Ολλανδία 1974-1978: Η καλύτερη ομάδα που δεν κέρδισε τίποτα

Οκτώβριος 1969. Η Ολλανδία μένει στο 1-1 με αντίπαλο τη Βουλγαρία και αποκλείεται στην προκριματική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου στο Μεξικό. Η τελευταία εμφάνισή της στην κορυφαία ποδοσφαιρική διοργάνωση παραμείνει η προπολεμική του 1938.

Fast forward εννέα χρόνια μετά και το φιλοθεάμον κοινό ακόμα δεν έχει καταλάβει πώς αυτή η εθνική ομάδα δεν έχει κατακτήσει τα Μουντιάλ του 1974 και του 1978. Τι άλλαξε από εκείνον τον αγώνα στο Ρότερνταμ;

Όχι πολλά σε πρόσωπα, αφού οι Βιμ Σουρμπίρ, Ρίνους Ίσραελ, Γιαν φαν Μπέφερεν, Βίλεμ φαν Χάνεχεμ, Βιμ Γιάνσεν, Ρομπ Ρένσενμπρινκ και φυσικά Γιόχαν Κρόιφ συνέχισαν στην εθνική ομάδα και τα επόμενα χρόνια. Κι όμως, αν υπάρχει ένα σημείο – τομή στην ιστορία του ολλανδικού ποδοσφαίρου, αυτό είναι η δεκαετία του ’70 και εκείνη η ομάδα που άλλαξε τα πάντα, η -για πολλούς- καλύτερη ομάδα που δεν κέρδισε τίποτα.

Φέγενορντ και Άγιαξ κατέκτησαν την Ευρώπη

Τη δεκαετία του ’60, η Ολλανδία αποτελούσε ένα κράτος σε μεταβατικό στάδιο. Πολυπολιτισμική, χώρα πειραματισμού, παράδεισος καλλιτεχνών και ελεύθερης έκφρασης, με επίκεντρο το Άμστερνταμ. Μέσα σε αυτό το κλίμα γενικότερης ευφορίας, γαλουχήθηκε ποδοσφαιρικά και μία γενιά που θα άφηνε παρακαταθήκη δεκαετιών στο παγκόσμιο στερέωμα.

Τα πρώτα δείγματα τα έδωσε ο Άγιαξ τη σεζόν 1966-1967, όταν με τον 19χρονο Κρόιφ στη σύνθεσή του και τον Ρίνους Μίχελς στον πάγκο του, έδωσε «ηχηρό χαστούκι» στην… πρωταθλήτρια της πρωταθλήτριας κόσμου. Η Λίβερπουλ είχε κατακτήσει τον τίτλο της First Division της σεζόν 1965-1966, μιας χρονιάς που έληξε με την Αγγλία νικήτρια στο Μουντιάλ που διοργάνωσε.

Οι πάντοτε αλαζόνες Άγγλοι δεν μπορούσαν να διανοηθούν ότι μία ομάδα που πρόφεραν «Έιγιαξ», με τρεις συμμετοχές και μόλις μία πρόκριση σε κάποια μεγάλη ευρωπαϊκή διοργάνωση μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο, θα αποτελούσε σημαντικό αντίπαλο στη φάση των 16 του Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Ακόμα και μετά από τη συντριβή με 5-1 στο Άμστερνταμ, ο Μπιλ Σάνκλι δήλωνε ότι οι «κόκκινοι» θα μπορούσαν να κάνουν την ανατροπή, μέχρι το τελικό 2-2 του «Άνφιλντ» να τον αποστομώσει. Τρία χρόνια αργότερα, αυτή η ομάδα μεγάλωσε, ωρίμασε και έφτασε μέχρι τον τελικό της διοργάνωσης, όπου λύγισε με 4-1 απέναντι στη Μίλαν.

Τα θέματα του Sport-Retro.gr για το Παγκόσμιο Κύπελλο

Εν τέλει, την ολλανδική διασυλλογική κούρσα προς την κορυφή κέρδισε η Φέγενορντ, η μεγάλη αντίπαλος του Άγιαξ, η οποία την επόμενη σεζόν απέκλεισε μεταξύ άλλων τους «ροσονέρι» και στον τελικό επικράτησε με 2-1 της Σέλτικ, πανηγυρίζοντας το πρώτο διεθνές τρόπαιο για τη χώρα.

Ο «Αίαντας» δεν έμεινε με σταυρωμένα χέρια και όταν ο Μίχελς άρχισε να τελειοποιεί το Totaalvoetbal, που εφαρμόστηκε αρχικά από τον Βικ Μπάκιγχαμ τη δεκαετία του ’60, τα αποτελέσματα ήταν μαγικά. Τρεις σερί κατακτήσεις του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, μία ομάδα που είτε με τον Κρόιφ στην κεφαλή είτε χωρίς τον «ιπτάμενο Ολλανδό», είτε με τον Μίχελς στην άκρη του πάγκου είτε με τον Στέφαν Κόβατς, παρέδιδε μαθήματα σύγχρονου ποδοσφαίρου.

Όταν έπεσε η «αυτοκρατορία» του Άγιαξ, με τον Κρόιφ να ακολουθεί τον Μίχελς στην Μπαρτσελόνα (και να της δίνουν το πρωτάθλημα του 1974, το πρώτο μετά από 14 χρόνια), η Φέγενορντ συνέχισε να κρατάει ψηλά τη σημαία της Ολλανδίας, αφού το τέλος της σεζόν 1973-1974, εκτός από εγχώρια πρωταθλήτρια, τη βρήκε νικήτρια του Κυπέλλου UEFA.

