Η ημέρα που συναντήθηκα με τον Ζινεντίν Ζιντάν

Ανήμερα του τελικού του 2007 στην Αθήνα μεταξύ της Μίλαν και της Λίβερπουλ, δόθηκε η ευκαιρία στον Χρήστο Σωτηρακόπουλο να συναντήσει ακόμη ένα σπουδαίο όνομα του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, τον κορυφαίο άσο της δεκαετίας 1996-2006 στον πλανήτη και πρόσωπο των ημερών σήμερα, ως προπονητή της Ρεάλ Μαδρίτης, τον Ζινεντίν Ζιντάν.

Η συνέντευξη μεταδόθηκε στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του Mega Channel το ίδιο βράδυ και ολόκληρη η κουβέντα μεταφέρθηκε στο χαρτί από το περιοδικό «Active by SportFM” τον Ιούνιο του 2007.

Ήταν η πρώτη συνέντευξη που έδινε ο Ζιντάν μετά τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2006 και την περιβόητη πλέον κουτουλιά στον Μάρκο Ματεράτσι που οδήγησε στην αποβολή του στο τελευταίο ματς μιας τεράστιας καριέρας.

Ειδικά για το Sport-Retro.gr, ο Χρήστος Σωτηρακόπουλος γράφει για τον θρυλικό «Ζιζού”, «εκείνο” το επικό γκολ του 2002 κόντρα στην Μπάγερ Λεβερκούζεν, το ρεκόρ που κυνηγά να γίνει ο μοναδικός προπονητής με τρεις σερί κατακτήσεις Champions League και όλα όσα του έχουν μείνει από τη συνέντευξη με μια πραγματικά ενδιαφέρουσα προσωπικότητα.

***

«Οι ουρανοί είχαν ανοίξει από το πρωί και πηγαίνοντας στο Παναθηναϊκό Στάδιο, όπου ο Ζιντάν βρισκόταν μαζί με τον πρεσβευτή του τελικού, τον Θοδωρή Ζαγοράκη, είδα πιτσιρίκια να κοιτούν με δέος τη στιγμή που ο Γάλλος έκανε τα κολπάκια του με την μπάλα.

Πριν από την αποκλειστική συνέντευξη για το δελτίο ειδήσεων του Mega Channel

Το Καλλιμάρμαρο Στάδιο έχει ζήσει πολλές στιγμές που ο κόσμος αποθέωνε ινδάλματα. Από τον Σπύρο Λούη το 1896, έως την ομάδα μπάσκετ της ΑΕΚ το 1968 και απο τη Βούλα Πατουλίδου και τον Πύρρο Δήμα, μέχρι την υποδοχή ηρώων στην Εθνική ποδοσφαίρου το 2004, αυτός ο μοναδικός τόπος αθλητικής ιστορίας έχει βιώσει αλησμόνητες στιγμές.

Εκείνο το μεσημέρι της 23ης Μαΐου 2007 μία εκδήλωση λατρείας για έναν αληθινό σταρ προστέθηκε στο πάνθεον.

Ο Ζινεντίν Ζιντάν εμφανίστηκε για να δώσει τα διπλώματα στις νικήτριες ομάδες του τουρνουά Young Champions και η βροχή όχι μόνο δεν εμπόδισε τον κόσμο να δώσει το «παρών”, αλλά δεν είναι υπερβολή να ισχυριστεί κανείς πως συγκέντρωσε πάνω του περισσότερα βλέμματα από ότι οι σταρ των δύο φιναλίστ, της Μίλαν και της Λίβερπουλ, στην παραμονή τους στην Αθήνα!

Περίμενα έναν δύστροπο σούπερ σταρ και αντίθετα είδα έναν υπέροχο άνθρωπο, απόλυτο επαγγελματία που πρώτα τελείωσε ό,τι είχε ως υποχρέωση με την Adidas σχετικά με το promotion του τελικού κι έπειτα, αφού ζήτησε μια πετσέτα για να σκουπίσει τα χέρια και το πρόσωπό του, χαιρέτισε διά χειραψίας τους πάντες.

Μόλις βρεθήκαμε στους εσωτερικούς χώρους του Καλλιμάρμαρου, έκανε ένα αστείο σχετικά με τα μαλλιά που δεν είχε («άρα θα στεγνώσει το κεφάλι μου πιο γρήγορα»), αγκαλιάστηκε με τον Ζαγοράκη και με τον υπεύθυνο της UEFA που οργάνωνε το event και το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση ήταν η ηρεμία του προσώπου του.

Η χειραψία μαζί μου ήταν θερμή και του συστήθηκα στα ιταλικά. Του έδωσα κάποιες φανέλες της Ρεάλ Μαδρίτης με το όνομα και τον αριθμό του που ήθελα να υπογράψει.

