Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ – Άγιαξ: Η παράλληλη πορεία προς την πρώτη αποτυχία

Ο τελικός του Europa League φέρνει αντιμέτωπους Άγιαξ και Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, δύο κορυφαίους συλλόγους με ελάχιστα κοινά. Ίσως το πιο σημαντικό εξ αυτών, η αποτυχία στην πρώτη προσπάθειά τους να κατακτήσουν την κορυφή.

Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και Άγιαξ συγκαταλέγονται ιστορικά στην ελίτ του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Αναρίθμητες επιτυχίες, εγχώρια κυριαρχία και διεθνής καταξίωση χαρακτηρίζουν το παλμαρέ των δύο συλλόγων που συναντώνται στη Στοκχόλμη για τον τελικό του Europa League.

Το οξύμωρο της αναμέτρησης είναι ότι πρόκειται μόλις για την πέμπτη φορά που οι δύο «κολοσσοί” τίθενται αντιμέτωποι σε επίσημο παιχνίδι. Τις προηγούμενες τέσσερις φορές, μοιράστηκαν από δύο νίκες, ωστόσο οι Άγγλοι ευνοήθηκαν περισσότερο από τις δικές τους, αφού προκρίθηκαν τόσο στον 2ο γύρο του Κυπέλλου UEFA 1976-1977 όσο και στη φάση των 16 του Europa League 2011-2012.

Η παρουσία μόλις τεσσάρων μεταξύ τους αναμετρήσεων μαρτυρά την ύπαρξη ελάχιστων κοινών σημείων που συνδέουν τις δύο ομάδες, παρά τη μακρά παρουσία τους στο ποδοσφαιρικό στερέωμα. Ούτε το αγωνιστικό στιλ ούτε οι ιστορίες τους ούτε οι σπουδαίοι ποδοσφαιριστές (ένας εξ αυτών, ο Ζλάταν Ιμπραχίμοβιτς, θα απουσιάσει από τον τελικό της Σουηδίας λόγω τραυματισμού) φέρνουν πιο κοντά τους δύο οργανισμούς. Ίσως, όμως, να υπάρχει ένας παραλληλισμός της πορείας τους, όταν βρέθηκαν σε τροχιά κατάκτησης της κορυφής. Η πρώτη απόπειρα και των δύο ομάδων στέφθηκε με αποτυχία, για εντελώς διαφορετικούς λόγους. Επέμειναν, όμως, επέστρεψαν και στο τέλος οι κόποι τους δικαιώθηκαν με το Κύπελλο Πρωταθλητριών, το πρώτο από τα πολλά που θα ακολουθούσαν και για τους δύο.

Το Sport-Retro.gr παρουσιάζει αυτά τα πρώτα παρεμφερή βήματα των δύο συλλόγων μέχρι να κατακτήσουν το πρώτο ευρωπαϊκό τρόπαιο, λίγο πριν διασταυρώσουν τα «ξίφη” τους για το πιο πρόσφατο.

Α. Οι «μπέμπηδες του Ματ Μπάσμπι”

Ένας ποδοσφαιριστής που διέγραψε πορεία 13 ετών σε Μάντσεστερ Σίτι και Λίβερπουλ, έγινε ο απόλυτος θρύλος της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Όσο αδιανόητο κι αν ακούγεται κάτι τέτοιο, ο Ματ Μπάσμπι κατόρθωσε να συντρίψει τα στεγανά και από το 1945 μέχρι το 1971 να αλλάξει τη ροή του αθλήματος, προσθέτοντας ακόμα μία ομάδα κορυφής στη χάρτα του.

Ο 36χρονος Μπάσμπι προσελήφθη τον Φεβρουάριο του 1945, οδεύοντας στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και ανέλαβε τον απόλυτο έλεγχο του αγωνιστικού τμήματος. Προσέλαβε τον φίλο του από τον στρατό, Τζίμι Μέρφι, προπονητή της δεύτερης ομάδας και κάθισε για πρώτη φορά στην άκρη του πάγκου τον Οκτώβριο του 1945, μετά από την έναρξη της σεζόν.

Οι επιτυχίες των πρώτων χρόνων ήταν αξιομνημόνευτες, αφού η Γιουνάιτεντ κατέκτησε τρεις σερί φορές τη δεύτερη θέση (1947-1949) μετά από την επανέναρξη των πρωταθλημάτων, ενώ στέφθηκε κυπελλούχος Αγγλίας το 1948 έναντι της Μπλάκμπερν του Στάνλεϊ Μάθιους (πρώτο τρόπαιο της ομάδας μετά από σχεδόν 40 χρόνια). Τα θεμέλια του συλλόγου, όμως, ήταν σαθρά λόγω του Πολέμου (μάλιστα μέχρι το 1949 αγωνιζόταν στο «Μέιν Ρόουντ” της Σίτι λόγω καταστροφών στο «Ολντ Τράφορντ”) και ο Μπάσμπι δεν αρκέστηκε σε αυτές τις επιφανειακές διακρίσεις.

Από το 1945 είχε φροντίσει να βάλει τις βάσεις για το μέλλον του συλλόγου. Εξάλλου, γι’ αυτόν τον λόγο προτίμησε να διασχίσει τον Μ62 και να μην παραμείνει στο Λίβερπουλ, όπου είχε πρόταση να γίνει παίκτης – προπονητής. Η προοπτική ενός δικού του αρχιτεκτονήματος, βασισμένου στα νιάτα και στα φρέσκα πόδια, γοήτευε περισσότερο τον Σκοτσέζο, ο οποίος μόλις ανέλαβε τη Γιουνάιτεντ έκανε μία κίνηση… ματ.

H Γιουνάιτεντ του 1938

Το 1938, παράγοντες του συλλόγου είχαν ιδρύσει τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ τζούνιορ, μία ομάδα νέων με σκοπό να συγκεντρώνει το ταλέντο της πόλης αλλά και της χώρας, που στη συνέχεια θα μεταπηδούσε στην πρώτη ομάδα. Όταν ο Μπάσμπι άρχισε να πουλάει τους μεγαλύτερους σε ηλικία παίκτες της Γιουνάιτεντ, τους αντικαθιστούσε από παίκτες των ακαδημιών και της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ τζούνιορ.

Τον Νοέμβριο του 1951, η Γιουνάιτεντ φιλοξενήθηκε στο «Άνφιλντ” από τη Λίβερπουλ και ο Σκοτσέζος τεχνικός χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον 18χρονο Τζάκι Μπλάντσφλαουερ και τον 22χρονο Ρότζερ Μπάιρν στη βασική ενδεκάδα. Το παιχνίδι τελείωσε με αποτέλεσμα 0-0 και την επόμενη μέρα ο Φρανκ Νίκλιν της «Manchester Evening News” αποκάλεσε τους δύο ποδοσφαιριστές «μπέμπηδες”, ένα προσωνύμιο που έμεινε στην ιστορία.

