Η προηγούμενη φορά του Βελγίου

To Βέλγιο έκανε την υπέρβαση, καθώς νίκησε τη Βραζιλία με σκορ 2-1 και προκρίθηκε στα ημιτελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου για πρώτη φορά μετά το 1986.

Με αφορμή αυτήν την ιστορική στιγμή, το Sport-Retro.gr θυμάται την προηγούμενη φορά που οι «κόκκινοι διάβολοι” έκαναν την υπέρβαση στην κορυφαία ποδοσφαιρική διοργάνωση του πλανήτη.

Το ημερολόγιο έδειχνε 25 Ιουνίου 1986 και στον ημιτελικό της διοργάνωσης του Μεξικού βρίσκονταν αντιμέτωπες η Αργεντινή και το Βέλγιο.

Οι «κόκκινοι διάβολοι» είχαν κάνει μία καταπληκτική πορεία μέχρι εκείνο το σημείο και, πλέον, τους χώριζαν μόλις 90 λεπτά από τον μεγάλο τελικό ή αλλιώς 90 λεπτά και ο Ντιέγκο Μαραντόνα.

Για ένα έθνος μόλις 11.000.000 ανθρώπων μία τέτοια μεγάλη αθλητική διάκριση δεν ερχόταν πολύ συχνά, συνεπώς ό,τι κι αν ήταν τελικά γραφτό να συμβεί σε εκείνα τα 90 λεπτά η ομάδα εκείνη είχε ήδη κερδίσει μία θέση στην καρδιά τους.

Το βελγικό ποδόσφαιρο εκείνη την εποχή γνώριζε μεγάλη ακμή και διέθετε ομάδες που πρωταγωνιστούσαν στην Ευρώπη.

Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 η Άντερλεχτ και η Κλουμπ Μπριζ είχαν δώσει το «παρών” σε ευρωπαϊκούς τελικούς, με την πρώτη μάλιστα να κατακτά δύο Κύπελλα Κυπελλούχων και ένα Κύπελλο UEFA.

H Κλουμπ, από την πλευρά της, υπό τις οδηγίες του θρυλικού Ερνστ Χάπελ, παραλίγο να στεφθεί Πρωταθλήτρια Ευρώπης το 1978, αλλά λύγισε στον τελικό κόντρα στη Λίβερπουλ.

Σε επίπεδο εθνικής ομάδας, επίσης, οι Βέλγοι είχαν διακρίσεις, αρχής γενομένης από την παρουσία στον τελικό του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος το 1980, όπου ηττήθηκαν από τη Δυτική Γερμανία με 2-1 στο «Ολίμπικο» της Ρώμης.

Εν συνεχεία, η αξιοπρεπής πορεία το 1982 στην Ισπανία με τις νίκες επί της Αργεντινής και του Ελ Σαλβαδόρ, προτού λυγίσουν στον όμιλο της β’ φάσης με Πολωνία και Σοβιετική Ένωση.

Ο Ζαν Μαρί Πφαφ παραλίγο να πνιγεί σε πισίνα πριν καταρρεύσει στο Μουντιάλ 1982

Επιπλέον, η εμφάνιση στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα της Γαλλίας το 1984, όταν η ήττα από τη Δανία άφησε τους Βέλγους εκτός ημιτελικής φάσης, είχαν δημιουργήσει προσδοκίες για την παρουσία στο επερχόμενο Παγκόσμιο Κύπελλο, όπου προκρίθηκαν με δραματικό τρόπο.

Η ομάδα των Κάτω Χωρών έμεινε στη 2η θέση του προκριματικού ομίλου του και έχασε την απευθείας πρόκριση στη διαφορά γκολ από την Πολωνία, εξαιτίας μίας αναπάντεχης εντός έδρας ήττας από την Αλβανία με 2-0.

Αυτή η εξέλιξη ανάγκασε τους Βέλγους να δώσουν αγώνες μπαράζ με αντίπαλο τη γειτονική, «μισητή” και, κυρίως, φιναλίστ των διοργανώσεων του 1974 και 1978 Ολλανδία.

