Έτρωγε 8 αυγά την ημέρα, ψήλωσε και έγινε ηγέτης. Ο θρυλικός Ντίνο Τζοφ έχει γενέθλια

Ανέκαθεν η Ιταλία διέθετε το κορυφαίο εργοστάσιο παραγωγής τερματοφυλάκων στον πλανήτη, αρχής γενομένης από τον Τζιανπιέρο Κόμπι, ο οποίος έλαμψε το διάστημα του Μεσοπολέμου.

Ενρίκο Αλμπερτόζι και Λορέντζο Μπουφόν (σ.σ. ο ξάδερφος του παππού του Τζιανλουίτζι) κατέγραψαν αξιοπρόσεκτη πορεία στα τέλη της δεκαετίας του 1950 μέχρι τα μέσα εκείνης του 1960.

Η ιταλική παράδοση των σπουδαίων υπερασπιστών των γκολπόστ όχι απλά συνεχίστηκε, αλλά εδραιώθηκε με την ηγετική μορφή του Ντίνο Τζοφ, ενός αγέραστου ποδοσφαιριστή που δεν έπαψε ποτέ να διδάσκεται και να βελτιώνεται.

Ανήμερα των 75ων γενεθλίων του, το Sport-Retro.gr καταγράφει την πορεία του εμβληματικού τερματοφύλακα από το Μαριάνο ντελ Φρίουλι προς τη δόξα.

Οκτώ αυγά την ημέρα!

Γεννημένος στις 28 Φεβρουαρίου 1942 στο βορειοανατολικό άκρο της Ιταλίας κοντά στα σύνορα με τη Σλοβενία, ο Ντίνο Τζοφ μεγάλωσε με την κατεύθυνση της πατρικής φιγούρας.

Ο πατέρας του βίωσε για πέντε ολόκληρα χρόνια τη φρίκη του πολέμου και ήταν αιχμάλωτος για ακόμα δύο, ωστόσο βγήκε ζωντανός.

Ζωντανός βγήκε και ο ίδιος ο μικρός Τζοφ από τα… ορειβατικά του στον αχυρώνα της αγροτικής οικογένειας: «Καθόμουν σε ύψος 10μ. γιατί μου άρεσε να πειράζω μια χελιδονοφωλιά. Ήμουν πάρα πολύ εκτεθειμένος».

Το μικροσκοπικό αγόρι από το… λιγότερο μικροσκοπικό Μαριάνο ντελ Φρίουλι μεγάλωνε ήσυχα και, ίσως, λίγο ψυχαναγκαστικά υπό την έννοια ότι η γιαγιά Αντελαΐντ τον έτρεφε με οκτώ αυγά ημερησίως στο αγρόκτημά τους. Να το έκανε άραγε για να ψηλώσει το εγγόνι της;

Ο νεαρός Ντίνο είχε εκδηλώσει μία συμπάθεια στο ποδόσφαιρο και τη θέση του τερματοφύλακα, όμως το ταπεινό του ανάστημα δεν του επέτρεπε να αισθάνεται ιδιαίτερα ασφαλής.

Ο πατέρας του τον συμβούλευσε να σπουδάσει μηχανικός αυτοκινήτων, προκειμένου να υπάρχει «plan b» σε περίπτωση που δεν κατάφερνε να προκόψει στο άθλημα που η χώρα τους είχε ήδη κατακτήσει δύο Παγκόσμια Κύπελλα.

Εξάλλου, όταν ήταν 14 ετών ο νεαρός είχε «κοπεί» από Γιουβέντους και Ίντερ, καθώς τα 149 εκατοστά του ήταν πολύ λίγα για δύο τόσο… ψηλές εστίες. Τότε, «κατάπινε» καθημερινά 10 χιλιόμετρα με το ποδήλατο για να αγωνιστεί με τη φανέλα της Μαριανέζε, της τοπικής ομάδας.

Να σημειωθεί, πάντως, ότι οι γνώσεις του Τζοφ στον τομέα της μηχανολογίας δεν πήγαν στράφι, αφού αρκετά χρόνια αργότερα έγινε αρθρογράφος της Formula 1 στην εφημερίδα «La Repubblica».

Ο πιο καλός ο μαθητής

Φάουστο Κόπι και Άμπντον Πάμιτς. Οι δύο αυτοί συμπατριώτες του, ο ένας ποδηλάτης ο άλλος δρομέας, ήταν -εκτός από τον πατέρα- τα ινδάλματα του Ντίνο Τζοφ.

