Ιταλία 1982: Το παραμύθι του Ρόσι που δεν είχε δράκο

Κάθε νικήτρια Παγκοσμίου Κυπέλλου βάσισε την επιτυχία της σε κάτι. Αυτό μπορούσε να είναι το ανώτερο έμψυχο υλικό της, ένας ποδοσφαιριστής που δεν μπορούσε να συγκριθεί με άλλους, ένας ιδιοφυής προπονητής, η έδρα με τους παθιασμένους φιλάθλους της, η διαιτησία, η τύχη, οι γενικότερες συνθήκες τις εποχής.

Καμία χώρα δεν κατέκτησε την κορυφαία ποδοσφαιρική διοργάνωση από το πουθενά. Χωρίς να διαθέτει κάποιο από αυτά τα στοιχεία, τουλάχιστον όχι σε πολύ μεγάλο βαθμό. Καμία εκτός από την εξαίρεση που πάντα επιβεβαιώνει τον κανόνα.

Η εθνική Ιταλίας στέφθηκε πρωταθλήτρια κόσμου στα γήπεδα της Ισπανίας το 1982 χωρίς κανείς να αντιληφθεί το πώς το κατάφερε. Η ομάδα του Πάολο Ρόσι, η αρμάδα του Έντσο Μπεαρτσότ δεν είχε ποτέ… σκοπό να κατακτήσει το τρόπαιο, κανείς δεν την υπολόγιζε, όμως στο τέλος κατάφερε όχι μόνο να φτάσει τα τρία Μουντιάλ στην ιστορία της, αλλά να το κάνει αποκλείοντας τους καλύτερους και να αναγνωριστεί καθολικά.

Βλέπεις Mundial; Πας… Mind the Pub!

Η τιμωρία στον Ρόσι για τα στημένα

Ένας από τους βασικούς λόγους που κανείς δεν πίστευε σε εκείνη την ομάδα, ούτε οι ίδιοι οι Ιταλοί, ήταν το στοιχηματικό σκάνδαλο που έπληξε ποδοσφαιρικά τη χώρα. Τον Μάρτιο του 1980 αποκαλύφθηκε ότι διάφοροι επαγγελματίες ποδοσφαιριστές συνεργάζονταν για να χειραγωγούν αποτελέσματα αγώνων της Serie A και της Serie B, με συνέπεια να αλλάξει άρδην ο ποδοσφαιρικός χάρτης της χώρας.

Η Μίλαν και η Λάτσιο υποβιβάστηκαν στη Serie B, Αβελίνο, Μπολόνια, Περούτζια, Παλέρμο και Τάραντο τιμωρήθηκαν με ποινή αφαίρεσης 5 βαθμών, ενώ αρκετοί παράγοντες και ποδοσφαιριστές μεμονωμένα τιμωρήθηκαν με ποινές απαγόρευσης ενασχόλησης με το ποδόσφαιρο για κάποιο χρονικό διάστημα.

Ένας εξ αυτών ήταν ένα μεγάλο όνομα της εποχής, ο Ρόσι, ο οποίος είχε ήδη στο παλμαρέ του συμμετοχή στο Παγκόσμιο Κύπελλο 1978 και τρία γκολ. Μπορεί στη Γιουβέντους, από την οποία άρχισε επαγγελματικά, να μην είχε συμμετοχή, ωστόσο η μετακίνησή του στη Βιτσέντσα και ο δανεισμός του στην Περούτζια ανοικοδόμησαν την καριέρα του, παρότι υποβλήθηκε σε τρεις επεμβάσεις στο γόνατο στα 19 του.

Μάλιστα, έγινε ο μοναδικός ποδοσφαιριστής στην ιστορία που χρίζεται capocanonniere στη Serie B και την επόμενη σεζόν στη Serie A (1977-1978). Όταν το όνομά του ενεπλάκη στο σκάνδαλο Totonero, είχε ήδη σημειώσει 13 γκολ σε 28 αγώνες με την Περούτζια, στην οποία είχε πάει με τη μορφή δανεισμού.

Από celebrity της χώρας, με αρκετές εμφανίσεις στα ΜΜΕ και έντονη ζωή, ο Ρόσι βρέθηκε στο εδώλιο του κατηγορουμένου να προσπαθεί να αποδείξει ότι είναι αθώος. Η καριέρα του έμοιαζε να καταστρέφεται, παρότι ποτέ δεν αποδέχθηκε τις κατηγορίες. Ο δικηγόρος του φέρεται να προσέφερε ένα ποσό για να δωροδοκήσει μάρτυρα κατηγορίας, ενέργεια που δυσχέρανε τη θέση του πελάτη του.

Το ποινικό δικαστήριο έκρινε αθώο τον διεθνή Ιταλό επιθετικό, ωστόσο η ιταλική ποδοσφαιρική ομοσπονδία τον τιμώρησε με τρία χρόνια αποκλεισμού, που μετά από έφεση, μειώθηκαν σε δύο χρόνια.