Προκρίθηκε λόγω… διαιτησίας

Αυτοί οι σύλλογοι τροφοδοτούσαν κατά κύριο λόγο τα ρόστερ της εθνικής Ολλανδίας, τα οποία αποτύγχαναν επί μονίμου βάσης τα προηγούμενα χρόνια. Μετά από τον αποκλεισμό στα προκριματικά του Μουντιάλ 1970, ο ομοσπονδιακός τεχνικός Γκέοργκ Κέσλερ έδωσε τη θέση του στον Τσέχο Φράντισεκ Φάντρονκ (τον μετέπειτα προπονητή της ΑΕΚ), ο οποίος καθοδήγησε τους «οράνιε» στα προκριματικά του Euro 1972. Η Γιουγκοσλαβία τερμάτισε στην 1η θέση του 7ου ομίλου, η Ολλανδία στη 2η σε ισοβαθμία με την Ανατολική Γερμανία κι έτσι ακόμα ένα τουρνουά διεξήχθη δίχως τους παίκτες που κυριαρχούσαν στη «γηραιά ήπειρο» σε διασυλλογικό επίπεδο.

Ο Φάντρονκ στηρίχθηκε και παρέμεινε για την προκριματική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1974, το οποίο είχε ιδιαίτερη σημασία για τους Ολλανδούς, αφού θα διεξαγόταν στην έδρα των ιστορικών εχθρών τους, των Γερμανών. Στον 3ο όμιλο, Νορβηγία και Ισλανδία έπαιξαν ρόλο «σάκου του μποξ», με συνέπεια η πρόκριση να αποτελέσει ζήτημα… Κάτω Χωρών. Ολλανδία και Βέλγιο τερμάτισαν τον όμιλο με τέσσερις νίκες και δύο ισοπαλίες 0-0 στα μεταξύ τους παιχνίδια. Η δεύτερη εξ αυτών, στο Άμστερνταμ, ήταν ο τελευταίος αγώνα του ομίλου κι έτσι απέκτησε υπόσταση τελικού.

Οι Βέλγοι, που δεν είχαν δεχθεί γκολ μέχρι τότε, τελικά έβγαλαν όλη την προκριματική φάση χωρίς ήττα και με μηδέν παθητικό. Αποκλείστηκαν, όμως, αφού το τέρμα του Λέον Σέμελινγκ σε αυτόν τον «τελικό» ακυρώθηκε λανθασμένα ως οφσάιντ. Οι Ολλανδοί κράτησαν το 0-0 και με 24-2 τέρματα έναντι 12-0 του Βελγίου, πήραν την πολυπόθητη πρόκριση για την τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Τον «καπέλωσε» ο Μίχελς

Η ολλανδική ομοσπονδία «θορυβήθηκε» από την κακή απόδοση της Ολλανδίας στα μοναδικά κρίσιμα παιχνίδια στα προκριματικά, αυτά κόντρα στο Βέλγιο. Έκρινε ότι ο Φάντρονκ δεν επαρκούσε για μία τόσο σημαντική αποστολή, την ανάδειξη του ολλανδικού ποδοσφαίρου και μέσω της εθνικής ομάδας, γι’ αυτό προσκάλεσε τον άνθρωπο που ξεχώρισε στον ίδιο ρόλο σε διασυλλογικό επίπεδο.

Με το τέλος των προκριματικών, ο Φάντρονκ παρέμεινε «bondscoach» της ομάδας, αλλά ο ρόλος του «επιβλέποντος» (supervisor) ανατέθηκε στον Μίχελς. Ο τεχνικός της Μπαρτσελόνα ουσιαστικά είχε τον πρώτο λόγο σε οποιαδήποτε προπονητική απόφαση, με τον Φάντρονκ να λειτουργεί περισσότερο ως βοηθός του, έστω κι αν στα χαρτιά ήταν ο πρώτος προπονητής.

Ο Μίχελς, ένας προπονητής που λάτρευε την πειθαρχία και που ήταν εμμονικός με την καλή φυσική κατάσταση, είχε καταφέρει να συνδυάσει τα προηγούμενα χρόνια αυτά τα γνωρίσματά του με το αστείρευτο ταλέντο των παικτών του Άγιαξ. Τώρα είχε την ευκαιρία να το κάνει προσθέτοντας στο μείγμα την απαράμιλλη ικανότητα των παικτών της Φέγενορντ, πάντοτε με τη δική του συνταγή.

Για να το πετύχει αυτό, πειραματίστηκε στα φιλικά προετοιμασίας, όχι πάντοτε με θετικά αποτελέσματα. Το 1-1 με την Αυστρία στο Ρότερνταμ τον Μάρτιο του 1974 αποδείχθηκε φιάσκο, αφού οι ποδοσφαιριστές που δεν είχαν συνεργαστεί μαζί του στο παρελθόν, δυσκολεύτηκαν να υιοθετήσουν άμεσα τις ιδέες του «ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου».

Δύο μήνες αργότερα, η εικόνα βελτιώθηκε σε φιλικό απέναντι στην Αργεντινή, η οποία ακόμα βρισκόταν σε μεταβατικό στάδιο. Η νίκη με 4-1 συνοδεύτηκε από καλή εμφάνιση, στα μέτρα του Μίχελς, και από τη 2η διεθνή συμμετοχή του τερματοφύλακα του Άμστερνταμ, Γιαν Γιόνγκμπλουντ, με την πρώτη να σημειώνεται το μακρινό 1962!

Καθαίρεσε τον βασικό τερματοφύλακα

Για τον Μίχελς, μόνο παράξενη δεν ήταν αυτή η εξέλιξη, έστω κι αν δεν του είπε ποτέ ότι τον προόριζε για βασικό τερματοφύλακα και τον Πιτ Σχράιφερς της Τβέντε για αναπληρωματικό. Μάλιστα, όταν η αποστολή αναχώρησε για τη Δυτική Γερμανία, ο Γιόνγκμπλουντ πίστευε ότι υπολογίζεται για τρίτος τερματοφύλακας και γι’ αυτό φέρεται να πήρε μαζί του στις βαλίτσες κιτ ψαρέματος!

