Σόκρατες: Ο ηγέτης της «Δημοκρατίας της Κορίνθιανς» όπου κάθε απόφαση προέκυπτε από ψηφοφορία

Σωκράτης, Σωσθένης, Σοφοκλής. Θα μπορούσε να είναι η αρχαία Ελλάδα, όμως πρόκειται απλά για ένα φτωχόσπιτο στο Μπελέμ της πολιτείας Παρά στη Βραζιλία, στις όχθες του Αμαζονίου. Είναι το σπίτι του Ραϊμούντο, ενός Βραζιλιάνου που διδάχθηκε μόνος του τα βασικά της ζωής, αφού δεν πήγε σχολείο, και ονόμασε τρία από τα παιδιά του προς τιμήν ενός κορυφαίου φιλοσόφου, ενός Μακεδόνα πολιτικού κι ενός τραγικού ποιητή.

Τα βιβλία που διάβαζε, φρόντισαν να του διευρύνουν τους ορίζοντες και να τον καταστήσουν κοινωνό της αρχαιοελληνικής παιδείας. Κοινωνό προς τα παιδιά του και δη τον Σόκρατες, ο οποίος ρουφούσε τα πάντα σαν «σφουγγάρι» από τις 19 Φεβρουαρίου 1954, όταν είδε το πρώτο φως της ημέρας.

Έφυγε από τη ζωή μόλις 57 χρόνια αργότερα, χωρίς να κορέσει ποτέ τη δίψα για μάθηση, για ενημέρωση, για κοινωνική στήριξη, για πολιτική τοποθέτηση. Αυτό το τελευταίο, εξάλλου, είναι ίσως το μοναδικό που υπερίσχυσε της ενασχόλησής του με το ποδόσφαιρο και ίσως γι’ αυτό φρόντισε να το εντάξει στον «βασιλιά των σπορ», μέσω μιας πολύ ιδιότυπης κατάστασης που για άλλους ονομάστηκε «Δημοκρατία της Κορίνθιανς», για άλλους το όχημα που οδήγησε στην αποτίναξη μιας δικτατορίας…

 

Ο πατέρας του έκαιγε βιβλία λόγω καθεστώτος

Η μετακόμιση στο Ριμπεϊράο Πρέτο του Σάο Πάουλο τον Ιανουάριο του 1960 άλλαξε άρδην το στάτους της οικογένειας του Σόκρατες, αφού ο πατέρας του απέκτησε μία σημαντική θέση ως επιθεωρητής εσόδων και έγινε «ήρωας» της πόλης. Αυτό σήμαινε βελτιωμένη οικονομική κατάσταση και συνάμα μία μεγάλη βιβλιοθήκη με βιβλία κάθε είδους, τα οποία δεν διάβαζε μόνο ο πατέρας της οικογένειας, αλλά ήταν διαθέσιμα και για τα παιδιά του.

Το πραξικόπημα της 31ης Μαρτίου 1964 βρήκε τον νεαρό Σόκρατες να παρατηρεί με αθώα μάτια τις αλυσιδωτές αντιδράσεις που «πυροδοτήθηκαν» στη χώρα και οι οποίες επηρέασαν καθοριστικά και τον ίδιο.

«Το 1964 πραγματοποιήθηκε πραξικόπημα. Ήμουν 10 ετών και θυμάμαι τον πατέρα μου να καίει βιβλία για τους Μπολσεβίκους. Αυτό το γεγονός φούντωσε το ενδιαφέρον μου για την πολιτική. Το ποδόσφαιρο ήρθε κατά τύχη. Ήμουν ένα παιδί της δικτατορίας. Πάντα είχα το βλέμμα μου στραμμένο στις κοινωνικές αδικίες της χώρας και είχα συναδέλφους και συμφοιτητές που έπρεπε να κρύβονται ή να αποδράσουν. Απλώς έτυχε να είμαι καλός στο ποδόσφαιρο», εξηγεί.

Πράγματι, ήταν τόσο καλός στο ποδόσφαιρο (και μάλιστα χωρίς να κοπιάζει), που έβρισκε χρόνο να σπουδάζει ιατρική παράλληλα. Το διάβασμα δεν του στέρησε τη δυνατότητα να αγωνίζεται με την Μποταφόγκο του Σάο Πάουλο (όχι τη μεγάλη Μποταφόγκο του Ρίο ντε Ζανέιρο), η οποία για τρία χρόνια βρέθηκε και στην πρώτη κατηγορία του πρωταθλήματος Βραζιλίας.