Το τέλος της χρονιάς βρήκε τη Γιουνάιτεντ πρωταθλήτρια, αλλά οι διεργασίες συνεχίζονταν στο μικρό γραφείο του Μπάσμπι, δύο στάσεις λεωφορείου μακριά από το «Ολντ Τράφορντ”, όπου μαζί με τον Μέρφι σχημάτιζαν το ρόστερ της νέας σεζόν. Ο Μπάιρν τα είχε πάει περίφημα στο τέλος του 1952 στην πτέρυγα, αλλά γρήγορα οπισθοχώρησε σε θέση μπακ, ο Μπλάντσφλαουερ στα στόπερ απέκτησε παρτενέρ τον Μαρκ Τζόουνς που επίσης είχε κάνει κάποιες εμφανίσεις στη χρονιά του πρωταθλήματος.

Το 1952, η αγγλική ποδοσφαιρική ομοσπονδία (FA) δημιούργησε το Κύπελλο Νέων. Η Γιουνάιτεντ κατέκτησε τις πρώτες πέντε εκδόσεις, με ποδοσφαιριστές που ακολούθως ανέβαιναν στην πρώτη ομάδα. Δεν ήταν όλοι τους γεννημένοι στο Μάντσεστερ, υπήρξαν και περιπτώσεις μεταγραφών όπως ο 21χρονος σέντερ φορ Τόμι Τέιλορ, που αποκτήθηκε από την Μπάρνσλεϊ έναντι 29.999 λιρών τον Μάρτιο του 1953. Τη σεζόν 1952-1953 έκαναν ντεμπούτο οι Ντέιβιντ Πεγκ, Ντένις Βάιολετ, Ντάνκαν Έντουαρντς και Μπιλ Φουλκς, όλοι τους μεταξύ 16 και 21 ετών.

Ο επικεφαλής σκάουτ, Τζο Άρμστρονγκ, επιφορτισμένος με το έργο της εύρεσης ταλαντούχων ποδοσφαιριστών στη Βόρεια Αγγλία, μαζί με τους Μπομπ Μπίσοπ (Μπέλφαστ), Μπίλι Μπέχαν (Δουβλίνο) και Μπομπ Χάρπερ, είχαν στήσει έναν κυλιόμενο ιμάντα που κατέληγε στο Μάντσεστερ από όλες τις γωνιές της Μεγάλης Βρετανίας. Αποτέλεσμα; Τον Νοέμβριο του ίδιου 1953, η Γιουνάιτεντ παρατάχθηκε στον αγώνα με την Πόρτσμουθ έχοντας στην ενδεκάδα της επτά παίκτες κάτω των 22 ετών.

Η «χρυσή περίοδος” της Γιουνάιτεντ

Μετά από την 8η θέση του 1953, την 4η του 1954 και την 5η του 1955, το περίσσιο ταλέντο, συνδεδεμένο άρρηκτα με τα ενθουσιώδη νιάτα, οδήγησαν στη σεζόν 1955-1956, την πρώτη επιτυχημένη (αμιγώς) των «μπέμπηδων”. Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στέφθηκε πρωταθλήτρια ξανά, με τον 23χρονο Βάιολετ και τον 24χρονο Τέιλορ να σκοράρουν σε 21 από τους 27 αγώνες που έπαιξαν μαζί (25 γκολ ο Τέιλορ, 20 ο Βάιολετ).

Ο τίτλος κατακτήθηκε μαθηματικά στις 7 Απριλίου, σε αγώνα απέναντι στην Μπλάκμπουλ, κόντρα στην οποία συμβολικά είχε αρχίσει η συλλογή τίτλων του Μπάσμπι το 1948. Ο μέσος όρος ηλικίας εκείνης της ομάδας ήταν μόλις 22 έτη. Παρά την απειρία τους, οι «μπέμπηδες” κατόρθωσαν να τερματίσουν έντεκα βαθμούς πιο πάνω από τον πιο κοντινό αντίπαλο (Μπλάκπουλ, Γουλβς). «Τα σημάδια από την κούνια υπάρχουν ακόμα πάνω τους, αλλά δεν το έδειξαν”, δήλωσε ο Μπάσμπι, λάμποντας από υπερηφάνεια.

Μόλις δύο ποδοσφαιριστές, οι Μπάιρν και Τζόνι Μπέρι, είχαν μετάλλιο πρωταθλητή και το 1952 και το 1956 (στο ρόστερ υπήρχαν κι άλλοι παίκτες που συνέδεαν τους δύο τίτλους, αλλά είχαν αγωνιστεί ελάχιστα και δεν δικαιούνταν μετάλλιο), δείγμα της ολικής αναδιάρθρωσης του ρόστερ που είχε λάβει χώρα. Τα όνειρα εκείνης της ομάδας, όμως, δεν είχαν ταβάνι. Παρά τις αντιρρήσεις της FA, η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ δήλωσε συμμετοχή στο -μόλις ενός έτους- Κύπελλο Πρωταθλητριών.

Το διεθνές ταξίδι προς το άγνωστο, μόλις τρία χρόνια μετά από την εντός των τειχών ταπείνωση της υπερφίαλης εθνικής Αγγλίας από την υπερομάδα της Ουγγαρίας σε φιλικό αγώνα με 6-3, άρχισε με εντυπωσιακό τρόπο: νίκη 2-0 στις Βρυξέλλες επί της Άντερλεχτ και με 10-0 στο «Μέιν Ρόουντ” στον προκαταρκτικό γύρο. Ακολούθησε ο αποκλεισμός της Ντόρτμουντ με νίκη 3-2 στην Αγγλία και 0-0 στη Γερμανία, καθώς κι ένα εντυπωσιακό ζευγάρι αγώνων με την Αθλέτικ Μπιλμπάο. Οι Άγγλοι ηττήθηκαν με 5-3 στη Χώρα των Βάσκων, ωστόσο Τέιλορ, Βάιολετ και Μπίλι Γουίλαν (πρώτος σκόρερ στο πρωτάθλημα με 26 γκολ) οδήγησαν στην ανατροπή με 3-0 και στην πρόκριση στα ημιτελικά. Εκεί βρήκαν απέναντί τους τη Ρεάλ Μαδρίτης του Αλφρέντο ντι Στέφανο, του Φέρεντς Πούσκας, του Ραϊμόν Κοπά, του Πάκο Χέντο και του Έκτορ Ριάλ. Η ήττα μόλις με 3-1 μπροστά σε περίπου 135.000 θεατές στο «Σαντιάγκο Μπερναμπέου” κράτησε στο παιχνίδι της πρόκρισης τους «μπέμπηδες”, ωστόσο οι «μερένγκες” προηγήθηκαν με 2-0 στο «Ολντ Τράφορντ” (ο πρώτος ευρωπαϊκός αγώνας της Γιουνάιτεντ που φιλοξένησε) και το μόνο που κατόρθωσαν οι γηπεδούχοι ήταν να ισοφαρίσουν σε 2-2.