Τα προσόντα του Γιόνγκμπλουντ ήταν ακριβώς αυτά που ευνοούσαν το totaalvoetbal του Μίχελς, αφού περισσότερο από καλός στο να αποκρούει σουτ, ο τερματοφύλακας της Άμστερνταμ ήταν ιδανικός με την μπάλα στα πόδια και στο να αγωνίζεται ως λίμπερο. Ως εκ τούτου, ο Φαν Μπέφερεν της Αϊντχόφεν, ο οποίος αντιμετώπιζε και πρόβλημα τραυματισμού, ενώ είχε κακές σχέσεις με Μίχελς (διότι ζήτησε να παίξει μόνο ένα ημίχρονο σε ένα φιλικό μετά από την αποθεραπεία του και εξόργισε τον προπονητή του) και Κρόιφ (διότι αποκάλυψε στους συμπαίκτες του ότι κάποιοι παίκτες έπαιρναν μεγαλύτερα πριμ -οι Κρόιφ, Νέεσκενς, Φαν Χάνεχεμ και Κάιζερ), έμεινε εκτός αποστολής.

Η κίνηση ματ στο κέντρο της άμυνας

Αυτή δεν ήταν η μοναδική καινοτομία όσον αφορά στα πρόσωπα. Μάλιστα, μία εξ αυτών, ίσως η πιο κομβική όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, προκλήθηκε από τα προβλήματα τραυματισμών του λίμπερο της Ντεν Χάαχ, Άαντ Μάνσφελντ και του αμυντικού του Άγιαξ Μπάρι Χούλσχοφ, καθώς και την αποχώρηση από την εθνική ομάδα του αμυντικού της Τβέντε Έπι Ντροστ.

Στο τελευταίο φιλικό πριν από το Μουντιάλ, με αντίπαλο τη Ρουμανία στο Ρότερνταμ, ο Μίχελς έκανε πράξη μία πολύ ιδιαίτερη σκέψη του. Μετέφερε στο κέντρο της άμυνας έναν σκληροτράχηλο μέσο του Άγιαξ, τον Άρι Χάαν, και δίπλα του έβαλε έναν δεξιό μπακ της Φέγενορντ, ως αλλαγή στο ημίχρονο κάνοντας ντεμπούτο, τον Βιμ Ράισμπερχεν.

Ο συνδυασμός τους προσέφερε ένα κέντρο άμυνας με δύο κινητικούς παίκτες, δυνατούς με την μπάλα στα πόδια, ικανούς να ανεβαίνουν στο γήπεδο και να πιέζουν για ανάκτηση κατοχής, αλλά και να αλλάζουν θέση με συμπαίκτες του, συνθήκη απαραίτητη για το totaalvoetbal. Μάλιστα, οι δυο τους κατάφεραν να «δέσουν» τόσο που μετά από την απουσία του Ίσραελ στην πρεμιέρα του Μουντιάλ λόγω πένθους, ο αμυντικός της Φέγενορντ και βασικός τα προηγούμενα χρόνια, περιορίστηκε σε υποστηρικτικό ρόλο.

Στα άκρα της άμυνας, ο Σουρμπίρ με τον Ρουντ Κρολ είχαν πάντοτε ένα μεγάλο προβάδισμα έναντι του ανταγωνισμού. Ψηλός, δυνατός, καλός στις μεταβιβάσεις και στις σέντρες και με τα δύο πόδια ο πρώτος, συνδύαζε δύναμη με ταχύτητα ως αριστερός μπακ ή εξτρέμ ο δεύτερος.

Έξω ο Κάιζερ, μέσα ο Ρένσενμπρινκ

Στη μεσαία γραμμή, ο Μίχελς είχε δύο τριπλέτες από Άγιαξ και Φέγενορντ για να αναμίξει. Γιόχαν Νέεσκενς, Χάαν και Χέρι Μίρεν από την πλευρά του Άγιαξ, Τέο ντε Γιονγκ, Γιάνσεν, Φαν Χάνεχεμ από την πλευρά της Φέγενορντ. Με τον Χάαν να μετατοπίζεται στην άμυνα και τον Μίρεν απών λόγω ασθένειας του γιου του, ο μοναδικός που «κόπηκε» από το βασικό σχήμα ήταν ο Ντε Γιονγκ, ο οποίος έκανε περιστασιακές εμφανίσεις ως αλλαγή.

Ο Νέεσκενς τοποθετήθηκε στην «καρδιά» του 4-3-3 έχοντας ρόλο box-to-box, ο Γιάνσεν στα δεξιά με σαφείς αμυντικούς προσανατολισμούς κι ο Φαν Χάνεχεμ πήρε τη θέση του Μίρεν στα αριστερά, περισσότερο ως οργανωτής.

Στην επίθεση, η παρουσία του Κρόιφ στον άξονα ήταν αδιαπραγμάτευτη, αφού γύρω του θα στηνόταν ολόκληρη η ομάδα, όπως συνέβη με τον εκπληκτικό Άγιαξ της εποχής. Δεξιά, ο Τζόνι Ρεπ είχε κάνει τα πρώτα βήματά του σε αυτό το επίπεδο δύο χρόνια νωρίτερα και ο Μίχελς εμπιστεύτηκε την εκτελεστική δεινότητά του, παίζοντας δεξιά. Στα αριστερά, πήρε ίσως την πρώτη «πολιτική» απόφαση, αφού «έκοψε» τον Πιτ Κάιζερ για χάρη του Ρένσενμπρινκ, που τα προηγούμενα χρόνια ήταν παραγκωνισμένος, παρότι τα πήγαινε εξαιρετικά στο Βέλγιο.

