Η πρώτη Μίλαν που συνάντησε η ΑΕΚ είχε βάλει 36 γκολ σε 34 ματς αλλά πήρε πρωτάθλημα

Η ΑΕΚ αντιμετωπίζει τη Μίλαν στην Ιταλία για το Europa League και πετυχαίνει τους «ροσονέρι” σε μία μεταβατική περίοδο. Τα κινέζικα εκατομμύρια οδηγούν τους «ροσονέρι” ξανά στην «αφρόκρεμα” του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, μετά από μία χαοτική περίοδο, στην οποία έβλεπαν ακόμα και την Ευρώπη με το κιάλι.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η Ένωση βρίσκει απέναντί της μία Μίλαν σε διαδικασία μετασχηματισμού. Την πρώτη φορά που την αντιμετώπισε, το 1994 στη φάση των ομίλων του (τότε νεοσύστατου) Champions League, οι Ιταλοί βρίσκονταν εκ νέου σε φάση ριζικών αλλαγών, έστω κι από διαφορετικό υπόβαθρο, αφού για σχεδόν μία δεκαετία αποτελούσαν την καλύτερη ομάδα του πλανήτη.

Για να διατηρηθούν στην κορυφή, όμως, έπρεπε να εξελιχθούν και ο Φάμπιο Καπέλο μετέφρασε αυτήν την προϋπόθεση σε ένα… παγκόσμιο ρεκόρ: 36 γκολ σε 34 αγώνες και κατάκτηση του τίτλου!

Η απομάκρυνση Σάκι και ο… διευθυντής του Μπερλουσκόνι

Με ένα πρωτάθλημα (1987-1988) και δύο διαδοχικά Κύπελλα Πρωταθλητριών (1988-1989, 1989-1990), η Μίλαν βίωνε μία «χρυσή εποχή”, σε ένα ιταλικό ποδόσφαιρο που εκείνη την περίοδο μεσουρανούσε στην παγκόσμια σκηνή.

Ο Αρίγκο Σάκι είχε υιοθετήσει την άμυνα ζώνης που είχε εφαρμόσει ο Νιλς Λίντχολμ, σε αντίθεση με τις επιταγές της εποχής, έχοντας τους κατάλληλους παίκτες γι’ αυτό. Μάουρο Τασότι, Αλεσάντρο Κοστακούρτα, Φράνκο Μπαρέζι και Πάολο Μαλντίνι αποτελούσαν το κορυφαίο αμυντικό σύνολο του κόσμου και ίσως μέχρι σήμερα δεν έχει παρουσιαστεί κάποιο καλύτερο.

Μαζί τους, υπήρχε το μυαλό του Κάρλο Αντσελότι στη μεσαία γραμμή και από εκεί και πέρα οι περίφημοι τρεις Ολλανδοί, οι Μάρκο φαν Μπάστεν, Ρουντ Γκούλιτ και Φρανκ Ράικαρντ, που φρόντιζαν να προσφέρουν θέαμα και ουσία στο φίλαθλο κοινό.

Όταν ο Σάκι ήρθε σε ρήξη με τον Φαν Μπάστεν, όρμηξε στο γραφείο του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, θέτοντάς του το δίλημμα: «Ή εγώ ή αυτός!” Ο «Καβαλιέρε” επέλεξε «αυτός” και ο πρώτος κύκλος του Ιταλού τεχνικού στη Μίλαν έκλεισε κατ’ αυτόν τον τρόπο.

Η διαδοχή ενός τόσο επιτυχημένου προπονητή θεωρητικά έμοιαζε αποστολή… αυτοκτονίας. Ο Μπερλουσκόνι, όμως, είχε τη λύση. Ο λόγος για έναν διευθυντή του αθλητικού τμήματος της Μίλαν που ασχολείτο με σπορ όπως το μπέιζμπολ, το χόκεϊ επί πάγου, το βόλεϊ και το ράγκμπι, ο οποίος είχε ως αρμοδιότητες τα οικονομικά, τη διαχείριση προσωπικού και το μάρκετινγκ!

Αυτός ήταν ο επόμενος προπονητής των «ροσονέρι” και δεν ήταν άλλος από τον… προκάτοχο του Σάκι, Φάμπιο Καπέλο! Ο Ιταλός είχε διαδεχθεί τον Λίντχολμ το 1986-1987, όταν ο Σουηδός είχε απομακρυνθεί έξι αγωνιστικές πριν από το τέλος λόγω άσχημων αποτελεσμάτων, ωστόσο δεν έπεισε τον Μπερλουσκόνι ότι ήταν σε θέση να αναλάβει τόσο πρώιμα μια τέτοια ευθύνη, όπως η καθοδήγηση της Μίλαν.