Ο αποκλεισμός από την προηγούμενη κι επόμενη πρωταθλήτρια Ευρώπης δεν συνιστούσε αποτυχία για τη Γιουνάιτεντ. Πόσω μάλλον όταν η πορεία στα ημιτελικά συνοδεύτηκε από πρόκριση στον τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας (αλλά ήττα με 2-1 από την Άστον Βίλα, λόγω κατάγματος στο ζυγωματικό του τερματοφύλακα Ρέι Γουντ μόλις στο 6′, ο οποίος έφυγε από τον αγώνα για ιατρικές βοήθειες κι επέστρεψε ως… επιθετικός) και φυσικά από τη διατήρηση των εγχώριων «σκήπτρων” στο πρωτάθλημα.

Οι παίκτες της Γιουνάιτεντ και ο Μπάσμπι πανηγυρίζουν το πρωτάθλημα του 1957

Κομβικό ρόλο σε αυτό, είχε ακόμα ένας παίκτης που πρόσθεσε ο Μπάσμπι στο δημιούργημά του, ένας 20χρονος επιθετικός μέσος, ο οποίος στο ντεμπούτο του κόντρα στην Τσάρλτον τον Οκτώβριο του 1956 σημείωσε δύο τέρματα. Το τέλος της σεζόν βρήκε τον Μπόμπι Τσάρλτον να έχει πετύχει το γκολ της ισοφάρισης 2-2 στα ημιτελικά του Κυπέλλου Πρωταθλητριών απέναντι στη Ρεάλ και να ολοκληρώνει τη σεζόν με 10 γκολ σε 14 εμφανίσεις στο πρωτάθλημα.

Νέα χρονιά, ίδιοι στόχοι, κυριαρχία παντού. Η Γιουνάιτεντ προσπάθησε να γίνει η πρώτη ομάδα μεταπολεμικά που στέφεται πρωταθλήτρια τρεις σερί χρονιές, κάτι που είχε κάνει στο παρελθόν μόνο η Άρσεναλ κι η Χάντερσφιλντ. Η σεζόν άρχισε πολύ καλά, με νίκες στο πρωτάθλημα και προκρίσεις σε κύπελλο και Ευρώπη. Τον Δεκέμβριο του 1957, μάλιστα, αγοράστηκε ο τερματοφύλακας Χάρι Γκρεγκ από την Ντόνκαστερ έναντι 23.000 λιρών, ποσό ρεκόρ κόσμου τότε για αυτήν τη θέση.

Η Γιουνάιτεντ είχε ξεπεράσει εύκολα το εμπόδιο των πρωταθλητών Ιρλανδίας, Σάμροκ Ρόβερς, στον προκαταρκτικό γύρο του Κυπέλλου Πρωταθλητριών και με μία νίκη και μία ήττα (3-1 σύνολο) απέκλεισε και την πρωταθλήτρια Τσεχοσλοβακίας, Ντούκλα Πράγας. Στις 14 Ιανουαρίου 1958 υποδέχθηκε τον Ερυθρό Αστέρα και τα τέρματα των Τσάρλτον και Κόλμαν έδωσαν προβάδισμα πρόκρισης με 2-1 στους Άγγλους.

Το δυστύχημα του Μονάχου

Η ρεβάνς είχε οριστεί τρεις εβδομάδες αργότερα. Μεσολάβησε η πρόκριση στον 3ο γύρο του Κυπέλλου Αγγλίας με νίκη επί της Ίπσουιτς, το 7-2 επί της Μπόλτον στο πρωτάθλημα και το 5-4 επί της Άρσεναλ μέσα στο Λονδίνο. Το ταξίδι στο Βελιγράδι περιελάμβανε ένα αίσιο αποτέλεσμα και μία τραγωδία. Η Γιουνάιτεντ απέσπασε ισοπαλία 3-3 από τους πρωταθλητές Γιουγκοσλαβίας χάρη σε δύο γκολ του Τσάρλτον κι ένα του Βάιολετ, ωστόσο το ταξίδι της επιστροφής δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.

Το αεροσκάφος που μετέφερε την αποστολή προσγειώθηκε στο Μόναχο για ανεφοδιασμό στις 6 Νοεμβρίου. Μετά από δύο αποτυχημένες απόπειρες απογείωσης, οι πιλότοι κατάφεραν να πιάσουν με την τρίτη την ταχύτητα που χρειαζόταν για να αρχίσει η διαδικασία της απογείωσης, ωστόσο δεν έπιασαν ποτέ την ταχύτητα με την οποία μπορεί να απογειωθεί ένα αεροπλάνο τέτοιου τύπου. Το χιόνι στον αεροδιάδρομο οδήγησε σε μείωση ταχύτητας. Το αεροσκάφος δεν σηκώθηκε ποτέ από το έδαφος, βγήκε από το αεροδρόμιο, διέλυσε τον φράχτη και η καμπίνα έπεσε πάνω σε έναν τοίχο σπιτιού. Το σημείο που βρισκόταν η δεξαμενή καυσίμων έπεσε πάνω σε μία ξύλινη παράγκα, στην οποία βρισκόταν ένα φορτηγάκι γεμάτο βενζίνη και λάστιχα, με συνέπεια να δημιουργηθούν σπίθες από την τριβή και να προκληθεί έκρηξη.

Είκοσι επιβαίνοντες πέθαναν στο αεροσκάφος και τρεις ακόμα «έσβησαν” αργότερα στο νοσοκομείο. Ο (αρχηγός της Γιουνάιτεντ από το 1953) Μπάιρν, ο Γουίλαν, ο Τέιλορ, ο Κόλμαν, ο Τζόουνς και ο Τζεφ Μπεντ έχασαν ακαριαία τη ζωή τους, μαζί με τον γραμματέα του συλλόγου, Γουόλτερ Κρίκμερ, και τους προπονητές Τομ Κάρι και Μπερτ Γουάλεϊ. Οι Μπάσμπι, Έντουαρντς και Μπέρι τραυματίστηκαν πολύ σοβαρά. Ο Έντουαρντς, ο νεαρότερος ποδοσφαιριστής που αγωνίστηκε στην εθνική Αγγλίας μέχρι το 1998 και τον Μάικλ Όουεν, ένας παίκτης που θεωρείτο ο πιο ολοκληρωμένος του αγγλικού ποδοσφαίρου μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο, υπέκυψε στα τραύματά του μετά από δύο εβδομάδες. Οι Μπέρι και Μπλάντσφλαουερ επιβίωσαν, αλλά δεν ήταν σε θέση να αγωνιστούν ξανά.

