Βουλγαρία 1994: Η «τεσσάρα» στην Εθνική και το σκάνδαλο με τα ελληνικά παπούτσια

Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994 ήταν το πρώτο χωρίς το Σιδηρούν Παραπέτασμα να επικαλύπτει με πολιτικό μανδύα αγώνες μεταξύ χωρών που πρόσκειντο στους δύο πόλους του «Ψυχρού Πολέμου». Σημαδιακά ίσως, φιλοξενήθηκε από τον άτυπο νικητή του, τις ΗΠΑ, σε μία νέα προσπάθεια εγκαθίδρυσης στη βόρεια Αμερική ενός αθλήματος που έμοιαζε ξένο ως προς τον μέσο πολίτη της χώρας.

Ευρωπαίοι και Λατινοαμερικανοί, όμως, θα ταξίδευαν στα γήπεδα των Ηνωμένων Πολιτειών ώστε να διαδώσουν (ξανά) τα «μυστικά της μπάλας», λίγους μήνες πριν από την επανέναρξη του εγχωρίου πρωταθλήματος.

Δέκα χώρες από την Ευρώπη διέσχισαν τον Ατλαντικό, μία εκ των οποίων για πρώτη φορά με τη νέα… σημαία της, η Ρωσία. Άλλες δύο εξ αυτών, για πρώτη φορά χωρίς να βρίσκονται υπό την πολιτική επιρροή της Σοβιετικής Ένωσης, για πρώτη φορά έτοιμες να κλέψουν την παράσταση από την ΕΣΣΔ. Γι’ αυτό φρόντισαν οι δύο ηγέτες τους, ο Χρίστο Στόιτσκοφ της Βουλγαρίας και ο Γκέοργκε Χάτζι της Ρουμανίας, οι οποίοι απέδειξαν ότι η απαράμιλλη τεχνική και η ψυχολογία του νικητή στα Βαλκάνια δεν ήταν αποκλειστικό προνόμιο της Γιουγκοσλαβίας. Η τελευταία, παρούσα στον προκριματικό όμιλο όπου συμμετείχε κι η Ελλάδα με τη Ρωσία, απούσα από τους αγώνες κατόπιν τιμωρίας από τη FIFA λόγω των εσωτερικών πολιτικών εξελίξεων και του εμφυλίου πολέμου που είχε ξεσπάσει, έκανε χώρο στις υπόλοιπες δυνάμεις της χερσονήσου.

Οι Βούλγαροι, σε αντίθεση με τους Ρουμάνους, δεν είχαν να επιδείξουν μεγάλες ποδοσφαιρικές επιτυχίες ιστορικά, ούτε σε εθνικό ούτε σε διασυλλογικό επίπεδο. Ελάχιστοι ποδοσφαιριστές παγκόσμιας εμβέλειας, ακόμη λιγότεροι προπονητές και σίγουρα επιτυχίες όπως αυτές της Στεάουα των 80s’ έμοιαζαν πολύ μακρινές για το «ταβάνι» του βουλγαρικού ποδοσφαίρου.


Ο Στόιτσκοφ και η παρέα από… χαίτες

Όλα αυτά, μέχρι να κάνει την εμφάνισή του στο προσκήνιο αυτός ο γεματούλης και πάντοτε έτοιμος για καβγά ποδοσφαιριστής της ΤΣΣΚΑ Σόφιας, ο οποίος μέχρι να καταλάβουν οι προπονητές του εάν είναι αριστερός μέσος ή επιθετικός, έφτασε να σημειώνει 38 γκολ σε 30 αγώνες πρωταθλήματος τη σεζόν 1989-1990. Από τον αποκλεισμό δια βίου που του επιβλήθηκε στις αρχές του 1985, για τον τσακωμό του στον τελικό του κυπέλλου (όταν εξέτισε επτά μήνες, η ποινή «σβήστηκε»), μέχρι την κατάκτηση του «Χρυσού Παπουτσιού», μεσολάβησαν τρία πρωταθλήματα και τέσσερα κύπελλα για τον Στόιτσκοφ.

Μάλιστα, το 1988-1989 οδήγησε την «ομάδα του Στρατού» στα ημιτελικά του Κυπέλλου Κυπελλούχων, όπου σημείωσε τρία γκολ στους δύο αγώνες απέναντι στην Μπαρτσελόνα (κι ενώ είχε πετύχει άλλα τέσσερα γκολ νωρίτερα, αποκλείοντας στην πορεία Παναθηναϊκό και Ρόντα). Η ομάδα του Γιόχαν Κρόιφ κέρδισε και τα δύο παιχνίδια κι έφτασε μέχρι την κατάκτηση του τροπαίου, ωστόσο ο «ιπτάμενος Ολλανδός» ουσιαστικά… διέταξε τη διοίκηση των Καταλανών να αρπάξει τον παίκτη, κάτι που κατάφερε το καλοκαίρι του 1990, όταν πλέον επιτρεπόταν να φεύγουν στο εξωτερικό ποδοσφαιριστές από τη Βουλγαρία, ακόμα κι αν ήταν κάτω των 28 ετών (νόμοι που ίσχυαν μέχρι τότε στις ανατολικές χώρες).

Το σημαντικότερο όλων, όμως, ήταν η ζύμωση με ορισμένα άλλα μέλη εκείνης της φημισμένης ομάδας του 1994, συμπαίκτες του στην ΤΣΣΚΑ. Ένα παράδειγμα ήταν ο Λιούμποσλαβ Πένεφ, ο υψηλόσωμος «φουνταριστός» εκείνης της ομάδας, ο οποίος στην πορεία μέχρι τα ημιτελικά του Κυπέλλου Κυπελλούχων του 1989 ήταν δεύτερος σκόρερ του θεσμού με έξι γκολ, ένα πίσω από τον συμπαίκτη του. Ο Πένεφ, πάντως, ήταν ο μεγάλος άτυχος της «φουρνιάς» του 1994, αφού δεν αγωνίστηκε στην τελική φάση λόγω θεραπείας για καρκίνο των όρχεων.

Αντιθέτως, ο παρτενέρ του στην εμπροσθοφυλακή, Εμίλ Κοσταντίνοφ, έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στη Βουλγαρία της εποχής και συμπλήρωνε το «μαγικό» τρίο της ΤΣΣΚΑ που κυριάρχησε στη χώρα στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90. Αρχέτυπο εξτρέμ της εποχής, με κούρσες πάνω κάτω στη δεξιά πλευρά και τη χαίτη να ανεμίζει, ο Κοσταντίνοφ θα συνέδεε το όνομά του με μία από τις πιο κομβικές στιγμές του βουλγαρικού ποδοσφαίρου.

Ακόμα ένας Βούλγαρος ποδοσφαιριστής που ξεχώριζε από εκείνη τη γενιά ήταν η… εξαίρεση στον κανόνα που ήθελε τους παίκτες να έχουν… περίσσευμα από τρίχες. Ο λόγος για τον Γιόρνταν Λέτσκοφ, έναν μέσο με χαρακτηριστική φαλάκρα, ο οποίος υποστήριζε ότι για όλα έφταιγε η… ραδιενέργεια. «Το Σλίβεν (σ.σ. η γενέτειρά του), απέχει μόλις 300 χιλιόμετρα από το Τσερνόμπιλ και 2-3 μήνες μετά από το δυστύχημα, αρκετοί νεαροί άντρες στο Σλίβεν έχασαν τα μαλλιά τους», δήλωνε μεταξύ σοβαρού κι αστείου, έστω κι αν στην πραγματικότητα οι δύο πόλεις απέχουν πάνω από 800 χιλιόμετρα.

Στον αντίποδα, ο Τρίφον Ιβάνοφ. Ο ορισμός του «σκληροτράχηλου» αμυντικού, δεν δεχόταν μύγα στο σπαθί του, ούτε από τους συμπαίκτες του που διαμαρτύρονταν στις ανεξήγητα πολλές προσπάθειές του να σκοράρει από τα 50 μέτρα. Μούσι, ένα φρύδι, χαίτη και μονίμως κόκκινα και στραβά μάτια που προσέδιδαν βλοσυρό βλέμμα, ήταν ο στόπερ που κανείς επιθετικός δεν ήθελε να συγχρωτίζεται μαζί του και που ο Γκι Ρου της Οσέρ τον χαρακτήρισε ως τον καλύτερο του κόσμου στις αρχές του ’90.