Μέχρι τότε, υπήρξε ποδοσφαιριστής της Γιουβέντους, των «ροσονέρι” και της εθνικής Ιταλίας, είχε διατελέσει συμπαίκτης του Μπαρέζι στη Μίλαν και είχε προπονήσει τον Μαλντίνι και τον Κοστακούρτα στις ακαδημίες του συλλόγου, ενώ επί Λίντχολμ ήταν και βοηθός προπονητή. Μπορεί τυπικά να διακόπηκαν οι σχέσεις του με τον σύλλογο όταν προσελήφθη ο Σάκι, ωστόσο διατηρούσε επαφές με τον Μπερλουσκόνι, ο οποίος μάλιστα του πλήρωσε τα έξοδα για να παρακολουθήσει μαθήματα διοίκησης επιχειρήσεων!

Όταν έγινε γνωστό ότι διάδοχος του Σάκι θα ήταν ο Καπέλο, όλοι στην Ιταλία έκαναν λόγο για προπονητή… Μπερλουσκόνι, αφού θεωρούσαν τον Ιταλό τεχνικό υποχείριό του. «Ο Μπερλουσκόνι μου μιλούσε για συστήματα και ενδεκάδα, αλλά στο τέλος αποφάσιζα εγώ”, δηλώνει ο Καπέλο.

Συνέχισε το έργο του Σάκι κι έπαιξε επίθεση

Ο Σάκι κληροδότησε στον Καπέλο μία ομάδα γεμάτη καμμένους παίκτες από την υπερπροπόνηση, όπως παραδέχεται και ο ίδιος. «Νόμιζα ότι ήταν μία σπουδαία ομάδα κοντά στη δύση της, που έφτασε σε έναν ανεπανάληπτο κύκλο επιτυχιών”, είχε δηλώσει στον Τζόναθαν Γουίλσον για το βιβλίο «Inverting the Pyramid”.

Δεν υπολόγισε σωστά, αφού ο Καπέλο είχε διαφορετική άποψη. Επιχείρησε να πατήσει στα βήματα του Σάκι και όχι να τα ανατρέψει όλα άμεσα. Διατήρησε το 4-4-2, διατήρησε τη φιλοσοφία της ζώνης και όχι του man-to-man ούτε τη χρήση λίμπερο που κυριαρχούσε τότε στη χώρα.

Από άποψη προσώπων, ανέβασε τον πήχη στο τέρμα, αφού απέκτησε τον Σεμπαστιάνο Ρόσι, προώθησε στην ενδεκάδα τον 20χρονο Ντεμέτριο Αλμπερτίνι στη θέση του γηρασμένου και με ταλαιπωρημένα γόνατα Αντσελότι, ενώ μετέτρεψε τον Ντανιέλε Μασάρο από μέσο σε επιθετικό.

Η φιλοσοφία του ήταν πιο προσωπολατρική, αφού προσπαθούσε να βγάλει τον καλύτερο εαυτό από κάθε παίκτη και γι’ αυτό επέτρεπε μεγαλύτερη ελεύθερη βούληση και έκφραση, ιδίως από τους επιθετικογενείς ποδοσφαιριστές του ρόστερ.

Το ρεκόρ του Λεντίνι και οι καυγάδες για Σαβίτσεβιτς

Στην πρώτη χρονιά του Καπέλο, η Μίλαν κατέκτησε αήττητη το πρωτάθλημα, σημειώνοντας 22 νίκες και παίρνοντας 12 ισοπαλίες, σκοράροντας 74 φορές στην πορεία. «Η τελειότητα στο ποδόσφαιρο δεν υπάρχει, αλλά εκείνη τη σεζόν ήρθαμε πολύ κοντά”, δήλωνε ο Φαν Μπάστεν.

Το επόμενο καλοκαίρι, ο Καπέλο απέκτησε μεγαλύτερη ισχύ έχοντας ένα πρωτάθλημα Ιταλίας στο παλμαρέ του, με συνέπεια να ζητήσει μεταγραφική ενίσχυση. Ο Μπερλουσκόνι έβαλε το χέρι στην τσέπη και του προσέφερε τον κάτοχο της «Χρυσής Μπάλας” δύο χρόνια νωρίτερα, Ζαν Πιερ Παπέν, από τη Μαρσέιγ, τον Ντέγιαν Σαβίτσεβιτς από τον Ερυθρό Αστέρα, ενώ κατέβαλε 65.000.000.000 λιρέτες (περίπου 15.000.000 ευρώ) για τον εξτρέμ της Τορίνο, Τζιανλούκα Λεντίνι, παγκόσμιο ρεκόρ για την εποχή (κι ενώ φέρεται να έδωσε ακόμα 10.000.000.000 λιρέτες σε μαύρο χρήμα).

