Μπάιρον Σκοτ: Ο «λόρδος» του NBA και του Παναθηναϊκού

«Μου ήταν αρκετά δύσκολο στην αρχή. Η ομάδα φορούσε άσπρα και πράσινα και είχε για έμβλημα το τριφύλλι. Το χειρότερο από όλα όμως ήταν πως βρήκα τον Ντίνο Ράτζα, ο οποίος αγωνιζόταν στους Μπόστον Σέλτικς.

Είχα πολλές αμφιβολίες στην αρχή, όμως τελικά ήταν μία εξαιρετική εμπειρία. Παίξαμε πολύ ωραίο μπάσκετ και κάναμε όμορφα πράγματα».

Ο Μπάιρον Σκοτ αγωνίστηκε μόλις μία σεζόν στον Παναθηναϊκό, ωστόσο το όνομά του δεν θα ξεχαστεί ποτέ, αφού ταυτίστηκε με το πρώτο πρωτάθλημα έπειτα από 14 ολόκληρα χρόνια «ξηρασίας».

Με αφορμή τα 56α του γενέθλια, το Sport-Retro.gr καταγράφει τις σημαντικότερες στιγμές της ζωής και της καριέρας του, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας αφιερώθηκε στους Λος Άντζελες Λέικερς.

Το ξεκίνημα

Ο Μπάιρον Άντον Σκοτ γεννήθηκε στο Όγκντεν της Γιούτα, αλλά από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 έζησε στο Ίνγκλγουντ της Καλιφόρνια, όπου γαλουχήθηκε στα μυστικά της πορτοκαλί μπάλας ως μαθητής του Μόρνινγκσαϊντ.

Η μητέρα του, η Ντόροθι, ήταν μόλις 17 ετών όταν του έδωσε ζωή και 24-25 όταν άρχισε να βγαίνει με τον Ρόμπερτ Μαρς, ο οποίος έγινε ο νέος «πατέρας» του μικρού και των άλλων τριών αδερφών (ένα αγόρι, δύο κορίτσια).

Οι πραγματικοί του γονείς δεν παντρεύτηκαν ποτέ, εν αντιθέσει με τον ίδιο που έζησε τον έγγαμο βίο επί 29 ολόκληρα χρόνια.

Το λύκειο που φοιτούσε ο νεαρός σούτινγκ γκαρντ βρισκόταν δίπλα από το θρυλικό «Forum», την έδρα δηλαδή των Λος Άντζελες Λέικερς μέχρι τον Μάιο του 1999.

Όταν έγινε 18 ετών ψηφίστηκε All-American, ενώ αμέσως μετά εγγράφηκε στο κολλέγιο Αριζόνα Στέιτ, όπου έπαιξε για τρεις σεζόν έως το 1983 (με κενό τη σεζόν 1981-82).

Η λατρεία στον Μάκαντου

«Ένα βράδυ έβλεπα τηλεόραση και είδα έναν τύπο 2,06μ. που σούταρε καλύτερα από μένα. Μου κίνησε την περιέργεια που είδα έναν παίκτη με τις ικανότητές του να παίζει στη θέση του σέντερ. Άρχισα να παρακολουθώ την καριέρα του από το Μπάφαλο στους Νικς και πάει λέγοντας.

Θυμάμαι διάφορα παιδιά να προσπαθούν να αντιγράψουν το σουτ του. Συνήθως δεν το έκαναν με επιτυχία. Αυτό ήταν ένα στυλ που δεν προσπάθησα να αντιγράψω. Το μόνο πράγμα που αντέγραψα ήταν το σημείο που η μπάλα πήγαινε στο διχτάκι. Και ότι φορούσα τον αριθμό του, το 11, στο λύκειο και το κολλέγιο».

Αυτά είχε πει ο Μπάιρον Σκοτ για τον Μπομπ Μάκαντου σε συνέντευξή του στην ιστοσελίδα jockbio.com.