Ο Γκρεγκ, ο οποίος βοήθησε τα μέγιστα στην ανάσυρση άλλων τραυματιών, μελών της ομάδας αλλά και άλλων επιβαινόντων, ήταν ένας από τους επιζήσαντες, όπως ο Φουλκς και ο Τσάρλτον. Οι τρεις τους κατάφεραν να επιστρέψουν στη δράση σε λιγότερο από έναν μήνα, ωστόσο τίποτα δεν ήταν ίδιο. Εξάλλου, ο Μπάσμπι βρισκόταν στο νοσοκομείο και παρότι ανάρρωε από σωματικούς τραυματισμούς, αντιμετώπισε σοβαρό μετατραυματικό σοκ, που δεν του επέτρεπε να επιστρέψει στα καθήκοντά του.

Η ομάδα έκανε μόλις μία νίκη στα επόμενα 14 παιχνίδια πρωταθλήματος της σεζόν και τερμάτισε στην 9η θέση. Στο κύπελλο κατάφερε να φτάσει μέχρι τον τελικό, όπου ηττήθηκε με 2-0 από την Μπόλτον. Στην Ευρώπη, είχε εξασφαλίσει ήδη «εισιτήριο” για τα ημιτελικά του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, ωστόσο κατόπιν απόφασης της UEFA, οι δύο αγώνες με τη Μίλαν πραγματοποιήθηκαν τρεις μήνες μετά από την αεροπορική τραγωδία, τον Μάιο του 1958.

Το αποδεκατισμένο ρόστερ των Άγγλων, με τον Μέρφι στον πάγκο (ο οποίος απουσίαζε από το μοιραίο ταξίδι στο Βελιγράδι διότι είχε παράλληλες υποχρεώσεις ως ομοσπονδιακός προπονητής της εθνικής Ουαλίας), κατάφερε να προβάλει σπουδαία αντίσταση στη δυνατή ιταλική ομάδα της εποχής. Ο Πέπε Σκιαφίνο έβαλε μπροστά στο σκορ τους «ροσονέρι” στο 24ο λεπτό του αγώνα στο «Ολντ Τράφορντ”, ωστόσο ο Βάιολετ στο 39′ νίκησε τον τερματοφύλακα Λορέντζο Μπουφόν (ξάδερφος του παππού του Τζιανλουίτζι Μπουφόν) και ισοφάρισε σε 1-1, ενώ στο 80′ με πέναλτι ο Έρνι Τέιλορ (που αποκτήθηκε προ εβδομάδων για να συμπληρώσει το ρόστερ μετά από το δυστύχημα) έκανε το 2-1.

Οι ελπίδες πρόκρισης που σχηματίστηκαν αναπόφευκτα στις τάξεις των Άγγλων δεν επιβεβαιώθηκαν. Μόλις στο 2′ ο Σκιαφίνο άνοιξε το σκορ στη ρεβάνς του Σαν Σίρο και στο 51′ με πέναλτι ο αρχηγός Νιλς Λίντχολμ έκανε το 2-0. Ο Τζιανκάρλο Ντανόβα σημείωσε το καθοριστικό τρίτο γκολ στο 67′ και στο 76′ ο Σκιαφίνο διαμόρφωσε το τελικό 4-0 για τους Ιταλούς του Τζιουζέπε Βάνι, που στον τελικό «λύγισαν” στην παράταση με 3-2 απέναντι στη Ρεάλ.

Η υπόσχεση του Μπάσμπι

Η πρώτη (χρονικά) ευκαιρία της Γιουνάιτεντ να κατακτήσει ένα ευρωπαϊκό τρόπαιο χάθηκε κάτω από αποτρόπαιες συνθήκες. Η δεύτερη ανοικοδόμηση της ομάδας από τον Μπάσμπι κράτησε μερικά χρόνια. Όπως και τότε έτσι και τώρα, ο Σκοτσέζος τεχνικός προχώρησε σε πλήρη αλλαγή ρόστερ. Οι «μπέμπηδες” αποχώρησαν σταδιακά και μέχρι το 1962 είχαν αντικατασταθεί σχεδόν όλοι. Ακόμα και το προσωνύμιο της ομάδας άλλαξε, με τον Μπάσμπι να υιοθετεί το «κόκκινοι διάβολοι”, θεωρώντας ότι θα εμψύχωνε περισσότερο την ομάδα. Παίκτες όπως ο Ντένις Λο, ο Τζορτζ Μπεστ και ο Νόμπι Στάιλς προστέθηκαν στο έμψυχο δυναμικό και οδήγησαν σταδιακά σε νέες επιτυχίες τον σύλλογο.

Αρχικά με ένα Κύπελλο Αγγλίας (1963), όπως και την προηγούμενη φορά, μία 2η θέση το 1964 και το πρωτάθλημα του 1965. Την επόμενη σεζόν η Γιουνάιτεντ επέστρεψε στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, έφτασε ξανά μέχρι τα ημιτελικά (αποκλείοντας στην πορεία με νίκη 5-1 μέσα στη Λισαβόνα την Μπενφίκα του Εουσέμπιο), αλλά τα ημιτελικά την έφεραν ξανά στο Βελιγράδι για τον αγώνα με την Παρτιζάν. Τα δυσάρεστα περιορίστηκαν στο αγωνιστικό κομμάτι, με την ήττα 2-0 να αποδεικνύεται μη αναστρέψιμη, αφού στη ρεβάνς οι Άγγλοι κατάφεραν να νικήσουν μόνο με 1-0.

Το 1967, η Γιουνάιτεντ στέφθηκε ξανά πρωταθλήτρια Αγγλίας και το 1968, στη σεζόν της απόλυτης αγωνιστικής ωριμότητας του Μπεστ, κατάφερε να κάνει πράξη αυτό που είχε υποσχεθεί ο Μπάσμπι μετά από το δυστύχημα στο Μόναχο, να αναρριχηθεί στην κορυφή της Ευρώπης μέσα σε δέκα χρόνια. Στα ημιτελικά, μάλιστα, απέκλεισε τη Ρεάλ Μαδρίτης, με τον 36χρονο αμυντικό Φουλκς να αγωνίζεται ως επιθετικός στη θέση του τραυματία Λο και να σημειώνει το γκολ της ισοφάρισης 3-3 στην Ισπανία, το πρώτο ευρωπαϊκό του και το τελευταίο από τα εννέα που πέτυχε για τη Γιουνάιτεντ σε πάνω από 700 συμμετοχές.