Οι κανονισμοί επέτρεπαν μόλις τρεις ξένους στην αποστολή του αγώνα και γ’ αυτό συχνά την «πλήρωνε” εκείνος που δεν τον απασχολούσε ιδιαίτερα η προπόνηση, που δεν έβαζε τα δυνατά του στην άμυνα, έστω κι αν επρόκειτο για σπουδαίο ταλέντο. Ο Σαβίτσεβιτς έμεινε τις περισσότερες φορές εκτός ομάδας, με τον Μπερλουσκόνι να έρχεται συχνά σε διαμάχη με τον προπονητή του γι’ αυτήν την εξέλιξη.

Οι «ροσονέρι” συνέχισαν να κυριαρχούν στον αγωνιστικό χώρο και τερμάτισαν τη σεζόν με τέσσερις πόντους περισσότερους από την Ίντερ, εξασφαλίζοντας το πρωτάθλημα δύο αγωνιστικές πριν από το τέλος. Στις 21 Μαρτίου 1993, πάντως, ήρθε η πρώτη ήττα στη Serie A για τους «Invicibili” από τον Μάιο του 1991 (58 αγώνες), αφού η Πάρμα επικράτησε με 1-0 στο Σαν Σίρο με εκτέλεση φάουλ του Φαουστίνο Ασπρίγια.

Ο Καπέλο αποπειράθηκε να μιμηθεί τον Σάκι και στις επιτυχίες εκτός των συνόρων, αφού η Μίλαν έφτασε στον τελικό του πειραματικού Champions League, έχοντας απέναντί της τη Μαρσέιγ. Ο Ιταλός, όμως, έβαλε… τρικλοποδιά στον εαυτό του και εμμένοντας στη χρησιμοποίηση του φανερά ανέτοιμου Φαν Μπάστεν, κατέστρεψε τόσο την καριέρα του Ολλανδού όσο και το όνειρο της κατάκτησης του ευρωπαϊκού τροπαίου.

Η Μίλαν ηττήθηκε 0-1 στον τελικό του Μονάχου από τη Μαρσέιγ εξαιτίας τέρματος του Μπαζίλ Μπολί στο 43′ και επέστρεψε στο Μιλάνο με άδεια χέρια.

Το τέλος των τριών Ολλανδών

Ο τελικός Champions League αποτέλεσε και το «κύκνειο άσμα” του Φαν Μπάστεν ως ποδοσφαιριστής. Μάλιστα, δεν έβγαλε ούτε το 90λεπτο, αφού έγινε αλλαγή στο 86′ στην προσπάθεια της Μίλαν να βρει το γκολ της ισοφάρισης. Οι επεμβάσεις στις οποίες είχε υποβληθεί νωρίτερα στη σεζόν δεν διόρθωσαν το πρόβλημα στον αστράγαλό του και αντί να καθίσει εκτός δράσης για ανάρρωση, επέλεξε να επιστρέψει στα γήπεδα στο τέλος της σεζόν και να επιβαρύνει ακόμα περισσότερο την κατάσταση.

Τη σεζόν 1993-1994 δεν αγωνίστηκε ούτε λεπτό, ενώ η Μίλαν δεν του επέτρεψε να πάει ούτε στο Παγκόσμιο Κύπελλο 1994 με την εθνική Ολλανδίας, ώστε να μην τεθεί σε κίνδυνο η μακροχρόνια διαδικασία αποθεραπείας του. Αυτή δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, αφού ο Φαν Μπάστεν απέτυχε να επανέλθει στα γήπεδα και στις 17 Αυγούστου 1995 ανακοίνωσε ότι κρεμάει τα «παπούτσια” του.

Ο Γκούλιτ είχε εξελιχθεί σε περιφερειακή παρουσία στις επιτυχίες των «ροσονέρι” τη διετία του Καπέλο. Από τη στιγμή που ανέβασε θέση τον Μασάρο και χρησιμοποιούσε το δίδυμο Αλμπερτίνι – Ράικαρντ στον άξονα, ο Γκούλιτ δεν είχε χώρο στο 4-4-2 του Ιταλού προπονητή.

Μάλιστα, ήταν ένας από τους μη Ιταλούς που έμεινε εκτός αποστολής για τον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, μαζί με τους Μπόμπαν και Σαβίτσεβιτς, ώστε οι Φαν Μπάστεν, Ράικαρντ και Παπέν (που μπήκε αλλαγή) να σχηματίσουν την τριπλέτα των ξένων. Το μήνυμα ήταν σαφές και η νέα σεζόν τον βρήκε στη Γένοβα, να φοράει τη φανέλα της φιναλίστ του προηγούμενου Κυπέλλου Πρωταθλητριών και τελευταίας πρωταθλήτριας πριν από τη Μίλαν, Σαμπντόρια.