Ο Ρένσενμπρινκ, καθ’ ομολογία του μισούσε τις τακτικές και ίσως ήταν ο μοναδικός ποδοσφαιριστής που δεν αφομοίωσε τόσο καλά τις επιταγές του totaalvoetbal, όμως η αδιάκοπη δουλειά του από αριστερά και το παιχνίδι που έστηνε γύρω του, τον καθιστούσαν πολύ χρήσιμο για το σύστημα.

Η παράξενη αρίθμηση στις φανέλες

Η διαφορετικότητα της εθνικής Ολλανδίας από τις υπόλοιπες 16 ομάδες που βρέθηκαν στη Δυτική Γερμανία για το Παγκόσμιο Κύπελλο είχε πολλαπλή έκφραση. Μία εξ αυτών ήταν και τα νούμερα στις φανέλες κάθε παίκτη, που ξεχώριζαν από την καθιερωμένη πρακτική που σχετίζεται με τις θέσεις.

Το νούμερο 1 ήταν ο αναπληρωματικός επιθετικός Ρουντ Χέιλς, το νούμερο 8 ήταν ο Γιόνγκμπλουντ, το νούμερο 13 ήταν ο Νέεσκενς, το νούμερο 20 ήταν ο Σουρμπίρ. Όλα αυτά έβγαζαν λογική αν οι παίκτες τοποθετούνταν σε σειρά με βάση το πρώτο γράμμα του επιθέτου τους! Η Ολλανδία έγινε η πρώτη ομάδα στην ιστορία που αρίθμησε τις φανέλες της με αλφαβητική σειρά.

Σχεδόν αλφαβητική σειρά, αφού ο Κρόιφ, δικαιωματικά κάτοχος του νούμερο 1 από κάθε άποψη, πήρε το νούμερο που φορούσε στον Άγιαξ και στην Ολλανδία όλα αυτά τα χρόνια, αλλά που δεν του επέτρεψαν οι ισπανικές αρχές να φοράει στην Μπαρτσελόνα, το νούμερο 14.

Αρχηγός από… σπόντα ο Κρόιφ

Εξάλλου, ο Κρόιφ είχε τον πρώτο λόγο καθότι ήταν και αρχηγός εκείνης της ομάδας. Όχι ως η προφανής επιλογή, αφού το περιβραχιόνιο πέρασε από μία μεγάλη περιπέτεια μέχρι να καταλήξει στο μπράτσο του. Ο Ίσραελ το έχασε μετά από κάποια σχόλια που έκανε, ο Φαν Χάνεχεμ το πήρε προσωρινά, αλλά το απώλεσε κι αυτός λόγω εξελίξεων στη Φέγενορντ και ο Κάιζερ, που ήταν αρχηγός του Άγιαξ, το απαρνήθηκε.

Ως εκ τούτου, το 1971 ο Κρόιφ έγινε αρχηγός της εθνικής Ολλανδίας, αξίωμα που διατήρησε τόσο τη σεζόν 1972-1973, όταν πήρε το αντίστοιχο περιβραχιόνιο και στον Άγιαξ, όσο και το 1973-1974, όταν ο Κάιζερ κέρδισε τις εκλογές κι έγινε ξανά αυτός αρχηγός στον «Αίαντα», σε μία διαδικασία που προκάλεσε και την αφορμή για την αγωνιστική διάλυση εκείνου του συλλόγου.

Το ότι ο Κρόιφ ήταν φύσει και θέσει ηγέτης εκείνης της ομάδας αποδεικνυόταν και με άλλους τρόπους. Η εμφάνιση ήταν ένας εξ αυτών, αφού την ώρα που η ολλανδική ομοσπονδία είχε συνάψει χορηγική συνεργασία με την Adidas και φορούσε εμφανίσεις με τις τρεις λωρίδες της γερμανικής εταιρίας, οι στολές του Κρόιφ είχαν μόνο δύο λωρίδες, εξαιτίας του πλουσιοπάροχου ατομικού συμβολαίου που είχε με την Puma.

Το τέλος του Κάιζερ και το «κατηγορώ»

Παρότι τρεις μέρες πριν από την έναρξη της διοργάνωσης οι παίκτες απειλούσαν με αποχή λόγω διαφωνιών που είχαν με την ομοσπονδία για τα μπόνους, όταν έφτασε η ώρα της κρίσης, έδειξαν αυτό που όλοι περίμεναν να δουν. Ένα σύνολο που μπορούσε να μπερδέψει κάθε ομάδα με τη συνεχή ροή στην κίνηση των παικτών του, τις αλλαγές θέσεις τους, το γρήγορο passing game που κοίμιζε τους αντιπάλους, τις άμεσες μεταβιβάσεις σαν «χτυπήματα κόμπρας».

Πρώτο θύμα η Ουρουγουάη, η οποία δεν θύμιζε σε τίποτα την ομάδα των ημιτελικών της προηγούμενης διοργάνωσης και δυσκολευόταν ακόμα και να βγει από το γήπεδό της. Το τελικό 2-0 (δύο γκολ ο Ρεπ) αδικεί την ομάδα του Μίχελς, που έχασε ευκαιρίες για πολλά περισσότερα τέρματα, αλλά έδειξε τα πρώτα δείγματα γραφής.

Στο 2ο παιχνίδι της 1ης φάσης ομίλων, η Ολλανδία αντιμετώπισε τη Σουηδία με τη μοναδική διαφοροποίηση στη βασική ενδεκάδα σε όλο το τουρνουά. Ο Κάιζερ προτιμήθηκε του Ρένσενμπρινκ, χωρίς να δικαιώσει τον προπονητή του, αφού δεν άλλαζε θέσεις με τη συχνότητα που θα επιθυμούσε ο Μίχελς.

Αυτό αποτέλεσε και το τελευταίο διεθνές παιχνίδι στην καριέρα του Ολλανδού επιθετικού, που σταμάτησε το ποδόσφαιρο γενικότερα τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, μετά από τσακωμό για την τακτική με τον τότε προπονητή του Άγιαξ, Χανς Κράι.