Αμφότεροι χαμηλών τόνων, αλλά ζηλευτοί επαγγελματίες που έφταναν στις επιτυχίες αθόρυβα και μεθοδικά, είχαν κερδίσει την προσοχή του νεαρού με τον, μάλλον, υποτονικό χαρακτήρα.

Ο Ντίνο ψήλωσε κατά 33 εκατοστά από τα 14 μέχρι τα 19 του, ωστόσο δεν ήταν αυτός ο μοναδικός λόγος που κατάφερε να καταγράψει τόσες πολλές επιτυχίες σε όλα τα επίπεδα.

Ο βασικότερος ήταν ότι δεν έπαψε ποτέ να μαθαίνει, όπως αφηγήθηκε στον περίφημο δημοσιογράφο και συγγραφέα Τζόναθαν Γουίλσον με αφορμή το βιβλίο «The Outsider: A History of the Goalkeeper».

Στο ίδιο απόσπασμα ο Τζοφ αναφέρει πως ο Τζιανλουίτζι Μπουφόν είναι ο κορυφαίος τερματοφύλακας όλων των εποχών, αλλά ότι δεν βελτιώθηκε αρκετά κατά τη διάρκεια της καριέρας του, εν αντιθέσει με τον ίδιο που ήταν καλύτερος μετά τα 30 του.

Η παροιμιώδης προσήλωση, η μεθοδικότητα, η προσοχή στη λεπτομέρεια αποτέλεσαν στοιχεία που του έδιναν αδιαπραγμάτευτα το χρίσμα του ηγέτη τόσο στη Γιουβέντους όσο και στην εθνική Ιταλίας.

«Είχα την ευκαιρία να αποκτήσω ειδικές γνώσεις και εμπειρία στα τελευταία χρόνια που αγωνιζόμουν. Ήμουν ένας ηγέτης για τους συμπαίκτες μου και όταν έγινα προπονητής η νοοτροπία μου δεν άλλαξε πάρα πολύ», είχε δηλώσει ο ίδιος κάποτε.

Τα υπόλοιπα προτερήματα του Τζοφ

Πάντα διατηρούσε καλές σχέσεις με τους συμπαίκτες του και φρόντιζε να μένει μακριά από εντάσεις, αρχής γενομένης από το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974.

Η Ιταλία αποκλείστηκε πρόωρα, απόρροια (και) του νοσηρού κλίματος με τους πολλούς καβγάδες μεταξύ των μελών της. Ο Τζοφ κράτησε αποστάσεις, δεν απέκτησε εχθρούς και σίγουρα αυτό το γεγονός έπαιξε τον ρόλο του για να καπαρώσει λίγο αργότερα το περιβραχιόνιο του αρχηγού.

Ένα ακόμα προτέρημα του περίφημου Ιταλού «πορτιέρε» ήταν ότι διατηρούσε καλές σχέσεις με τους προπονητές του, χωρίς να είναι… τσιράκι τους.

Με τους Tζιαμπιέρο Μπονιπέρτι και Τζιοβάνι Τραπατόνι

Τρανό παράδειγμα η συνύπαρξη με τον Τζιοβάνι Τραπατόνι από το 1976 μέχρι το 1983. Ο Τζοφ δεν υπονόμευσε τον μόλις τρία χρόνια μεγαλύτερό του, τουναντίον αναγνώρισε ότι έχει την ευκαιρία να μάθει περισσότερα από έναν μετρ της ποδοσφαιρικής φιλοσοφίας.

Πολύ καλή σχέση ανέπτυξε και με τον Έντσο Μπεαρζότ, τον ομοσπονδιακό τεχνικό που οδήγησε την εθνική Ιταλίας στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1982 στα γήπεδα της Ισπανίας.

Στον απόηχο της πρόκρισης επί της Βραζιλίας, ύστερα από την πιο διάσημη απόκρουση της καριέρας του στην κεφαλιά του Όσκαρ, η εικόνα με τον Τζοφ να ασπάζεται τον προπονητή του έμεινε στην Ιστορία.