Ο Ντεσαγί «έφαγε” τον Ράικαρντ και ο Καπέλο τον Σάκι

Όσο για τον Ράικαρντ, το τέλος του έγκειται στην αλλαγή πλεύσης των «ροσονέρι”. Μετά από την ήττα στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, ο Καπέλο αποφάσισε να γίνει πιο πραγματιστής στην προσέγγιση των αγώνων, ενισχύοντας ακόμα περισσότερο την ανασταλτική λειτουργία της ομάδας και αφήνοντας πίσω το δόγμα του Σάκι.

Γι’ αυτόν τον λόγο, δημιούργησε μία θέση που δεν υπήρχε στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, εκείνη του «καταστροφέα”, του αμυντικού μέσου που κάθεται μπροστά από την τετράδα της άμυνας και η αρμοδιότητά του είναι να την υπερασπιστεί πάση θυσία, χωρίς υποχρέωση να συμμετέχει και στο επιθετικό παιχνίδι του συλλόγου. Ο Ράικαρντ δεν μπορούσε να παίξει αυτόν τον ρόλο, ωστόσο ένας ποδοσφαιριστής τον οποίο έκανε σκάουτινγκ… κατά λάθος ο αθλητικός διευθυντής της ομάδας, μπορούσε.

Ο Αριέντο Μπράιντα είχε ταξιδέψει στη Μασσαλία για να παρακολουθήσει τον επιθετικό της Μαρσέιγ, Άλεν Μπόκσιτς. Την προσοχή του κέντρισε, όμως, η ακατάπαυστη ενέργεια ενός αμυντικού, του Μαρσέλ Ντεσαγί, ο οποίος αποδείχθηκε ιδανικός «κυματοθραύστης” για την πορεία της γαλλικής ομάδας μέχρι την κατάκτηση του ευρωπαϊκού τροπαίου και μάλιστα εις βάρος του Μπράιντα.

Ο γεννημένος στην Γκάνα αλλά διεθνής με την εθνική Γαλλίας ποδοσφαιριστής αποκτήθηκε τον Οκτώβριο, ωστόσο ο Ράικαρντ είχε αποχωρήσει ήδη για τον Άγιαξ.

Οι υπόλοιπες αλλαγές στο ρόστερ

Τραυματίας για όλη τη σεζόν δεν ήταν μόνο ο Φαν Μπάστεν για τη Μίλαν. Ίδια μοίρα είχε και ο Λεντίνι, αλλά για τελείως διαφορετικό λόγο. Ο διεθνής Ιταλός εξτρέμ τραυματίστηκε σοβαρά σε τροχαίο και έμεινε σχεδόν για 1,5 χρόνο εκτός ποδοσφαίρου.

Μαζί με την αποχώρηση του Αλμπέριγκο Εβάνι μετά από 13 χρόνια και την απόσυρση από τη δράση του βετεράνου Άλντο Σερένα, η Μίλαν «άδειαζε” ξαφνικά στις επιθετικογενείς θέσεις.

Γι’ αυτόν τον λόγο έγιναν μία σειρά από θερινές μεταγραφές, αν και μόνο μία είχε ορίζοντα ενδεκάδας και αυτήν δεν αφορούσε την επίθεση, αλλά το δεξί μπακ, με τον 20χρονο Κριστιάν Πανούτσι να παίρνει τη θέση του Τασότι στο βασικό σχήμα.

Από εκεί και πέρα, αποκτήθηκαν οι επιθετικοί Μπρίαν Λάουντρουπ και Φλορίν Ραντουτσιόιου, ο αριστερός μπακ Αλεσάντρο Ορλάντο, ο τερματοφύλακας Μάριο Ιέλπο και προωθήθηκε ο Φραντσέσκο Κόκο από την κ-19.

Εννέα 1-0, 36 γκολ και κακό θέαμα = σκουντέτο

Η χρονιά άρχισε με την κατάκτηση του Supercoppa απέναντι στην Τορίνο και μάλιστα σε αγώνα που διεξήχθη στην Ουάσιγκτον για εμπορικούς λόγους. Το 1-0 από το γκολ του Μάρκο Σιμόνε, που θα έπαιρνε μεγαλύτερο χρόνο συμμετοχής εκείνη τη σεζόν, αποδείχθηκε προφητικό σκορ για εκείνη τη Μίλαν.

Η χρονιά στη Serie A άρχισε με πέντε νίκες και μία ισοπαλία, χωρίς να δεχθεί γκολ. Ακολούθησαν τρεις ισοπαλίες και μία ήττα 2-3 από τη Σαμπντόρια (με νικητήριο γκολ από τον Γκούλιτ που πήρε εκδίκηση, ενώ σκόραραν και οι Σρέτσκο Κάτανετς και Ρομπέρτο Μαντσίνι για τους γηπεδούχους) που έφερε τα πάνω κάτω. Για πρώτη φορά μετά από 72 σερί αγωνιστικές η Μίλαν δεν ήταν πρωτοπόρος αφού την προσπέρασε η Γιουβέντους, για πρώτη φορά μετά από 58 αγώνες η Μίλαν έχασε εκτός έδρας.