Μετά από το τέλος της καριέρας του, δεν δίστασε να εκφράσει το παράπονό του εις βάρος του Μίχελς, θεωρώντας ότι ο πολύπειρος προπονητής είχε πρόβλημα μαζί του από τις μέρες του Άγιαξ και πίστευε ότι ο Κάιζερ ασκούσε μεγάλη επιρροή στα αποδυτήρια, λόγος που οδήγησε στην αποχώρησή του για την Μπαρτσελόνα. Ομοίως, οι εκλογές για την αρχηγία του Άγιαξ το καλοκαίρι του 1973 που οδήγησαν και τον Κρόιφ στους Καταλανούς, δεν λησμονήθηκαν από τον αρχηγό της εθνικής ομάδας, με συνέπεια να προωθηθεί ο Ρένσενμπρινκ στην ιεραρχία.

Έμεινε η «Στροφή του Κρόιφ»

Ο αγώνας με τη Σουηδία θα ξεχαστεί γρήγορα, αφού ολοκληρώθηκε δίχως σκορ, έστω κι αν προσέφερε ένα από τα πιο ιστορικά highlights, τη Στροφή του Κρόιφ. Πρόκειται για τη μαγική ντρίμπλα του Ολλανδού στον δεξιό μπακ των Σκανδιναβών, Γιαν Όλσον.

Ο Κρόιφ βρισκόταν με την μπάλα στα πόδια έξω από την περιοχή και αριστερά, έχοντας πλάτη στην εστία. Κατάφερε να προσποιηθεί ότι θα σεντράρει με το δεξί, με τον Όλσον να μετατοπίζει όλο το βάρος του στο αριστερό πόδι. Ο Κρόιφ αντί για σέντρα, έφερε την μπάλα πίσω από το αριστερό πόδι που χρησιμοποιούσε για στήριξη και ταυτόχρονα έστριψε το σώμα του προς την εστία, την ώρα που ο Σουηδός αντίπαλός του έφευγε προς την αντίθετη κατεύθυνση για να ανακόψει τη… σέντρα.

Έμειναν ενωμένοι, πήραν εκδίκηση από Βουλγαρία

Την επόμενη μέρα, ο Νέεσκενς υπέγραψε συμβόλαιο με την Μπαρτσελόνα του Μίχελς. Η μεταγραφή αυτή τον κατέστησε «κόκκινο πανί» για τους μέχρι τότε συμπαίκτες του στον Άγιαξ, οι οποίοι έβλεπαν τον πρώην προπονητή τους να διαλύει σταδιακά τον «Αίαντα», παίρνοντας δύο βασικά στελέχη του, τον Κρόιφ και τον Νέεσκενς. Παρ’ όλα αυτά, ίσως για πρώτη και τελευταία φορά στην ιστορία, οι Ολλανδοί έβαλαν το καλό της χώρας και την ενότητα πάνω από όλες τις εσωτερικές προστριβές που παραδοσιακά διαλύουν την ομάδα και συνέχισαν προς τον κοινό στόχο.

Αυτός ήταν η νίκη επί της Βουλγαρίας, της ομάδας που τους είχε αποκλείσει στα προκριματικά του προηγούμενου Μουντιάλ και η οποία χρειαζόταν νίκη για να περάσει στη 2η φάση ομίλων, αποκλείοντας έτσι τους «οράνιε». Οι «δήμιοι» των Ολλανδών, Ντίμιταρ Πένεφ και Χρίστο Μπόνεφ, ήταν ακόμα στο ρόστερ, ενώ τέσσερις Βούλγαροι (Ζόνιο Βασίλεφ, Μπόζιλ Κόλεφ, Γκέοργκι Ντένεφ και Πένεφ) ανήκαν στο ρόστερ της ΤΣΣΚΑ Σόφιας, της πρώτης ομάδας που απέκλεισε τον Άγιαξ μετά από τα τρία χρόνια παντοκρατορίας στο Κύπελλο Πρωταθλητριών.

Η εκδίκηση ήρθε με δύο πέναλτι του Νέεσκενς, ένα γκολ του Ρεπ κι ένα του Ντε Γιονγκ στο τέλος που πέρασε ως αλλαγή. Η Ολλανδία νίκησε με 4-1 (αυτογκόλ ο Κρολ), πρώτευσε στο γκρουπ και η Σουηδία την ακολούθησε στη 2η φάση ομίλων.

Επίδειξη totaalvoetbal κόντρα σε Αργεντινή

Στον δρόμο της Ολλανδίας βρέθηκε ξανά η Αργεντινή, αυτήν τη φορά για αγώνα διοργάνωσης. Με τους ηγέτες του επόμενου Μουντιάλ, Μάριο Κέμπες και Ρενέ Χόουσεμαν, να κάθονται στον πάγκο λόγω μικρής ηλικίας και τον πιο ποιοτικό παίκτη της «αλμπισελέστε», Κάρλος Μπάμπινγκτον, να μένει εκτός λόγω καρτών, το αποτέλεσμα ήταν ίδιο.

Παρότι και η Αργεντινή υιοθέτησε την καινοτομία της Ολλανδίας και αρίθμησε τις φανέλες των παικτών της αλφαβητικά, δεν υπήρχε ομοιότητα σε τίποτε άλλο. Η εμφάνιση των Ολλανδών ήταν το απαύγασμα των κόπων του Μίχελς όλο αυτό το διάστημα. Ίσως η μεγαλύτερη επίδειξη του totaalvoetbal πραγματοποιήθηκε σε εκείνο το υπό βροχή παιχνίδι του Γκελζενκίρχεν, με τον Κρόιφ να ανοίγει το σκορ στο 11′, τον Κρολ να κάνει το 2-0 στο 25′ και τους Ρεπ και Κρόιφ να διαμορφώνουν το τελικό 4-0 στο 2ο μέρος.

