα μόρφωση. Για να αρχίσω να μιλάω μαζί του, πέρασαν κάποια χρόνια. Γιατί ή σε συμπαθούσε και σου έβγαζε την καρδιά του ή δεν σε συμπαθούσε και σε αγνοούσε. Υπήρχαν 1-2 συμπαίκτες μου που τον πείραζαν κι εκείνος δεν ήθελε. Τους σταματούσα εγώ, το έβλεπε αυτός και κάποια στιγμή μου ανοίχτηκε.

Την εποχή που πήγα εγώ στον Παναθηναϊκό, εκεί 1963-1964, αποφασίστηκε να αφαιρεθούν οι σκάρες κάτω από τα παπούτσια και να μπουν δερμάτινες τάπες. Τις κάρφωνε στον πάτο ο Μιχάλης Βασιλείου, αλλά όταν έβρεχε, αυτές ξεκολλούσαν. Επομένως, επικράτησαν η «Adidas» και η «Puma», οι οποίες έφερναν παπούτσια από τη Γερμανία.

Ο Μιχάλης Βασιλείου βγήκε, λοιπόν, από το εσωτερικό των αποδυτηρίων και πήγε στην πόρτα μετά το μπαρ που λέγαμε προηγουμένως, η οποία οδηγούσε στα αποδυτήρια. Ο νέος του ρόλος ήταν να μην περνούν στα ενδότερα όσοι δεν είχαν σχέση με τον αγώνα. Είχε τον τρόπο του να κερδίζει τον σεβασμό, χωρίς φωνές και ακρότητες.

Όσο βρισκόμουν εγώ στον Παναθηναϊκό, δηλαδή μέχρι τον Ιούλιο του 1972, παρέμενε κι εκείνος. Χαιρετηθήκαμε και δακρύσαμε, διότι ήταν και άνθρωπος με ευαισθησίες. Θυμάμαι ότι ήταν παντρεμένος με παιδιά, διότι το είχε αναφέρει στον Θανάση Αραβοσιτά, ο οποίος ήταν χρηματιστής και μέλος του Συμβουλίου της ομάδας».

 

Από το «8-2» στο «Royal Garden»

Σε διάφορους αγώνες της εποχής, αρχής γενομένης από τη σεζόν 1968-69 επί των ημερών του Χουάν Εντουάρντο Χόχμπεργκ, ο Παναθηναϊκός είχε παραταχθεί με τις φανέλες της ομάδας του 1930 για να τιμηθούν οι παίκτες που έβαλαν οκτώ στον Ολυμπιακό και τέσσερα στον Άρη, όπως έλεγε το σύνθημα.

«Έτσι ήταν οι φανέλες. Μοναδική τους διαφορά ότι δεν έχουν τις τρυπίτσες που περνούσε το σχοινάκι κάτω από τη λαιμόκοψη», είχε σχολιάσει ο αείμνηστος Μιχάλης Βασιλείου.

Από αριστερά: Δομάζος (ίσα που φαίνεται), Οικονομόπουλος, Αθανασόπουλος, Ροκίδης, Γραμμός, Καμάρας με την εμφάνιση προς τιμήν της ομάδας του 1930 (πηγή photo: Ανδρέας Οικονόμου)

 

Ο κ. Ροκίδης προσθέτει: «Πέραν του ήθους που τον διέκρινε, είχε τρομερή κρίση. Αν τυχόν σε εμπιστευόταν, σου μιλούσε με τα μάτια. Όταν εξέφραζε άποψη για κάποιον καινούργιο παίκτη, έλεγε ας πούμε ‘καλός είναι, αλλά δεν ταιριάζει στη φιλοσοφία του Παναθηναϊκού και δεν θα σταθεί ή δεν θα εξελιχθεί’. Κι έπεφτε μέσα».

Μία άγνωστη ιστορία στο ευρύ κοινό είναι ότι ο Μιχάλης Βασιλείου είχε συμπεριληφθεί τιμής ένεκεν στην αποστολή της ομάδας για το Λονδίνο και τον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών με τον Άγιαξ!

«Του το φυλούσαν για έκπληξη. Τον πήραν για να αισθανθεί κι εκείνος το μεγαλείο του «Γουέμπλεϊ». Εγώ ήμουν εγχειρισμένος και μου είχαν κόψει τα ράμματα καμιά 10αριά μέρες πριν από το ταξίδι. Για την ακρίβεια με είχε αναλάβει ο χειρουργός στην κλινική «Κυανούς Σταυρός» στην πλατεία Μαβίλη, παράγοντας και ένθερμος υποστηρικτής της ομάδας Μάκης Ιθακήσιος.

Στο ξενοδοχείο «Royal Garden», λοιπόν, μοιραζόμουν το ίδιο δωμάτιο με τον Μιχάλη Βασιλείου! Όταν φύγαμε με τον Βίκτωρα Μητρόπουλο για ένα μισάωρο με το ρολόι (λεπτομέρειες της ιστορίας υπάρχουν σε αυτό το βιβλίο), εκείνος κατέθεσε τη μαρτυρία του. ‘Ο Ροκίδης έφυγε (σ.σ. στο περίπου οι ώρες) στις 23.00 και στις 23.30 ήταν πίσω’. Αυτό είπε όταν αντιλήφθηκε το σούσουρο που έγινε και είχε ως αποτέλεσμα να μας γυρίσουν πίσω».

Τι θυμάται ο κ. Ροκίδης για επίλογο: «Όταν συνταξιοδοτήθηκε, οι Απόστολος Νικολαΐδης και Λουκάς Πανουργιάς του είχαν δώσει μια ελευθέρας για να πηγαίνει μόνο τις Κυριακές. Αν δεν κάνω σοβαρό λάθος «έφυγε» από τη ζωή όταν βρισκόμουν στη Θεσσαλονίκη, δηλαδή μέσα προς τέλη δεκαετίας 1970».

***

Αυτή ήταν η ιστορία του Μιχάλη Βασιλείου. Πάνω απ’ όλα, όμως, αυτές ήταν μερικές από τις αμέτρητες ιστορίες που εκτυλίχθηκαν στο θρυλικό γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Από το 1930 στο 1971 και από εκεί στο «σήμερα». Λέμε συχνά «αν μπορούσαν να μιλήσουν οι τοίχοι αυτού του γηπέδου…». Mέσω τέτοιων θεμάτων γίνεται μια προσπάθεια να μιλήσουν.

Άγγελος Μεσσάρης: «Έφυγε» σαν σήμερα (6/6) το 1978

 

Παναθηναϊκός 1930: Σπύρος Υποφάντης, Δημήτρης Μπαλτάσης, Διομήδης Συμεωνίδης, Μιχάλης Βασιλείου, Στέφανος Πιερράκος, Κώστας Μπαλτάσης, Μίμης Πιερράκος, Άγγελος Μεσσάρης, Αντώνης Μηγιάκης, Κώστας Ανδρίτσος, Γιώργος Αργυράκης

 

Παναθηναϊκός 1971: Αριστείδης Καμάρας, Τάκης Οικονομόπουλος, Γιώργος Βλάχος, Γιάννης Τομαράς, Φραγκίσκος Σούρπης, Άνθιμος Καψής, Χάρης Γραμμός, Μίμης Δομάζος, Αντώνης Αντωνιάδης, Τότης Φυλακούρης, Κώστας Ελευθεράκης

 

Ο Γιώργος Ροκίδης δεύτερος από δεξιά μαζί με τους Μιχάλη Μπέλλη, Μήτσο Δημητρίου και Βίκτωρα Μητρόπουλο
Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...