Οι εμφανίσεις του προσέλκυσαν την Κορίνθιανς, η οποία τον απέκτησε το 1978, αρχίζοντας με αυτόν τον τρόπο μία μεγάλη και ιδιαίτερη σελίδα της ιστορίας της.

 

Παραλίγο λιντσάρισμα, «κηδεία» στον πρόεδρο

Η Κορίνθιανς αποτελούσε την εκπρόσωπο της εργατικής τάξης και παρότι μεταξύ 1955 και 1976 δεν είχε κατακτήσει τίποτα, αύξανε διαρκώς τη βάση των φιλάθλων της. Ιδρύθηκε το 1910 από εργάτες και αποτέλεσε μόλις τη 2η ομάδα στη χώρα που δέχθηκε μαύρους παίκτες στο ρόστερ της, με συνέπεια να εξελιχθεί σε σύμβολο της κοινωνικής αφομοίωσης. Εκπροσωπούσε μαύρους, λευκούς, φτωχούς, περιθωριοποιημένους, κατοίκους φαβέλας και γι’ αυτό δεν χρειαζόταν τρόπαια για να αναπτύξει τους «Πιστούς», τους φανατικούς φιλάθλους που απαιτούσαν raça από τους παίκτες, να τα δίνουν όλα, ακόμα και το αίμα τους στον αγωνιστικό χώρο.

Η απόκτηση ενός ποδοσφαιριστή ύψους 1,93μ. με… αλλεργία στις σκληρές προπονήσεις, αργό και ράθυμο στις κινήσεις του, δεν «κάθισε» καλά σε μεγάλη μερίδα των φιλάθλων της «τιμάο», που ζητούσε μαχητές στο γήπεδο. Ο Σόκρατες ήταν μία πιο φιλοσοφημένη περίπτωση ποδοσφαιριστή, που κάθε φορά επέλεγε το μυαλό και τη δημιουργικότητα από την κίνηση και την ενέργεια. Η δήλωση κατά την παρουσίασή του, δε, ότι είναι οπαδός του Πελέ και της Σάντος από παιδί, αλλά ως παίκτης της Κορίνθιανς θα είναι επαγγελματίας, δεν τον κατέστησε αγαπητό στην εξέδρα από την αρχή.

Η κατάκτηση του πρωταθλήματος Παουλίστα το 1977 άνοιξε την όρεξη των φιλάθλων και από τη στιγμή που κατακτήθηκε ο ίδιος τίτλος δύο χρόνια αργότερα, με τον Σόκρατες πια στην ομάδα, οι απαιτήσεις αυξήθηκαν. Όταν τον Μάιο του 1980 ήρθε η ήττα στα ημιτελικά του πρωταθλήματος Παουλίστα, οπαδοί ακολούθησαν τον Σόκρατες στο πάρκινγκ και επιχείρησαν να τον λιντσάρουν.

Με τον καιρό, όμως, οι δύο πλευρές βρήκαν έναν κοινό εχθρό, τον επί μια δεκαετία πρόεδρο της ομάδας, Βισέντε Ματέους. Ο Σόκρατες προερχόταν από διαμάχη μαζί του διότι είχε ζητήσει αύξηση και δεν την πήρε, με συνέπεια να κάνει αποχή δύο μηνών, οι φίλαθλοι ποτέ δεν αποδέχθηκαν τον πρόεδρο της ομάδας τους κι έτσι όταν το 1981 ο Σόκρατες συμμετείχε σε παρέλαση στην πόλη όπου έγινε μία εικονική κηδεία του Ματέους από τους φιλάθλους, οι οποίοι τον αποκαλούσαν και «ανίκανο δικτάτορα», αμέσως έγινε κι αυτός ένας από τους «Πιστούς».

«Το να αγωνιστείς στην Κορίνθιανς είναι διαφορετικό. Πρόκειται για ασυναγώνιστη αγάπη. Είναι η αδερφή ψυχή σου. Είναι σεβασμός στην κουλτούρα, τον κόσμο, το έθνος. Σαν να σε έχουν καλέσει σε έναν παράλογο πόλεμο και ποτέ να μην αμφισβητείς ότι πρόκειται για τον πιο σημαντικό πόλεμο που σημειώθηκε ποτέ. Πρέπει να σκέφτεσαι σαν τον Μαρξ, να πολεμάς σαν τον Ναπολέοντα, να προσεύχεσαι σαν τον Δαλάι Λάμα και να προσφέρεις τη ζωή σου σαν τον Μαντέλα», έγραφε σε άρθρο το 2011 ο Σόκρατες.