Η Ανατολική Γερμανία, στη μοναδική παρουσία της σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου, είχε να επιδείξει νίκη με 1-0 επί της διοργανώτριας Δυτικής Γερμανίας στον προηγούμενο γύρο, έστω και σε αδιάφορο βαθμολογικά παιχνίδι, με συνέπεια να εγκυμονεί κινδύνους. Η βροχή στο Γκελζενκίρχεν είχε πλημμυρίσει αυτήν τη φορά στο γήπεδο, με συνέπεια οι «οράνιε» να επιλέξουν μία πιο κοντρολαρισμένη προσέγγιση στον αγώνα και από τη στιγμή που βρήκαν το γρήγορο γκολ (7′) από τον Νέεσκενς, να μην πιέσουν πολύ περισσότερο. Οι Ανατολικογερμανοί ήταν κι αυτοί μία ομάδα της οποίας οι παίκτες άλλαζαν συχνά θέσεις μεταξύ τους, αλλά η ποιοτική διαφορά των δύο ρόστερ ήταν μεγάλη και το γκολ του Ρένσενμπρινκ στο 59′ ολοκλήρωσε το παζλ της νίκης με 2-0.

Νικήτρια στο total… ξύλο με αγνώριστη Βραζιλία

Η εικόνα του 1ου ομίλου στον 2ο γύρο ήταν τέτοια που ο τελευταίος αγώνας, μεταξύ Ολλανδίας και Βραζιλίας, έπαιζε ρόλο ημιτελικού. Οι νικητές των δύο ομίλων προκρίνονταν στον τελικό, με την Ολλανδία και τη Βραζιλία να ισοβαθμούν στο γκρουπ με δύο νίκες, αλλά την Ολλανδία να έχει σαφώς καλύτερη εικόνα, όπως αποτυπωνόταν και στη διαφορά γκολ, με 6-0 τέρματα σε αντίθεση με τον συντελεστή 3-1 των Βραζιλιάνων.

Όσο παράξενο κι αν ακούγεται, η -για πολλούς- καλύτερη ομάδα στην ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου, η Βραζιλία του 1970, απείχε παρασάγγας ποιοτικά από εκείνη που παρατάχθηκε στα γήπεδα της Γερμανίας τέσσερα χρόνια αργότερα. Από τα πέντε «δεκάρια» στο ρόστερ έμειναν μόνο οι Ζαϊρζίνιο και Ριβελίνο, αφού ο Πελέ πλέον ήταν πολύ μεγάλος για να συνεχίσει να αγωνίζεται στη «σελεσάο», ενώ δύο χρόνια αργότερα αποχώρησαν οι Ζέρσον και Τοστάο.

Ακόμα κι η αποστολή της Βραζιλίας είχε μεγάλες διαφορές από εκείνη του ’70, που αποδείκνυαν ότι άλλαζε σελίδα, αφού μόλις 10 από τους 22 παίκτες είχαν διψήφιο αριθμό συμμετοχών. Η παρουσία του Μάριο Ζαγκάλο στον πάγκο ήταν επίσης μία σταθερά της «σελεσάο», αλλά ο τρόπος παιχνιδιού σε σχέση με τη φουλ επίθεση του ’70 είχε αλλάξει άρδην, όπως φάνηκε και στα προηγούμενα παιχνίδια της Βραζιλίας το ’74, όπως ένιωσαν πολύ καλά και οι παίκτες της Ολλανδίας σε εκείνον τον αγώνα στο Ντόρτμουντ.

Η αναμέτρηση για την πρωτιά του ομίλου θύμισε περισσότερο αγώνα πολεμικών τεχνών, με τους παίκτες και των δύο ομάδων να κλοτσούν περισσότερο τα πόδια και το σώμα του αντιπάλου, παρά την μπάλα. Ο Νέεσκενς δέχθηκε πάνω από δύο φορές λαβή πάλης από αντίπαλο, ωστόσο ήταν αυτός που άνοιξε το σκορ στο 50ό λεπτό. Οι Βραζιλιάνοι δεν έβρισκαν ποδοσφαιρικό τρόπο για να αντιδράσουν και όξυναν τις βίαιες επιθέσεις τους, ο Κρόιφ απάντησε με νέο γκολ στο 65′ και κάπου εκεί χάθηκε ο έλεγχος.

Ο διαιτητής, που είχε ολοκληρώσει το 1ο μέρος με τέσσερις κίτρινες κάρτες, είχε «παγώσει» στην κίτρινη του Ρεπ στο 69′ μέχρι να παρέμβει και να αποβάλει τον Λουίς Περέιρα στο 84′ για δυνατό φάουλ στον Νέεσκενς. Μάλιστα, ο Βραζιλιάνος αρνούταν να αποχωρήσει από τον αγωνιστικό χώρο και όταν το έπραξε, άνοιξε διάλογο με το ολλανδικό κοινό, προτού σηκωθεί ο Ίσραελ από τον πάγκο και κάνει κίνηση για να τον κυνηγήσει στα αποδυτήρια. Το 2-0 ήταν και το σκορ του αγώνα, με την Ολλανδία να παίρνει το «εισιτήριο» για τον τελικό της διοργάνωσης.

Κόντρα στον μεγάλο εχθρό

Αντίπαλός η διοργανώτρια Δυτική Γερμανία, η εθνική ομάδα που είχε φέρει την «επανάσταση» δύο χρόνια πριν, κατακτώντας το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα 1972. Τα «πάντσερ», με τον Φραντς Μπεκενμπάουερ σε ρόλο λίμπερο να οργανώνει το παιχνίδι, είχαν μία πολύ συγκροτημένη μηχανή, στην οποία κάθε γρανάζι είχε τη θέση του και εκτελούσε στην εντέλεια τις εντολές, μέχρι η μπάλα να φτάσει στον «μπομπέρ» Γκερντ Μίλερ για το γκολ.