Τα κλεψίματα, το εξαιρετικό του τζαμπ σουτ, το τρίποντο-φαρμάκι και γενικότερα η έφεση στο σκοράρισμα χάρισε άμεσα στον Σκοτ μία θέση στο αρχικό σχήμα, σε μία σεζόν που κατέγραψε κατά μέσο όρο 13,6 πόντους με 50% εντός πεδιάς.

Όταν πια έφτασε στο σημείο να αγωνίζεται κατά μέσο 37 λεπτά και να σκοράρει 21,6 πόντους με 51% εντός πεδιάς, ήταν προφανές ότι θα φτάσει ψηλά.

Το καλοκαίρι του 1983 αποφάσισε να δηλώσει συμμετοχή στο ντραφτ του ΝΒΑ και σε ηλικία 22 ετών επελέγη στο Νο4 από τους Σαν Ντιέγκο Κλίπερς (σ.σ. ο Τζεφ Μαλόουν ήταν στο 10 και ο Κλάιντ Ντρέξλερ στο 14).

Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους οι μετέπειτα Λος Άντζελες Κλίπερς τον αντάλλαξαν στους γειτονικούς Λέικερς με τους Νορμ Νίξον, Έντι Τζόρνταν και δύο ντραφτ πικς.

Μέλος του Showtime

Με επικεφαλής τους Μάτζικ Τζόνσον και Καρίμ Αμπντούλ-Τζαμπάρ, οι Λος Άντζελες Λέικερς εφάρμοσαν εκείνη την εποχή ένα πολύ γρήγορο, run-and-gun όπως λένε οι Αμερικανοί, στυλ παιχνιδιού.

Μέλος του θρυλικού αυτού συνόλου υπήρξε και ο Μπάιρον Σκοτ, δεδομένου ότι αγωνίστηκε στους «λιμνάνθρωπους» επί 10 συναπτά έτη (1983-1993).

Το σημαντικότερο συστατικό του Showtime, όπως ονομάστηκε το εντυπωσιακό παιχνίδι των Λέικερς, ήταν οι αιφνιδιασμοί και τα πολλά σουτ.

Πιο συγκεκριμένα, οι Καρίμ Αμπντούλ-Τζαμπάρ, Κερτ Ράμπις και Έισι Γκριν έπαιρναν το ριμπάουντ, ο Μάτζικ κατέβαζε την μπάλα και οι Τζαμάαλ Γουίλκς, Τζέιμς Γουόρθι, Μπάιρον Σκοτ, Μάικλ Κούπερ έφταναν σε λέι απ ή κάρφωμα.

Αρκετές φορές, πάντως, ο Μάτζικ έπαιρνε το ριμπάουντ και ξεχυνόταν μόνος σε έναν γρήγορο αιφνιδιασμό ή την τελευταία στιγμή μοίραζε ασίστ χωρίς να βλέπει.

Η ουσία είναι ότι την εποχή του Showtime, οι Λέικερς κατέκτησαν πέντε πρωταθλήματα, ενώ ο Σκοτ αποτελούσε μέλος τους στα τρία εξ αυτών (1985, 1987, 1988).

Όσοι πιστεύουν ότι δεν είχε πολύτιμη συμβολή διαψεύδονται οικτρά από τους αριθμούς, αφού τέσσερις φορές στην καριέρα του τερμάτισε στο Top10 των εύστοχων τριπόντων, τη σεζόν 1986-87 είχε ποσοστό 43,6% και την περίοδο 1984-85 αναδείχθηκε κορυφαίος μακρινός σουτέρ με ποσοστό 43,3%.

Επιπλέον, ήταν αυτός που συνήθως επωμιζόταν το δύσκολο έργο της «αναχαίτισης» του Μάικλ Τζόρνταν, όταν οι Λέικερς αντιμετώπιζαν τους Σικάγο Μπουλς, πολλές φορές με μεγάλη επιτυχία.