«Δεν είμαι ο Πελέ»

Παρά την τιμωρία του που του κόστισε θέση στο ρόστερ για το Euro 1980, η Γιουβέντους τον πήρε πίσω το 1981 για 2.900.000 δολάρια, με συμβόλαιο 400.000 δολάρια συν διαφημιστικά έσοδα. «Αυτή ήταν μία από τις πολλές υπερβολές για το πρόσωπό μου. Πώς κάποιος μπορεί να αξίζει τόσο πολύ για να αγωνίζεται; Η ζωή ενός άντρα είναι ανεκτίμητη, αλλά ένας παίκτης δεν μπορεί να κοστίζει τόσο πολύ», υποστήριζε ο ίδιος.

Η τιμωρία του έληγε προς το τέλος της σεζόν 1981-1982, με συνέπεια να προλάβει να αγωνιστεί σε τρία παιχνίδια με ένα γκολ στο πρωτάθλημα και να παίξει σε ακόμα έξι παιχνίδια κυπέλλου, ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν ήταν έτοιμος να ηγηθεί της γραμμής κρούσης της «σκουάντρα ατζούρα». Μία εθνική Ιταλίας που σημείωσε μόλις έντεκα τέρματα σε οκτώ αγώνες των προκριματικών του Παγκοσμίου Κυπέλλου.

«Το να τον βάλω κατευθείαν στο Παγκόσμιο Κύπελλο ήταν τζόγος. Ήταν ρίσκο να εμπιστευτώ ότι θα βρει ρυθμό σε τέτοιο απαιτητικό τουρνουά και ότι θα έχει την επιθυμία να διορθώσει τα λάθη του, αλλά χρειαζόμουν έναν σκόρερ, κάποιον να βάλει την μπάλα στα δίχτυα από την περιοχή με τέτοιο τρόπο που ταίριαζε στο στιλ παιχνιδιού που ήθελα. Αν δεν τον έπαιρνα, δεν θα είχα κάποιον να προκαλεί αναστάτωση στην περιοχή. Στα δύο χρόνια που ήταν εκτός, δεν μπόρεσα να βρω κάποιον να τον αντικαταστήσει», παραδέχθηκε αργότερα ο Μπεαρτσότ.

«Δεν μπορείτε να περιμένετε να γίνω ο σωτήρας του ιταλικού ποδοσφαίρου. Μόνο ένας παίκτης σαν τον Πελέ θα ήταν ικανός να μεταμορφώσει μία ολόκληρη ομάδα. Και δεν είμαι ο Πελέ. Θα αντιμετωπίσω χίλιες δυσκολίες, επειδή ο κόσμος θα περιμένει ποιος ξέρει τι», υποστήριζε ο ίδιος ο 25χρονος επιθετικός πριν από το Μουντιάλ.

Προκρίθηκε με τρεις ισοπαλίες και δύο γκολ

Η εθνική Ιταλίας ταξίδεψε στην Ισπανία ως φιναλίστ του προκριματικού ομίλου της, με πέντε νίκες, δύο ισοπαλίες και μία ήττα, πίσω από τη Γιουγκοσλαβία. Στα φιλικά προετοιμασίας, η εικόνα ήταν ακόμα πιο αποκαρδιωτική. Ήττα από τη Γαλλία και από μία αδύναμη Ανατολική Γερμανία, καθώς και μία ισοπαλία 1-1 με την Ελβετία.

Ο όμιλος έμοιαζε με… θεόσταλτο δώρο για μία τέτοια ομάδα που δεν βρισκόταν σε καλή κατάσταση. Περού, Πολωνία και Καμερούν, παρά το ταλέντο τους, ποτέ δεν θα ήταν φαβορί στους αγώνες με αντίπαλο την Ιταλία. Κανείς δεν μπορούσε να διανοηθεί αυτό που ακολούθησε, όμως, στα τρία παιχνίδια του ομίλου.

Η Ιταλία άρχισε τις προσπάθειές της με 0-0 απέναντι στην Πολωνία, αναδείχθηκε ισόπαλη 1-1 με το Περού και έφερε 1-1 στο τέλος με το Καμερούν. Τρεις ισοπαλίες, μόλις δύο γκολ ενεργητικό. Οι Πολωνοί του Γκζέγκοζ Λάτο και του Ζμπίγκνιεβ Μπόνιεκ τερμάτισαν στην κορυφή του ομίλου με 4 βαθμούς, το Περού έμεινε στον έναν βαθμό και Ιταλία με Καμερούν είχαν τρεις βαθμούς. Στην ισοβαθμία, όμως, πλεονεκτούσαν οι Ευρωπαίοι, αφού είχαν σκοράρει μία φορά παραπάνω.

Απαγόρευσαν την παρουσία Τύπου λόγω κριτικής

Σύσσωμος ο ιταλικός Τύπος εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση εναντίον της εθνικής ομάδας, παρά την πρόκριση. Μία εφημερίδα κατηγόρησε τον Ρόσι και τον Αντόνιο Καμπρίνι ότι «ζουν σαν ανδρόγυνο» λόγω φωτογραφιών τους που κυκλοφόρησαν σε λουτρό. Η αντίδραση της εθνικής ομάδας ήταν να απαγορεύσει τον Τύπο στα αποδυτήρια.

Μετά από την ισοπαλία με το Περού, ο πρόεδρος της λίγκας, Αντόνιο Ματαρέζε, δήλωσε: «Αυτή η ομάδα είναι ντροπή. Ήθελα να πάω κάτω στα αποδυτήρια και να τους κλοτσήσω στον πισινό». Ο Μπεαρτσότ δεν μπορούσε να υπερασπιστεί την ομάδα και τους παίκτες που τον είχαν απογοητεύσει με την εικόνα τους.