Στον τελικό με αντίπαλο την Μπενφίκα, ο Τσάρλτον άνοιξε το σκορ στο 53ο λεπτό μπροστά στο ένθερμο κοινό του «Γουέμπλεϊ” και μπορεί ο Ζάιμε Γκράσα να στέλνει τον αγώνα στην παράταση (μέχρι τότε οι Πορτογάλοι έχαναν ευκαιρίες), ωστόσο στον επιπλέον χρόνο υπήρχε μόνο μία πιθανή έκβαση. Τσάρλτον, Μπεστ και Μπράιαν Κιντ (στα 19α γενέθλιά του) σημείωσαν από ένα γκολ στα πρώτα δέκα λεπτά και χάρισαν το τρόπαιο στη Γιουνάιτεντ. Ένας κύκλος είχε κλείσει, μία ιστορική αδικία είχε αποκατασταθεί…


Β. Το «Total Football” του Μίχελς και του Κρόιφ

Ως γνήσιο παιδί του Άμστερνταμ, μιας πόλης που συνδέθηκε με την πολυπολιτισμικότητα και την ανεξιθρησκεία, ο Άγιαξ αποτελούσε δημιούργημα… ξένων στο πρώτο μισό της ζωής του. Μέχρι το 1965 και με εξαίρεση (αθροιστικά) δέκα χρόνια, είχε μόνο Βρετανούς προπονητές.

Η πλέον ξεχωριστή φιγούρα ήταν ο Τζακ Ρέινολντς, ο οποίος είχε τρεις θητείες σε 27 χρόνια και άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στα έξι πρωταθλήματα της δεκαετίας του ’30 (είχε κατακτήσει και τα δύο πρώτα της ιστορίας του «Αίαντα”, το 1918 και το 1919). Δική του εντολή ήταν όλα τα τμήματα υποδομής να αγωνίζονται με την ίδια φιλοσοφία και διάταξη όπως η πρώτη ομάδα, εκείνος επέβαλε επιθετικό και ωραίο ποδόσφαιρο στους παίκτες του.

Μετά από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, κατά τον οποίο είχε συλληφθεί από τους Γερμανούς λόγω της βρετανικής ιθαγένειάς του, επέστρεψε στην άκρη του πάγκου και κάθισε δύο χρόνια, όπου είχε ίσως την πιο σημαντική συμβολή στην ιστορία του συλλόγου: έδωσε τα πρώτα λεπτά συμμετοχής με την ομάδα στον Ρίνους Μίχελς…

Ο μετέπειτα ιδιοφυής προπονητής είχε στο ενεργητικό του και μία σπουδαία καριέρα με τον Άγιαξ, η οποία συχνά επισκιάζεται από τα υπόλοιπα κατορθώματά του. Αγωνίστηκε μόνο στον «Αίαντα” και από τα πέντε γκολ στο 8-3 επί της Ντεν Χάαχ στο ντεμπούτο του τη σεζόν 1945-1946 μέχρι το 1958, συμμετείχε σε 264 παιχνίδια, σκοράροντας 122 φορές. Κύριο γνώρισμα ήταν η αδιάκοπη εργασία του στο γήπεδο και παρότι δεν είχε καλή τεχνική κατάρτιση, κατάφερε να κάνει βίωμα τις οδηγίες που έλαβε τόσο από τον Ρέινολντς, όσο και από τους τέσσερις διαδόχους του, μέχρι ο Μίχελς να κρεμάσει τα «παπούτσια” του.

Μετά από το πρωτάθλημα στη δεύτερη χρονιά της καριέρας του, ο Μίχελς πανηγύρισε πρωτάθλημα και στη δεύτερη από το… τέλος χρονιά της καριέρας του. Ήταν η σεζόν 1956-1957, όταν ο Άγιαξ κατάφερε να κατακτήσει το πρώτο εθνικό και επαγγελματικό πρωτάθλημα στην ιστορία της Ολλανδίας. Την επόμενη σεζόν, ένας τραυματισμός στην πλάτη τον ανάγκασε να εγκαταλείψει το ποδόσφαιρο από αυτήν τη σκοπιά, σε ηλικία 30 ετών.

1953: O Ρίνους Μίχελς προσπαθεί να σκοράρει κατά της Ντε Χράαφσαπ

Η εμμονή του Μίχελς

Τα πρώτα προπονητικά βήματα του Μίχελς έγιναν σε δύο ερασιτεχνικές ομάδες, τη JOS και την DWS. Όπως παραδέχθηκε ο ίδιος το 2001 σε συνέντευξή του στο «Sky Sports”, «χρειαζόταν να αλλάξω προσέγγιση και έπρεπε να κάνω ξεκάθαρο σε όλους ότι ακόμα κι αν οι παίκτες ήταν ημιεπαγγελματίες, τα χρήματα και ο αριθμός των θεατών ήταν σε κίνδυνο. Και γι’ αυτό έπρεπε να κάνουν κάποια πράγματα και να σταματήσουν άλλα”.

Τον Ιανουάριο του 1965 διαδέχθηκε τον μετέπειτα προπονητή του Εθνικού, του Ολυμπιακού και της Ρόδου, Βικ Μπάκιγχαμ, ο οποίος την προηγούμενη χρονιά είχε οδηγήσει τον Άγιαξ στο πρωτάθλημα. Αμέσως, έθεσε σε φάση υλοποίησης το σχέδιό του, που ήταν η εφαρμογή του Total Football.

Από τα μέσα του ’60 κι έπειτα, τα πάντα στον σύλλογο περιστρέφονταν γύρω από την έννοια του «maakbaarheid”, που συνοψίζεται ως η επιθυμία ορισμού του φυσικού χώρου και του ελέγχου του περιβάλλοντος που αυτός δημιουργεί. Η νευρωτική εμμονή του Μίχελς με τη διαχείριση του χώρου και της ροής συντρόφευε τις διδαχές που έλαβε από Ρέινολντς και Μπάκιγχαμ για τη σημασία της άρτιας φυσικής κατάστασης των ποδοσφαιριστών. Οι προπονήσεις του Μίχελς δεν ήταν ποτέ παιχνίδι για τους ποδοσφαιριστές του, που συχνά εξαντλούνταν κατά τη διάρκεια των ασκήσεων.

«Οι προπονήσεις του ήταν οι πιο δύσκολες που είχα ποτέ. Μερικές φορές κάναμε τέσσερις προπονήσεις τη μέρα. Υιοθέτησε και το ιταλικό σύστημα, να παίρνει παίκτες για μία συγκεκριμένη χρονική περίοδο και να συγκεντρώνονται στο προπονητικό κέντρο πριν από ένα μεγάλο παιχνίδι. Αρχίζαμε να δουλεύουμε το πρωί και συνεχίζαμε μέχρι το βράδυ”, θυμάται ο σπουδαίος Πιτ Κάιζερ, που «έφυγε” προ μηνών από τη ζωή.

Ο Κρόιφ που… ανακαλύφθηκε από τύχη

Το οικοδόμημα του Μίχελς είχε κι ένα γερό θεμέλιο, ένα ψηλόλιγνο νεαρό, με αέρινο στιλ, ο οποίος έμοιαζε να πλέει στον αέρα καθώς έτρεχε και να μην πατάει στο γρασίδι. Το όνομά του ήταν Γιόχαν Κρόιφ, ανακάλυψη του πρώην συμπαίκτη, φίλου και πιστού συνεργάτη του Μίχελς τη δεκαετία του ’60 στον Άγιαξ, Γιάνι φαν ντερ Φέεν.