Οι εντυπωσιακοί αριθμοί

Δεδομένου ότι το ύψος του δεν ήταν πολύ χαμηλό (1,91μ.), αγωνιζόμενος σε ένα πιο σκληρό ΝΒΑ, ο Σκορ κατέγραψε εντυπωσιακά ποσοστά ευστοχίας.

Στην πρώτη σεζόν του, ο μετέπειτα άσος του Παναθηναϊκού μέτρησε 10,6 πόντους με 48,4% ευστοχία, 2,2 ριμπάουντ και 2,4 ασίστ, ενώ συμπεριλήφθηκε στην καλύτερη ρούκι πεντάδα του πρωταθλήματος.

Η συνέχεια ήταν εξίσου εντυπωσιακή, αρχής γενομένης από το γεγονός ότι ήταν βασικός στους Λέικερς για εννέα διαδοχικές αγωνιστικές περιόδους.

Όλα αυτά τα χρόνια, ο Σκοτ σούταρε με ποσοστό περίπου 50% εντός πεδιάς και αποκορύφωμά του ήταν η σεζόν 1987-88 με 53% και 21,7 πόντους κατά μέσο όρο.

Επιπλέον, ο εξαίρετος άσος ανέβαζε σχεδόν πάντα τα ποσοστά του στα τρίποντα όταν αγωνιζόταν στα πλέι οφ, με ενδεικτική αναφορά στο 47,6% του 1985.

Γενικότερα, ο Σκοτ συμπεριλαμβανόταν πάντα στους πιο παραγωγικούς γκαρντ και είναι απορίας άξιον γιατί δεν έλαβε μέρος έστω μία φορά σε All Star Game.

Σίγουρα υπήρξαν πιο λαμπρά αστέρια εκείνη την εποχή στους Λος Άντζελες Λέικερς, εντούτοις ίσως να αδικείται από αυτό το γεγονός.

Το καλοκαίρι του 1993, ο Σκοτ μεταπήδησε στους Ιντιάνα Πέισερς και στις δύο σεζόν που φόρεσε τη φανέλα τους, κατέγραψε 10,2 πόντους σε 18,5 λεπτά ανά αγώνα, επίδοση… συμπαθητική για έναν αθλητή που όδευε προς τα 35.

Το 1995-96 αγωνίστηκε στους Βανκούβερ Γκρίζλις, στη μοναδική περίοδο της καριέρας του που η ομάδα του δεν έλαβε μέρος στα πλέι οφ του ΝΒΑ.

Το «κύκνειο άσμα» του Σκοτ στο κορυφαίο πρωτάθλημα του κόσμου καταγράφηκε τη σεζόν 1996-97 με την επιστροφή του στους Λέικερς, οι οποίοι είχαν φρεσκαριστεί με παίκτες όπως ο Κόμπι Μπράιαντ και ο Σακίλ Ο’ Νιλ.

Τα ποσοστά του 36χρονου πια Αμερικανού άσου στην τελευταία του χρονιά ήταν 6,7 πόντοι, 1,5 ριμπάουντ, 1,3 ασίστ και 39% ποσοστό ευστοχίας στα τρίποντα.

Συνολικά, στην καριέρα του στο NBA έπαιξε σε 1.073 αγώνες κανονικής περιόδου και σημείωσε 14,1 πόντους, 2,8 ριμπάουντ, 2,5 ασίστ και 1,1 κλεψίματα κατά μέσο όρο, με 37% στα τρίποντα, 83,3% στις βολές και 48,2% εντός πεδιάς.

Από τους Λέικερς στους… Σέλτικς της Ευρώπης

Αναμφίβολα, ο Μπάιρον Σκοτ θα σάστισε όταν έμαθε ότι έλαβε πρόταση από μία ευρωπαϊκή ομάδα που φορά πράσινα και έχει ως έμβλημα το τριφύλλι.