O Tζοφ παίζει σκοπόνε (σ.σ. ιταλικό παιγνιόχαρτο) με τους Σάντρο Μπερτίνι (πρόεδρος ιταλικής δημοκρατίας), Έντσο Μπεαρζότ και Φράνκο Καούζιο, με φόντο το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1982

«Μου έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο, χωρίς να πει λέξη. Αυτή η φευγαλέα στιγμή ήταν η πιο έντονη ολόκληρου του Παγκοσμίου Κυπέλλου», είχε πει ο αείμνηστος τεχνικός.

O Μπεαρζότ δικαιούται να κατονομάσει το τέταρτο βασικό προτέρημα ενός εκ των «παιδιών» του που τον μετέφεραν στην τελευταία του κατοικία τον Δεκέμβριο του 2010.

«Ήταν ικανός να παραμείνει ήρεμος ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές του αγώνα», έχει πει ο αείμνηστος προπονητής με την αξιοσημείωτη προσθήκη: «Πάντα αντιμετώπιζε με σεμνότητα και σεβασμό τους αντιπάλους».

«Κρύφτηκα κάτω από τα καθίσματα!»

Αφού έγινε η αναφορά στα πρώτα χρόνια και το ποδοσφαιρικό ποιόν του, ήρθε η ώρα για την καταγραφή των δεκάδων διακρίσεων του Ντίνο Τζοφ.

Με τη φανέλα της Ουντινέζε

Διακρίσεων; Όχι, δεν ήταν έτσι από την αρχή. Όταν πια είχε πάρει μπόι και είχε πείσει τον κορυφαίο σύλλογο της ευρύτερης περιοχής, την Ουντινέζε, να του δώσει μία ευκαιρία, ο 19χρονος δέχθηκε πέντε γκολ από τη Φιορεντίνα στο ντεμπούτο του.

Λίγες ημέρες μετά την «πικρή» 24η Σεπτεμβρίου του 1961 και το 5-2 της Φλωρεντίας, ο Τζοφ είχε τη φαεινή ιδέα να πάει στον κινηματογράφο. «Στο διάλειμμα της ταινίας προβλήθηκαν τα γκολ του αγώνα. Έπεσα κάτω από τα καθίσματα…».

Ο νεαρός τερματοφύλακας της Ουντινέζε δεν είχε ευθύνη για κανένα από τα πέντε γκολ, όμως εκείνη τη σεζόν κατέγραψε μόλις 4 συμμετοχές και, βέβαια, δεν μπορούσε να κάνει πολλά για την αποφυγή του υποβιβασμού στη Serie B.

Με τη φανέλα της Μάντοβα

Αντίθετα, την αγωνιστική περίοδο 1962-63 καθιερώθηκε κάτω από τα γκολπόστ και είχε πολύτιμη συμβολή στην επάνοδο των «φριουλάνι» στα μεγάλα σαλόνια, προτού πάρει μεταγραφή στη Μάντοβα και «ψηθεί» με 131 συμμετοχές σε τέσσερα χρόνια.

Οι κορυφαίοι σύλλογοι της χώρας είχαν αρχίσει να στρέφουν το βλέμμα τους προς τον Τζοφ, ενώ ο τότε ομοσπονδιακός τεχνικός Εντμόντο Φάμπρι σκεφτόταν σοβαρά να τον συμπεριλάβει στην αποστολή για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1966.

Τελικά, οι Ενρίκο Αλμπερτόζι, Ρομπέρτο Αντζολίν και Πιερλουίτζι Πιτσαμπάλα ήταν οι τερματοφύλακες που μπήκαν στο αεροπλάνο με προορισμό την Αγγλία.

Το καλοκαίρι του 1967, ο 25χρονος πια Τζοφ μεταπήδησε στη Νάπολι έναντι ενός ποσού της τάξεως των 130.000.000 λιρετών και της ανταλλαγής με τον επίσης τερματοφύλακα Κλαούντιο Μπαντόνι.

Κατά την πενταετία της παραμονής του στον ιταλικό Νότο και τις 143 συμμετοχές στη Serie A, ο πράος και πειθαρχημένος πορτιέρε γιγάντωσε το όνομά του και καθιερώθηκε στην εθνική ομάδα της χώρας του.

Mε τον Αντόνιο Τζουλιάνο στη Νάπολι

Να σημειωθεί ότι τη σεζόν 1970-71 ο Τζοφ δέχθηκε μόλις 18 γκολ σε 30 ματς, καταγράφοντας την κορυφαία αμυντική παρουσία της Νάπολι στη Serie A.

Τέσσερις συμμετοχές, μία κατάκτηση Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος!