Ο Φαν ντερ Φέεν, μέσος της ομάδας τη δεκαετία του ’40, ο οποίος εγκατέλειψε κι αυτός τη δράση λόγω τραυματισμού, αγωνίστηκε σε όλα τα παιχνίδια του πρωταθλήματος του 1947 και έπαιξε στον τελευταίο αγώνα του στις 24 Οκτωβρίου 1948. Εννέα χρόνια αργότερα, ως γυμναστής στον Άγιαξ πλέον, κοιτούσε έξω από το παράθυρό του στους δρόμους του Μπέτοντορπ μία παρέα παιδιών που συνήθιζε να παίζει μπάλα. Για ακόμα μία φορά, ένας πιτσιρικάς 10 ετών τα έβαζε με μεγαλύτερους και τους κέρδιζε κατά κράτος.

Δεν έχασε άλλον χρόνο και τον Απρίλιο του 1957 πήρε τον μικρό από το χέρι και τον πήγε στον Άγιαξ, όπου παρέκαμψε τις τυπικές διαδικασίες με τα δοκιμαστικά, αφού ήταν σίγουρος για το ταλέντο του. Στον «Αίαντα” τον δέχθηκαν και τότε άρχισε μία ιδιαίτερη σχέση μεταξύ των δύο. «Όταν ήμουν στις ακαδημίες του Άγιαξ σε ηλικία 12 ετών, ο Γιάνι φαν ντερ Φέεν με προπονούσε όχι μόνο στο ποδόσφαιρο, αλλά και στις αξίες και τους κανόνες της ζωής. Ήταν το πρώτο άτομο στον Άγιαξ που μου έμαθε πάντοτε να επιλέγω έναν συγκεκριμένο δρόμο και να τον ακολουθώ. Ήταν το τέλειο παράδειγμα του πώς η ζωή στον Άγιαξ παρείχε την εκπαίδευση που δεν θα λάμβανα στο σχολείο”, θυμόταν ο Κρόιφ στην αυτοβιογραφία του.

Ρίνους Μίχελς – Γιόχαν Κρόιφ

Ο Φαν ντερ Φέεν και οι υπόλοιποι τεχνικοί των ακαδημιών του Άγιαξ της εποχής είχαν σαφή εντολή να δώσουν στα παιδιά χρόνο με την μπάλα, είτε στις προπονήσεις είτε κι εκτός αυτών. Να τη συνηθίσουν, να τη μάθουν, να την δαμάσουν. Το αποτέλεσμα άρχισε να διαφαίνεται πολύ γρήγορα.

Ο Μίχελς είχε στη διάθεσή του το «όπλο” του εφαρμοσμένου Total Football, τις έννοιες του οποίου τελειοποίησε, ενώ είχε την τύχη να τις υιοθετήσει μία εξαιρετική «φουρνιά” παικτών που βρισκόταν ήδη στην ομάδα (έχοντας φροντίσει να κρατήσει τους παίκτες που μπορούσαν να αφομοιώσουν τις ιδέες του και να διώξει όσους δεν ήταν ικανοί γι’ αυτό) και άλλη μία που ερχόταν από πίσω. Χρησιμοποίησε έναν σχηματισμό 4-2-4, ωστόσο οι εντολές στους νεαρούς ποδοσφαιριστές του με τα «φρέσκα πόδια” και με την απόλυτη πειθαρχία και υπακοή προς εκείνον (όπως απαιτούσε, ειδάλλως έδειχνε την πόρτα της εξόδου) μετέτρεπαν τη διάταξη σε διάφορα συστήματα. Οι ακραίοι μπακ γίνονταν εξτρέμ, οι εξτρέμ επιθετικοί, οι επιθετικοί υποχωρούσαν και γίνονταν μέσοι και φυσικά όλα άρχιζαν από τον τερματοφύλακα που γινόταν λίμπερο.

Σε αυτήν την πρώτη εποχή του Μίχελς στον σύλλογο, ο Κρόιφ πήρε την μπαγκέτα του ηγέτη στην επίθεση παρότι έφηβος, ο «κύριος Άγιαξ” (έχει τα περισσότερα παιχνίδια στην ιστορία του συλλόγου) Σιάκ Σβαρτ συνέχισε τις προσπάθειές του από δεξιά, ο Κάιζερ έγινε το δίδυμό του από την άλλη πτέρυγα και ο πιο έμπειρος παίκτης αυτού του ρόστερ, ο Χενκ Γκρουτ, καταλάμβανε θέση στο κέντρο. Δεξιά στην άμυνα υπήρχε ο Βιμ Σούρμπιερ, επίσης προϊόν της ακαδημίας, και στα στόπερ ο (προπονητής του ΠΑΣ Γιάννινα για ένα «φεγγάρι” το 1991) Μπάρι Χούλσχοφ. Το καλοκαίρι του 1966 ο Μίχελς αγόρασε τον ηγέτη της άμυνας της Παρτιζάν, που είχε φτάσει στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών προ μηνών, Βέλιμπορ Βάσοβιτς, ο οποίος αργότερα πήρε και το περιβραχιόνιο του Άγιαξ.

Οι πρώτοι εγχώριοι τίτλοι ήταν θεαματικοί

Στην πρώτη πλήρη χρονιά του στον σύλλογο, το 1965-1966, ο Μίχελς στέφθηκε πρωταθλητής Ολλανδίας, με 15 νίκες παραπάνω (σε 30 αγώνες) σε σχέση με την προηγούμενη σεζόν, όταν η ομάδα «φλέρταρε” με τον υποβιβασμό κι εν τέλει τερμάτισε 13η. Πρώτος σκόρερ με 16 γκολ ο Κρόιφ, μόλις στη δεύτερη σεζόν του σε τέτοιο επίπεδο.

Τη νέα χρονιά, ο Άγιαξ επέστρεψε στο Κύπελλο Πρωταθλητριών. Η προσθήκη μιας τόσο σημαντικής διοργάνωσης στο καλεντάρι (με τις ομάδες τις Eredivisie να αυξάνονται σε 18), δεν επηρέασε την πορεία του στο πρωτάθλημα, όπου κατέκτησε ξανά τον τίτλο, με 26 νίκες, σημειώνοντας 122 τέρματα (παραμένει εθνικό ρεκόρ, ο Κρόιφ είχε 33 εξ αυτών) κι έχοντας διαφορά τερμάτων +88! Η αρμάδα του Μίχελς κατέκτησε και το KNVB Cup, ωστόσο η πιο σημαντική στιγμή της σεζόν σημειώθηκε στην Ευρώπη.