Ο Κράσιμιρ Μπαλάκοφ, από την πλευρά του, ήταν ο επιθετικός μέσος που κοίταξε στα μάτια ταλέντα όπως ο Λουίς Φίγκο και ο Πάουλο Σόουζα και συνεργάστηκε μαζί τους στην Σπόρτινγκ στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Μπορεί να κατέκτησε μόλις ένα κύπελλο στην πενταετή θητεία του στην Πορτογαλία, όμως έβαλε τις βάσεις (και με την ακόλουθη πορεία του στην Στουτγκάρδη) για να θεωρείται ο κορυφαίος Βούλγαρος ποδοσφαιριστής της εποχής, με εξαίρεση φυσικά τον Στόιτσκοφ.

Στις… μορφές εκείνης της ομάδας συγκαταλέγεται αναπόφευκτα και ο τερματοφύλακας, Μπόρισλαβ Μιχαΐλοφ, ο οποίος αγωνιζόταν με… περουκίνι και από το 2005 είναι πρόεδρος της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας της χώρας, ο μπακ Ίλιαν Κιριάκοφ, ο οποίος περνούσε περισσότερη ώρα σε κλαμπ και καζίνο των πόλεων όπου αγωνίστηκε παρά σε γήπεδα και φυσικά ο Έμιλ Κρεμενλίεφ, ο δεξιός μπακ που το 1996 αγωνίστηκε στον Ολυμπιακό για ένα εξάμηνο και πρόλαβε να γίνει ανέκδοτο μεταξύ των φιλάθλων των Πειραιωτών.

Στη Γαλλία ως… λαθρομετανάστες οι σκόρερ

Για να φτάσει αυτή η ομάδα στα γήπεδα των ΗΠΑ, έπρεπε να προχωρήσει από τον 6ο προκριματικό όμιλο της ευρωπαϊκής ζώνης. Η μετέπειτα τρίτη του Μουντιάλ, Σουηδία, ήταν πρωτοπόρος με 14 βαθμούς, μία αγωνιστική πριν από το τέλος, αφού η Γαλλία είχε «αυτοκτονήσει» με εντός έδρας ήττα 3-2 από το Ισραήλ στην προτελευταία αγωνιστική. Η Βουλγαρία ήταν έναν πόντο πίσω από τους Γάλλους (13 έναντι 12), με τη νίκη να προσφέρει δύο πόντους εκείνη την εποχή.

Οι «τρικολόρ», πάντως, είχαν την ευκαιρία να σώσουν την κατάσταση και να διεκδικήσουν ένα από τα δύο «εισιτήρια» του ομίλου, αφού την τελευταία αγωνιστική υποδέχονταν τη Βουλγαρία στο «Παρκ ντε Πρενς» κι ενώ η Σουηδία είχε αποσπάσει ήδη τον βαθμό που χρειαζόταν στην Αυστρία μία εβδομάδα νωρίτερα, εξασφαλίζοντας την πρόκριση.

Στο «Παρκ ντε Πρενς», εκείνον τον Νοέμβριο του 1993, περίμεναν οι Λοράν Μπλαν, Εμανουέλ Πετί, Ντιντιέ Ντεσάμπ, Μαρσέλ Ντεσαγί, Ζαν Πιερ Παπέν, Νταβίντ Ζινολά και φυσικά ο Ερίκ Καντονά. Ο Κοσταντίνοφ και ο Πένεφ, όμως, παραλίγο να μην φτάσουν ποτέ στο ραντεβού. Η βίζα τους είχε πρόβλημα και δεν επετράπη η είσοδός τους στη Γαλλία.

«Πράγματι. Ο Λούμπο Πένεφ και ο Κοσταντίνοφ εισήλθαν παράνομα στη Γαλλία, αφού ουσιαστικά δεν είχαν βίζα. Μάλιστα, χρησιμοποίησαν ένα αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο (σ.σ. μέσος της Βουλγαρίας) Γκιόργκι Γκεοργκίεφ και το οποίο μπήκε στο γαλλικό έδαφος από τα σύνορα με τη Γερμανία», διηγήθηκε πολλά χρόνια μετά ακόμα ένα μέλος εκείνης της Βουλγαρίας, ο αμυντικός μέσος Ζλάτκο Γιάνκοφ. Ο Γκεοργκίεφ, όπως και ο αρχηγός της εθνικής Βουλγαρίας, Μιχαΐλοφ, αγωνίζονταν εκείνη την περίοδο στη γαλλική Μιλούζ και γνώριζαν πώς να αποφύγουν τους αυστηρούς ελέγχους και μέσω Γερμανίας, έφτασαν σε έναν ήσυχο μεθοριακό σταθμό, από τον οποίο πέρασαν χωρίς μεγάλες οχλήσεις.

Κοσταντίνοφ, ο «δήμιος» του Καντονά

Οι δύο επιθετικοί ήταν και οι ήρωες εκείνου του αγώνα, που έριξαν στο «καναβάτσο» την ομάδα του Ζεράρ Ουγέ και την οδήγησαν σε ριζικές ανακατατατάξεις με τα γνωστά αποτελέσματα. Το γκολ του Καντονά στο 31ο λεπτό «ακυρώθηκε» από την απάντηση του Κοσταντίνοφ έξι λεπτά αργότερα. Το παιχνίδι βρισκόταν στην κόψη του ξυραφιού για περίπου 50 λεπτά, αλλά οι Γάλλοι έδειχναν να κρατάνε την πρόκριση με αυτήν την ισοπαλία.

«Περιμέναμε το σφύριγμα της λήξης, έχοντας αποδεχθεί την ισοπαλία και ότι τίποτα δεν μπορούσε να γίνει για να αλλάξει το σκηνικό. Εκείνη η λανθασμένη σέντρα του Ζινολά μας έδωσε την ευκαιρία για ακόμη μια αντεπίθεση και ο Κοσταντίνοφ μας έστειλε στο Μουντιάλ», πρόσθεσε ο Γιάνκοφ. Πράγματι, από το λάθος του Ζινολά («έγκλημα κατά της ομάδας», όπως είπε μετά ο Ουγέ), η μπάλα έφτασε στον Κρεμενλίεφ, ο οποίος την προώθησε στον Πένεφ κι αυτός τη σήκωσε για τον Κοσταντίνοφ που έκανε κίνηση στην περιοχή από δεξιά. Ο εξτρέμ της Πόρτο έκανε καλό κοντρόλ και με ένα δυνατό δεξί σουτ, για το οποιο σήκωσε και τα δύο πόδια από το έδαφος, νίκησε τον Μπερνάρ Λαμά και έκανε το 1-2, με το ρολόι να γράφει 89:58.

Οι σκηνές που ακολούθησαν ανατριχιαστικές. Ο Ουγέ δεν μπορούσε να το πιστέψει, ούτε ο βοηθός του, Εμέ Ζακέ, ο οποίος πέντε χρόνια μετά θα οδηγούσε τη Γαλλία στην κατάκτηση του Μουντιάλ. Ο Ντεσαγί τραβούσε τα μαλλιά του, ο Ντεσάμπ έκλαιγε, ο Μπλαν που δεν κατάφερε να κόψει με τάκλιν τον Κοσταντίνοφ, βρισκόταν γονατισμένος στον αγωνιστικό χώρο.

Στον αντίποδα, οι Βούλγαοι δεν μπορούσαν να το πιστέψουν. Ο Στόιτσκοφ έκανε λόγο για δικαιοσύνη, έστω και με αυτόν τον ανέλπιστο τρόπο. «Οι Γάλλοι ήταν τόσο φοβισμένοι. Γνωρίζαμε πώς θα αγωνιστούν και οι τακτικές μας βασίστηκαν σε αυτό. Έπαιξαν για την ισοπαλία και ποτέ δεν έψαξαν τη νίκη. Δεν άξιζαν να περάσουν και εμείς τους χτυπήσαμε εκεί που πονούσαν περισσότερο», για να προσθέσει με τον στόμφο που τον χαρακτήριζε: «Υπάρχουν μόνο δύο Χριστοί, ένας παίζει στην Μπαρτσελόνα κι ο άλλος βρίσκεται στον ουρανό».