Η εθνική Ιταλίας απείχε 30 χρόνια από την κατάκτηση ενός τίτλου και όταν έγινε γνωστό ότι στην ημιτελική φάση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος του 1968 θα αντιμετωπίσει τη Σοβιετική Ένωση, η ανησυχία ήταν έκδηλη και δικαιολογημένη.

Η ποδοσφαιρική μηχανή της αχανούς χώρας είχε αποκλείσει τους «ατζούρι» στην προκριματική φάση της προηγούμενης διοργάνωσης και τους είχε νικήσει στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1966.

Το ματς στιγματίστηκε από τις κακές καιρικές συνθήκες και τους εκατέρωθεν τραυματισμούς, το 0-0 παρέμεινε και μετά τη λήξη της παράτασης, με συνέπεια ο νικητής να αναδειχθεί από το στρίψιμο του νομίσματος.

Ο Τζιακίντο Φακέτι επέλεξε σωστά και η Ιταλία στάθηκε τυχερή, όμως η πρόκριση στον τελικό δεν θα είχε επιτευχθεί αν ο Τζοφ δεν απέκρουε τις προσπάθειες των Άλμπερτ Σεστέρνεφ και Αλεκσάντρ Λένεφ (σε δύο περιπτώσεις).

Στη μόλις τέταρτη συμμετοχή του με την εθνική Ιταλίας, έπειτα δηλαδή από τον διπλό τελικό με τη Γιουγκοσλαβία κι ενώ είχε προηγηθεί ο προημιτελικός με τη Βουλγαρία, ο τερματοφύλακας της Νάπολι κατέκτησε το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα!

Μάλιστα, είχε πολύτιμη συμβολή στο πρώτο ματς με τους «πλάβι» διότι είχε κρατήσει το 1-1 στα 120 λεπτά, με συνέπεια να οριστεί επαναληπτικός.

«Είχαμε τεράστια προβλήματα και για να είμαι ειλικρινής δεν αξίζαμε την ισοπαλία στον πρώτο αγώνα, αλλά πιάσαμε σπουδαία απόδοση στη ρεβάνς», έχει πει για το μοναδικό Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα που έχουν κατακτήσει οι «ατζούρι».

Να σημειωθεί ότι ο Τζοφ, ο οποίος αναδείχθηκε κορυφαίος γκολκίπερ του τουρνουά που έγινε στη χώρα του, είχε πανηγυρίσει και το χρυσό μετάλλιο στους Μεσογειακούς Αγώνες του 1963 με τα χρώματα της Κ23.

«Δεν είμαι ψυχρός άνθρωπος»

Το καλοκαίρι του 1972, σε ηλικία 30 ετών, ο Ντίνο Τζοφ παίρνει μεταγραφή στη Γιουβέντους, η οποία είχε ήδη βάλει τις βάσεις για να αφήσει πίσω της την πενιχρή σε τίτλους δεκαετία του 1960.

«Υπήρχε ο Καούζιο, ο Χάλερ, ο Μπέτεγκα… Η ταχύτητα, η φαντασία και η πειθαρχία αναμίχθηκαν με τον δυναμισμό. Εκείνα τα πρώτα χρόνια έχουν μείνει χαραγμένα στην καρδιά μου», έχει πει ο μοναδικός Ιταλός παίκτης που έχει κατακτήσει Παγκόσμιο Κύπελλο και Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα.

Το Μουντιάλ του 1970 στο Μεξικό ήταν το τελευταίο κορυφαίο ποδοσφαιρικό γεγονός σε συλλογικό και εθνικό επίπεδο που ο Τζοφ παρακολούθησε από τον πάγκο, καθώς o Φερούτσιο Βαλκαρέτζι είχε προτιμήσει τον Ενρίκο Αλμπερτόζι της Κάλιαρι.

Ο σπουδαίος τερματοφύλακας δεν έγινε το Νο1 σε Γιουβέντους και εθνική ομάδα με ομιλίες ή εκδηλώσεις πάθους. Σπανίως έβγαζε λόγους. Είχε μάθει καλύτερα από τον καθένα, όμως, να εκφράζεται με τη σιωπή και το βλέμμα του.

«Δεν είμαι ψυχρός άνθρωπος. Βάζω το συναίσθημα πριν από οτιδήποτε άλλο», είχε πει. Ποτέ δεν αρνήθηκε ότι διέθετε υπερβολικά ήρεμο χαρακτήρα, όπως ποτέ δεν αρνήθηκε ότι πορευόταν κατ’ αυτόν τον τρόπο διακατεχόμενος από το αίσθημα του σεβασμού, της δικαιοσύνης και του ομαδικού πνεύματος.