Το 1-0 στο πρώτο ματς των Βρυξελλών με γκολ του Φράνκι Βερκότερεν έδινε μικρό προβάδισμα στους γηπεδούχους, οι οποίοι στον επαναληπτικό βρέθηκαν με την πλάτη στον τοίχο, προτού ο προερχόμενος από τον πάγκο Ζορζ Γκρουν μειώσει σε 2-1 και χαρίσει την πρόκριση στους «κόκκινους διαβόλους”.

Το 1986, υπό την καθοδήγηση του Γκι Τάις, το Βέλγιο πια διέθετε μία γενιά ποδοσφαιριστών ιδιαίτερα προικισμένων, όπως ο εμβληματικός τερματοφύλακας Ζαν-Μαρί Πφαφ, ο Γιαν Κέλεμανς και ο Έντσο Σίφο.

Ο Ζαν Μαρί Πφαφ αποτελεί έναν από τους κορυφαίους τερματοφύλακες στην ιστορία του ποδοσφαίρου, αν και δεν είναι τόσο διαφημισμένος όσο άλλοι συνάδελφοί του. Υπάρχουν φίλαθλοι που τον έχουν απολαύσει σε θεαματικές βουτιές με τη φανέλα της εθνικής Βελγίου και της Μπάγερν Μονάχου, ωστόσο υπάρχει και κόσμος που δεν τον γνωρίζει καν, τρεις δεκαετίες μετά από την αποχώρησή του από το προσκήνιο.

Το 1978 κατέκτησε το πρώτο τρόπαιο της καριέρας του, το κύπελλο, ενώ τη σεζόν 1978-1979 στέφθηκε πρωταθλητής Βελγίου, παίζοντας καθοριστικό ρόλο ώστε η Μπέβερεν, στο πρώτο πρωτάθλημα της ιστορίας της, να δεχθεί έξι γκολ λιγότερα από τη δεύτερη καλύτερη επίδοση της χώρας (24 σε 34 αγώνες έναντι 30 της Σταντάρ Λιέγης). Ο Πφαφ κατέκτησε το βραβείο του Κορυφαίου Βέλγου ποδοσφαιριστή του 1978 και η καριέρα του απογειώθηκε.

Ο Πφαφ είχε πάρει σπίτι του τα γάντια του βασικού στην εθνική Βελγίου, ως μέλος μιας άκρως ταλαντούχας γενιάς, με παίκτες όπως ο Φράνκι βαν ντερ Ελστ, ο Γιαν Κέλεμανς, ο Φράνκι Βερκότερεν και ο Έρικ Γκέρετς. Όταν, δε, οι «κόκκινοι διάβολοι» προκρίθηκαν στην τελική φάση του Μουντιάλ της Ισπανίας, παίρνοντας εκδίκηση από την Ολλανδία που αποκλείστηκε μετά από δύο σερί τελικούς, ο πήχης ανέβηκε ψηλά.

Το ίδιο καλοκαίρι, ο Πφαφ έκανε το μεγάλο βήμα και πήρε μεταγραφή στη Μπάγερν Μονάχου. Οι Βαυαροί έψαχναν επιτέλους τον διάδοχο του Ζεπ Μάιερ, ενός από τα είδωλα (μαζί με Λεβ Γιασίν και Γκόρντον Μπανκς) του Πφαφ, ωστόσο στην πρεμιέρα του στην Bundesliga, με ένα αστείο αυτογκόλ, ο Βέλγος δεν έδειξε ότι έχει ξεπεράσει όσα συνέβησαν στην Ισπανία.

Η προσαρμογή του, όμως, αποδείχθηκε γρήγορη και εξελίχθηκε σε έναν από τους κορυφαίους τερματοφύλακες του κόσμου. Με τους Βαυαρούς πανηγύρισε τρία σερί πρωταθλήματα από το 1985 μέχρι το 1987 και δύο κύπελλα, ενώ επέστρεψε άμεσα στη βασική ενδεκάδα της εθνικής ομάδας του.

Το 1986 στο Παγκόσμιο Κύπελλο το Βέλγιο πραγματοποίησε την καλύτερη πορεία της ιστορίας του, μέχρι τα ημιτελικά του τουρνουά, όπου το σταμάτησε μόνο ο Ντιέγκο Μαραντόνα. Μάλιστα, ο Πφαφ απέκτησε το παρατσούκλι «El Simpático», λόγω του μόνιμου χαμόγελού του.