Υποστήριξε, δε, ότι ο Θεός είναι Βούλγαρος, αν και οι συμπατριώτες του εκείνη την περίοδο αντιμετώπιζαν τον ίδιο ως θεότητα. Δεν ήταν μόνο η καριέρα που έκανε στους «μπλαουγκράνα», όπου θα κατακτούσε τέσσερα σερί πρωταθλήματα και ένα Κύπελλο Πρωταθλητριών με την «Dream Team», δεν ήταν μόνο η πρόκριση στα τελικά του Μουντιάλ 1994, ήταν και η κοινωνική προσφορά του προς τη χώρα του, αφού το 1992 πλήρωσε ο ίδιος για τα δικαιώματα μετάδοσης του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος της Σουηδίας (η Βουλγαρία δεν συμμετείχε στην τελική φάση), αφού ο εθνικός τηλεοπτικός φορέας δεν είχε τους διαθέσιμους απαιτούμενους πόρους.

Το σκάνδαλο με τα ελληνικά παπούτσια του Στόιτσκοφ

Το υπερατλαντικό ταξίδι των Βούλγαρων στις ΗΠΑ θύμισε σε πολλά την ελληνική… παρωδία. Διαξιφισμοί για τα μπόνους, ένταση στο «στρατόπεδο» των παικτών, παράγοντες σε απόγνωση κι ένας προπονητής να μην είναι σε θέση να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα.

Η αρχή είχε γίνει πριν από την αναχώρηση της αποστολής για το Ντάλας, όπου θα κατέλυε για την πρεμιέρα της με αντίπαλο τη Νιγηρία. Ο τότε πρόεδρος της βουλγαρικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας, Βαλεντίν Μίχοφ, είχε υποσχεθεί 400.000 γερμανικά μάρκα ως πριμ πρόκρισης στην τελική φάση του Μουντιάλ, ωστόσο δεν τήρησε την υπόσχεσή του και μέσα σε ένα τεταμένο κλίμα, που έθετε σε κίνδυνο ακόμα και το ταξίδι στις ΗΠΑ, παραιτήθηκε από το αξίωμά του.

Τη θέση του πήρε ο αντιπρόεδρος της ΠΟ, Χρίστο Ντάνοφ, ο οποίος εκείνη την εποχή είχε διευθυντική θέση στην τράπεζα «Agrobiznes» και διέθετε προϋπηρεσία στον οικονομικό τομέα. Διετέλεσε αρχηγός της αποστολής που πέρασε στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, ωστόσο οι σκοτούρες δεν έμειναν πίσω στην πατρίδα.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα προερχόταν από το μεγαλύτερο αστέρι της ομάδας. Αντί να κάνει προπονήσεις στα φάουλ και στα πέναλτι, ο Στόιτσκοφ βρισκόταν σε ανοιχτή κόντρα με την ομοσπονδία για τα παπούτσια που θα φορούσε.

Σύμφωνα με τα βουλγαρικά δημοσιεύματα, ο «Ίτσο» είχε συμβόλαιο με την ελληνική εταιρία «Kronos», ωστόσο ο επίσημος προμηθευτής της εθνικής ομάδας της Βουλγαρίας ήταν η «Adidas». Η μεγάλη πολυεθνική απείλησε με κυρώσεις τη βουλγαρική ΠΟ σε περίπτωση που το «αστέρι» της δεν συμμορφωνόταν. Παραβίαση του χορηγικού συμβολαίου σήμαινε ρήτρα 150.000 αμερικανικών δολλαρίων.


Ο Στόιτσκοφ προσπάθησε να διαπραγματευτεί το ζήτημα και πρότεινε να αγωνίζεται ένα ημίχρονο με τον προσωπικό χορηγό του και ένα με τον χορηγό της ομάδας. Ο Ντάνοφ τον απείλησε ότι εάν επιμείνει, θα τον στείλει πίσω στο αεροπλάνο για τη Σόφια. Ο Βούλγαρος μεσοεπιθετικός υποστήριζε ότι τα παπούτσια της «Adidas» δεν τον βόλευαν και δεν μπορούσε να σουτάρει καλά. Τη λύση έδωσε ο team manager της ομάδας, Σάσο Ντίνεφ, ο οποίος έκοψε τα σήματα από τα παπούτσια της «Adidas» και τα κόλλησε πάνω στα παπούτσια της «Kronos».

Την ίδια στιγμή, ο προπονητής Ντίμιταρ Πένεφ έβλεπε την προετοιμασία της ομάδας να παίρνει περίεργη τροπή και να μην είναι απρόσκοπτη. Ως προληπτικός, παρήγγειλε το ίδιο μενού που έφαγε η ομάδα πριν από τη νίκη πρόκριση στη Γαλλία, ωστόσο οι σαλάτες, το τυρί και το ψητό χοιρινό δεν έφεραν γούρι. Λίγο πριν από τον αγώνα, στο ξενοδοχείο όπου είχε καταλύσει η εθνική, έφτασε και μία ομάδα… συζύγων και όχι μόνο. Η γυναίκα του Στόιτσκοφ, Μαριάνα, έκανε πρώτη το ταξίδι από τη Σόφια και ακολούθησε η σύζυγος του Κοσταντίνοφ, του Ντανιέλ Μποριμίροφ, του Τσάνκο Τσβετάνοφ κ.ά. Σαν να μην έφτανε αυτό, στο ξενοδοχείο έκαναν την εμφάνισή τους ακόμα και ηθοποιοί όπως ο Βλάντο Βαργκάλα και ο Σλάβτσο Πέεφ, μαζί με έναν πασίγνωστο δημοσιογράφο, τον Ίβαν Τάνεφ.

Το κλίμα στα αποδυτήρια ήταν εξίσου κακό, με την απειθαρχία να παίζει καταλυτικό ρόλο στις σχέσεις μεταξύ παικτών και προπονητή. Ο Στόιτσκοφ δεν ήταν παρών στην τελευταία προπόνηση πριν από τον αγώνα με τη Νιγηρία και κάποιοι είπαν ότι ήταν τραυματίας, ενώ άλλοι ότι προσποιούταν τον τραυματία. Η συνέντευξη Τύπου είχε κωμικοτραγική εξέλιξη. Ο Πένεφ σόκαρε τους δημοσιογράφους, όταν απάντησε «ρωτήστε τον Στόιτσκοφ εάν θα αγωνιστεί». Ένας ξένος δημοσιογράφος του επεσήμανε ότι εκείνος ήταν προπονητής και εκείνον έπρεπε να ρωτήσουν.

Ο Πένεφ επέλεξε να κάνει δύο συναντήσεις με τους ποδοσφαιριστές για να τους μιλήσει για τον αντίπαλο την ημέρα του αγώνα. H δεύτερη πραγματοποιήθηκε την ώρα που διεξαγόταν το έτερο παιχνίδι του ομίλου, η αναμέτρηση της Ελλάδας με την Αργεντινή, που είχε προγραμματιστεί έξι ώρες νωρίτερα. Το κακό timing εκνεύρισε αρκετούς παίκτες που ήθελαν να παρακολουθήσουν τον Ντιέγκο Μαραντόνα, ωστόσο ο Πένεφ τους είπε ότι δεν ήταν ώρα να ασχοληθούν με την Αργεντινή ή την Ελλάδα.

Ταπείνωση και λαϊκά δικαστήρια

Όταν ήρθε η ώρα του αγώνα, η ψυχολογία των Βούλγαρων δεν προοικονομούσε την πρώτη νίκη στην ιστορία τους σε Παγκόσμιο Κύπελλο. Στους 41 βαθμούς Κελσίου του «Κότον Μπόουλ» και μπροστά σε μόλις 2.000 Βούλγαρους οπαδούς, εκ των οποίων οι μισοί προέρχονταν από την πατρίδα και οι υπόλοιποι ήταν μετανάστες στις ΗΠΑ, έψαλαν μαζί το «Μίλα Ροντίνο», τον εθνικό ύμνο της χώρας, αλλά ελάχιστοι παίκτες στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων.