Η κλήρωση για τη 2η φάση ομίλων δεν άφησε περιθώριο ανακούφισης στους παίκτες της Ιταλίας. Για να προκριθούν στα ημιτελικά της διοργάνωσης θα έπρεπε να κοιτάξουν στα «μάτια» την πιο θεαματική ομάδα του τουρνουά και φαβορί για το τρόπαιο, Βραζιλία, καθώς και την κάτοχο του τροπαίου, Αργεντινή, που είχε στις τάξεις της και τον καλύτερο παίκτη του πλανήτη στα πρώτα βήματά του, τον Ντιέγκο Μαραντόνα.

Ο Σιρέα έγινε… Μπεκενμπάουερ

Η ώρα της κρίσης είχε φτάσει για την Ιταλία. Για πρώτη φορά στο τουρνουά όφειλε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Προπονητής και παίκτες, απέδειξαν ότι μπορούσαν. Ο Ντίνο Τζοφ στο τέρμα, σε ηλικία 40 ετών, αγωνιζόταν στο 3ο και τελευταίο Μουντιάλ του. Από αυτόν άρχιζε η εξαιρετική αμυντική γραμμή της «σκουάντρα ατζούρα», η οποία βασίστηκε εν πολλοίς στη Γιουβέντους και στην εμμονή του Μπεαρτσότ με δύο εμβληματικούς αρχηγούς των προηγουμένων δεκαετιών.

«Ο Μπεαρτσότ είχε εντυπωσιαστεί από τον τρόπο που ο Μπόμπι Μουρ και ο Φραντς Μπεκενμπάουερ μετέφρασαν τον ρόλο του λίμπερο, αφού μετατρέπονταν τάχιστα σε μέσους όταν οι ομάδες τους είχαν την κατοχή της μπάλας. Γι’ αυτό έκανε τον Γκαετάνο Σιρέα τον Μπεκενμπάουερ της Ιταλίας», έγραψε ο Σέρτζιο ντι Τσέζαρε, επικεφαλής διεθνών σχέσεων της ιταλικής ομοσπονδίας και πρώην διευθυντής της «Gazzetta dello Sport».

Τόσο ο Σιρέα όσο και ο αριστερός φουλ μπακ Αντόνιο Καμπρίνι μπορούσαν να ανέβουν με μεγαλύτερη ασφάλεια στην επίθεση. Το κλειδί για εκείνη την ομάδα ήταν «η ενέργεια που δεν σπαταλούσε, αφού άφηνε την μπάλα να τρέξει και να κινηθεί με ακρίβεια και κάθετα».

Στα στόπερ υπήρχε ο «σκληρός» της Γιουβέντους, Κλάουντιο Τζεντίλε, ο οποίος αρκετές φορές έπαιζε και δεξιά αντί του Τζιουζέπε Μπέργκομι σε διάταξη 4-3-3. Δίπλα του ο Φούλβιο Κολοβάτι της Μίλαν, που το ίδιο καλοκαίρι θα άφηνε τους «ροσονέρι» για την Ίντερ.

Σε κώμα στην αρχή της σεζόν, ηγέτης στο τέλος

Στο κέντρο, πλην της «σκούπας» Γκαμπριέλε Οριάλι και του ανθρώπου για όλες τις δουλειές, Μάρκο Ταρντέλι, δέσποζε η μορφή του υποτιμημένου Τζιανκάρλο Αντονιόνι, ενός οργανωτή με διορατικότητα, πάσα και δημιουργικότητα που θα ταίριαζε σε σημερινό Ισπανό. Το σημαντικότερο όλων, στην αρχή της χρονιάς ήταν σχεδόν νεκρός!

«Στην αρχή της σεζόν 1981-1982 έπεσε σε κώμα για δύο μέρες μετά από σύγκρουση με έναν τερματοφύλακα και δεν προπονήθηκε πολύ καλά. Αλλά ήταν πυλώνας για την ομάδα, με την ευφυΐα του, τις βαθιές κάθετες πάσες και την κατανόηση της ποδοσφαιρικής γεωμετρίας», πρόσθεσε ο Ντι Τσέζαρε για τον «θρύλο» της Φιορεντίνα.

Φυσικά, στην επίθεση υπήρχε ο Ρόσι, ο μοναδικός παίκτης που μπορούσε να εμπιστευτεί ο Μπεαρτσότ. «Ήταν πολύ καλός δίπλα στον Ρομπέρτο Μπέτεγκα το 1978, αλλά δεν υπήρχε πλέον Μπέτεγκα. Ο Ρόσι είχε μείνει μόνο».

Στα άκρα, δεξιά έπαιζε ο Μπρούνο Κόντι της Ρόμα και αριστερά ο Φραντσέσκο Γκρατσιάνι της Φιορεντίνα και μετέπειτα συμπαίκτης του Κόντι στη Ρόμα.