Το καλοκαίρι του 1997, ο Παναθηναϊκός προσπαθούσε να ανασυνταχθεί για ακόμα μία φορά, προκειμένου να ξεπεράσει το στραπάτσο της προηγούμενης σεζόν (5η θέση) και να επανέλθει επιτέλους στην κορυφή του ελληνικού μπάσκετ έπειτα από το 1984.

Στις 20 Ιουνίου, η εφημερίδα «Αθλητική Ηχώ» αποκάλυψε το ενδιαφέρον των Πρωταθλητών Ευρώπης του 1996 για την απόκτηση του 36χρονου Σκοτ.

Ο Στόγιαν Βράνκοβιτς, ΝΒΑer από το 1996 μέχρι το 2000, συνέστησε στον Λευτέρη Σούμποτιτς να τον πάρει με… κλειστά μάτια, όπερ και εγένετο ακόμα κι αν μεσολάβησαν μερικές δραματικές ημέρες.

Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «Los Angeles Times», ο Σκοτ ήθελε να αγωνιστεί για μία τελευταία σεζόν με τους Λέικερς και όχι να λάβει διοικητικό πόστο ή εκείνο του βοηθού προπονητή.

Ο γενικός διευθυντής Μιτς Κάπτσακ τον ενημέρωσε ότι θα έπρεπε να περιμένει να παρθεί απόφαση αναφορικά με το ποσό που επιθυμούσε, αλλά εκείνος προτίμησε να απαντήσει καταφατικά στην πολύ καλή πρόταση του Παναθηναϊκού.

«Αντίο Μπάιρον. Ο Σκοτ υπέγραψε σε ελληνική ομάδα», ανέφερε από την πλευρά του το «ESPN» την 4η Ιουλίου 1997.

Το διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την ημέρα που ο Αμερικανός γκαρντ πάτησε το πόδι του στην Ελλάδα είχαν κυκλοφορήσει κάποιες φήμες περί δυσαρέσκειάς του επειδή ο, έτερος νεοφερμένος, Ντίνο Ράτζα θα έπαιρνε περισσότερα χρήματα.

Πρώτα ο ατζέντης Τζόε Γουάλας, ο οποίος ενημέρωσε ότι ο πελάτης του δεν ταξιδεύει λόγω ωτίτιδας κι εν συνεχεία ο ίδιος ο Σκοτ με την… άφιξή του στις 16 Ιουλίου.

«Το 11 για τον Μάκαντου»

Με 25λεπτη καθυστέρηση, ο Μπάιρον Σκοτ, συνοδευόμενος από τη σύζυγό του Ανίτα, έφτασε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού και γνώρισε την αποθέωση από 150-200 οπαδούς του Παναθηναϊκού.

Αρχικά, ο Αμερικανός αισθάνθηκε φόβο από την παρουσία του κόσμου και ζήτησε να αδειάσει ο χώρος, ωστόσο όταν ενημερώθηκε για τις… καλές τους προθέσεις αποφάσισε να εμφανιστεί στον… λαό του.

«Αγωνίστηκα στην καλύτερη ομάδα του ΝΒΑ και τώρα ήρθα στην καλύτερη της Ευρώπης. Η Ελλάδα είναι μια όμορφη χώρα και έτσι δεν ήταν τόσο δύσκολη η απόφασή μου να εγκαταλείψω το ΝΒΑ.

Στόχος μου είναι να κατακτήσω όλους τους τίτλους στη χώρα σας και να κάνω τους φίλους του Παναθηναϊκού ευτυχισμένους», είπε κατά την άφιξή του, προτού συμπληρώσει ότι ενημερώθηκε για τη νέα του ομάδα από τον Αντόνιο Ντέιβις.

Ο Θανάσης Γιαννακόπουλος, από την πλευρά του, αποκάλυψε ότι το συμβόλαιο του Σκοτ βρισκόταν στη διάθεση του «τριφυλλιού» δέκα ημέρες πριν από την προσγείωση στο αεροδρόμιο του Ελληνικού.