Την επόμενη αγωνιστική, σημείωσε εκτός έδρας νίκη (αλλά πάντα στο Σαν Σίρο) επί της Ίντερ με 2-1 στο Derby della Madonnina, με τους Πανούτσι και Παπέν να δίνουν προβάδισμα δύο τερμάτων στους «ροσονέρι” και τον Ντένις Μπέργκαμπ να μειώνει με εκτέλεση πέναλτι για τους «νερατζούρι”. Αυτοί οι δύο πόντοι (η νίκη έδινε δύο πόντους και η ισοπαλία έναν στην Ιταλία ακόμα) επανέφεραν τη Μίλαν στην κορυφή, αυτήν τη φορά στην ισοβαθμία με την Πάρμα.

Ακολούθησε ισχυρό μπρα-ντε-φερ των δύο συλλόγων, μέχρι που η Μίλαν άρχισε ένα αήττητο σερί 14 αγώνων (11 νίκες, 3 ισοπαλίες), με συνέπεια να ξεφύγει στη βαθμολογία. Με το 2-2 στις 17 Απριλίου 1994 στο «Φρίουλι” της Ουντινέζε, κατέκτησε και μαθηματικά το τρίτο σερί πρωτάθλημα και 14ο της ιστορίας της, προσπερνώντας τους τίτλους της Ίντερ.

Δεν σκόραρε πάνω από δύο φορές, ο Ρόσι δεν έτρωγε γκολ

Η πορεία προς τον τίτλο θύμισε την προηγούμενη «χρυσή εποχή” της Μίλαν, επί Νερέο Ρόκο. Το ξακουστό αμυντικό παιχνίδι εκείνης της ομάδας επέστρεψε από έναν θαυμαστή του Ιταλού προπονητή. Ο Καπέλο αξιοποίησε στο έπακρο την έλευση του Ντεσαγί, μετατρέποντας το 4-4-2 σε 4-1-4-1, με τον διεθνή με την εθνική Γαλλίας στην τρύπα ανάμεσα σε άμυνα και μεσαία γραμμή και ένας εκ των δύο επιθετικών της Μίλαν (Μασάρο, Σιμόνε, Λάουντρουπ, Παπέν, Σαβίτσεβιτς) να οπισθοχωρεί για να «φορτώνει” τη μεσαία γραμμή.

Το θέαμα δεν ήταν ωραίο, όμως ήταν αποτελεσματικό. Η Μίλαν δέχθηκε μόλις 15 τέρματα σε 34 αγωνιστικές, τα λιγότερα στην ιστορία της κατηγορίας με τουλάχιστον 18 ομάδες. Μάλιστα, ο Ρόσι δεν δέχθηκε γκολ από το 37′ της 16ης αγωνιστικής μέχρι το 66′ της 26ης, όταν του έσπασε το σερί ο Ίγκορ κολιβάνοφ της Φότζια, με συνέπεια να θέσει το ρεκόρ των 929 συνεχόμενων λεπτών απαραβίαστης εστίας, το οποίο κατέρριψε ο Τζιανλουίτζι Μπουφόν το 2016.

Οι αναμετρήσεις με Σαμπντόρια και Ουντινέζε ήταν οι μοναδικές με πάνω από τρία γκολ, ενώ συνολικά η Μίλαν νίκησε εννέα φορές με 1-0. Αυτό συνεπάγεται 36 γκολ υπέρ σε μία ολόκληρη σεζόν στο πρωτάθλημα και κανέναν αγώνα με πάνω από δύο γκολ ενεργητικό! Η Ουντινέζε και η Αταλάντα που υποβιβάστηκαν σημείωσαν 35 τέρματα, ενώ η 13η Ίντερ είχε 46!

«Εάν το σύστημα του Καπέλο μοιάζει βαρετό από τις εξέδρες, είναι ακόμα χειρότερο από μέσα”, έλεγε χαριτολογώντας ο Παπέν για το ποδόσφαιρο που έπαιζε η Μίλαν τη σεζόν 1993-1994. «Το πιο σημαντικό πράγμα είναι τα αποτελέσματα. Αυτή δεν είναι φιλοσοφία, είναι γεγονός”, αποκρινόταν αργότερα ο Καπέλο στο «FourFourTwo”.

Στόχος της Μίλαν σε αυτά τα παιχνίδια ήταν να σημειώσει ένα γκολ και μετά να βάλει «λουκέτο” στην εστία της, χάρη στην εκπληκτική άμυνα και τον Ντεσαγί. Οι ελευθερίες που είχε δώσει ο Καπέλο στους επιθετικογενείς παίκτες στις δύο πρώτες σεζόν του αφαιρέθηκαν, με συνέπεια να έρχεται σε συνεχείς κόντρες με τον Σαβίτσεβιτς (με τον Μπερλουσκόνι να εμπλέκεται), που τον έβαζε σε θέσεις που δεν ήθελε ο Μαυροβούνιος. Η σεζόν, όμως, ήταν άκρως επιτυχημένη για τους «ροσονέρι”.