Μετά από κάποια πίεση και ορισμένες καλές στιγμές, οι «σούπερ αετοί» άνοιξαν το σκορ με κοντινό πλασέ του Ρασίντ Γεκινί, λίγο πριν πάρει μεταγραφή στον Ολυμπιακό, τέρμα στο οποίο μας χάρισε και τον εμβληματικό πανηγυρισμό στα δίχτυα των Βούλγαρων. Στο 37ο λεπτό, ο Στόιτσκοφ ισοφάρισε με αριστουργηματική εκτέλεση φάουλ από τα 25 μέτρα, ωστόσο το γκολ δεν μέτρησε παρά τους πανηγυρισμούς, αφού ο διαιτητής είχε καταλογίσει έμμεσο και τη στιγμή της εκτέλεσης είχε εμφανώς σηκωμένο το χέρι του. Ακολούθησε η κατάρρευση, αφού στο 43′ ο Ντάνιελ Αμοκάτσι διπλασίασε τα τέρματα των Νιγηριανών και στο 55′ ο Εμανουέλ Αμουνίκε διαμόρφωσε το τελικό 3-0.

Στη συνέντευξη Τύπου, ο Πένεφ εμφανίζεται αποσβολωμένος και ακόμα περισσότερο όταν κάθισε δίπλα στον Ντάνοφ και του ψιθύρισε δύο λόγια, στο πούλμαν της επιστροφής στο ξενοδοχείο. Ο πρόεδρος της ομοσπονδίας τον καθησύχασε και του είπε ότι αυτός είναι ο προπονητής και θα συνεχίσει να είναι.

Στη Βουλγαρία το κλίμα ήταν ακόμα χειρότερο. Ο κόσμος είχε βγει στους δρόμους περιμένοντας να πανηγυρίσει και κατέληξε να βρίζει τον Πένεφ και τους παίκτες στις οθόνες της τηλεόρασης. Στη Σόφια επικράτησε χάος, αφού το κρατικό κανάλι είχε υποσχεθεί να τοποθετήσει γιγαντοοθόνη, κάτι που δεν έγινε ποτέ.

Οι εφημερίδες την επόμενη μέρα τυπώθηκαν με χλευαστικούς τίτλους κατά της αποστολής. «Μεγάλη ντροπή στο Ντάλας», έγραφε μία εφημερίδα, «και η εθνικές ορμόνες βρίσκονται σε κρίση», προειδοποιούσε μία άλλη, η οποία έκανε ρεπορτάζ στο στριπτιζάδικο «Η Γέφυρα του Λιονταριού» μετά από το ματς, όπου δεν πάτησε άνθρωπος. Η εφημερίδα «Εκκίνηση» θύμισε την υπόσχεση του Στόιτσκοφ για ξύρισμα του κεφαλιού σε περίπτωση που σκόραρε και συνέχισε λέγοντας «εάν αποκαταστήσει το όνομά του κόντρα στην Ελλάδα, η ‘Εκκίνηση’ υπόσχεται να του προσφέρει μία υπέροχη περούκα».

Ακόμα και οι Βούλγαροι των ΗΠΑ έφεραν βαρέως αυτήν την ήττα και διαμαρτύρονταν στις εφημερίδες ότι δεν μπορούσαν να πάνε στις δουλειές τους και να αντικρίσουν τους ντόπιους, αφού αισθάνονταν ήδη ασήμαντοι απέναντι στους Αμερικανούς. Ίσως τον πιο δύσκολο βίο εκείνες τις μέρες πέρασε ο αναπληρωτής υπουργός γεωργίας της χώρας, Γκέοργκι Πετρόφ, ο οποίος ήταν προσκεκλημένος της ομοσπονδίας και ο οποίος κοιμήθηκε τρεις μέρες με πουλόβερ μέσα στον αμερικανικό καύσωνα, διότι δεν ήξερε πώς κλείνει το κλιματιστικό στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του!

Η ανακωχή και ο… πόλεμος από τους Έλληνες

Το ίδιο βράδυ, ο Ντάνοφ συγκεντρώσει στο λόμπι του ξενοδοχείου τις ηγετικές φυσιογνωμίες από τις… τέσσερις κλίκες που υπήρχαν μεταξύ των παικτών. Ο Στόιτσκοφ ήταν μόνος του, οι Μιχαΐλοφ και Κοσταντίνοφ είχαν σχηματίσει μία δεύτερη, οι Λέτσκοφ και Μπαλάκοφ μία τρίτη και ο Σιράκοφ με τους υπόλοιπους έξι παίκτες της Λέβσκι μια τέταρτη. Ο Πένεφ βρισκόταν στο δωμάτιό του με ένα μπουκάλι ουίσκι.

Ο Ντάνοφ παραγγέλνει ουίσκι και δίνει εντολή στον Σιράκοφ και στους άλλους ποδοσφαιριστές που κάπνιζαν να ανάψουν ένα τσιγάρο. Το βράδυ βρήκε τις κύριες φιγούρες εκείνης της ομάδας να λύνουν τις διαφορές τους και να συμφωνούν σε μία άτυπη ανακωχή, αρχής γενομένης από τον αγώνα με την Ελλάδα.

Στο κλίμα ομόνοιας ενσωματώθηκαν και οι φίλαθλοι, ιδίως εκείνοι που βρίσκονταν στις ΗΠΑ. Ο Βούλγαρος εκατομμυριούχος Σεφτσέτ Τσαπαντζίεφ και άλλοι φίλαθλοι βρέθηκαν με την αποστολή στον 50ό όροφο ουρανοξύστη στο Σικάγο, όπου ο Τσαπαντζίεφ του είπε χαρακτηριστικά: «Παιδιά, πιστέψτε ότι μπορείτε να πετάξετε ψηλά».

Αυτό έκαναν από το αμέσως επόμενο παιχνίδι, έστω κι αν τα προβλήματα δεν έλειψαν ούτε στην προετοιμασία για τον αγώνα με την ελληνική ομάδα. Η FIFA δεν επέτρεψε στους Βούλγαρους να προπονηθούν στο στάδιο «Σόλντιερ Φιλντ», επειδή η βροχή είχε αφήσει έναν λασπωμένο αγωνιστικό χώρο που εγκυμονούσε κινδύνους τραυματισμού. Μάλιστα, σεκιούριτι πήραν όλες τις μπάλες και τα παπούτσια των παικτών, για να μην κάνουν προπόνηση και οι ποδοσφαιριστές έκαναν απλά ζέσταμα, φορώντας κάλτσες.

Ο εξοργισμένος Πένεφ μάζεψε τους παίκτες και τους πήγε στο Πανεπιστήμιο του Ιλινόις, όπου υπήρχε αρκετός χώρος για την προπόνηση. Εκεί, αποφάσισε την τελευταία στιγμή να διώξει τους δημοσιογράφους, λέγοντας ότι η προπόνηση ήταν κλειστή. Υπήρξαν αντιδράσεις και ο τιμ μάνατζερ της ομάδας λίγο έλειψε να έρθει στα χέρια με έναν δημοσιογράφο από τηλεοπτικό σταθμό της Χιλής.

Ο αγώνας ήταν προγραμματισμένος για τις 12:30 ώρα Σικάγο, ώστε να μπορέσει να τον παρακολουθήσει με ευκολία το ευρωπαϊκό κοινό. Αυτό σήμαινε για τους δύο προπονητές ότι έπρεπε να δώσουν τις τελευταίες οδηγίες τους αποβραδίς. Η βουλγαρική αποστολή ξύπνησε στις 7:00 το πρωί και λίγο αργότερα, επιβιβάστηκε σε δύο πούλμαν και συνοδεία δύο τζιπ του FBI, έφτασε στο γήπεδο.

Δεν έφτανε η αφόρητη ζέστη για τους Βούλγαρους, κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν και το εχθρικό κλίμα, αφού σχεδόν όλοι οι 63.160 φίλαθλοι που χωρούσε το γήπεδο ήταν Έλληνες, ελληνικής καταγωγής ή υποστήριζαν την Ελλάδα. Οι λιγοστοί Βούλγαροι οπαδοί τοποθετήθηκαν σε τρία διαφορετικά σημεία από τους διοργανωτές και έτσι δεν ήταν δυνατόν να ακουστούν.