Με τον Φράνκο Μπαρέζι να μην έχει κάνει ακόμα ντεμπούτο με την εθνική, τον Ντανιέλε Μασάρο να έχει μόλις μία συμμετοχή και τον Πιέτρο Βιέρκοβοντ τις… διπλάσιες, οι επιλογές του Μπεαρτσότ από τον πάγκο, πλην του -επίσης άπειρου- Μπέργκομι, ήταν πολύ φτωχές. Ο εξτρέμ Φράνκο Κάουζιο στα 33 του δεν μπορούσε να βγάλει ολόκληρο παιχνίδι και οι Αλεσάντρο Αλτομπέλι και Τζιαμπιέρο Μαρίνι της Ίντερ ήταν οι μοναδικοί που μπορούσαν να προσφέρουν κάτι.

Η Αργεντινή δεν ήταν πρωταθλήτρια

Η Αργεντινή είχε αρχίσει να «χορεύει» ήδη στους ρυθμούς του Μαραντόνα. Εξάλλου, δεν ήταν τυχαίο που ο άνθρωπος που της χάρισε το Μουντιάλ του 1978, Μάριο Κέμπες, είχε παραδώσει τη φανέλα με το 10 στον συμπαίκτη του, ο οποίος εκείνο το καλοκαίρι έγινε η πιο ακριβή μεταγραφή στην ιστορία του ποδοσφαίρου, όταν μετακινήθηκε από την Μπόκα στην Μπαρτσελόνα.

Η «αλμπισελέστε», πάντως, δεν βρέθηκε σε ιδανική κατάσταση όταν παρατάχθηκε στο «Σαριά» της Βαρκελόνης για να αντιμετωπίσει τους Ιταλούς. Η ομάδα του Σέσαρ Λουίς Μενότι είχε γίνει η πρώτη κάτοχος του τροπαίου μετά από 22 χρόνια που χάνει στην πρεμιέρα της (0-1 από το Βέλγιο) και μία ημέρα μετά από αυτήν την ήττα, ήρθε η πανωλεθρία: ο πόλεμος των Φώκλαντς τελείωσε, η νίκη ήταν για το Ηνωμένο Βασίλειο.

Ένας από τους ποιοτικότερους μέσους της εθνικής Αργεντινής, ο Οσβάλντο Αρντίλες, ο οποίος μάλιστα έκανε σπουδαία καριέρα στην Αγγλία με την Τότεναμ και είχε χάσει έναν ξάδερφο στον πόλεμο, θεωρεί ακόμα και σήμερα ότι οι παίκτες σοκαρίστηκαν όταν αντιλήφθηκαν ότι η προπαγάνδα της χούντας περί μεγαλειώδους νίκης όλα αυτά τα χρόνια ήταν ψέμα. Ο Χόρχε Βαλντάνο, ένας από τους νεαρούς παίκτες εκείνης της ομάδας, διαφωνεί και θεωρεί ότι το πρόβλημα ήταν πως ποτέ δεν κατάφερε εκείνο το ρόστερ να γίνει σύνολο και πως είχε χωριστεί στην ομάδα του 1978 και στους νεαρούς.

Ο Τζεντίλε έβγαλε νοκ άουτ τον Μαραντόνα

Η πάντοτε στοχοπροσηλωμένη Ιταλία δεν είχε χρόνο να ασχοληθεί με τα προβλήματα των Αργεντινών και δη ο Τζεντίλε. Ο σκληροτράχηλος αμυντικός της Γιουβέντους είχε λάβει ειδικές οδηγίες από τον Μπεαρτσότ για τον Μαραντόνα και έπρεπε να τις εφαρμόσει κατά γράμμα, ώστε η Ιταλία να έχει ελπίδες. Το πρόβλημα για κάθε προσωπικό «φρουρό» του βραχύσωμου Αργεντινού ήταν η γρήγορη αλλαγή κατεύθυνσης σε συνδυασμό με την αξεπέραστη ντρίμπλα του.

Εκεί θα έπρεπε να παρέμβει ο Τζεντίλε, ώστε να μην έχει προβλήματα με τον Μαραντόνα. Η οδηγία ήταν αρχικά να μην φτάσει ποτέ η μπάλα στον Μαραντόνα και γι’ αυτό θα έπρεπε να είναι πολύ κοντά του, αλλά ακόμα κι αν έφτανε, να μην του επέτρεπε ποτέ να γυρίσει το πρόσωπο προς την αντίπαλη εστία, αφού μία εφόρμησή του θα ήταν μοιραία.

Κατά τον ίδιο τον Τζεντίλε, η αποστολή εξετελέσθη με απόλυτη νομιμότητα, υποστηρίζοντας ότι ποτέ δεν ξεπέρασε τα όρια, ποτέ δεν προέβη σε αντιαθλητικό μαρκάρισμα προς τον Αργεντινό. Μάλιστα, ακόμα και η κίτρινη κάρτα που δέχθηκε ήταν για μία σύγκρουση εκτός φάσης. Η άποψη του Μαραντόνα είναι τελείως διαφορετική. Ο Αργεντινός διαμαρτυρόταν συνέχεια για σκληρά φάουλ και μάλιστα δέχθηκε κάρτα γι’ αυτό. Συγκεκριμένα, «κιτρινίστηκε» στο 34′, τρία λεπτά μετά από τον Κέμπες και τέσσερα πριν τον Αρντίλες, δηλαδή των τριών πιο τεχνικών παικτών της Αργεντινής! Κάρτα είχε και ο Ρόσι από το 15′, σε ένα παιχνίδι χωρίς… λογική.