Αφού απέκλεισε την Μπεσίκτας με δύο νίκες στον 1ο γύρο, τον Δεκέμβριο του 1966 υποδέχθηκε τη Λίβερπουλ στο Ολυμπιακό Στάδιο του Άμστερνταμ που χρησιμοποιούσε στην Ευρώπη (το «Ντε Μέερ” δεν ικανοποιούσε τη ζήτηση εισιτηρίων). Η πρωταθλήτρια Αγγλίας του Μπιλ Σάνκλι γνώρισε μία από τις πιο ταπεινωτικές ήττες στην ευρωπαϊκή ιστορία της, αφού έχασε με 5-1 (4-0 ημίχρονο), σε ένα παιχνίδι που έμεινε γνωστό ως «De Mistwedstrijd”, λόγω της πυκνής ομίχλης που είχε σκεπάσει το γήπεδο.

Οι συνθήκες ήταν τόσο κακές που ο Σάνκλι και ο τότε βοηθός του Μπομπ Πέισλι μπήκαν στο γήπεδο για να δώσουν οδηγίες και δεν τους αντιλήφθηκε κανείς, ενώ στα τελευταία λεπτά του 1ου μέρους ο Σβαρτ άκουσε ένα σφύριγμα του διαιτητή και θεωρώντας ότι ήταν η λήξη του ημιχρόνου, άρχισε να αποχωρεί για τα αποδυτήρια. Ένας σεκιούριτι τον ενημέρωσε ότι δεν είχε τελειώσει το ημίχρονο και μόλις επέστρεψε εντός των τεσσάρων γραμμών του γηπέδου, πήρε την μπάλα, έβγαλε μια σέντρα και ο Κλάας Νούνινχα έκανε το 4-0.

Ο Άγιαξ πέταξε έξω ένα από τα φαβορί για την κατάκτηση του τροπαίου μετά από το 2-2 στο «Άνφιλντ”, αλλά στα προημιτελικά, η Ντούκλα Πράγας κατάφερε να σταματήσει τους Ολλανδούς. Μετά από το 1-1 στο Άμστερνταμ, όλα έδειχναν παράταση στη ρεβάνς, μέχρι που στο 65′ ο Σβαρτ άνοιξε το σκορ. Ο Στάνισλαβ Στρουντς με πέναλτι στο 72′ ισοφάρισε και στο 87′ με αυτογκόλ ο Φριτς Σούτεκοου υπέγραψε το… τέλος του από τον Άγιαξ.

Η επόμενη χρονιά βρήκε τον Άγιαξ ξανά πρωταθλητή Ολλανδίας, για τρίτη σερί σεζόν, ξανά πρώτο σκόρερ τον Κρόιφ (25 γκολ) και ξανά τον Μίχελς να προσπαθεί να κατακτήσει την ευρωπαϊκή κορυφή. Αυτήν τη φορά, τα όνειρα συνετρίβησαν πολύ νωρίς, αφού μόλις στον 1ο γύρο, η κληρωτίδα έφερε τον Άγιαξ αντιμέτωπο με τη Ρεάλ Μαδρίτης. Μπορεί οι Ισπανοί να μην είχαν πλέον στο ρόστερ τους τα μεγαθήρια των προηγουμένων ετών, ωστόσο παίκτες όπως οι Αμάνθιο, Πίρι και Μανουέλ Σαντσίς, τους έχριζαν φαβορί του ζευγαριού. Ο Κρόιφ έδωσε προβάδισμα στους Ολλανδούς στο πρώτο παιχνίδι, ο Πίρι ισοφάρισε στο 36′ στο τελικό 1-1 και στη ρεβάνς της Μαδρίτης, οι δύο ομάδες έλυσαν τις διαφορές τους στην παράταση, μετά από (και πάλι) κοντινά τέρματα, των Χέντο (58′) και Γκρουτ (69′). Ο Χοσέ Λουίς Βελόσο ήταν η διαφορά των γηπεδούχων, που έφτασαν μέχρι τα ημιτελικά, αλλά αποκλείστηκαν από τη… Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ του Ματ Μπάσμπι.

Το πρώτο μεγάλο «χαστούκι”

Η κατάκτηση του τίτλου το 1968 έδινε την ευκαιρία στον Άγιαξ να αγωνιστεί ξανά στο Κύπελλο Πρωταθλητριών. Για τρίτη και τελευταία χρονιά σερί, αφού στο πρωτάθλημα δεν κατάφερε να τερματίσει ξανά πάνω από την σπουδαία Φέγενορντ της εποχής, η οποία υιοθετούσε κι αυτή ψήγματα από το Total Football του Άγιαξ. Πρώτος αντίπαλος για τον «Αίαντα”, η Νυρεμβέργη, την οποία συντρίβει με 4-0 στη ρεβάνς του Άμστερνταμ και προκρίνεται.

1968: Φαν Ντούιβενμποντε, Κρόιφ, Ντάνιελσον και Κάιζερ διασκεδάζουν σε νυχτερινό κέντρο της Κωνσταντινούπολης

Στον 2ο γύρο έκανε δύο νίκες με 2-0 επί της Φενέρμπαχτσε και προχώρησε στα προημιτελικά, όπου βρήκε το πρώτο σοβαρό εμπόδιο, την Μπενφίκα. Παρότι γηρασμένοι, οι Λουζιτανοί έκαναν τη μεγάλη έκπληξη κι επικράτησαν με 3-1 στο Άμστερνταμ. Μία εβδομάδα αργότερα, όμως, οι Ολλανδοί ανασυντάχθηκαν και στο 32′ της ρεβάνς είχαν πάρει ήδη προβάδισμα με 3-0. Το τέρμα του Αουγκούστο Τόρες στη συνέχεια έστειλε το ζευγάρι σε τρίτο παιχνίδι, που διεξήχθη στο Παρίσι. Στα πρώτα 90 λεπτά δεν υπήρξε σκορ, ωστόσο τα νιάτα των Ολλανδών έκαναν τη διαφορά, αφού στην παράταση έφτασαν στη νίκη με 3-0.

Επόμενος αντίπαλος, η πρωταθλήτρια Τσεχοσλοβακίας, όπως την προηγούμενη φορά που έφτασε τόσο μακριά και αποκλείστηκε, προ δύο ετών. Μόνο που αντί για την Ντούκλα, απέναντί του ήταν η Σπάρτακ Τρνάβα, η οποία στα προημιτελικά είχε αποκλείσει την ΑΕΚ με συνολικό σκορ 3-2. Ο Άγιαξ έφτασε σε εύκολη νίκη με 3-0 στο πρώτο παιχνίδι, με τους παίκτες της επιθετικής τριπλέτας, Κρόιφ, Σβαρτ και Κάιζερ, να πετυχαίνουν από ένα γκολ. Στη ρεβάνς, όμως, δύο γκολ του Λάντισλαβ Κούνα στο 27′ και το 49′ προκάλεσαν ανησυχία στο «στρατόπεδο” του «Αίαντα”, που άντεξε μέχρι τέλους και πήρε την πρόκριση στον τελικό του «Σαντιάγο Μπερναμπέου”.