Δύο πέναλτι και «τεσσάρα» με… ξύλο στην Ελλάδα

Ο Πένεφ άλλαξε το 4-4-2 του αγώνα με τη Νιγηρία και χρησιμοποίησε τρεις επιθετικούς, απλώνοντας τους Κοσταντίνοφ και Στόιτσκοφ στα δύο άκρα και βάζοντας τον Σιράκοφ ανάμεσά τους. Ο Αλκέτας Παναγούλιας επέμεινε στο 4-4-2 του αγώνα της Αργεντινής, χωρίς η ελληνική ομάδα να απειλήσει ουσιαστικά την εστία του Μιχαΐλοφ στα πρώτα 65 λεπτά του αγώνα.

Τουναντίον, σε αυτό το διάστημα πρόλαβε να δεχθεί τρία γκολ. Το πρώτο σημειώθηκε στο 5′ με πέναλτι του Στόιτσκοφ, μετά από χέρι στην περιοχή του Αλέξη Αλεξούδη, με τους Έλληνες να διαμαρτύρονται ορθώς για επιθετικό φάουλ νωρίτερα στον παίκτη του Παναθηναϊκού. Ο διαιτητής Αλί Μπουϊσαΐμ θα γινόταν πρωταγωνιστής του αγώνα, αφού μόνο στο 1ο ημίχρονο έβγαλε πέντε κίτρινες κάρτες.

Το παιχνίδι ήταν όντως σκληρό και δεν είχε φάσεις μπροστά στις δύο εστίες, μέχρι το 55ο λεπτό και το δεύτερο πέναλτι των Βούλγαρων, αυτήν τη φορά από ανόητη ενέργεια του Ηλία Ατματσίδη. Ο Στόιτσκοφ ευστόχησε ξανά και δέκα λεπτά αργότερα, ο Λέτσκοφ με κοντινό πλασέ έκανε το 3-0 και εξανέμισε κάθε ελπίδα για κάτι καλό της «γαλανόλευκης».

Η είσοδος του Τάσου Μητρόπουλου και του Βασίλη Δημητριάδη άρχισε να έχει επιρροή μετά από το γκολ του Λέτσκοφ, όταν οι Βούλγαροι έριξαν ρυθμό κι άρχισαν να κρατούν δυνάμεις. Η Ελλάδα έχασε ευκαιρίες με τους Σάββα Κωφίδη, Νίκο Μαχλά και τις δύο αλλαγές του Παναγούλια, ωστόσο ο Μιχαΐλοφ ήταν ανίκητος. Αντιθέτως, ο Ατματσίδης δέχθηκε και τέταρτο γκολ στις καθυστερήσεις, όταν έκανε άσχημη απόκρουση σε φάουλ του Στόιτσκοφ και ο Μποριμίροφ πήρε το κοντινό ριμπάουντ, διαμορφώνοντας το τελικό 4-0.

Επίθεση σε Έλληνες της Βουλγαρίας και… τρομοκρατία

Στο Σικάγο, ο Πένεφ διατείνεται ότι αυτή είναι η πιο χαρούμενη στιγμή στη ζωή του. Πίσω στη Βουλγαρία, όμως, το πάρτι είναι ακόμα μεγαλύτερο. Περίπου 5.000 άνθρωποι κόβουν την κυκλοφορία σε κεντρικούς δρόμους το βράδυ της Κυριακής, πανηγυρίζοντας για το θαύμα των συμπατριωτών τους στις ΗΠΑ.

Ο κόσμος αποθεώνει τους παίκτες και καταριέται τους πολιτικούς. Γρήγορα, αρκετές εστίες πανηγυρισμών εξελίσσονται σε επεισόδια. Ο κόσμος αναποδογυρίζει κάδους και σπάει μπουκάλια, με συνέπεια να επέμβει η αστυνομία. Μεγάλο πλήθος φτάνει μέχρι την ελληνική πρεσβεία, αλλά γρήγορα διαλύεται από την αστυνομία. Ορισμένοι επιτήδειοι δεν σταμάτησαν εκεί, αφού μερικά λεπτά μετά από το τελευταίο σφύριγμα του διαιτητή, εισέβαλαν σε ελληνικό fast food, έδειραν τον ιδιοκτήτη και του πήραν 7.000 λεβ από τις εισπράξεις.

Ένταση σημειώθηκε και στο γήπεδο του Σικάγο, πάντως, όταν μετά από το πρώτο γκολ του Στόιτσκοφ, ο 22χρονος Γκέοργκι Αλεξάντροφ, πυροδότησε ένα αυτοσχέδιο βεγγαλικό. Ο νεαρός Βούλγαρος συνελήφθη από τις αμερικανικές αρχές και υπό τον φόβο τρομοκρατικού χτυπήματος, ένα ελικόπτερο πετούσε πάνω από το «Σόλντιερ Φιλντ» για πάνω από 1,5 ώρα κατά τη διάρκεια του αγώνα. Όταν ανακρίθηκε από τους αστυνομικούς, αποκρίθηκε ότι στη Βουλγαρία είθισται να πανηγυρίζουν με βεγγαλικά και κροτίδες.

«Μετά από 32 χρόνια συμμετοχής χωρίς επιτυχία σε τελικά Μουντιάλ, το βουλγαρικό ποδόσφαιρο περίμενε για την πρώτη ΝΙΚΗ», έγραφαν τα πρωτοσέλιδα την επόμενη μέρα, αφού επρόκειτο για μία ιστορική στιγμή, την πρώτη νίκη σε Παγκόσμιο Κύπελλο. Οι Βούλγαροι, όμως, δεν έπρεπε να μείνουν εκεί. Χρειάζονταν ακόμα μία επιτυχία για να καταφέρουν να προχωρήσουν στον επόμενο γύρο, στη φάση των 16, όπου μπορούσαν να περάσουν ακόμα και τρεις ομάδες από τον όμιλο της Ελλάδας, αλλά ουχί η Εθνική μας.

Το «στήσιμο» Μαραντόνα-Στόιτσκοφ κι ο άνθρωπος που ανακάλυψε τον Μέσι

Τα σταυρώματα για τις ομάδες που θα προκρίνονταν από τον 4ο όμιλο ήταν γνωστά, αφού τα δύο παιχνίδια, της Ελλάδας με τη Νιγηρία και της Αργεντινής με τη Βουλγαρία ήταν τα τελευταία της φάσης των ομίλων και τα μοναδικά προγραμματισμένα για τις 30 Ιουνίου.

Σε περίπτωση που προκρινόταν και ο τρίτος της βαθμολογίας, τότε ο πρωτοπόρος θα αντιμετώπιζε την Ιταλία που τερμάτισε στην 3η θέση του 5ου ομίλου (όπου όλες οι ομάδες ήταν ισόβαθμες με 4 βαθμούς), ο δεύτερος θα αντιμετώπιζε τον πρωτοπόρο του 5ου ομίλου, Μεξικό, και ο τρίτος θα αντιμετώπιζε τον πρωτοπόρο του 1ου ομίλου, τη Ρουμανία.

Μετά από 2 αγωνιστικές, η Αργεντινή ήταν επικεφαλής με έξι βαθμούς, η Νιγηρία δεύτερη με τρεις βαθμούς και η Βουλγαρία ισόβαθμη. Η Ελλάδα ουραγός και δίχως ελπίδα για κάτι.

Η «αλμπισελέστε» δεν ήθελε με τίποτα να αντιμετωπίσει την Ιταλία σε τόσο πρόωρη φάση και ως εκ τούτου, θα έκανε τα πάντα για να την αποφύγει. Η Βουλγαρία, επίσης δεν ήθελε να τερματίσει πρώτη, αφού θεωρούσε ότι η «σκουάντρα ατζούρα» ήταν αξεπέραστος αντίπαλος, σε σχέση με το Μεξικό ή τη Ρουμανία.