Τα γκολ ήρθαν στο 2ο ημίχρονο. Μία εκπληκτική ομαδική προσπάθεια της Ιταλίας στο 57′ έδειξε τα χαρίσματα του ρόστερ, με τον Ταρντέλι να γίνεται τελικός αποδέκτης για να κάνει το 1-0. Δέκα λεπτά αργότερα, ο Ρόσι απέδειξε για ακόμα μία φορά σε εκείνη τη διοργάνωση ότι δεν ήταν σε καλή κατάσταση, αφού σε έναν τετ α τετ έστειλε την μπάλα πάνω στον Ουμπάλδο Φιγιόλ. Για καλή τύχη, από το ριμπάουντ κερδισμένος βγήκε ο Καμπρίνι, που με σουτ σχεδόν σε κενή εστία έκανε το 2-0. Οι Αργεντινοί μείωσαν στο 83′ με εκτέλεση φάουλ του αρχηγού τους, Ντανιέλ Πασαρέλα, αλλά στο επόμενο λεπτό αποβλήθηκε ο Αμέρικο Γκαγέγο και όλα τελείωσαν.

Το κέντρο της Βραζιλίας και τα προβλήματα

Ο επόμενος αντίπαλος ήταν και ο πιο σημαντικός. Η εθνική Βραζιλίας είχε παρουσιάσει εξαιρετικό πρόσωπο σε τέσσερις αγώνες, στο τελευταίο εξ αυτών επικρατώντας με 3-1 της Αργεντινής και θέτοντάς την νοκ άουτ από τη μάχη της πρόκρισης. Η ανωτερότητα της «σελεσάο» που προηγήθηκε με τρία γκολ ήταν τόσο εμφανής, που εξόργισε τον Μαραντόνα, ο οποίος δέχθηκε απευθείας κόκκινη στο 85′ για κλοτσιά στον Ζοάο Μπατίστα.

Η ομάδα του Τέλε Σαντάνα στηριζόταν σε μία από τις καλύτερες μεσαίες γραμμές που έχουν εμφανιστεί στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Παίκτες που είχαν ή θα αποκτούσαν στη συνέχεια εμπειρία από το κορυφαίο πρωτάθλημα της εποχής, το ιταλικό και οι οποίοι κλήθηκαν να υπερκεράσουν το εμπόδιο της «σκουάντρα ατζούρα» για να φτάσουν προς τον προορισμό τους, την κατάκτηση του τροπαίου.

Ο Ζίκο με τον Σόκρατες βρίσκονταν στο τοπ της φόρμας τους και ξεχώριζαν σε σχέση με όλους τους υπόλοιπους παίκτες του τουρνουά. Από κοντά και ο all around Φαλκάο με τον «κόφτη» Τονίνιο Σερέζο, που συμπλήρωναν ένα αδιανόητο παζλ ταλέντου, ικανότητας, αποτελεσματικότητας.

Το πρόβλημα της Βραζιλίας ήταν οι υπόλοιπες γραμμές, αφού λόγω τραυματισμών αναγκάστηκαν να παίζουν με επιθετικούς τρίτης διαλογής, ενώ και στην άμυνα πλην του Ζούνιορ, δεν υπήρχε κάποιο φόβητρο.

Ο Ρόσι ζητούσε χρόνο, ο Πελέ φοβήθηκε

Αυτήν ακριβώς τη συνθήκη εκμεταλλεύτηκε η Ιταλία, στο ιστορικό παιχνίδι της αναγέννησης του Ρόσι. «Όλοι περίμεναν θαύματα από μένα, αλλά ήμουν ανενεργός για δύο χρόνια, πνευματικά καταπιεσμένος για πολύ καιρό και άρχισα να επιστρέφω μόλις πριν από μερικές ημέρες. Το ηθικό μου είναι σε καλή κατάσταση και ψυχολογικά αισθάνομαι έτοιμος. Αλλά δεν μπορείς να είσαι έτοιμος σε φυσική κατάσταση μέσα σε μόλις μερικά παιχνίδια, μετά από δύο χρόνια ανάπαυσης. Σε αυτήν την κατάσταση, δεν μπορείτε να περιμένετε από μένα να επιλύσω όλα τα προβλήματα της ιταλικής ομάδας», δήλωνε ο Ιταλός φορ μετά από τον αγώνα με την Αργεντινή, στο οποίο έγινε αλλαγή στα τελευταία 20 λεπτά.

Fast forward έξι μέρες και… αυτοδιαψεύστηκε και μάλιστα απέναντι στο φαβορί της διοργάνωσης. Οι Βραζιλιάνοι μπήκαν με αυτοπεποίθηση στον αγωνιστικό χώρο, όπως προκύπτει και από τα λόγια του βασικού στόπερ τους, Όσκαρ. «Θα νικήσουμε 1-0 και θα σκοράρω», υποστήριζε, ωστόσο η Βραζιλία είχε καταφέρει να κρατήσει το μηδέν μόνο απέναντι στη Νέα Ζηλανδία και δεν θα το έκανε ούτε απέναντι στην Ιταλία. Ο Πελέ, αντιθέτως, πίστευε περισσότερο στους Ιταλούς: «Η Βραζιλία έκανε πάρα πολλά λάθη απέναντι στην Αργεντινή, οπότε έχω ένα κακό προαίσθημα για τον αγώνα με την ομάδα του Μπεαρτσότ».