Οι προβλέψεις του Καπέλο

Κανείς δεν περίμενε αυτό που θα ακολουθούσε στο Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας με αντίπαλο μία Μπαρτσελόνα που πετούσε «φωτιές” χάρη σε δύο εξαίρετους επιθετικούς, τον Ρομάριο και τον Χρίστο Στοϊτσκοφ.

Κανείς εκτός από τον ίδιο τον Καπέλο, ο οποίος μετά από την τελευταία αγωνιστική της Serie A και πριν από τον τελικό του Champions League, στο δεκαπενθήμερο που μεσολάβησε, κανόνισε φιλικό με τη Φιορεντίνα που παρότι είχε τον Γκαμπριέλ Μπατιστούτα στις τάξεις της, βρισκόταν στη Serie Β. Οι «βιόλα” νίκησαν με 2-0 και ο Καπέλο είπε «τώρα θα κερδίσουμε σίγουρα την Μπαρτσελόνα”.

Αυτή δεν ήταν η πρώτη πρόβλεψη του Καπέλο στην οποία έπεσε μέσα. Μετά από τη νίκη επί της Αταλάντα στις 30 Ιανουαρίου 1994 μέσα στο Μπέργκαμο, είχε δηλώσει ότι τις ερχόμενες εβδομάδες θα έρθει μία περίοδο κάμψης. Αυτή άργησε 1,5 μήνα, ωστόσο από τις 27 Μαρτίου και την ήττα 0-1 από τη Νάπολι με γκολ του μετέπειτα επιθετικού της, Πάολο ντι Κάνιο, μέχρι το τέλος του πρωταθλήματος, η Μίλαν δεν νίκησε ξανά. Ολοκλήρωσε τη σεζόν με μία ήττα και πέντε σερί ισοπαλίες, ωστόσο καμία ομάδα δεν κατάφερε να την προσπεράσει στη βαθμολογία.

Ο Κρόιφ την υποτίμησε, εκείνη ξέσπασε

Παρόμοια η κατάσταση και στην Ευρώπη, όπου έφτασε αήττητη μέχρι τον τελικό, κρατώντας το μηδέν σε εννέα από τα έντεκα παιχνίδια που είχαν προηγηθεί. Μόνο η Βέρντερ στα δύο παιχνίδια της φάσης των ομίλων κατάφερε να σκοράρει απέναντι στην άτρωτη άμυνα των «ροσονέρι”, η οποία, όμως, υπέστη δύο πολύ σημαντικά πλήγματα πριν από τον τελικό της 18ης Μαΐου.

Οι δύο στόπερ της, Μπαρέζι και Κοστακούρτα, ήταν τιμωρημένοι στο χειρότερο δυνατό χρονικό σημείο. Ο Καπέλο έφερε τον Μαλντίνι σε θέση κεντρικού αμυντικού, μετατοπίζοντας τον Πανούτσι σε ρόλο αριστερού μπακ, ενώ έβαλε και τον Φίλιπο Γκάλι στο βασικό σχήμα, με εντολή να γίνει η σκιά του Ρομάριο.

Ο Γιόχαν Κρόιφ, από την πλευρά του, ο οποίος είχε υποτιμήσει τους «ροσονέρι” και είχε κάνει λόγο για «βαρετό ποδόσφαιρο” της Μίλαν στη συνέντευξη Τύπου πριν από τον αγώνα, επέλεξε για πρώτη φορά σχήμα με τρεις επιθετικούς, δείχνοντας πού θέλει να χτυπήσει την ιταλική ομάδα.

Η υψηλή αμυντική γραμμή της Μίλαν προκάλεσε ασφυξία στους «μπλαουγκράνα”, που κατάφεραν να τροφοδοτήσουν τον Ρομάριο σε λίγες περιπτώσεις. Στον αντίποδα, ο Μασάρο σημείωσε δύο τέρματα, ο Σαβίτσεβιτς έβγαλε την ασίστ για το πρώτο του Ιταλού και σκόραρε κι ο ίδιος με μία αλησμόνητη λόμπα, ενώ το 4-0 πραγματοποίησε ο Ντεσαγί, ολοκληρώνοντας μία απίθανη κούρσα.