Όλα αυτά τέθηκαν επί τάπητος σε μία καφετέρια του Ντάλας την 29η Ιουνίου, μεταξύ των δύο αδιαμφισβήτητων ηγετών των δύο εθνικών ομάδων, του Ντιέγκο Μαραντόνα και του Χρίστο Στόιτσκοφ. Οι δυο τους είχαν καλή σχέση, αφού εκείνη τη σεζόν συνυπήρχαν στην Primera Division, ο πρώτος ως παίκτης της Σεβίλλης, ο δεύτερος ως παίκτης της Μπαρτσελόνα.

Στη συνάντηση βρέθηκε και ο ατζέντης του Βούλγαρου, Τζουζέπ Μαρία Μινγκέγα, ο οποίος το 2003 ήταν αυτός που είδε βίντεο του Λιονέλ Μέσι από τα τμήματα υποδομής της Νιούελς και προσκάλεσε την οικογένειά του στη Βαρκελόνη, διαμορφώνοντας καθ’ αυτόν τον τρόπο την εικόνα του σύγχρονου παγκοσμίου ποδοσφαίρου.

Ο Καταλανός ατζέντης, ο οποίος είχε προσληφθεί από την Μπαρτσελόνα αρχικά ως μεταφραστής του Βικ Μπάκιγχαμ τη δεκαετία του ’70 και από το 1971 και για τέσσερα χρόνια έγινε βοηθός του Ρίνους Μίχελς (ενώ έλαβε μέρος σε δύο προεδρικές εκλογές το 2003 και το 2010 χωρίς τύχη), είχε φέρει στους «μπλαουγκράνα» τόσο τον Μαραντόνα, όσο και τον Στόιτσκοφ, τον Ρομάριο, τον Ριβάλντο, ενώ ήταν ατζέντης και των Πένεφ και Κοσταντίνοφ μεταξύ άλλων. Αυτός αποτέλεσε τον συνδετικό κρίκο μεταξύ των δύο αστέρων του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, στη συνάντηση που θα καθόριζε την έκβαση του 4ου ομίλου του Μουντιάλ 1994.

«Η συμφωνία επετεύχθη μεταξύ του ‘Ίτσο’ και του Μαραντόνα, παρουσία του ατζέντη του Στόιτσκοφ, Τζουζέπ Μαρία Μινγκέγια. Υπήρχε αμοιβαίο ενδιαφέρον. Τότε, από τον όμιλό μας, θα προκρίνονταν τρεις ομάδες. Οι Αργεντινοί, όμως, ήθελαν να αποφύγουν πρόωρη συνάντηση με την Ιταλία και δεν ήθελαν να τερματίσουν πρώτοι. Εμείς έπρεπε να παλέψουμε για να προκριθούμε στον 2ο γύρο. Ο Μαραντόνα ήταν κοντά τόσο με τον Στόιτσκοφ όσο και με τον Μινγκέγια, από την εποχή που ο Αργεντινός αγωνιζόταν στην Μπαρτσελόνα», δήλωσε χρόνια αργότερα ο Ντάνοφ.

«Πρακτικά, θέλαμε το παιχνίδι με την Αργεντινή να λήξει έτσι (σ.σ. 2-0). Θυμάστε πώς ήταν στο Euro 2004, με το 2-2 μεταξύ Σουηδίας και Δανίας, όπου και οι δύο ομάδες προκρίθηκαν. Δεν ήμαστε οι πρώτοι ούτε οι τελευταίοι. Αργότερα, αποδείχθηκε ότι ακόμα και χωρίς νίκη θα συνεχίζαμε, αφού η Νιγηρία νίκησε την Ελλάδα», πρόσθεσε.

Ο Ντάνοφ, πάντως, ο οποίος ήταν κι αυτός παρών στη συνάντηση, αλλά δεν μετείχε στη συζήτηση, ήταν κάθετος ότι σε αυτό το ραντεβού δεν υπήρξε και οικονομική συνδιαλλαγή. Η συμφωνία εγκρίθηκε σιωπηλά από τον πρόεδρο της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας της Αργεντινής, Χούλιο Γκροντόνα κι έτσι λίγο πριν από τον αγώνα των δύο ομάδων η νίκη των Βούλγαρων θεωρείτο προαποφασισμένη.

Το ντόπινγκ του Μαραντόνα

Άπαντες περίμεναν το απόγευμα του αγώνα, που θα έκανε σέντρα στις 18:30. Το πρωί εκείνης της Πέμπτης, όμως, ήρθαν τα πάνω κάτω. Ένας αξιωματούχος της FIFA ανακοίνωσε ότι ποδοσφαιριστής της εθνικής Αργεντινής βρέθηκε θετικός σε έλεγχο ντόπινγκ. Αργότερα, ο τότε γενικός γραμματέας της FIFA, Ζεπ Μπλάτερ, ανακοινώνει και το όνομά του: Ντιέγκο Μαραντόνα!

Ο αρχηγός της «αλμπισελέστε» βρέθηκε θετικός σε εφεδρίνη και ο τεχνικός των Αργεντινών, Άλφιο Μπασίλε, δεν γνώριζε εάν θα μπορούσε να τον χρησιμοποιήσει απέναντι στη Βουλγαρία, εν αναμονή της εξέτασης και του δεύτερου δείγματος. Στη συνάντηση των παικτών με τον Πένεφ πριν από τον αγώνα, ο Βούλγαρος τεχνικός έκανε πλάκα με τον Γιάνκοφ, βάζοντας μία φωτογραφία του Μαραντόνα δίπλα από το κεφάλι του και λέγοντας: «Ωραίο δείχνει, κρίμα που δεν μπορείτε να συναντηθείτε».

Έξι ώρες πριν από τη σέντρα, ανακοινώθηκε ότι ο Μαραντόνα έμεινε εκτός αποστολής. Στην πλευρά της Βουλγαρίας επικράτησε πανικός, αφού ουδείς γνώριζε εάν τελικά η συμφωνία της προηγούμενης ημέρας παρέμενε σε ισχύ. Αξιωματούχοι της αποστολής πρότειναν ακόμα και να περάσει όλη η ομάδα της Αργεντινής από έλεγχο ντόπινγκ.

Όλα κύλησαν όπως είχαν συμφωνηθεί

Κάτω από τους 40 βαθμούς Κελσίου στο Ντάλας, εκεί όπου η Βουλγαρία γνώρισε ταπεινωτική ήττα στην πρεμιέρα, όλα ήταν διαφορετικά μία εβδομάδα αργότερα. Δίχως Μαραντόνα, αλλά με Γκαμπριέλ Μπατιστούτα και Κλάουντιο Κανίγια στην εμπροσθοφυλακή, η Αργεντινή εξακολουθούσε να μοιάζει φαβορί στα χαρτιά.

Το σοκ ήταν μεγάλο, όμως, στο «στρατόπεδο» των φιναλίστ του προηγούμενου Μουντιάλ. Ιβάνοφ και Κρεμενλίεφ εξουδετέρωσαν τα επιθετικά όπλα τους και μετά από μία ώρα αγώνα, οι περίπου 2.000 Βούλγαροι φίλαθλοι πέταγαν τα καπέλα τους στον αγωνιστικό χώρο για να πανηγυρίσουν το γκολ του Στόιτσκοφ.

Έξι λεπτά αργότερα, όμως, ο Τσβετάνοφ δέχεται δεύτερη κίτρινη κάρτα και τα πράγματα γίνονται δύσκολα για τους Βούλγαρους, απέναντι σε μία ενδεκάδα που περιελάμβανε τον Αριέλ Ορτέγα (στη θέση του τραυματία από το 26′ Κανίγια), τον Αμπέλ Μπάλμπο, τον Ντιέγκο Σιμεόνε, τον Φερνάντο Ρεδόνδο και τον Όσκαρ Ρουζέρι.

Ο Πένεφ έριξε στη μάχη τους Κιριάκοφ και Μποριμίροφ για μεγαλύτερη ασφάλεια στη δεξιά πλευρά. Η πρώτη ενέργεια του Κιριάκοφ ήταν μία κλοτσιά στον αστράγαλο του Μπατιστούτα, ο οποίος… έλαβε το μήνυμα. Στο 3ο λεπτό των καθυστερήσεων, ο Μπαλάκοφ εκτέλεσε κόρνερ από δεξιά, ο Σιράκοφ έπιασε την κεφαλιά κι έκανε το 2-0. Οι πανηγυρισμοί των Βούλγαρων ήταν έξαλλοι, αφού διασφάλιζαν την πρόκριση, ωστόσο με αυτό το σκορ σε εκείνο το σημείο, καταλάμβαναν την πρώτη θέση του ομίλου και θα έπεφταν πάνω στην Ιταλία.