Ο Ιταλός προπονητής γνώριζε πολύ καλά τις αδυναμίες της Βραζιλίας που έπρεπε να εκμεταλλευτεί και γι’ αυτό έδωσε μία τελευταία ευκαιρία στον Ρόσι, όπως τον προειδοποίησε. Ο επιθετικός της Γιουβέντους τον δικαίωσε σε απόλυτο βαθμό.

Χατ τρικ από τον Ρόσι, κλάματα από τη Βραζιλία

Η πρώτη ευκαιρία ήρθε μόλις στο 4ο λεπτό, αλλά το σουτ του πέρασε άουτ για λίγο. Ένα λεπτό αργότερα, βρέθηκε αμαρκάριστος από πάσα του Καμπρίνι κι έκανε το 1-0. Το τέρμα αφύπνισε τους Ζίκο και Σόκρατες. Ο πρώτος, το μαρκάρισμα του οποίου ανέλαβε ο Τζεντίλε, εξουδετέρωσε τρεις αντιπάλους με μία πάσα, βρήκε τον δεύτερο και στο 12′ η Βραζιλία απέκτησε ξανά σκορ πρόκρισης, αφού της αρκούσε και η ισοπαλία.

Μία λάθος πάσα του Σερέζο προς τον Ζούνιορ έδωσε την ευκαιρία στον Ρόσι να σουτάρει και να κάνει το 2-1 στο 25′. Ο μέσος της Ατλέτικο Μινέιρο έβαλε τα κλάματα για την απερισκεψία του, με τον Ζούνιορ να τον ταρακουνάει: «Αν δεν σταματήσεις να κλαις, θα σε χτυπήσω στο πρόσωπο».

Ο Σερέζο με τον Λεάντρο ήταν αρκετά επηρεασμένοι από τα λάθη που έκαναν στον αγώνα και τα κενά που άφηναν στην άμυνα, αλλά στο 68′ ο Φαλκάο ισοφάρισε σε 2-2 και όλα έδειχναν πιθανά για τη Βραζιλία, που νωρίτερα είχε γλιτώσει και από ένα τετ α τετ του Ρόσι. Φευ…

Επτά λεπτά αργότερα, ο Ταρντέλι έπιασε ένα σουτ μετά από το πρώτο κόρνερ της Ιταλίας στον αγώνα, ο Ρόσι βρέθηκε στην πορεία της μπάλας και με νέο σουτ, έκανε το 3-2. Από «μαύρο πρόβατο», εθνικός ήρωας μέσα σε εννέα εβδομάδες.

Το παιχνίδι ήταν εξαιρετικό και προσέφερε ακόμα ένα γκολ του Αντονιόνι που ακυρώθηκε ως οφσάιντ και μία κεφαλιά του Όσκαρ που μπλόκαρε με δύο προσπάθειες πάνω στη γραμμή ο Τζοφ για να κρατήσει τη νίκη της Ιταλίας.

«Μυρίζει σκατά εδώ»

«Το παιχνίδι με την Αργεντινή ήταν ήρεμο. Αυτό με τη Βραζιλία αποθεωτικό. Αλλά ακόμα και τότε υπήρξαν άσχημα λόγια. Το 3ο τέρμα μας σημειώθηκε μετά από κόρνερ με όλους τους Βραζιλιάνους στην περιοχή τους. Επαναλαμβάνω. Όλοι οι Βραζιλιάνοι ήταν στην περιοχή τους. Αλλά ακόμα κι έτσι κατηγορούμαστε για ποδόσφαιρο αντεπιθέσεων», δήλωνε ο Μπεαρτσότ.

Στα αποδυτήρια της Ιταλίας είχε στηθεί ένα ιδιότυπο πάρτι… εκδίκησης. «Μυρίζει σκατά εδώ», διαμαρτύρονταν παίκτες της εθνικής και άνοιγαν τα παράθυρα των αποδυτηρίων. Ίσως να μην είναι τυχαίο ότι την ίδια ώρα υπήρχαν στον χώρο ο Ματαρέζε, που τους είχε προσβάλει πριν από μόλις 17 ημέρες και τώρα έψαχνε παίκτες για να φωτογραφηθεί, καθώς και δημοσιογράφοι που έγραφαν λιβελογραφήματα εναντίον τους.

«Αρκετοί από τους λιγότερο συνετούς παίκτες του ρόστερ άνοιξαν το παράθυρο φωνάζοντας ‘πραγματικά μυρίζει σκατά εδώ'», θυμάται ο Ταρντέλι. «Ένας δημοσιογράφος ήρθε να μας συγχαρεί και μερικοί παίκτες του επιτέθηκαν. Ήταν τόσο οργισμένοι», πρόσθεσε ο Μπεαρτσότ στο «FourFourTwo» χρόνια αργότερα.

Άλλαξε η φιλοσοφία της Βραζιλίας

Στο «στρατόπεδο» της Βραζιλίας, η κατάσταση ήταν τελείως διαφορετική. Ένας 20χρονος στο Ρίο ντε Ζανέιρο είχε αυτοκτονήσει με όπλο, μην αντέχοντας αυτό το «στραπάτσο», θυμίζοντας ημέρες του ’50.