 

Ροκ και ποδόσφαιρο ξεσήκωσαν τα πλήθη

Το roller coaster συναισθημάτων στην Κορίνθιανς εκείνη την εποχή δεν ήταν τίποτε άλλο από μία μικρογραφία όσων συνέβαιναν στην κοινωνία της Βραζιλίας. Η χώρα είχε περάσει την πιο σκληρή πενταετία της δικτατορίας, εκείνη του στρατηγού Εμίλιο Μέντισι μεταξύ 1969-1974 και από τη στιγμή που το αφήγημα για «οικονομικό θαύμα» άρχισε να καταρρέει στα τέλη της δεκαετίας του ’70, καλλιεργήθηκε το κίνημα abertura, ένα κίνημα πολιτικής απελευθέρωσης.

Μετά από 1,5 δεκαετία δικτατορίας, η αντιπολίτευση στη χώρα προέβαλε ένα ερώτημα εθνικού χαρακτήρα, το οποίο καλούταν να απαντηθεί από τους πολίτες. Ένα ερώτημα που υιοθετούσαν άρθρα και βιβλία Βραζιλιάνων και επαναλαμβανόταν συνεχώς. Ένα ερώτημα για έναν λαό που είχε στερηθεί σημαντικές ελευθερίες και είχε χάσει την ταυτότητά του όλα αυτά τα χρόνια. «Ποιοι είμαστε;», ήταν η ερώτηση που έπρεπε να απαντήσουν όλοι μαζί και ο καθένας ξεχωριστά, ώστε να περάσουν στη νέα εποχή.

Η απάντηση προήλθε -κυρίως- από δύο τομείς της βραζιλιάνικης κοινωνίας, που οδήγησαν στην αποκαθήλωση της δικτατορίας και στην εγκαθίδρυση δημοκρατικών αξιών: από τη ροκ μουσική της χώρας και τα συγκροτήματα ή τους τραγουδιστές που ξεσήκωναν τα πλήθη με τον επαναστατικό, αντιμιλιταριστικό στίχο τους και από τη «Δημοκρατία της Κορίνθιανς».

 

Οι εκλογές που άλλαξαν τα πάντα

Την άνοιξη του 1982 και μετά από ένα κακό έτος σε αγωνιστικό επίπεδο, η Κορίνθιανς βρισκόταν σε εκλογικό οργασμό. Δύο παρατάξεις διεκδικούσαν την προεδρία. Από τη μία η «Ordem e Verdade» («Τάξη και Αλήθεια»), από την άλλη η «Democracia Corinthiana» («Δημοκρατία της Κορίνθιανς»).

Ο Ματέους και οι άνθρωποί του εκπροσωπούσαν το παλιό, παραδοσιακό σύστημα διακυβέρνησης, που ουσιαστικά όλα συγκεντρώνονταν σε ένα άτομο, ο οποίος καθόριζε τα πάντα. Αυτή ήταν η «Ordem e Verdade». Αντιθέτως, η «Democracia Corinthiana» θα έφερνε σε ρόλο προέδρου τον Βαλντεμάρ Πίρες και σε ρόλο τεχνικού διευθυντή τον Αντίλσον Μοντέιρο Άλβες, τον θεωρητικό του κινήματος, ο οποίος δεν είχε καμία σχέση με το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό, αφού επαγγελλόταν κοινωνιολόγος.

Τυπικά, ο σύλλογος διοικείτο από τα μέλη του, τα οποία εξέλεγαν διευθυντές. Το χρίσμα έπαιρναν κατά βάση εύποροι επιχειρηματίες, οι οποίοι είχαν συνεισφέρει με μεγάλα χρηματικά ποσά στην ομάδα και όταν τους απονεμόταν κάποιο διοικητικό αξίωμα, φρόντιζαν να το κρατούν για παραπάνω χρόνο από όσο προβλεπόταν.