Αναμφίβολα, δεν ήταν ο τερματοφύλακας των εντυπωσιακών αποκρούσεων, αλλά των ελάχιστων λαθών, δεδομένου βέβαια ότι μπροστά του αγωνίζονταν πάντα μερικοί από τους καλύτερους αμυντικούς του κόσμου.

Με τη φανέλα της Γιουβέντους, ο Τζοφ κατέκτησε 6 πρωταθλήματα Ιταλίας, 2 Κύπελλα Ιταλίας και το Κύπελλο UEFA του 1977, ενώ αντίθετα, δεν κράτησε ποτέ στα χέρια του το Κύπελλο Πρωταθλητριών.

Ο περίφημος Άγιαξ το 1973 και το Αμβούργο το 1983, στο επί αθηναϊκού εδάφους τελευταίο ματς της καριέρας του σε συλλογικό επίπεδο, του στέρησαν τη χαρά της κατάκτησης ενός Κυπέλλου Πρωταθλητριών, ενώ η Ιντεπεντιέντε δεν του επέτρεψε να πάρει το Διηπειρωτικό Κύπελλο του 1973.

Γι’ αυτό ονομάστηκε «Σούπερ Ντίνο»

Το 1973, όταν αναδείχθηκε δεύτερος, πίσω από τον Γιόχαν Κρόιφ, στην ψηφοφορία για τη «Χρυσή Μπάλα», ο Τζοφ συνέβαλε τα μέγιστα για να επιτευχθεί η πρώτη νίκη της εθνικής Ιταλίας επί αγγλικού εδάφους.

Στις 14 Νοεμβρίου, ο Φάμπιο Καπέλο έβαλε το πιο ιστορικό γκολ της καριέρας του, οι «ατζούρι» επικράτησαν 1-0 στο φιλικό ματς του «Γουέμπλεϊ», αλλά ο «Σούπερ Ντίνο» είχε τον πρωταγωνιστικό ρόλο με τις αποκρούσεις του στις προσπάθειες των Τόνι Κάρι και Έμλιν Χιουζ.

Εκτός από το προαναφερθέν ματς με την Αγγλία και τον περίφημο αγώνα του 1982 με τη Βραζιλία, ο Τζοφ έκανε τη διαφορά σε δύο ακόμη κρίσιμες αναμετρήσεις, αμφότερες με τη φανέλα της Γιουβέντους.

Στις 18 Μαΐου 1977, ύστερα από την πρόκριση επί της ΑΕΚ, οι «μπιανκονέρι» ταξίδεψαν στη Χώρα των Βάσκων για να υπερασπιστούν το 1-0 του πρώτου τελικού του Κυπέλλου UEFA.

Όταν η Αθλέτικ Μπιλμπάο ανέτρεψε τα δεδομένα και προηγήθηκε 2-1 στο 78’, ο Τζοφ υποχρεώθηκε να… κατεβάσει ρολά για να χαρίσει στη Γιούβε το πρώτο ευρωπαϊκό τρόπαιο της Ιστορίας της.

Ο Τζιοβάνι Τραπατόνι έχει τον λόγο. «Μετά το δεύτερο γκολ, ο Τζοφ κλώτσησε την μπάλα μακριά. Με ρώτησε πόσα λεπτά απομένουν. Του είπα ότι απομένουν 12 λεπτά και δεν έκρυψε την απογοήτευσή του. Ήταν δύσκολο να αντέξει μέχρι το τελευταίο σφύριγμα. Μόνο τότε, ο κορυφαίος τερματοφύλακας του κόσμου χαμογέλασε ξανά».

Στις 15 Μαρτίου 1978, ο επαναληπτικός της προημιτελικής φάσης του Κυπέλλου Πρωταθλητριών μεταξύ της Γιουβέντους και του Άγιαξ λήγει ισόπαλος 1-1. Το σκορ του Τορίνου δεν έχει διαφορά από εκείνο του Άμστερνταμ ούτε στην παράταση, με συνέπεια η μπάλα να στηθεί επτά φορές στην άσπρη βούλα.