Ο Ζίκο θεωρεί ότι αυτή η ήττα οδήγησε στη μετάλλαξη ολόκληρου του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου, το οποίο πλέον δεν επιζητούσε το θέαμα, αλλά τη νίκη με κάθε κόστος. Η Βραζιλία θα άντεχε ακόμα ένα Μουντιάλ με έντονη γεύση από jogo bonito, προτού περάσει ολοκληρωτικά σε παιχνίδι σκοπιμότητας.

Ο Πάολο Ρόσι είχε γίνει «Παμπλίτο» λόγω των κατορθωμάτων του στην Ισπανία. Το τουρνουά είχε μέλλον ακόμα, αλλά όπως παραδέχθηκε ο Μπεαρτσότ «αισθανόμουν ότι ήμασταν πρωταθλητές κόσμου μετά από το παιχνίδι με τη Βραζιλία».

Ακόμα δύο γκολ του Ρόσι και τελικός

Σε αυτό έπαιξε ρόλο και ο επόμενος αντίπαλος. Η εθνική Πολωνίας ήταν μία ομάδα που κοιτούσε ψηλά τη δεκαετία του ’70, είχε τερματίσει στην 3η θέση του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1974 έχοντας αποκλείσει την Ιταλία στη φάση των ομίλων, ωστόσο πλέον δεν υπήρχαν παίκτες όπως ο Κάζιμιεζ Ντέινα, ο Γιαν Τομασέβσκι και ο Χένρικ Κάσπερτσακ. Ο Λάτο ήταν πλέον 32 ετών, ωστόσο στο προσκήνιο είχε εμφανιστεί ο Μπόνιεκ, αν και ήταν τιμωρημένος στον ημιτελικό, και ο μετέπειτα τερματοφύλακας του Ολυμπιακού, Γιάτσεκ Καζιμιέρσκι.

Οι Πολωνοί ήταν αυτοί που έστειλαν τους Ιταλούς στο «γκρουπ του θανάτου» της διοργάνωσης, τερματίζοντας στην 1η θέση της 1ης φάσης ομίλων (0-0 το μεταξύ τους παιχνίδι) και προκρίθηκαν στη 2η φάση ομίλων με μία νίκη επί του Βελγίου και μία ισοπαλία με τη Σοβιετική Ένωση.

Το παιχνίδι των δύο χωρών μεταφέρθηκε στο μεγάλο γήπεδο της Βαρκελόνης, το «Καμπ Νόου», με τον ήλιο να παραμένει καυτός και ανυπόφορος για τους ποδοσφαιριστές. «Καυτός» παρέμεινε, όμως, και ο Ρόσι, ο οποίος στο 22ο λεπτό, με κοντινή προσπάθεια όντας αμαρκάριστος, άνοιξε το σκορ για τη «σκουάντρα ατζούρα» κι έβαλε τις βάσεις για την πρόκριση στον τελικό.

Ο επιθετικός της Γιουβέντους μαζί με τον Αντονιόνι πραγματοποίησαν καταπληκτικό παιχνίδι στο πρώτο σκέλος του αγώνα, μέχρι το 28ο λεπτό, όταν ο τελευταίος τραυματίστηκε, αντικαταστάθηκε από τον Τζιαμπιέρο Μαρίνι και δεν αγωνίστηκε ξανά στη διοργάνωση.

Μία εξαιρετική προσπάθεια στην κόντρα στο 2ο μέρος έφερε ξανά τον Ρόσι σε θέση βολής μέσα από τη μικρή περιοχή και με κεφαλιά σε κενή εστία, έφτασε τα πέντε γκολ σε δύο αγώνες και από το πουθενά, έβαλε πλώρη για την κατάκτηση του τροπαίου και του τίτλου του πρώτου σκόρερ του τουρνουά.

Στον απόηχο του Σουμάχερ – Μπατιστόν

Το… clasico της Ευρώπης επέστρεψε, αυτήν τη φορά σε τελικό Μουντιάλ. Αντίπαλος της Ιταλίας ήταν η Δυτική Γερμανία, με τις δύο ομάδες να συναντιώνται ξανά για κάποια διοργάνωση μετά από το «παιχνίδι του αιώνα», τον ημιτελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1970, όταν η Ιταλία νίκησε με 4-3 στην παράταση. Έκτοτε, υπήρξε ένα 0-0 σε φιλικό στη Ρώμη και μία νίκη των «πάντσερ» με 2-1 σε φιλικό στο Βερολίνο.

Η παρουσία των Γερμανών στον τελικό ήταν ακόμα πιο πολυσυζητημένη σε σχέση με των Ιταλών, για εξωαγωνιστικούς λόγους. Μετά από μία εντυπωσιακή πρόκριση από επίσης έναν πολύ δύσκολο όμιλο με Αγγλία και Ισπανία, η ομάδα του Γιουπ Ντέρβαλ κλήθηκε να αντιμετωπίσει τη Γαλλία, με την εκπληκτική φουρνιά της δεκαετίας του ’80, η οποία με ηγέτη τον Μισέλ Πλατινί στόχευε στην κορυφή.