Η διοίκηση που θα προέκυπτε από τις εκλογές του Απριλίου 1982 θα συνέπεφτε και με την ακόμα μεγαλύτερη αποδυνάμωση της δικτατορίας κι έτσι τα πρόσωπα που θα ξεχώριζαν, θα αποκτούσαν ακόμη μεγαλύτερη δύναμη στην τοπική και όχι μόνο κοινωνία.

Η θέση του προέδρου σε έναν τέτοιο σύλλογο δεν ήταν απλή υπόθεση. Ένας πρώην κάτοχός της τη χαρακτήρισε ως την «τρίτη πιο σημαντική στη χώρα, μετά από εκείνη του κυβερνήτη του Σάο Πάουλο και του προέδρου της χώρας». Δεν είναι τυχαίο το παράδειγμα του Λάουντο Νατέλ, ο οποίος μεταπήδησε από την προεδρία της Σάο Πάουλο στην προεδρία της περιφέρειας του Σάο Πάουλο.

Ο Σόκρατες, από το 1979 διεθνής με την εθνική Βραζιλίας, είχε αποκτήσει πλέον μεγάλο έρεισμα εντός κι εκτός συλλόγου και μετά από την κόντρα του με τον Ματέους, αλλά και λόγω προσωπικής ιδεολογίας, η στήριξη στη «Δημοκρατία της Κορίνθιανς» ήταν μονόδρομος. Μάλιστα, παρέδωσε τελεσίγραφο ότι θα σταματήσει από το ποδόσφαιρο εάν κατακτούσε τις εκλογές η «Ordem e Verdade».

Το εκλογικό αποτέλεσμα ήταν εκείνο που επιθυμούσε. Η «Democracia Corinthiana» συγκέντρωσε την πλειοψηφία και η Κορίνθιανς, ακόμα και λόγω της λέξης «Δημοκρατία», έγινε το επίκεντρο των εξελίξεων στη βραζιλιάνικη κοινωνία, αφού όλοι περίμεναν τον νέο τρόπο λειτουργίας του συλλόγου και κατά πόσο θα αντιπροσώπευε τη λέξη αυτή.

 

Εγένετο «Δημοκρατία της Κορίνθιανς»

Μία από τις πρώτες ενέργειες του Αντίλσον αμά τη αναλήψει των νέων καθηκόντων του ήταν να παρουσιαστεί στους ποδοσφαιριστές της ομάδας, στα αποδυτήρια. Ο λόγος του θα κρατούσε περίπου ένα τέταρτο της ώρας, ωστόσο όταν οι παίκτες άρχισαν να ρωτούν για τις ιδέες της «Democracia Corinthiana», η συζήτηση έφτασε τις έξι ώρες.

«Αρχίσαμε να μιλάμε και οι παίκτες έλεγαν ‘κοίτα, αυτό είναι σωστό, αυτό είναι λάθος, πιστεύουμε αυτό, πιστεύουμε εκείνο, τι νομίζεις;’. Είπα ‘ας ανταλλάξουμε ιδέες, ας βρούμε μια λύση'», θυμάται ο Αντίλσον στο ντοκιμαντέρ «Ser Campeão é Detalhe: Democracia Corinthiana».

Μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο, η Κορίνθιανς λειτουργούσε όπως όλοι οι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι στη χώρα, με αυταρχισμό της εξουσίας. Οι παίκτες δεν αντιμετωπίζονταν ως εργαζόμενοι, παρότι επαγγελματισμός υπήρχε από τη δεκαετία του ’30 στον χώρο, και τα δικαιώματά τους ήταν περιορισμένα.

Η κατάσταση μεταβλήθηκε μετά από τις εκλογές, υπό την ανοχή του νέου προέδρου. Ο Σόκρατες και οι συμπαίκτες του θέσπισαν ένα διαφορετικό σύστημα διακυβέρνησης του συλλόγου, ένα σύστημα που εξέλειπε από τη βραζιλιάνικη κοινωνία, ένα δημοκρατικό σύστημα.

«Ίδια βαρύτητα με τον φροντιστή»

Η βασική θέση της «Democracia Corinthiana» προέβλεπε ψηφοφορία για κάθε απόφαση, ανεξαρτήτως σημασίας. Από την ώρα του γεύματος, μέχρι την πρόσληψη ή την απόλυση κάποιου ανθρώπου, ακόμα και ποδοσφαιριστή, απαιτείτο διαδικασία ψηφοφορίας, όπου συμμετείχαν απαράβατα όλοι οι εργαζόμενοι στο σύλλογο και κάθε ψήφος είχε την ίδια βαρύτητα. Η ομάδα συγκεντρωνόταν μία ημέρα πριν από ένα παιχνίδι πχ. στο Ρίο ντε Ζανέιρο και ψήφιζε εάν το ταξίδι θα γινόταν τότε ή το πρωί του αγώνα.