Μόνο επτά φορές διότι ο Τζοφ απέκρουσε τα πέναλτι των Ρουντ Χέιλς και Πιμ φαν Ντορντ, ο Τσου Λα Λινγκ, μετέπειτα άσος του Παναθηναϊκού, επίσης δεν βρήκε δίχτυα και η ιταλική ομάδα προκρίθηκε με 3-0.

«Ντίνο-Ντίνο», φώναζαν οι ενθουσιασμένοι φίλαθλοι της Γιουβέντους, τη στιγμή που όλοι οι παίκτες έσπευδαν για να τον αγκαλιάσουν.

Έπαιζε με σπασμένα πλευρά!

Ζάλη προκαλούν τα κατορθώματα και οι αριθμοί του Ντίνο Τζοφ με τη φανέλα της Γιουβέντους, αρχής γενομένης φυσικά από τους προαναφερθέντες τίτλους.

Ο «Σούπερ Ντίνο» κατέγραψε 330 διαδοχικές συμμετοχές στη Serie A (ρεκόρ συλλόγου), αγωνιζόμενος επί 11 συναπτά έτη και όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, σε μερικά ματς έπαιξε με σπασμένα πλευρά!

Επιπλέον, πραγματοποίησε 74 εμφανίσεις στο Κύπελλο Ιταλίας, 71 σε ευρωπαϊκές διοργανώσεις, 4 σε άλλα τουρνουά και συνολικά 479 (είναι ο 6ος παίκτης στην Ιστορία της Γιουβέντους).

Με 570 ματς στη Serie A ήταν ο ρέκορντμαν για 23 περίπου χρόνια, ώσπου τη σεζόν 2005-06 τον προσπέρασαν οι Πάολο Μαλντίνι και Μάρκο Μπαλότα. Να σημειωθεί ότι στους περισσότερους αγώνες δεν ήταν εκείνος αρχηγός, αλλά ο Τζιουζέπε Φουρίνο.

Επίσης, ο Τζοφ κατέχει το ρεκόρ συνεχόμενων συμμετοχών στο ιταλικό πρωτάθλημα με 332 (κράτησε από τις 21 Μαΐου 1972 και το ματς Νάπολι-Μπολόνια μέχρι τις 15 Μαΐου 1983 και τον αγώνα Γιουβέντους-Τζένοα).

Τέλος, ο φοβερός και τρομερός τερματοφύλακας είναι ο γηραιότερος ποδοσφαιριστής που έχει λάβει μέρος σε τελικό Κυπέλλου Πρωταθλητριών/Champions League (41 ετών και 86 ημερών).

Το στοιχειωμένο ρεκόρ και οι διεθνείς αριθμοί

Απέναντι στον Πελέ

Παράλληλα με τη μεταγραφή του στη Γιουβέντους, ο Ντίνο Τζοφ καθιερώθηκε στην εθνική Ιταλίας, ωστόσο η δεκαετία του 1970 δεν επεφύλασσε κάποιο τρόπαιο ή έστω μία συμμετοχή σε τελικό μεγάλης διοργάνωσης.

Στο ματς του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1978, μάλιστα, κόντρα στην Ολλανδία, επικρίθηκε για ένα μακρινό γκολ που δέχθηκε από τον Άρι Χάαν, διότι οι «ατζούρι» ηττήθηκαν με 2-1 και έμειναν εκτός τελικού.

Πάντως, ο Τζοφ έχει κάθε λόγο να καμαρώνει για το γεγονός ότι τη διετία 1972-1974, περίοδος που μεταφράζεται σε 1.143 λεπτά, δεν δέχθηκε γκολ σε διεθνές τουρνουά και αυτή είναι μία επίδοση που δεν έχει ξεπεραστεί μέχρι σήμερα.

Το παράδοξο της υπόθεσης είναι ότι η εστία του παραβιάστηκε από έναν παίκτη της αδύναμης Αϊτής στο πρώτο ματς της Ιταλίας για την τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1974.

O Eμάνουελ Σάνον που, αναπάντεχα, χάλασε το τρομερό σερί του Τζοφ ήταν 22 ετών και κέρδιζε 200 δολάρια τον μήνα από την Ντον Μπόσκο της Πεσιονβίλ.

«Δεν με ενόχλησε. Ίσως τώρα να σταματήσουν να με ρωτούν πώς αισθάνομαι με το ρεκόρ, αφού αυτό δεν υφίσταται πια», είχε πει μετά το ματς ο Ιταλός τερματοφύλακας, ο οποίος σίγουρα χάρηκε που τα φώτα της δημοσιότητας έφυγαν από πάνω του.