Ο 36χρονος Αμερικανός δεν πήρε τη φανέλα με το Νο4 που φορούσε στους Λέικερς, αλλά εκείνη με το Νο11, διότι θαύμαζε τον Μπομπ Μάκαντου και, όπως εξήγησε, αυτός ήταν ο αριθμός που είχε σε σχολείο και κολλέγιο.

Ο Σκοτ είχε ήδη παρακολουθήσει τρεις φορές την κασέτα με την κατάκτηση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος του 1996 και ονειρευόταν ανάλογες διακρίσεις.

Πράγματι, ο πολύπειρος άσος πανηγύρισε το Διηπειρωτικό Κύπελλο της ίδιας χρονιάς επί της Ολίμπια ντε Βενάδο Τουέρτο από την Αργεντινή και, βέβαια, το ιστορικό πρωτάθλημα Ελλάδας του 1998.

Ο Σκοτ άρχισε τη δυναστεία

Το ξεκίνημα στην Ελλάδα ήταν ιδανικό με 30 πόντους (10/11 βολές, 7/9 δίποντα, 2/4 τρίποντα) στο 83-59 επί του Ηρακλή, ενώ για 18 διαδοχικούς αγώνες σημείωσε διψήφιο αριθμό πόντων.

Συνολικά στην Α1, ο Σκοτ κατέγραψε 18,3 πόντους, 3,1 ριμπάουντ, 2,2 ασίστ, 1,4 κλεψίματα και 4,2 κερδισμένα φάουλ, ενώ σούταρε με 80% στις βολές, 53% στα δίποντα και 40% στα τρίποντα. 

Αναφορικά με το Κύπελλο Σαπόρτα, όπου ο Παναθηναϊκός έφτασε μέχρι την ημιτελική φάση, ο Αμερικανός είχε 13,4 πόντους, 2,4 ριμπάουντ, 2,1 ασίστ και 1,1 κλεψίματα, σε 25 λεπτά συμμετοχής ανά αγώνα.

Το καλύτερο ο Σκοτ το άφησε για το τέλος, αφού στους τελικούς του πρωταθλήματος με τον ΠΑΟΚ σημείωσε διψήφιο αριθμό πόντων στα πέντε ματς και με 17 κατά μέσο όρο ήταν ο πρώτος σκόρερ του «τριφυλλιού».

Παράλληλα, ο πολύπειρος γκαρντ αναδείχθηκε πρώτος πασέρ της ομάδας του στη σειρά με τον «δικέφαλο» και, δικαίως, αναδείχθηκε MVP των τελικών.

Φυσικά, στην Ιστορία έμεινε το πέμπτο και τελευταίο ματς της καριέρας του, όπου χρειάστηκε να περάσουν 18,5 λεπτά για να «ματώσει» το καλάθι του ΠΑΟΚ, έκτοτε όμως έβαλε συνολικά 23 πόντους, εκ των οποίων οι 19 στο δεύτερο ημίχρονο.

«Καιρός ήταν να με ρωτήσεις για τον Πέτζα, κόουτς»

Αυτό που δεν πρέπει να λησμονηθεί είναι ότι κατάφερε να περιορίσει αρκετά τη δράση του πολύ νεότερού του Πρέντραγκ Στογιάκοβιτς, ο οποίος υπενθυμίζεται ότι είχε «καθαρίσει» τον Ολυμπιακό στην ημιτελική φάση με εκείνο το αξέχαστο τρίποντο-buzzer beater στο ΣΕΦ.

Στον τρίτο τελικό κι ενώ ο «Πέτζα» είχε αρχίσει τα… όργια ο Λευτέρης Σούμποτιτς πλησίασε τον Σκοτ και τον ρώτησε: «Πώς θα σου φαινόταν να μαρκάρεις αυτόν εκεί;»

Η απάντηση του Αμερικανού: «Καιρός ήταν. Περίμενα με ανυπομονησία πότε θα με ρωτήσεις, κόουτς». Εκμεταλλευόμενος την ταχύτητά του, η δράση του Σέρβου περιορίστηκε και η πλάστιγγα έγειρε προς το… πράσινο.