Κάπου εκεί βρέθηκε ο… από μηχανής θεός Ντανιέλ Αμοκάτσι, ο οποίος έκανε το 2-0 για τη Νιγηρία με αντίπαλο την Εθνική Ελλάδας στο Φόξμπορο και χάρη στην καλύτερη διαφορά τερμάτων των Αφρικανών (+4 έναντι +3 της Βουλγαρίας και της Αργεντινής), ήταν εκείνοι που τερμάτισαν στην κορυφή του ομίλου και εν τέλει βρέθηκαν στον δρόμο της «σκουάντρα ατζούρα».

Πίσω στη Βουλγαρία επικράτησε πανζουρλισμός, με 10.000 ανθρώπους να τραγουδούν τον εθνικό ύμνο μπροστά από τη γιγαντοοθόνη που είχε στηθεί σε κεντρικό σημείο της Σόφιας για τον αγώνα. Ο πρόεδρος της Βουλγαρίας, Ζέλιου Ζέλεφ, απέστειλε συγχαρητήριο τηλεγράφημα στην αποστολή της χώρας.

Δεν έλειψαν και τα ευτράπελα, αφού ο Σιράκοφ έχασε το σκουλαρίκι του στη φάση του γκολ που σημείωσε και ζήτησε από τη σύζυγό του, Ιλιάνα Ράεβα, που βρισκόταν στις ΗΠΑ, να του βρει αμέσως άλλο για τον αγώνα απέναντι στο Μεξικό, στη φάση των 16. Ο δε Στόιτσκοφ, που είχε δηλώσει ότι δεν θα ξυριστεί ξανά μετά από τη νίκη επί της Ελλάδας, εμφανίζεται στη συνέντευξη Τύπου μετά από τη νίκη επί της Αργεντινής χωρίς ίχνος από γένια!

Εκδίκηση από το Μεξικό στα πέναλτι

Η πιο μεγάλη μέρα για το βουλγαρικό ποδόσφαιρο ήταν γεγονός. Μέχρι την επόμενη, αφού υπήρξαν ακόμα δύο, ακόμη πιο εμβληματικές. Αυτήν τη φορά, όμως, δεν υπήρξε κάποια… συμφωνία, έπρεπε να βάλουν όλοι τα πόδια τους στη φωτιά και να δώσουν τα πάντα για την πρόκριση. Πάντοτε με το όμορφο ποδόσφαιρο του Πένεφ και τις καίριες αντεπιθέσεις, πάντα με τις εμπνεύσεις του Στόιτσκοφ και του Λέτσκοφ να κάνουν τη διαφορά.

Αυτή δεν ήταν η πρώτη πρόκριση της Βουλγαρίας από τη φάση των ομίλων του Μουντιάλ. Το ίδιο είχε συμβεί και στο Μεξικό πριν από οκτώ χρόνια, σε έναν όμιλο μαζί με Αργεντινή, Ιταλία και Νότια Κορέα. Τότε οι Βούλγαροι είχαν αποσπάσει ισοπαλίες από Ιταλούς και Νοτιοκορεάτες και προκρίθηκαν με μόλις δύο βαθμούς, μεταξύ των καλύτερων τρίτων του θεσμού. Η πορεία τους ανακόπηκε με ήττα 2-0 από τους οικοδεσπότες, με τέρματα των Μανουέλ Νεγκρέτε και Ραούλ Σερβίν.

Από εκείνη την ομάδα της «τρι», μόνο οι (παγκίτες τότε) Ούγκο Σάντσες και Κάρλος Ερμοσίγιο βρίσκονταν στην αποστολή για το Μουντιάλ 1994. Ομοίως, μόλις δύο παίκτες ήταν ίδιοι και για τη Βουλγαρία, ο τερματοφύλακας Μιχαΐλοφ, που έπαιξε βασικός και σε εκείνο το παιχνίδι, και ο φορ Σιράκοφ, που μπήκε αλλαγή στο 59′ (στον αγώνα του 1986 αγωνίστηκε για τη Βουλγαρία ο Χρίστο Κόλεφ, που το 1988 βρέθηκε στον Παναθηναϊκό και από εκεί σε Αθηναϊκό και Εδεσσαϊκό, καθώς και ο Στόιτσο Μλαντένοφ, προπονητής της Καλλιθέας το 2005).

Μπροστά σε 71.030 θεατές στο Νιού Τζέρσεϊ, στο γήπεδο των Τζάιαντς του MLB, ο Στόιτσκοφ συνέχισε την παράδοση που τον θέλει να σημειώνει το πρώτο γκολ της χώρας του. Το έπραξε ξανά νωρίς, κάνοντας το 1-0 μόλις στο 6ο λεπτό με δυνατό σουτ, αλλά ο Αλμπέρτο Γκαρσία Άσπε ισοφάρισε με πέναλτι στο 18′. Οι νικητές του Gold Cup έμοιαζαν με πολύ δυνατό αντίπαλο και είχαν αποσπάσει ισοπαλία στον όμιλο από την Ιταλία. Παρ’ όλα αυτά, δίχως τον Σάντσες ήταν ακίνδυνοι.

Στο 50′, ο Κρεμενλίεφ δέχθηκε δεύτερη κίτρινη κάρτα και αποβλήθηκε, αλλά ξανά το Μεξικό «απάντησε» άμεσα, με τον Λουίς Γκαρσία να πράττει το ίδιο στο 57′. Ο Μιγκέλ Μεχία Μπαρόν είχε σηκώσει τον Σάντσες, το άλλοτε «βαρύ πυροβολικό» της χώρας, αλλά δεν τον έβαλε ποτέ στον αγώνα, ούτε καν για τη διαδικασία των πέναλτι.

Εκεί, ο σπεσιαλίστας του Μεξικού, Άσπε, έστειλε την μπάλα πάνω από τα δοκάρια του Μιχαΐλοφ, ο οποίος έπιασε στη συνέχεια τις προσπάθειες των Μαρσελίνο Μπερνάλ και Χόρχε Ροντρίγκες. Ο Χόρχε Κάμπος απέκρουσε το πρώτο πέναλτι των Βούλγαρων, από τον Μπαλάκοφ, αλλά δεν κατάφερε να κάνει το ίδιο στις προσπάθειες των Μπόντσο Γκέντσεφ και Μποριμίροφ, με συνέπεια το πέναλτι του Λέτσκοφ να δώσει τη νίκη στη χώρα του με 3-1 (είχε σκοράρει και ο Κάρλος Σουάρες για τους Μεξικανούς).

«Θέλω να φιλήσω όλο το έθνος μου», κραύγαζε μετά από το τέλος του αγώνα ο ήρωας Μιχαΐλοφ, την ώρα που οι πανηγυρισμοί στη Βουλγαρία συνεχίζονταν. Η πορεία της χώρας, όμως, δύσκολα θα είχε την ίδια τύχη. Επόμενος αντίπαλος ήταν η παγκόσμια πρωταθλήτρια Γερμανία, για πρώτη φορά ενωμένη και ένα από τα μεγάλα φαβορί για την κατάκτηση του τροπαίου.

Απέκλεισε την παγκόσμια πρωταθλήτρια

Μπορεί να μην είχε διαπρέψει μέχρι στιγμής με τις δύο οριακές νίκες επί της Βολιβίας και της Νότιας Κορέας και το 1-1 με την Ισπανία, ούτε να τρόμαξε κόσμο με τη νίκη με 3-2 επί του Βελγίου στη φάση των 16, ωστόσο η «νάτσιοναμανσαφτ», με παίκτες όπως ο Γίργκεν Κλίνσμαν, ο Στέφαν Έφενμπεργκ, ο Ματίας Ζάμερ, ο Ρούντι Φέλερ, ο Λότας Ματέους, ο Αντρέας Μέλερ, ο Τόμας Χέλμερ, ο Γίργκεν Κόλερ και φυσικά ο ήρωας του τελικού του 1990, Αντρέας Μπρέμε, δεν ήταν δυνατόν να αντιμετωπίσει πρόβλημα απέναντι σε μία εθνική ομάδα που δεν είχε νίκη σε Μουντιάλ μέχρι προ ημερών.