Άλλα αξιοσημείωτα κατορθώματα του Τζοφ ήταν τα ρεκόρ απαραβίαστης εστίας σε προκριματική και τελική φάση Ευρωπαϊκών Πρωταθλημάτων, που καταρρίφθηκαν από Τζιανλουίτζι Μπουφόν (2011) και Ίκερ Κασίγιας (2012) αντίστοιχα.

Ωστόσο, αναφορικά με την ίδια διοργάνωση, ο Ιταλός εξακολουθεί να κατέχει το ρεκόρ διαδοχικών αγώνων χωρίς να δεχθεί γκολ (8), κατά το διάστημα 1975-1980, επίδοση που μεταφράζεται σε 784 λεπτά.

Το τελευταίο ματς της πολυετούς καριέρας του Τζοφ έμελλε να είναι το 112ο διεθνές, το οποίο είχε πικρή γεύση, αφού στις 29 Μαΐου 1983 η Ιταλία έχασε 2-0 από τη Σουηδία στο πλαίσιο της προκριματικής φάσης του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος του 1984.

Ο τότε ρέκορντμαν συμμετοχών των «ατζούρι» και νυν κάτοχος της πέμπτης θέσης της σχετικής κατηγορίας ανακοίνωσε την αποχώρησή του από τη δράση με τη φράση: «Με νίκησε μόνο ο χρόνος».

Το Έπος του 1982

Με το σκάνδαλο των στημένων αγώνων στη Serie A να συγκλονίζει την ιταλική κοινή γνώμη, η εθνική ομάδα ταξίδεψε ως αουτσάιντερ στην Ισπανία για το Παγκόσμιο Κύπελλο.

Οι τρεις ισοπαλίες στη φάση των ομίλων έφεραν μουρμούρες στις τάξεις των φιλάθλων, με συνέπεια μόνο οι Μπεαρζότ και Τζοφ να έχουν το δικαίωμα στην παραχώρηση δηλώσεων στα ΜΜΕ.

Η νίκη επί της Αργεντινής με 2-1 έδωσε χαρακτήρα τελικού στο ιστορικό ματς κόντρα στη Βραζιλία και με τον Πάολο Ρόσι να πετυχαίνει χατ-τρικ, οι «ατζούρι» επικράτησαν 3-2 και προκρίθηκαν στον ημιτελικό της διοργάνωσης.

Η απόκρουση του 40χρονου Τζοφ στην κεφαλιά του Όσκαρ έγινε πριν η μπάλα περάσει την τελική γραμμή και η Ιταλία, η οποία ήθελε μόνο νίκη και την πήρε, κλήθηκε να προετοιμαστεί για το ματς με την Πολωνία.

«Δεν ήταν η καλύτερη απόκρουση, αλλά πιθανότατα η πιο σημαντική. Ήξερα ότι η μπάλα δεν είχε περάσει τη γραμμή, αλλά ήταν τρομερή η αναμονή για την απόφαση του διαιτητή ενώ οι Βραζιλιάνοι ούρλιαζαν ζητώντας γκολ», έχει δηλώσει για την επίμαχη φάση, η έκβαση της οποίας ολοκλήρωσε την «Tragédia do Sarrià» (μτφρ. «Τραγωδία του Σαριά»), όπως ονόμασαν το ματς τα Μέσα της χώρας του καφέ.

Με δύο γκολ του ασταμάτητου Ρόσι, η Ιταλία ξεπέρασε το εμπόδιο της Πολωνίας με 2-0 και στον τελικό της 11η Ιουλίου 1982, η Δυτική Γερμανία το μόνο που κατάφερε ήταν να μειώσει σε 3-1, επτά λεπτά πριν από τη λήξη.

Σε ηλικία 40 ετών και 133 ημερών, ο Τζοφ έγινε ο γηραιότερος άνθρωπος που κατακτά το Παγκόσμιο Κύπελλο και ο δεύτερος τερματοφύλακας-αρχηγός, ύστερα από τον συμπατριώτη του Τζιανπιέρο Κόμπι το 1934, ενώ αναδείχθηκε ο κορυφαίος γκολκίπερ της διοργάνωσης.