Ο Γκαλιάνι έχασε το τρόπαιο

Το πάρτι του τίτλου κράτησε μέχρι τις 4 το πρωί για τους παίκτες και μέχρι τις 6 για τον Μπερλουσκόνι και τον αντιπρόεδρο της ομάδας, Αντριάνο Γκαλιάνι. Όταν ανέβηκαν στα δωμάτιά τους, ο «Καβαλιέρε” πρόσεξε ότι κάτι έλειπε. «Αντριάνο, τι έκανες την κούπα;” Ο Γκαλιάνι πανικοβλήθηκε και έσπευσε στο μπαρ του ξενοδοχείου. Δεν ήταν εκεί!

Άρχισε να τρέχει πάνω κάτω στους διαδρόμους, όταν συνάντησε μία καθαρίστρια, η οποία του είπε ότι βρήκε το τρόπαιο και το έβαλε στα απωλεσθέντα. «Το άρπαξα, το αγκάλιασα, το φίλησα σαν να είναι το χαμένο παιδί μου. Δεν θα το άφηνα ξανά για τίποτα στον κόσμο”, δήλωσε αργότερα.

«Έμενα σε μία σουίτα με δύο δωμάτια και η τότε σύζυγός μου κοιμόταν στο ένα κρεβάτι. Δεν είμαι βέβαιος τι συνέβη, αλλά κατέληξα στο άλλο κρεβάτι, με το τρόπαιο”, πρόσθεσε.

Η Μίλαν της ΑΕΚ

Ούσα η καλύτερη ομάδα στην Ιταλία και στην Ευρώπη, Μπερλουσκόνι και Γκαλιάνι υποτίμησαν την υποβόσκουσα αναγέννηση της Γιουβέντους, με τον Μαρτσέλο Λίπι στον πάγκο και την τριπλέτα των Τζιανλούκα Βιάλι, Φαμπρίτσιο Ραβανέλι και Αλεσάντρο ντελ Πιέρο στην επίθεση.

Η μεταγραφική ενίσχυση ήταν πενιχρή, αφού το καλοκαίρι επέστρεψε από τον δανεισμό του ο Γκούλιτ (ο οποίος θα γυρνούσε οριστικά στη Σαμπντόρια τον Νοέμβριο, αφότου έπαιζε στο πρώτο ματς κόντρα στην ΑΕΚ) και αποκτήθηκε ο Ντι Κάνιο στη φθινοπωρινή μεταγραφική περίοδο. Προωθήθηκαν στην πρώτη ομάδα οι νεαροί Μάσιμο Όντο και Κριστιάν Μπρόκι.

Ο Παπέν πωλήθηκε στην Μπάγερν, ο Ζιοβάνε Έλμπερ, μετά από μία σειρά δανεισμών, πωλήθηκε κι αυτός στη Γερμανία (Στουτγκάρδη) χωρίς να φορέσει ποτέ τη φανέλα των «ροσονέρι” στα τρία χρόνια που ανήκε στην ομάδα, ενώ αποχώρησαν και οι Ραντουτσιόιου και Λάουντρουπ, χωρίς να έχουν προσφέρει το παραμικρό.

Η σεζόν άρχισε με μία καινοτομία στη Serie A. Μετά από την κάκιστη εικόνα μιας ομάδας να κατακτά πρωταθλήματα βασιζόμενη σε νίκες με 1-0 και αναρίθμητες ισοπαλίες, η λίγκα υιοθέτησε κι αυτή το σύστημα 3-1-0, ώστε να προωθήσει το επιθετικό ποδόσφαιρο και να ενθαρρύνει το κυνήγι της νίκης.

Δεν είχε σημασία για τη Μίλαν, όμως, η οποία με τρεις ήττες στις πρώτες οκτώ αγωνιστικές, ουσιαστικά αποδείχθηκε ότι δεν είχε τύχη στην προσπάθεια διατήρησης των σκήπτρων για τέταρτη σερί χρονιά.

Το βάρος δόθηκε στο Champions League, αλλά η πρεμιέρα με αντίπαλο τον Άγιαξ συνοδεύτηκε από ήττα 0-2. Την επόμενη αγωνιστική, η Μίλαν υποδέχθηκε τη Ζάλτσμπουργκ, την οποία νίκησε άνετα με 3-0, ωστόσο η επιτυχία στο Σαν Σίρο μετατράπηκε σε αφαίρεση δύο βαθμών λόγω του αντικειμένου που έπεσε από την κερκίδα και τραυμάτισε τον τερματοφύλακα των Αυστριακών.

Τα παιχνίδια με την «Ένωση»

Η 3η αγωνιστική έβρισκε τους Ιταλούς στο «Νίκος Γκούμας”, για το πρώτο παιχνίδι με την ΑΕΚ. Η Ένωση ήταν καλύτερη και έχασε αρκετές ευκαιρίες, σε ένα μαγικό παιχνίδι του Βασίλη Τσιάρτα που δημιουργούσε με κάθε τρόπο. Μάλιστα, ο Δημήτρης Σαραβάκος είχε λανθασμένα ακυρωθέν τέρμα.