Οι δύο ήταν από τη λέσχη φίλων της ισπανικής ομάδας «Χαράλαμπος Τσιριμονάκης» και έβαλε φαρδιά πλατιά την υπογραφή του. Η τρίτη ήταν για την προσωπική μου συλλογή και μου ζήτησε να του διευκρινίσω αν το όνομά μου είναι με «s” ή με «f” στο τέλος.

Πρόσθεσε και την ημερομηνία της συνάντησης και με ρώτησε αν ήθελα κάτι ακόμη. Ομολογώ πως ντράπηκα, αλλά του είπα πως ο γιος μου δεν θα μου ξαναμιλούσε αν δεν πήγαινα κάποια αυτόγραφα για τους φίλους του.

Χαμογέλασε κουνώντας συγκαταβατικά το κεφάλι σαν να έλεγε «όλοι τα ίδια τραβάμε» και υπέγραψε με το χαρακτηριστικό «Ζ” σε τρεις ακόμη κάρτες.

Δίπλα του έπαιζαν τα παιδιά του και κάποια στιγμή γύρισε και κάτι τους είπε. Ήταν φανερό πως είχαν κουραστεί, αλλά αμέσως ένα χάιδεμα του μπαμπά στο κεφάλι τους αρκούσε για να τα ηρεμήσει!

Κάθισε αναπαυτικά στην πολυθρόνα και χωρίς το παραμικρό ύφος ή διάθεση για σταριλίκι είχε ήδη κερδίσει τους πάντες. Ήταν η πρώτη φορά που μιλούσε μπροστά σε κάμερες μετά την αποβολή, στον τελικό του Βερολίνου τον Ιούλιο του 2006, στην ήττα της Γαλλίας από τους Ιταλούς στο Mundial.

Είχε θέσει ως μοναδικό όρο στην Adidas για να γίνει η συνέντευξη να μην αναφερθούμε στην κουτουλιά. Το τήρησα, ξεκινώντας πάντως ως πρώτη ερώτηση με κάτι σχετικό, αφού θεωρούσα πως θα ήταν εντελώς αντιδημοσιογραφικό εάν δεν γινόταν η παραμικρή αναφορά.

Τον ρώτησα, λοιπόν, αν γυρίζοντας τον χρόνο πίσω θα ήθελε να μην είχε συμβεί αυτή η στιγμή και παρότι η κοπέλα των δημοσίων σχέσεων που τον συνόδευε προσπάθησε να του κάνει νόημα να μην απαντήσει, ο ίδιος με ένα χαρακτηριστικό νεύμα προχώρησε σε ένα λιτό σχόλιο που μοιάζει να είναι η φιλοσοφία ζωής του. «Συνέβη, δεν αλλάζει, η ζωή προχωρά και δεν θέλω να με απασχολήσει αυτό το θέμα ποτέ ξανά».

Το να μιλάς με τον κορυφαίο τότε παίκτη στον πλανήτη και να μην αναφερθείς στο γκολ που καθόρισε τον τελικό του 2002 στο Champions League, είναι σαν να είσαι δίπλα στη θάλασσα και να μην νιώθεις την ανάγκη να βουτήξεις.

Χαμογελώντας και πάλι με αυτό το μειλίχιο ύφος, είπε: «Ήταν ο μοναδικός σημαντικός τίτλος που έλειπε από τη συλλογή μου. Το να κερδίζεις το Champions League είναι σημαντικό και ήδη είχα χάσει δύο τελικούς στο παρελθόν. Το γκολ σε αυτό το ματς στη Γλασκώβη, ήταν κάτι το τέλειο ως συναίσθημα.

Η στήλη του Χρήστου Σωτηρακόπουλου στο Sport-Retro.gr

Το είχα δοκιμάσει και σε άλλα ματς, αλλά δεν είχε πιάσει. Υποθέτω πως κάποιος με σκεφτόταν πολύ εκείνη την ημέρα και όλα πήγαν σαν σε ταινία. Ήταν ένα καταπληκτικό γκολ, σίγουρα το ωραιότερο που έβαλα ποτέ».

Το 2004 η Ελλάδα απέκλεισε τη Γαλλία στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα και αυτό ήταν το ματς που όλοι μας πιστέψαμε πως μπορούσε να γίνει η υπέρβαση. Η συνάντησή του με τον Ζαγοράκη, λίγο νωρίτερα, είχε δώσει την ευκαιρία για να έρθει εκείνη η εκπληκτική πορεία της Εθνικής μας στην Πορτογαλία στην κουβέντα.