Η Μίλαν ήταν μία έμπειρη ομάδα που στηριζόταν στη στιβαρή αμυντική λειτουργία και στις εμπνεύσεις του κορυφαίου δεκαριού στην ιστορία της Ιταλίας, του Τζιάνι Ριβέρα. Προερχόταν από την κατάκτηση του πρωταθλήματος Ιταλίας και του Κυπέλλου Κυπελλούχων την προηγούμενη σεζόν και στον πάγκο της είχε ξανά τον Νερέο Ρόκο που την είχε οδηγήσει στην κατάκτηση του πρώτου Κυπέλλου Πρωταθλητριών στην ιστορία της, το 1963. Στον προηγούμενο γύρο, δε, απέκλεισε την πρωταθλήτρια Ευρώπης Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ.

Οι «ροσονέρι” δεν παγιδεύτηκαν στις τακτικές αλχημείες του Μίχελς και πήραν γρήγορο προβάδισμα με τον Πιερίνο Πράτι στο 7′. Ο ίδιος παίκτης έκανε το 2-0 στο 40′ και παρά τη μείωση με πέναλτι του Βάσοβιτς στο 60′, οι Ιταλοί έφτασαν σε μία άνετη νίκη. Ο Άνζελο Σορμάνι έκανε το 3-1 στο 67′ κι ο Πράτι σημείωσε χατ τρικ στο 75′.

https://www.youtube.com/watch?v=VhnY3R807uA

Επέστρεψε με την «Gloria Ajax”

Η μεγάλη ευκαιρία του Άγιαξ χάθηκε, αλλά ο Μίχελς δεν το έβαλε κάτω. Μετά από τρεις σερί σεζόν δεν αγωνίστηκε στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, όμως αξιοποίησε την ευκαιρία για ανασύνταξη. Στο ρόστερ προστέθηκε ο πρώτος σκόρερ της προηγούμενης σεζόν στην Eredivisie, Ντικ φαν Ντάικ, ο Χέρι Μίρεν και ο Νίκο Ράιντερς, ενώ μετά από μία χρονιά στον πάγκο, ο Ρουντ Κρολ έγινε βασικός στη δεύτερη σεζόν του ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Οι Νούνινχα, Ίνγκε Ντάνιελσον και Τέο φαν Ντούιφενμποντε πουλήθηκαν σε άλλες ομάδες, ενώ ο Γκρουτ αποσύρθηκε λόγω τραυματισμού του σε αγώνα της Ολλανδίας με την Πολωνία.

Στο πρωτάθλημα του 1969-1970, ο Άγιαξ σημείωσε 27 νίκες και 100 γκολ και κατάφερε να υποσκελίσει ξανά τη Φέγενορντ, αν και η ομάδα του Ρότερνταμ έμεινε πιο ευχαριστημένη στο φινάλε της σεζόν, αφού έγινε η πρώτη ολλανδική ομάδα που στεφόταν πρωταθλήτρια Ευρώπης. Τη νέα χρονιά, ο «Αίαντας” επέστρεψε στο Κύπελλο Πρωταθλητριών και για ένα μεγάλο μέρος της σεζόν, έμοιαζε να οδεύει προς το τρεμπλ, κάτι που είχε πετύχει μόνο η Σέλτικ το 1967. Εν τέλει τερμάτισε 2ος στο πρωτάθλημα, κατέκτησε το κύπελλο και στην Ευρώπη απέκλεισε κατά σειρά Νέντορι, Βασιλεία, Σέλτικ και Ατλέτικο Μαδρίτης, φτάνοντας στον τελικό του «Γουέμπλεϊ”.

Στις 2 Ιουνίου 1971, μπροστά σε 83.000 θεατές, ο Άγιαξ αντιμετώπισε τον Παναθηναϊκό και μόλις στο 2ο λεπτό ο Φαν Ντάικ έκανε το 1-0, ανοίγοντας τον δρόμο της επιτυχίας για τους Ολλανδούς. Η ομάδα του Μίχελς και του Κρόιφ θα σημειώσει ακόμα ένα γκολ με σουτ του Άρι Χάαν που κόντραρε στον Άνθιμο Καψή και θα φτάσει στη νίκη με 2-0 και στο πολυπόθητο τρόπαιο. Μετά από τρεις τελικούς, ο Βάσοβιτς θα σηκώσει την κούπα, έστω κι αν αυτό σήμαινε το «κύκνειο άσμα” του ως παίκτης.

Η πιο σημαντική αποχώρηση, φυσικά, ήταν εκείνη του Μίχελς, ο οποίος δοκίμασε τις δυνατότητές του στην Μπαρτσελόνα. Ο Στέφαν Κόβατς που τον διαδέχθηκε, κατάφερε να διατηρήσει εν πολλοίς το στιλ της ομάδας και να συνεχίσει την ανανέωση του ρόστερ. Οι «12 απόστολοι”, όπως έμειναν γνωστοί οι παίκτες που συνήθιζαν να βρίσκονται στη βασική ενδεκάδα (Χάιντς Στούι, Βιμ Σούρμπιερ, Μπάρι Χούλσχοφ, Χορστ Μπλάνκενμπουργκ, Ρουντ Κρολ, Άρι Χάαν, Γιόχαν Νέεσκενς, Χέρι Μίρεν, Σιάκ Σβαρτ, Γιόχαν Κρόιφ, Πιτ Κάιζερ και ο δωδέκατος παίκτης, ο Ρουντ Σούρεντονκ μέχρι το 1972 και μετά ο Τζόνι Ρεπ), κατέκτησαν τα επόμενα δύο Κύπελλα Πρωταθλητριών (το δεύτερο επικρατώντας κατά σειρά των Μπάγερν, Ρεάλ, Γιουβέντους), τα επόμενα δύο πρωταθλήματα, το κύπελλο του 1972 (τρεμπλ), καθώς και το Διηπειρωτικό του 1973.

Αυτή ήταν και η τελευταία σεζόν της εποχής «Gloria Ajax”, καθώς το καλοκαίρι του 1973 αποχώρησε τόσο ο Κόβατς (κάθισε στον πάγκο του Παναθηναϊκού οκτώ χρόνια αργότερα) όσο και ο Κρόιφ, που τσακωμένος με διοίκηση και συμπαίκτες, αποδέχθηκε το κάλεσμα του Μίχελς στην Μπαρτσελόνα, παίζοντας για ακόμα μία φορά καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του μελλοντικού ποδοσφαιρικού γίγνεσθαι.

 

Διαβάστε ακόμη:

Το match programme ενός αγώνα που αναβλήθηκε…

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...