Πάντως, και οι «ροσονέρι” έχασαν δύο καλές ευκαιρίες με τον Γκούλιτ και τον Τζιοβάνι Στρόπα, με τις οποίες θα μπορούσαν να φύγουν με τη νίκη, όμως το 0-0 έμεινε μέχρι τέλους.

Η ταυτότητα του αγώνα

19 Σεπτεμβρίου 1994, 21:30, «Νίκος Γκούμας”, Νέα Φιλαδέλφεια

ΑΕΚ (Ντούσαν Μπάγεβιτς): Ατματσίδης, Κοπιτσής (78′ Αγορογιάννης), Παπαδόπουλος, Μανωλάς, Κασάπης, Τσιάρτας, Βλάχος, Σαμπανάτζοβιτς, Σαβέφσκι, Κωστής (62′ Κετσπάγια), Σαραβάκος

MIΛAN (Φάμπιο Καπέλο): Ρόσι, Τασότι, Κοστακούρτα, Μπαρέζι, Μαλντίνι (11′ Πανούτσι), Ντοναντόνι, Αλμπερτίνι, Ντεσαγί, Μπόμπαν, Γκούλιτ, Μασάρο (89′ Στρόπα)

Διαιτητής: Σάντορ Πουλ (Ουγγαρία)

Κίτρινη κάρτα: 16′ Μπόμπαν

Στον 2ο γύρο, η επίσκεψη της ΑΕΚ στην Τεργέστη (το «Τζιουζέπε Μεάτσα” ήταν τιμωρημένο) άρχισε καλά, με γκολ του Σαβέβσκι στο 16′ και με ευκαιρίες για την Ένωση.

Η μπάλα δεν της έκανε το χατίρι, όμως, με συνέπεια να τιμωρηθεί. Ο Κριστιάν Πανούτσι έγινε ανέλπιστος ήρωας για τους Ιταλούς, αφού εκμεταλλεύτηκε δύο ολιγωρίες στην άμυνα και μέσα σε επτά λεπτά στο 2ο ημίχρονο σημείωσε δύο γκολ με κεφαλιά, γράφοντας το τελικό 2-1.

Η ταυτότητα του αγώνα

2 Νοεμβρίου 1994, 20:30, «Νερέο Ρόκο”, Τεργέστη

MIΛΑΝ (Φάμπιο Καπέλο): Ρόσι, Τασότι (46′ Λεντίνι), Κοστακούρτα, Μπαρέζι, Μαλντίνι, Πανούτσι, Αλμπερτίνι, Ντεσαγί, Ντοναντόνι (74′ Στρόπα), Σιμόνε, Μασάρο

ΑΕΚ (Ντούσαν Μπάγεβιτς): Ατματσίδης, Κοπιτσής (76′ Κετσπάγια), Καραγιάννης, Μανωλάς, Κασάπης, Τσιάρτας (74′ Αγορογιάννης), Βλάχος, Σαμπανάτζοβιτς, Σαβέφσκι, Κωστής, Σαραβάκος

Διαιτητής: Βαντίμ Ζουκ (Λευκορωσία)

Σκόρερ: 67′, 73′ Πανούτσι – 16′ Σαβέφσκι

Κίτρινη κάρτα: 27′ Πανούτσι – 17′ Σαβέφσκι

Κόκκινη κάρτα: 87′ Μανωλάς

Η Μίλαν έφτασε στη νίκη και παρά τη δεύτερη ήττα από τον Άγιαξ στη φάση των ομίλων, κατάφερε να νικήσει τη Ζάλτσμπουργκ και στην Αυστρία, με συνέπεια να προκριθεί στα νοκ άουτ.

Δεν δέχθηκε γκολ ούτε στα προημιτελικά από την Μπενφίκα ούτε στα ημιτελικά από την Παρί Σεν Ζερμέν, ωστόσο ένα τέρμα του 18χρονου Πάτρικ Κλάιφερτ στον τελικό με τον Άγιαξ ήταν αρκετό να την καταστρέψει με τα ίδια της τα όπλα: το αγαπημένο της σκορ 1-0…

Διαβάστε ακόμη:

Η «εκδίκηση» του Σαραβάκου, η ευκαιρία του Τσιάρτα κι η «πρώτη» της ΑΕΚ στο Champions League

Η μέρα που «σκεπάστηκε» η Νέα Φιλαδέλφεια

Η πρώτη ευρωπαϊκή νίκη της ΑΕΚ έγινε επί κροατικής ομάδας

Η Ίντερ χάλασε τα εγκαίνια του «Σαν Σίρο» που έχτισε η Pirelli για τη Μίλαν το 1926

Νιλς Λίντχολμ: Ο «Gre-No-Li» που έβγαλε Μπαρέζι – Μαλντίνι κι οδήγησε τη Ρόμα στην κορυφή

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...