«Ήμουν ο μοναδικός παίκτης της Κορίνθιανς που ανήκε στην εθνική Βραζιλίας και η ψήφος μου είχε την ίδια σημασία με εκείνη του τρίτου τερματοφύλακα ή του φροντιστή ή του προέδρου. Ήταν μία προς μία. Αυτό είναι το πιο όμορφο πράγμα στη γη, σεβόμασταν την ανθρώπινη ύπαρξη», δηλώνει ο Σόκρατες.

«Ο καθένας έκανε τη δουλειά του, σεβόμενος ο ένας τον άλλον. Ο προπονητής προπονούσε, ο διευθυντής διηύθυνε και ο παίκτης έπαιζε», προσθέτει ο Αντίλσον.

Ο νέος τρόπος λειτουργίας του ποδοσφαίρου τμήματος παρήγαγε και αποτελέσματα στον αγωνιστικό χώρο. Η ομάδα έπαιζε ελεύθερο ποδόσφαιρο στα πρότυπα της διοίκησής της και επέστρεψε στις νίκες, παρότι δεν είχε κάνει τεράστιες αλλαγές σε σχέση με το ρόστερ του 1981.

Πρωταγωνιστής, εκτός του Σόκρατες, ο Ουάλτερ Καζαγκράντε ζούνιορ, ο οποίος σκόραρε κατά ριπάς και σύντομα θα κέρδιζε θέση στην εθνική Βραζιλίας. Μαζί με τον αριστερό μπακ Βλάντιμιρ Ροντρίγκες ντος Σάντος, ήταν οι τρεις πιο πολιτικοποιημένοι παίκτες του ρόστερ κι αυτοί που ηγήθηκαν της «Δημοκρατίας της Κορίνθιανς» από το ποδοσφαιρικό τμήμα.

 

Μηνύματα και σλόγκαν στις φανέλες

Ολόκληρος ο οργανισμός, πάντως, είχε εντρυφήσει στη νέα κατάσταση και οι ενέργειες των ανθρώπων του δεν περιορίστηκαν στα εσωτερικά του συλλόγου. Κατόπιν ιδέας ενός διάσημου Βραζιλιάνου διαφημιστή, του Ουάσινγκτον Ολιβέτο, ο οποίος ήταν και αντιπρόεδρος της ομάδας με αρμοδιότητες στο μάρκετινγκ, οι ποδοσφαιριστές της «τιμάο» τύπωναν μηνύματα και δημοκρατικές προτροπές αντί για χορηγούς στις εμφανίσεις τους, σε μία περίοδο που ακόμα και η παρουσία της λέξης «δημοκρατία» εγκυμονούσε κινδύνους. «Θέλω να ψηφίσω για πρόεδρο», ήταν μία εξ αυτών των προτάσεων που κέντριζαν την προσοχή των φιλάθλων, ενώ κάποιες φανέλες είχαν τα νούμερα και γράμματα καθρεφτισμένα.

Το 1982 η «τιμάο» κατακτά το πρωτάθλημα Παουλίστα, με τους ποδοσφαιριστές στο τελευταίο παιχνίδι της σεζόν να φορούν φανέλα με τη φράση «Democracia Corinthiana» στην πλάτη. «Ίσως ήταν η πιο τέλεια στιγμή που έχω βιώσει. Είμαι σίγουρος πως ισχύει το ίδιο για το 95% των συμπαικτών μου. Ήταν η σπουδαιότερη ομάδα που έχω αγωνιστεί ποτέ, επειδή επρόκειτο για κάτι περισσότερο από ποδόσφαιρο. Οι πολιτικές νίκες μου είναι πιο σημαντικές από αυτές ως επαγγελματίας παίκτης. Ένα παιχνίδι τελειώνει σε 90 λεπτά, όμως η ζωή συνεχίζεται», δηλώνει χρόνια αργότερα ο Σόκρατες.