Με έξι ποδοσφαιριστές, τους Μπεκενμπάουερ, Μίλερ, Ούλι Χένες, Ζεπ Μάιερ, Πάουλ Μπράιτνερ και Χανς Γκέοργκ Σβάρτσενμπεκ, από την ομάδα που διαδέχθηκε τον Άγιαξ στο Κύπελλο Πρωταθλητριών κι έχτισε αντίστοιχη «αυτοκρατορία», την Μπάγερν, ήταν το φαβορί για τη νίκη.

Ο Μίχελς παρέταξε την Ολλανδία με την καθιερωμένη ενδεκάδα, αν και υπήρχαν ερωτήματα σχετικά με την ετοιμότητα του Ρένσενμπρινκ. Αρχικά ανακοινώθηκε ότι ο Κάιζερ θα έπαιρνε φανέλα βασικού, ωστόσο τελικά προτιμήθηκε ο επιθετικός της Άντερλεχτ, έστω κι αν άντεξε μόνο για το 1ο ημίχρονο, με τον Ρενέ φαν ντε Κέρκοφ να παίρνει τη θέση του και να γίνεται μόλις ο 15ος ποδοσφαιριστής που χρησιμοποίησε ο Ολλανδός τεχνικός στη διοργάνωση.

Οι Γερμανοί δεν πρόλαβαν να ακουμπήσουν μπάλα

Το παιχνίδι καθυστέρησε να αρχίσει εξαιτίας μιας αδιανόητα απίθανης αβλεψίας από πλευράς των υποδειγματικά οργανωτικών Γερμανών. Στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου δεν υπήρχαν σημαιάκια του κόρνερ και μέχρι να βρεθούν, οι ποδοσφαιριστές χρειάστηκε να περιμένουν.

Η έναρξη του αγώνα είναι ίσως η πιο γνωστή στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Μετά από 16 πάσες, ο Κρόιφ βρέθηκε με την μπάλα στα πόδια, όντας τελευταίος παίκτης της Ολλανδίας (πλην τερματοφύλακα), αλλά πάντα στο γήπεδο των Γερμανών. Άρχισε μία κούρσα εναλλάσσοντας ταχύτητα, με συνέπεια να αφήσει πίσω τον προσωπικό «φρουρό» του σε όλον τον αγώνα, Μπέρτι Φογκτς. Όταν έκανε σπριντ και μπήκε στην περιοχή, ο Χένες του έκανε ένα τάκλιν της τελευταίας στιγμής, τον ανέτρεψε και 54 δευτερόλεπτα μετά από τη σέντρα, οι «οράνιε» κέρδισαν πέναλτι. Ο σπεσιαλίστας Νέεσκενς νίκησε τον Μάιερ από τα 11 μέτρα και 63 δευτερόλεπτα μετά από τη σέντρα του τελικού, οι Γερμανοί άγγιζαν για πρώτη φορά την μπάλα, για να κάνουν κι αυτοί σέντρα!

«Είσαι Άγγλος», ψιθύρισε ο Μπεκενμπάουερ στο αυτί του διαιτητή Τζακ Τέιλορ, ενώ ο Φογκτς τον προκάλεσε στη συνέχεια με τρία απανωτά δυναμικά μαρκαρίσματα στον Κρόιφ, το τρίτο εκ των οποίων τιμωρήθηκε με κίτρινη κάρτα. Αυτή ήταν ίσως η μοναδική στιγμή σε όλον τον αγώνα που η γερμανική «μηχανή» απορυθμίστηκε.

Προσπάθησαν να ταπεινώσουν τους Γερμανούς

Γρήγορα, οι παίκτες του Χέλμουτ Σεν ανέκτησαν την ψυχραιμία τους και άρχισαν να αγωνίζονται ως το φαβορί του τελικού. Σε αυτό βοήθησε η σταδιακή «εξαφάνιση» του Κρόιφ από τον Φογκτς, που αργότερα αποδόθηκε στην επιλογή του ηγέτη της Ολλανδίας να «θυσιαστεί», γυρνώντας ακόμα πιο πίσω από ό,τι συνήθως, για να βοηθήσει τους μέσους του να απειλήσουν περισσότερο.

Η μεγαλύτερη ευθύνη, όμως, επιρρίπτεται σε ένα 20λεπτο ανούσιας κατοχής κι επίδειξης υπεροχής των Ολλανδών έναντι των αντιπάλων τους. Πάσες που δεν είχαν σκοπό τη δημιουργία ή την ολοκλήρωση μιας επίθεσης, γύρισμα της μπάλας και απλή καθυστέρηση συνιστούσαν την αντίδραση των «οράνιε» στο γκολ. Η εξήγηση δόθηκε από τους ίδιους χρόνια αργότερα.

«Δεν μου αρέσουν οι Γερμανοί. Κάθε φορά που παίζω εναντίον Γερμανών παικτών, είχα πρόβλημα εξαιτίας του πολέμου», δήλωσε ο Φαν Χάνεχεμ και ήταν απλώς ένα από τα εκατομμύρια παραδείγματα Ολλανδών που δεν κατάφεραν να διαχωρίσουν τη Γερμανία του ’70 με τη Γερμανία του ’40. Η πλειονότητα της οικογένειας του μέσου της Φέγενορντ είχε σκοτωθεί στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μπορεί ελάχιστα μέλη της εθνικής Ολλανδίας να γεννήθηκαν πριν από το 1945 και τη λήξη των εχθροπραξιών, η συλλογική μνήμη είχε παραμείνει στην κοινωνία που μεγάλωσαν. Οι «οράνιε» ήθελαν να ντροπιάσουν τη Γερμανία μέσα στο Βερολίνο, εξ ου και το «αλαζονικό» ποδόσφαιρο μετά από το τέρμα που σημείωσαν μόλις στο 2ο λεπτό του αγώνα.