Ήταν γεγονός! Ο Παναθηναϊκός του Ντίνο Ράτζα, του Φάνη Χριστοδούλου, του Φραγκίσκου Αλβέρτη, του Νίκου Οικονόμου και, βέβαια, του Μπάιρον Σκοτ ήταν πρωταθλητής Ελλάδας για πρώτη φορά από το 1984.

Οι οπαδοί του «τριφυλλιού» πανηγύρισαν έξαλλα τον τίτλο που έμελλε να αποτελέσει την αρχή μιας εγχώριας δυναστείας που πλην ελαχίστων εξαιρέσεων (2002, 2012) κράτησε μέχρι το 2014.

«Οι φίλοι του Παναθηναϊκού ήταν παθιασμένοι! Μάλιστα μετά από μία νίκη μία φορά είχε τρέξει ένας νεαρός φίλαθλος και με αγκάλιασε και με φίλησε και στα δύο μάγουλα. Είχα τρομάξει λίγο η αλήθεια είναι», έχει πει σε συνέντευξή του.

Μία άλλη ατάκα του Σκοτ που αφορούσε την «τρέλα» των Ελλήνων οπαδών ήταν η εξής: «Δεν θυμάμαι σε ποια πόλη παίζαμε, ήταν η έδρα του Πέτζα Στογιάκοβιτς (σ.σ. Θεσσαλονίκη). Ήταν το πρώτο μου παιχνίδι εκτός Αθήνας.

Σε κάποια φάση η μπάλα βγήκε εκτός τερέν κι όταν πήγα να τη μαζέψω ένας από τους Έλληνες παίκτες με άρπαξε και μου φώναξε: «Όχι, όχι, μην πας εκεί». Μόλις πλησίασα οι οπαδοί άρχισαν να με φτύνουν».

Οι «πράσινοι» δεν θέλησαν να ανανεώσουν για έναν χρόνο τη συνεργασία τους με τον Σκοτ αφενός λόγω ηλικίας αφετέρου επειδή αξίωνε περίπου 3.000.000 δολάρια κι εκείνος επέστρεψε στις ΗΠΑ.

Η προπονητική του καριέρα

Το καλοκαίρι του 1998, ο 37χρονος Σκοτ έγινε βοηθός του επίσης νεοφερμένου Ρικ Άντελμαν στο τεχνικό τιμ των Σακραμένο Κινγκς και ειδικεύτηκε στα μακρινά σουτ, με αποτέλεσμα οι παίκτες να πετύχουν υψηλά ποσοστά από την περιφέρεια.

Αξίζει να σημειωθεί ότι υπό τις οδηγίες του δούλεψε ο Πέτζα Στογιάκοβιτς, αντίπαλός του στους περίφημους τελικούς της ελληνικής Α1 πριν από μερικούς μήνες.

Δύο χρόνια αργότερα, ο Σκοτ έγινε πρώτος προπονητής στους Νιου Τζέρσεϊ Νετς και με την έλευση του Τζέισον Κιντ αγωνίστηκε στους τελικούς του ΝΒΑ το 2002 και το 2003 (ηττήθηκε από Λος Άντζελες Λέικερς και Σαν Αντόνιο Σπερς αντίστοιχα).

Ο άλλοτε άσος του Παναθηναϊκού απολύθηκε τον Ιανουάριο του 2004, ασχέτως αν οι Νετς ήταν πρώτοι στην division τους και λίγο αργότερα ανέλαβε τους Νιου Όρλεανς Χόρνετς

Μέχρι το 2007 η ομάδα δεν κατέγραφε καλή πορεία, απόρροια και του τυφώνα Κατρίνα που τον Αύγουστο του 2005 χτύπησε την περιοχή και η ομάδα υποχρεωνόταν να δίνει τα εντός έδρας ματς στην Οκλαχόμα.