«Ο Ζαγοράκης ήταν ο καλύτερος παίκτης του τουρνουά γιατί εξέφραζε τη συνοχή και την πίστη της Ελλάδας πως μπορούσε να φτάσει στο Κύπελλο. Δεν μπορώ να πω κάτι εναντίον της ομάδας σας, γιατί έμαθα να εκτιμώ τους νικητές και να μην θεωρώ τίποτα στο ποδόσφαιρο ως δεδομένο»

Η κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1998 ήταν η κορυφαία στιγμή στην καριέρα του; «Χωρίς δεύτερη σκέψη ναι», απαντά. «Είναι το κορυφαίο γεγονός, γινόταν στην χώρα μου, σκόραρα δύο φορές στον τελικό, απέναντί μας ήταν η Βραζιλία. Τι άλλο θα μπορούσα να ζητήσω;», εξηγεί.

Όταν όμως τον βάζω μπροστά στο δίλημμα να διαλέξει ανάμεσα στην επιτυχία του 1998 και την πολύ πιο πειστική εμφάνιση της Γαλλίας στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2000, κοιτά τα παιδιά του. «Μπορείς να με ρωτήσεις αν αγαπώ κάποιο πιο πολύ από το άλλο; Όχι. Άρα έτσι είναι και με τις επιτυχίες. Είναι όλες μέρος της ζωής μου, κομμάτι της καρδιάς μου».

Επιμένω, όμως, στο θέμα της απόδοσης στη διοργάνωση των Κάτω Χωρών, γιατί εκεί ήταν ολοφάνερο πως ο ίδιος ήταν πια απαλλαγμένος από οποιοδήποτε αγωνιστικό άγχος. «Ακριβώς έτσι είναι. Πλέον ένιωθα πως δεν χρειάζεται να δώσω απαντήσεις σε όποιον με συνέκρινε με άλλους στο παρελθόν. Ευχαριστήθηκα πολύ εκείνο το τουρνουά και νομίζω πως αυτό το κατάλαβε ο κόσμος».

Τον είχα ρωτήσει αμέσως μετά για το τι διαφοροποιούσε το ποδόσφαιρο του 2007 από εκείνο της εποχής που άρχιζε εκείνος και χωρίς να το σκεφτεί πολύ, τόνισε: «Η πίεση στους παίκτες από τον Τύπο και την τηλεόραση, από τον κόσμο, από την ίδια την φύση του ποδοσφαίρου».

Και πόσο του έλειπε το χορτάρι; Πόσο θα ήθελε αντί να είναι στην εξέδρα, να μπει ξανά και να ζητήσει την μπάλα στα πόδια; Πάλι χαμογέλασε, αλλά αυτή τη φορά είμαι απόλυτα βέβαιος πως πίσω από το αινιγματικό χαμόγελο υπήρχε μία μελαγχολία.

«Μου λείπει το χορτάρι, η μυρωδιά του, η αίσθηση του γηπέδου. Όμως επέλεξα το τέλος αν και είχα ακόμη ένα χρόνο συμβόλαιο στη Ρεάλ Μαδρίτης. Ακόμη δεν έχω αρχίσει να καταλαβαίνω τις διαφορές, όμως σίγουρα το να παίζεις ποδόσφαιρο είναι κάτι πολύ ωραίο».

Μου είχε χαρακτηρίσει ως τον καλύτερο συμπαίκτη που είχε ποτέ τον Κλοντ Μακελελέ, λέγοντας πως για να μπορεί ο κάθε Ζιντάν να κάνει στο γήπεδο αυτά που αρέσουν στην εξέδρα, πρέπει να υπάρχει ένας Μακελελέ να θυσιάζεται για την ομάδα.

Τον είχα ρωτήσει αν θα γίνει μια μέρα προπονητής και μου είχε πει πως δεν το σκεφτόταν, αλλά στη ζωή ποτέ μην λες ποτέ. Όπως καταλαβαίνετε, καλύτερα που δεν το είχε πει…

Η ζωή του τότε ήταν πια μοιρασμένη ανάμεσα στον χρόνο με την οικογένειά του, τις φιλανθρωπικές δραστηριότητες με επίκεντρο τα παιδιά και τις επιλεγμένες παρουσίες του, όπως αυτή στην Αθήνα.

Τι ακριβώς είναι ο Ζιντάν για κάθε νέο παιδί που ονειρεύεται να του μοιάσει είναι γνωστό, αλλά ήταν υπέροχη η δική του ατάκα για τα παιδιά: «Αυτά είναι η ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο».

Για ένα παιδί μεταναστών από την Αλγερία, μεγαλωμένο στα σοκάκια της Μασσαλίας, η διαδρομή μέχρι την κορυφή ήταν επίπονη. Λένε πως την ιστορία πρέπει να την αποτιμούν κάποιοι με μεγάλη χρονική απόσταση από τα γεγονότα. Στην περίπτωση του Ζιντάν, ο ιστορικός του μέλλοντος, δεν έχει δουλειά να κάνει. Η εκτίμηση για την αξία του έχει καταγραφεί με χρυσά γράμματα…”.

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...