 

Ψηλόλιγνος, με τις κάλτσες μονίμως κατεβασμένες, και έναν εξαιρετικό έλεγχο της μπάλας που ερχόταν σε αντίθεση με τη φυσική του κατάσταση, ο Γιαν Κέλεμανς αποτελούσε ένα ποδοσφαιρικό αίνιγμα, το οποίο οι αντίπαλες άμυνες αδυνατούσαν να αντιμετωπίσουν με ευκολία.

Ρέκοντμαν συμμετοχών (96) μέχρι πέρυσι, τις μισές εκ των οποίων ως αρχηγός, ο 61χρονος βετεράνος συμπεριλήφθηκε στους 125 κορυφαίους εν ζωή παίκτες, κατ’ επιλογή του Πελέ.

Λειτουργούσε σαν σκιέρ, υπό την έννοια ότι χρησιμοποιούσε τα γόνατά του για να αλλάζει ξαφνικά κατεύθυνση και να μπερδεύει τους αντίπαλους αμυντικούς.

Μία τέτοια… προσποίηση έκανε το καλοκαίρι του 1980, όταν σε ηλικία 23 ετών πήγε στο Μιλάνο, συμφώνησε με τη Μίλαν, έβγαλε φωτογραφίες με στελέχη της και μετά γύρισε στο Βέλγιο, όπου συνέχισε (και έκλεισε) την καριέρα του στην Κλουμπ Μπριζ!

Πανηγύρισε τρία πρωταθλήματα, δύο κύπελλα και έξι Super Cup Βελγίου, αναδείχθηκε φιναλίστ με την εθνική στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1980 και κατέλαβε την 4η θέση στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986.

Έριχνε ματιές προς την εστία, έψαχνε το γκολ και σε πολλές περιπτώσεις δικαιωνόταν, αν κρίνει κανείς από το γεγονός ότι έβαλε 121 σε 478 συμμετοχές στα πρωταθλήματα που αγωνίστηκε (Βέλγιο, Ιταλία, Γαλλία).

Ο Έντσο Σίφο ήταν η επιτομή του «δεκαριού» κατά τις δεκαετίες 1980 και 1990, κάλυπτε τη βραδύτητα με την εξαιρετική τεχνική του κατάρτιση και την ικανότητα στις μεταβιβάσεις.

Γιος μεταναστών, ο Βιντσέντσο αντιμετώπισε προβλήματα λόγω της καταγωγής του, ένα σύνηθες φαινόμενο για τα παιδιά που μεγάλωναν στο Βέλγιο στα 70s’, πολλώ δε μάλλον από τη στιγμή που πέρασαν 18 ολόκληρα χρόνια για να απαρνηθεί την ιταλική του ιθαγένεια.

Βέβαια, πολλοί μετάνιωσαν για τη συμπεριφορά τους απέναντί του, καθώς το 1986 αναδείχθηκε Κορυφαίος Νέος Παίκτης του Παγκοσμίου Κυπέλλου και δικαιώθηκε για την επιλογή του να μην ακολουθήσει τα βήματα του πατέρα του, ο οποίος εργαζόταν σε ορυχείο.

Υπήρχαν επίσης ο Στεφάν Ντεμόλ, ο οποίος πέρασε κι από την Ελλάδα ως παίκτης του Πανιωνίου και ως προπονητής σε Αιγάλεω, ΠΑΣ Γιάννενα, ο Έρικ Γκέρετς, ο Φράνκι Βερκότερεν

Η κλήρωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1986 έφερε το Βέλγιο στον 2ο όμιλο μαζί με τους οικοδεσπότες Μεξικανούς, την Παραγουάη και το Ιράκ.

Η ήττα στην πρεμιέρα από του διοργανωτές θεωρήθηκε φυσιολογική, καθώς πέρα από την ποιότητά τους, η ώθηση που έδινε στους γηπεδούχους το κοινό ήταν μεγάλη.