Μία εξίσου δυνατή στιγμή ήταν όταν ο ίδιος, ο Βλάντιμιρ και ο Καζαγκράντε ανέβηκαν στη σκηνή μαζί με τη Ρίτα Λι, μία από τις τραγουδίστριες που ηγήθηκαν της ροκ σκηνής εκείνη την εποχή και πρωταγωνίστησε στη διάδοση επαναστατικών μηνυμάτων μέσω της μουσικής της. Οι τρεις παίκτες της προσέφεραν μία μπλούζα με το μήνυμα «Democracia Corinthiana» για να φορέσει, μία εικονική στιγμή που έχει καταγραφεί και στο ντοκιμαντέρ «Democracia em Preto e Branco».

Μέσα σε αυτό το κλίμα ομαδικότητας και αλληλεγγύης, οι παίκτες συνέχισαν να βγάζουν τον καλό ποδοσφαιρικό εαυτό τους στον αγωνιστικό χώρο, να καλύπτει ο ένας τις αδυναμίες του άλλου και μαζί να κατακτούν ξανά το πρωτάθλημα Παουλίστα του 1983.

 

Υποσχέθηκε να παραμείνει με αναθεώρηση

Ο κόσμος που άρχισε να ακολουθεί την ομάδα αυξανόταν διαρκώς. Πλέον, δεν αφορούσε μόνο το στενό πλαίσιο του αθλητισμού, πλέον επρόκειτο για ένα κοινωνικό φαινόμενο και γι’ αυτό γινόταν αντικείμενο συζήτησης σε κάθε σαλόνι, σε κάθε τραπέζι. Μπορεί να μην κατάφερε να κερδίσει πρωτάθλημα Βραζιλίας (το πρώτο της ιστορίας της ήρθε το 1990), όμως ήταν πιο επιδραστική από τη Φλαμένγκο, την ομάδα με τους περισσότερους φιλάθλους στη Βραζιλία, η οποία κυριαρχούσε στους τίτλους της εποχής, τόσο τους εγχώριους, όσο και τους διεθνείς με το Copa Libertadores και το Διηπειρωτικό Κύπελλο του 1981.

Αυτός ήταν και ο λόγος που όσο αποδυναμωνόταν η ισχύς της δικτατορίας στη Βραζιλία, η Κορίνθιανς, πιο πολύ από κάθε άλλον ποδοσφαιρικό σύλλογο, έπρεπε να πάρει ανοιχτά θέση, να επιλέξει πλευρά. Οι φωνές από τον σύλλογο που εκφράζονταν δημοσίως άρχισαν να πληθαίνουν και να ταυτίζονται με όσους καλούσαν για εκλογές στη Βραζιλία. Η στάση αυτή ενόχλησε τη βαθιά καθεστωτική ποδοσφαιρική ομοσπονδία της χώρας, που απαγόρεψε στους διοικούντες των ποδοσφαιρικών συλλόγων να έχουν πολιτικά ή θρησκευτικά μηνύματα στις φανέλες τους.

Ο Σόκρατες εντάχθηκε στο κίνημα «Diretas Já» («Εκλογές Τώρα»), που πρωτοέκανε την εμφάνισή του τον Μάρτιο του 1983 και απαιτούσε προεδρικές εκλογές στη χώρα. Στις 16 Απριλίου 1984 πραγματοποιήθηκε η τελευταία συγκέντρωση του κινήματος, που εξελίχθηκε στην πιο μεγάλη δημόσια διαδήλωση στην ιστορία της Βραζιλίας μέχρι εκείνη την εποχή, αφού συγκεντρώθηκε πλήθος 1.500.000 ατόμων.

Ο Σόκρατες πήρε το μικρόφωνο και έγινε αποδέκτης χειροκροτημάτων όταν υποσχέθηκε πως θα απέρριπτε την πρόταση που είχε από την Ιταλία και θα παρέμενε στην πατρίδα του, εάν η βουλή περνούσε τη συνταγματική αναθεώρηση που προέβλεπε μεταξύ άλλων και ελεύθερες εκλογές. Αυτή ήταν και η αρχή του τέλους…

 

Χάθηκαν οι μάχες

Η μάχη αυτή χάθηκε, αφού οι ψήφοι που συγκεντρώθηκαν δεν ήταν αρκετοί για την αναθεώρηση. Η ευκαιρία για προεδρικές εκλογές πέρασε, οι προσπάθειες της Κορίνθιανς έπεσαν στο κενό. Ο Σόκρατες δεν ήταν σε θέση, πλέον, να αψηφά τις «Σειρήνες» από τον ιδανικό προορισμό για όλους τους σπουδαίους Νοτιοαμερικανούς της δεκαετίας του ’80, την Ιταλία. Ζίκο, Φαλκάο, Καρέκα, Τονίνιο Σερέζο από τους συμπαίκτες του στην εθνική, ακόμα ο Ντιέγο Μαραντόνα, αγωνίζονταν στη Serie A, καθιστώντας την το κορυφαίο πρωτάθλημα του κόσμου. Η Φιορεντίνα τον περίμενε με ανοιχτές αγκάλες.