 

Θα μπορούσε να είχε φτάσει στον στόχο της αν δεν υπήρχε το εγκληματικό μαρκάρισμα του Χάραλντ Σουμάχερ στον Πατρίκ Μπατιστόν στο 2ο ημίχρονο του ημιτελικού κι ενώ το σκορ ήταν 1-1. Ο Γάλλος αμυντικός κινδύνεψε ακόμα και να χάσει τη ζωή του, ο Γερμανός τερματοφύλακας δεν δέχθηκε ούτε κίτρινη κάρτα και οι «τρικολόρ» συνέχισαν τον αγώνα χωρίς να γνωρίζουν την τύχη του συμπαίκτη τους. Το παιχνίδι πήγε στην παράταση, εκεί οι Γάλλοι πήραν προβάδισμα δύο τερμάτων αλλά το έχασαν και οι Γερμανοί νίκησαν με 5-4 στα πέναλτι, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά στη διοργάνωση.

Έκτο σερί γκολ ο Ρόσι

Στον τελικό του «Σαντιάγο Μπερναμπέου», την 11η Ιουλίου, μπροστά σε 90.000 ζευγάρια μάτια, οι δύο κορυφαίες ομάδες της Ευρώπης έψαχναν το τρίτο τρόπαιο της ιστορίας τους στον θεσμό. Το άγχος και η σκοπιμότητα είχαν αγγίξει «κόκκινο», με συνέπεια τα πρώτα λεπτά του αγώνα να μην προσφέρουν θέαμα αντάξιο του επιπέδου των δύο ομάδων. Σε αυτό έπαιξε ρόλο και ο τραυματισμός του Αντονιόνι, που έδωσε την ευκαιρία στον Μπεαρτσότ να παρατάξει έναν επιπλέον αμυντικό στην ενδεκάδα, παίζοντας ουσιαστικά 5-2-3 με τον Τζεντίλε τρίτο στόπερ.

Χαρακτηριστικό εκείνης της αμυντικής γραμμής της Ιταλίας ήταν πως οι τέσσερις από τους πέντε αμυντικούς είχαν σχεδόν 200 διεθνείς συμμετοχές (ο Μπέργκομι αγωνιζόταν μόλις για 4η φορά), ενώ ο Τζοφ είχε φτάσει τις 106. Τα πράγματα έγιναν ακόμα χειρότερα για την Ιταλία, όταν στο 8ο λεπτό ο Γκρατσιάνι τραυματίστηκε στον ώμο και χρειάστηκε να περάσει στον αγώνα ο Αλτομπέλι.

Λίγο πριν συμπληρωθεί μισή ώρα αγώνα, ο Χανς Πέτερ Μπρίγκελ ανέτρεψε τον Κόντι και ο διαιτητής καταλόγισε πέναλτι. Ο Καμπρίνι έστειλε την μπάλα χαμηλά άουτ, έγινε ο πρώτος παίκτης που αστοχεί σε πέναλτι σε τελικό Μουντιάλ, με συνέπεια να μην χαλάσει το σερί του Ρόσι. Ο Ιταλός φορ θα ήταν αυτός που θα σκόραρε για 6η σερί φορά για τη χώρα του, όταν στο 57′ έκανε το 1-0, ξανά μέσα από τη μικρή περιοχή, μετά από σέντρα του Τζεντίλε.

Η κραυγή του Ταρντέλι ισοδυναμούσε με τρόπαιο

Οι Ιταλοί κυριαρχούσαν κατά κράτος στο 2ο ημίχρονο και στο 69′ είχε φτάσει η στιγμή για την «urla», την «κραυγή» του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Σε μία ομαδική ενέργεια, η μπάλα έφτασε στον Ταρντέλι, ο οποίος την έστρωσε στο αριστερό του και με τάκλιν έξω από την περιοχή έκανε το 2-0. Ο «βράχος» της Γιουβέντους πανηγύρισε με τον γνωστό, ξέφρενο τρόπο που έχει μείνει στην ιστορία ως ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά στιγμιότυπα της διοργάνωσης.

«Αφότου σκόραρα, όλη η ζωή μου πέρασε μπροστά από τα μάτια μου. Ήταν το ίδιο συναίσθημα που λένε ότι έχεις όταν είσαι έτοιμος να πεθάνεις. Η χαρά του να σκοράρεις σε τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου είναι τεράστια, κάτι που ονειρευόμουν ως παιδί και με τον πανηγυρισμό μου εκτονώθηκα, μετά από την εκπλήρωση του ονείρου μου. Γεννήθηκα με αυτό το ουρλιαχτό μέσα μου, ήταν απλά η στιγμή που βγήκε έξω», δήλωνε αργότερα ο Ταρντέλι.

Σχεδόν δέκα λεπτά αργότερα, σε νέα αντεπίθεση με τον Κόντι, η μπάλα έφτασε στον Αλτομπέλι, που απέφυγε τον Σουμάχερ κι έγραψε το 3-0. Η μείωση του σκορ από τον Πάουλ Μπράιτνερ στην επόμενη επίθεση δεν πανηγυρίστηκε ούτε καν από τον Γερμανό, αφού όλοι είχαν αντιληφθεί ότι η Ιταλία δεν μπορούσε να χάσει αυτό, το οποίο κανείς δεν πίστευε ότι μπορούσε να κερδίσει…

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...