Η δύσκολη νίκη απέναντι στο Ιράκ με 2-1, σε ένα ματς με αρκετή ένταση, έφερε τους Βέλγους κοντά στην πρόκριση, την οποία τελικά πήραν ως καλύτεροι τρίτοι από τον όμιλο, έπειτα από μία ισοπαλία-θρίλερ με την Παραγουάη στο τελευταίο παιχνίδι.

Παρά την ταλαντούχα ομάδα που διέθεταν, οι αμυντικές τους αδυναμίες ήταν φανερές στους αγώνες που είχαν δώσει, οπότε μετά την πρόκριση στους «16» κανείς δεν περίμενε ότι θα μπορούσαν να φτάσουν πιο ψηλά από τη στιγμή που επόμενος αντίπαλος ήταν η ΕΣΣΔ.

Οι Σοβιετικοί είχαν προκριθεί ως πρώτοι από τον όμιλό τους με δύο νίκες απέναντι σε Ουγγαρία και Καναδά, ενώ είχαν «έρθει” ισόπαλοι με τη Γαλλία.

Σε έναν αγώνα όπου το χατ-τρικ του Ιγκόρ Μπελάνοφ, μετέπειτα νικητή της «Χρυσής Μπάλας” εκείνη τη σεζόν, δεν αποδείχτηκε αρκετό, το Βέλγιο κατέγραψε μία ακόμα έκπληξη, καθώς επικράτησε 4-3 στην παράταση μετά το 2-2 της κανονικής διάρκειας.

Ήταν ένα ματς που οι Σοβιετικοί είχαν έντονα παράπονα από τη διαιτησία, αφού ο Έρικ Φρέντρικσον κατακύρωσε το γκολ της ισοφάρισης του Κέλεμανς στο 76’, παρά το γεγονός ότι πιθανότατα βρισκόταν σε θέση οφσάιντ.

Ήταν, πάντως, ένας αγώνας με φοβερό ρυθμό και ανατροπές, με συνέπεια ο Μπράιαν Κλαφ που εκτελούσε χρέη σχολιαστή για την αγγλική τηλεόραση να δηλώσει: «Πάλευαν σε κάθε πλευρά και γωνία του γηπέδου και πραγματικά κανείς δεν φαινόταν ότι θα παραιτηθεί για κανένα λόγο».

Η νίκη αυτή έφερε ανάταση σε όλους τους Βέλγους, καθώς μία νίκη επί μιας τόσο καλής ομάδας όπως η ΕΣΣΔ σήμαινε ότι όντως είχαν ελπίδες για περισσότερες διακρίσεις.

Επόμενος αντίπαλος, πλέον, ήταν η Ισπανία, φιναλίστ του πρόσφατου Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος, η οποία είχε «διαλύσει» με 5-1 τη Δανία για να προκριθεί στα προημιτελικά.

Το 1-1 της κανονικής διάρκειας με τα γκολ του Κέλεμανς και του Χουάν Αντόνιο Σενιόρ, ο οποίος ισοφάρισε για τη «φούρια ρόχα” στο 84o λεπτό, δεν άλλαξε ούτε στην παράταση.

Στη διαδικασία των πέναλτι οι «κόκκινοι διάβολοι» νίκησαν και τις πέντε φορές τον Άντονι Θουμπιθαρέτα, ενώ ο Ζαν-Μαρί Πφαφ έγινε ο ήρωας της τελευταίας στιγμής με την απόκρουσή του στο χτύπημα του Ελόι και έστειλε την ομάδα στον ημιτελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου για πρώτη φορά στην ιστορία της.

Η Αργεντινή αποδείχθηκε ανυπέρβλητο εμπόδιο και παρά το γεγονός ότι οι Βέλγοι άντεξαν για ένα ημίχρονο, έπειτα ανέλαβε δράση ο Ντιέγκο Μαραντόνα, ο οποίος με δύο γκολ, στο 51’ και στο 63’ της αναμέτρησης, έβαλε τέλος στη μέχρι πρότινος καλύτερη πορεία τους στη διοργάνωση.

Μία πορεία που τους βρήκε να τερματίζουν στην τιμητική, αν μη τι άλλο, τέταρτη θέση μετά την ήττα από τη Γαλλία στον μικρό τελικό με 4-2 στην παράταση (2-2 κανονική διάρκεια).

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...