Πώς το γιόρτασε; Επέστρεψε στο ξενοδοχείο, ήπιε μισό ποτήρι κρασί, έκαναν ένα τσιγάρο με τον αγαπημένο συγκάτοικο, τον αδικοχαμένο Γκαετάνο Σιρέα, και κοιμήθηκε.

«Ήταν ο μόνος που αντιπροσώπευε πραγματικά την ομάδα. Ήταν ένα παράδειγμα για όλους μας και περισσότερο για μένα». Τάδε έφη Πάολο Ρόσι, ο πρώτος σκόρερ του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1982.

Το μετά

Ο Ντίνο Τζοφ ανακηρύχθηκε από την Διεθνή Ομοσπονδία Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου (IFFHS) ως ο τρίτος σπουδαιότερος τερματοφύλακας του 20ού αιώνα, πίσω μόνο από τους Λεβ Γιασίν και Γκόρντον Μπανκς.

Η ιταλική ομοσπονδία, από την πλευρά της, στο πλαίσιο της 50ής επετείου από την ίδρυση της UEFA, τον ανέδειξε κορυφαίο ποδοσφαιριστή της χώρας από το 1954 μέχρι το 2003.

Το 1982 και το 2000 του απονεμήθηκε ο τίτλος τιμής «Ordine al Merito» για την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου ως παίκτης και την παρουσία της χώρας στον τελικό του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος ως προπονητής αντίστοιχα.

Αρχικά, ο Τζοφ κοουτσάρισε την αγαπημένη του Γιουβέντους (1988-1990), με την οποία πανηγύρισε ένα Κύπελλο Ιταλίας (1990) και ένα Κύπελλο UEFA (1990).

Mε τον Στέφανο Τακόνι και το Κύπελλο UEFA του 1990

Εν συνεχεία, ο «Σούπερ Ντίνο» ταυτίστηκε με τη Λάτσιο, καθώς κάθισε στον πάγκο της από το 1990 μέχρι το 1994, τη σεζόν 1996-97 και το 2001, ενώ το 1998 διετέλεσε τεχνικός διευθυντής της.

Από το 1998 μέχρι το 2000, ο Τζοφ ήταν ο ομοσπονδιακός τεχνικός και για ένα λεπτό η χώρα του δεν κατάφερε να κατακτήσει το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2000, αφού ο Σιλβέν Βιλτόρ ισοφάρισε και ο Νταβίντ Τρεζεγκέ διαμόρφωσε το 2-1 υπέρ της Γαλλίας στην παράταση του τελικού.

Το όμορφο, επιθετικό στυλ παιχνιδιού, ο αποκλεισμός της Ολλανδίας στην ημιτελική φάση και η παραλίγο υπέρβαση με την κατάκτηση του τροπαίου δεν ήταν αρκετά για να τον κρατήσουν στον πάγκο, απόρροια της σκληρής κριτικής που του άσκησε ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι.

Η τελευταία ομάδα που εργάστηκε ο Τζοφ ήταν η Φιορεντίνα εν έτει 2005, όταν παρά την αποφυγή του υποβιβασμού στο φινάλε της σεζόν, η διοίκηση αποφάσισε να λύσει τη συνεργασία τους.

Η περιπέτεια της υγείας του

Στις 28 Νοεμβρίου 2015, ο Τζοφ νοσηλεύθηκε για τρεις εβδομάδες λόγω ενός σοβαρού νευρολογικού προβλήματος που τον δυσκολεύει ακόμα και στο περπάτημα.

«Για πρώτη φορά στη ζωή μου, φοβήθηκα πραγματικά… Όταν λέω «φοβήθηκα» δεν εννοώ για μένα, αλλά για τους γύρω μου. Τη σύζυγό μου, το παιδί μου, τα εγγόνια μου… Δεν ήθελα να «φύγω» και να τους πληγώσω.

Μία νύχτα είδα δύο μορφές στην άκρη του κρεβατιού μου. Είχαν τα πρόσωπα του Γκαετάνο Σιρέα και του Έντσο Μπεαρζότ. Χαμογελούσαν. Δεν κοιμόμουν, δεν ήταν όνειρο. Τους είπα «όχι ακόμα, όχι τώρα». Και είμαι ακόμα εδώ».

Πάντα θα είναι εκεί. Μπροστά από την εστία της Νάπολι, της Γιουβέντους, της εθνικής Ιταλίας. Ο Ντίνο Τζοφ. Ο πιο ήρεμος, ο πιο αθόρυβος ηγέτης…

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...