Η δικαίωση ήρθε το 2008, όταν παρά τον αποκλεισμό στα… σημεία από τους μετέπειτα πρωταθλητές Σαν Αντόνιο Σπερς με 4-3, ο Σκοτ αναδείχθηκε κορυφαίος προπονητής της χρονιάς και το συμβόλαιό του ανανεώθηκε κατά δύο χρόνια.

Ένας νέος αποκλεισμός, αυτή τη φορά από τους Ντένβερ Νάγκετς αλλά μόλις στον πρώτο γύρο των πλέι οφ της περιόδου 2008-09, αποτέλεσε την αρχή του τέλους και, πράγματι, στην έναρξη της σεζόν 2009-10 οι δύο πλευρές έλυσαν τη συνεργασία τους.

Εν συνεχεία, ο Σκοτ εργάστηκε για λίγο ως αναλυτής αγώνων στο «ESPN», προτού αναλάβει στις 2 Ιουλίου 2010 το τιμόνι των Κλίβελαντ Καβαλίερς με κάκιστα αποτελέσματα, όπως οι 26 διαδοχικές ήττες – αρνητικό ρεκόρ στο ΝΒΑ, που έφεραν το «διαζύγιο» στις 18 Απριλίου 2013.

Ο Κάιρι Ίρβινγκ και άλλοι παίκτες εξέφρασαν την απογοήτευσή τους με την απόλυση του βετεράνου γκαρντ, ο οποίος τη σεζόν 2013-14 έγινε τηλεοπτικός αναλυτής των αγώνων των Λέικερς για την Time Warner Cable SportsNet.

Στις 28 Ιουλίου 2014, ο Αμερικανός υπέγραψε συμβόλαιο με τον σύλλογο που δοξάστηκε όσο ήταν παίκτης, αλλά για πέμπτη διαδοχική χρονιά η ομάδα του κατετάγη τελευταία στην περιφέρειά της, με συνέπεια από τις 24 Απριλίου 2016 να είναι ελεύθερος.

Φιλανθρωπικό έργο και οικογένεια

Ο Μπάιρον Σκοτ έχει ιδρύσει έναν μη κερδοσκοπικό οργανισμό, το Byron Scott Children’s Fund, και την τελευταία δεκαετία έχει συγκεντρώσει περισσότερα από 15.000.000 δολάρια, τα οποία έχουν διατεθεί σε διάφορα ιδρύματα για παιδιά.

Προσφάτως, ο βετεράνος άσος του ΝΒΑ και του Παναθηναϊκού συνεργάστηκε ξανά με μεγάλα δίκτυα ως αναλυτής, εν αναμονή του επόμενου προπονητικού του σταθμού και, βέβαια, την ελπίδα ότι θα έχει καλύτερη πορεία από τα χρόνια μετά το 2008.

Ο Μπάιρον Σκοτ είναι ελεύθερος και σε προσωπικό επίπεδο, καθώς τον Ιούνιο του 2013 χώρισε με την επί 29ετία σύζυγό του Ανίτα και τον Μάρτιο του 2014 εκδόθηκε το «διαζύγιό» τους.

Ο πάλαι ποτέ «πράσινος» γκαρντ έχει τρία παιδιά (Τόμας, Λόντεν, Ντάρον) και δύο εγγόνια (Κάιλα, Λάιλα).

*Οι εν Ελλάδι φωτογραφίες προέρχονται από την εφημερίδα «Αθλητική Ηχώ»

 

Διαβάστε ακόμη:

Tα μπασκετικά αφιερώματα του Sport-Retro.gr

*Κάντε like στο Facebook και follow στο Twitter και το Instagram για να μαθαίνετε άμεσα τις ιστορίες της πιο… ρετρό ιστοσελίδας της χώρας

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...