Παράλληλα, η φήμη του Καζαγκράντε είχε εκτοξευθεί, με συνέπεια το 1984 να τον αποκτήσει η Σάο Πάουλο, έστω και για έναν χρόνο πριν επιστρέψει στην Κορίνθιανς. Η «τιμάο» είχε αρχίσει να διαλύεται και το τελειωτικό χτύπημα ήρθε στις επόμενες προεδρικές εκλογές στον σύλλογο, όπου οι συντηρητικές δυνάμεις κατάφεραν να εκλέξουν τον Ρομπέρτο Πασκουάλ (για δύο χρόνια, προτού επιστρέψει ο Ματέους), έναντι του Αντίλσον, ο οποίος είχε αποφασίσει να θέσει υποψηφιότητα για την προεδρία της ομάδας.

Η «Δημοκρατία» έφυγε, οι εκλογές ήρθαν

Η «Δημοκρατία της Κορίνθιανς» δεν υφίστατο πια, έλαβε τέλος. Η Δημοκρατία της Βραζιλίας, όμως, είχε προλάβει να αναπτύξει βάσεις, αφού στις 15 Ιανουαρίου 1985 πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες προεδρικές εκλογές μετά από δύο δεκαετίες. Μπορεί να μην ήταν ιδανικές, αφού το εκλογικό σώμα ήταν περιορισμένο, μπορεί να πραγματοποιήθηκαν υπό την αιγίδα της δικτατορίας, ωστόσο ήταν η αρχή του τέλους και για το στρατιωτικό καθεστώς της χώρας. Γι’ αυτόν τον λόγο, η Κορίνθιανς εξακολουθούσε να προβάλλει μέσω εμφανίσεων ή πλακάτ το μήνυμα «στις 15 του μήνα ψηφίστε».

Την τριετία 1982-1984, η Κορίνθιανς ανάγκασε τους σκεπτικιστές να αναθεωρήσουν τις απόψεις τους για την επιρροή του ποδοσφαίρου στις κοινωνικές εξελίξεις. Η «Δημοκρατία της Κορίνθιανς» απέδειξε ότι το άθλημα δεν επρόκειτο απλά για το «όπιο του λαού», αλλά έχει τη δύναμη ακόμα και να επιταχύνει κοσμοϊστορικές εξελίξεις.

Στην περίπτωσή της, η Κορίνθιανς ένωσε έναν καταπιεσμένο λαό με τρόπο που δεν θα ήθελε καμία δικτατορία, που δεν είχε να κάνει απλά με οικονομικές ή πολιτικές συμβάσεις. Η Κορίνθιανς και οι φίλαθλοί της ενώθηκαν στην αμφισβήτηση της κυβερνητικής εξουσίας και μαζί με διαφόρους άλλους τέτοιους θύλακες που σχηματίστηκαν εκείνη την εποχή, γιγάντωσαν την πίεση που οδήγησε στην οριστική κατάπτωση του καθεστώτος.

Ταυτόχρονα, θαύμαζαν και το καταπληκτικό ποδόσφαιρο του Σόκρατες και των συμπαικτών του…

 

Διαβάστε ακόμη

Το πρώτο «μαύρο διαμάντι» από τη Βραζιλία έφερε το όνομα του Λεωνίδα της Σπάρτης

«Λιοντάρι του Κυπέλλου», «ατσάλινο στήθος» ή πιο απλά… Βαβά!

Ο Ελένο ντε Φρέιτας μάγευε τα πλήθη πριν από τον Πελέ, «έσβησε» νεότατος και έγινε ταινία

Είκοσι ιστορικές photos της εθνικής Βραζιλίας

Όλα τα κείμενα του Sport-Retro.gr για τη Βραζιλία

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...