Η Βουλγαρία επέστρεφε στο γήπεδο των Τζάιαντς, όπου είχε υποτάξει το Μεξικό έναν γύρο νωρίτερα. Μόνο που αυτήν τη φορά, βρέθηκε η ίδια να κυνηγάει το σκορ, αφού ο Κλίνσμαν κέρδισε έξυπνα πέναλτι από τον Λέτσκοφ στο όριο της μεγάλης περιοχής, ο Ματέους ανέλαβε την ευθύνη και άνοιξε το σκορ στο 47ο λεπτό.

Όλα έδειχναν ότι η Γερμανία θα «κλειδώσει» ακόμα μία οριακή νίκη, αν και έχασε ευκαιρίες στη συνέχεια. Ο Μπέρτι Φογκτς, μάλιστα, έβαλε τον Τόμας Στρουντς στη θέση του Μάρτιν Βάγκνερ για περισσότερη «φρεσκάδα» στον άξονα και τίποτα δεν προδίκαζε αυτό που θα συνέβαινε λίγα λεπτά αργότερα.

Ήταν το 75ο λεπτό, όταν ο Στόιτσκοφ έστησε την μπάλα έξω από την περιοχή των «πάντσερ» για φάουλ και με ακόμα ένα μαγικό αριστερό σουτ, άφησε άγαλμα τον Μπόντο Ίλγκνερ (ο 25χρονος Όλιβερ Καν ήταν ο τρίτος τερματοφύλακας των Γερμανών στο Μουντιάλ). Τρία λεπτά αργότερα, μετά από σέντρα του Μπαλάκοφ από δεξιά, ο Λέτσκοφ επιβεβαίωσε το προσωνύμιό του «μάγος», αφού με μία καταπληκτική κεφαλιά έριξε στο καναβάτσο τους Γερμανούς.

Ο Πένεφ έκανε λόγο για την «πιο όμορφη μέρα στην ιστορία του βουλγαρικού ποδοσφαίρου». Ο Στόιτσκοφ παρέμεινε ψύχραιμος, λέγοντας ότι «για να είμαι ειλικρινής, ήταν μία εύκολη επικράτηση». Η Βουλγαρία, πλέον, θύμιζε μεθυσμένη πολιτεία. Κυριολεκτικά, αφού «ένας μεθυσμένος οδηγός πανηγυρίζει πάνω σε ένα αναποδογυρισμένο τραμ», όπως ενημέρωνε εφημερίδα της χώρας την επόμενη μέρα, σε μία από τις φωτογραφίες που δημοσίευε από τους πανηγυρισμούς στους δρόμους της χώρας.

Η «τιμωρία» από Μπάτζιο και Σουηδούς

Η Βουλγαρία είχε φτάσει στο ταβάνι της. Αυτή η εκπληκτική ομάδα δεν μπορούσε να πετύχει δεύτερο θαύμα μέσα σε τρεις μέρες. Ο επόμενος αντίπαλος ήταν αυτός που ήθελε να αποφύγει και έφτασε μέχρι τον… Μαραντόνα για να το καταφέρει. Αυτήν τη φορά, δεν γινόταν να αποφύγει τους Ιταλούς του «καυτού» Ρομπέρτο Μπάτζιο.

Ο «μικρός Βούδας» είχε κάνει ό,τι και ο Στόιτσκοφ στη Βουλγαρία. Είχε πάρει από το χέρι την ομάδα του Αρίγκο Σάκι και την είχε οδηγήσει μέχρι τις τέσσερις καλύτερες του κόσμου. Μπορεί στο ρόστερ να υπήρχαν κορυφαίοι παίκτες όπως ο Πάολο Μαλντίνι, ο Φράνκο Μπαρέζι (ο οποίος τραυματίστηκε σοβαρά στο γόνατο, αλλά μέσα σε δύο εβδομάδες κατάφερε να προλάβει τον τελικό), ο Ρομπέρτο Ντοναντόνι, ο Αντόνιο Κόντε, ο Τζιουζέπε Σινιόρι, ο Τζιανλούκα Παλιούκα, ο Τζιανφράνκο Τζόλα και ο Αλεσάντρο Κοστακούρτα, ωστόσο ο Μπάτζιο ήταν εκείνος που είχε ξεχωρίσει με τα γκολ του και την εν γένει απόδοσή του στην πορεία μέχρι τα ημιτελικά.

Τίποτα δεν άλλαξε κάτω από τον ήλιο του Νιου Τζέρσεϊ, αφού ο (τότε) επιθετικός της Γιουβέντους έπιασε τον «ύπνο» τους Βούλγαρους και σημείωσε δύο τέρματα μέσα σε πέντε λεπτά στο 1ο ημίχρονο (21′ – 25′). Ο Στόιτσκοφ απάντησε με εκτέλεση πέναλτι στο 44′, ωστόσο αντικαταστάθηκε στα τελευταία λεπτά μαζί με τον Κοσταντίνοφ, χωρίς οι Ιβάιλο Γιορντάνοφ και Γκέντσεφ να καταφέρουν να βρουν το γκολ της ισοφάρισης.

Όταν ρωτήθηκε μετά από τον αγώνα ο Στόιτσκοφ εάν ο Θεός παρέμενε Βούλγαρος (αναφορά στη δήλωση που είχε κάνει μετά από τον αγώνα με τη Γαλλία στα προκριματικά), ο «Ίτσο» ήταν κάθετος: «Ναι, αλλά ο διαιτητής ήταν Γάλλος».

Η απογοήτευση ήταν μεγάλη για τους Βούλγαρους, που στον μικρό τελικό, αν και παρατάχθηκαν με τη βασική ενδεκάδα που πρωταγωνίστησε σε όλες αυτές τις επιτυχίες, γνώρισαν τη συντριβή με 4-0 από τη Σουηδία, μία ομάδα που αντιμετώπισαν και στον προκριματικό όμιλο. Η παρέα του Τόμας Μπρολίν, του Μάρτιν Νταλίν και του Χένρικ Λάρσον εκμεταλλεύτηκε την ψυχολογική κατάρρευση των αντιπάλων τους, οι οποίοι, όμως, επέστρεψαν στην πατρίδα τους ως «οι ήρωες της Βουλγαρίας».

Η «χρυσή γενιά» ολοκλήρωσε εκεί τον κύκλο της αν και ακολούθησε νίκη επί της Γερμανίας στα προκριματικά του Euro 1996, όπου προκρίθηκε στην τελική φάση, αλλά αποκλείστηκε στους ομίλους. Οι Βούλγαροι έφτασαν στην τελική  φάση και του Μουντιάλ 1998, καθώς και του Euro 2004, ωστόσο δεν κατάφεραν να περάσουν στον επόμενο γύρο. Η νίκη επί της Γερμανίας παραμένει η τελευταία σε Παγκόσμιο Κύπελλο, ωστόσο εκείνη η πορεία γράφτηκε με χρυσά γράμματα στο βιβλίο της ιστορίας.

Έστω κι αν σε αυτό δεν τοποθετήθηκε ποτέ εκείνη η συνάντηση του Στόιτσκοφ με τον Μαραντόνα, δύο φίλων που ξανάσμιξαν πολλές φορές από τη στιγμή που «κρέμασαν» τα παπούτσια τους, με τον Αργεντινό να ταξιδεύει στη Βουλγαρία, προσκεκλημένος του «Ίτσο». Εξάλλου, ο Βούλγαρος βοηθός διαιτητή Μπόγκνταν Ντότσεφ ήταν αυτός που επέτρεψε το γκολ με «το χέρι του Θεού» στην αναμέτρηση της Αργεντινής με την Αγγλία στα προημιτελικά του Μουντιάλ 1986, με τον Μαραντόνα να δηλώνει ότι «γι’ αυτό από τότε όλοι οι Βούλγαροι είναι φίλοι μου».

Διαβάστε ακόμη:

Νarco-football, «πεντάρα» στην Αργεντινή, Μουντιάλ ’94 και Εσκομπάρ

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...