Αμφιλεγόμενο πέναλτι χωρίς… τερματοφύλακα

Όσο κυλούσε ο χρόνος, όμως, ο Μπεκενμπάουερ βρήκε τα πατήματά του και εκκινούσε διαρκώς επικίνδυνες επιθέσεις, ο Βόλφγκανγκ Όβερατ που προτιμήθηκε του Γκίντερ Νέτσερ οργάνωνε το παιχνίδι και σε μία τέτοια κίνηση, στο 25ο λεπτό, ο Μπερντ Χέλτσενμπαϊν έφυγε από αριστερά, ελίχθηκε στην περιοχή της Ολλανδίας και ένα αμφιλεγόμενο τάκλιν του Γιάνσεν τον έριξε στο έδαφος. Το μαρκάρισμα ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών, αφού ακόμα και σήμερα υπάρχει πεποίθηση ότι ο Γιάνσεν δεν ήταν η αιτία της «θεατρικής» πτώσης του Χέλτσενμπαϊν, ακόμα κι αν τελικά τον άγγιξε στον αστράγαλο.

Ο Μπράιτνερ ανέλαβε την ευθύνη της εκτέλεσης, ο Γιόνγκμπλουντ δεν έκανε ούτε κίνηση για να πέσει και η μπάλα κατέληξε στα δίχτυα του για το 1-1. Αρκετοί κατηγόρησαν τον Μίχελς ότι αν είχε στην ενδεκάδα έναν καλύτερο τερματοφύλακα, θα μπορούσε να αποκρούσει αυτό το πέναλτι, ωστόσο η εξήγηση για την έλλειψη αντίδρασης του Ολλανδού τερματοφύλακα μπορεί να οφείλεται στην υπόδειξη του Κρόιφ να πέσει από την άλλη πλευρά σε σχέση με αυτήν που σούταρε ο Μπράιτνερ.

Ο Κρόιφ «δείλιασε», ο Μίλερ όχι

Το ψυχολογικό βάρος είχε πέσει πλέον στους ώμους των Ολλανδών, όπως φάνηκε και στη εξαιρετική ευκαιρία που τους παρουσιάστηκε λίγα λεπτά αργότερα. Ο Κρόιφ με τον Ρεπ βγήκαν στην αντεπίθεση, έχοντας ως αντιπάλους μόνο τον Μπεκενμπάουερ και τον Μάιερ. Ο Κρόιφ δεν επιχείρησε να περάσει τον αντίπαλό αρχηγό, αλλά πάσαρε αριστερά στον συμπαίκτη του, ο οποίος στο τετ α τετ σούταρε πάνω στον εξερχόμενο τερματοφύλακα. Χρόνια αργότερα, ο Ρεπ υπαινίχθηκε ότι ο Κρόιφ του έδωσε πάσα επειδή φοβήθηκε τη μονομαχία με τον «Κάιζερ»…

Στο 43ο λεπτό, ο Μπόνοφ ξέφυγε από δεξιά, με τον ανέτοιμο από άποψη φυσικής κατάστασης Χάαν να τον κυνηγάει και να μην μπορεί να τον προλάβει. «Έκοψε» προς το ύψος του πέναλτι, ο Μίλερ κατάφερε να κοντρολάρει και να γυρίσει ίσα ίσα το σώμα του ώστε να μπορέσει να σουτάρει προς την εστία. Η μπάλα πέρασε δίπλα από τον όρθιο Γιόνγκμπλουντ και κατέληξε στα δίχτυα για την ανατροπή.

Οι Γερμανοί είχαν μπει εμφανώς στο κεφάλι των Ολλανδών πλέον, κάτι που φάνηκε και από το τελευταίο σφύριγμα του διαιτητή για το ημίχρονο. Ο Φαν Χάνεχεμ κλότσησε την μπάλα για να τη δώσει στον Τέιλορ, αλλά με μεγαλύτερη δύναμη από όση έπρεπε. Ο Κρόιφ παρενέβη για να γλιτώσει τον συμπαίκτη του, ωστόσο συνέχισε να διαμαρτύρεται στον διαιτητή για αρκετή ώρα, με συνέπεια να δεχθεί εκείνος κίτρινη κάρτα.

Κυριαρχία και νίκη της Δυτικής Γερμανίας

Οι γηπεδούχοι είχαν το πάνω χέρι και στο 2ο ημίχρονο, έστω κι αν ο Κρόιφ ανέβηκε ορισμένα μέτρα, στην αναζήτηση του γκολ. Οι περισσότερες τελικές ήταν με την πλευρά των «πάντσερ», οι οποίοι έστειλαν ξανά την μπάλα στα δίχτυα με τον Μίλερ, αλλά ο βοηθός υπέδειξε λανθασμένα οφσάιντ και το γκολ δεν μέτρησε. Ο Ράισμπερχεν βγήκε κι αυτός αλλαγή με πρόβλημα τραυματισμού, με τον Γιάνσεν να μετατοπίζεται στα στόπερ, δίπλα σε έναν άλλον μέσο, τον Χάαν.

Οι τελικές των Ολλανδών ήταν απογοητευτικές, ο Γιόνγκμπλουντ έκανε αρκετές επεμβάσεις και στα τελευταία λεπτά, ο διαιτητής δεν καταλόγισε πέναλτι σε ανατροπή του Χέλτσενμπαϊν από τον Γιάνσεν. Το 2-1 παρέμεινε για τους Γερμανούς, όμως, που απέδειξαν ότι αυτοί ήταν το κυρίαρχο έθνος του αθλήματος εκείνη την εποχή.

Οι Ολλανδοί έχασαν μία τεράστια ευκαιρία. Η επιστροφή τους στη χώρα συνοδεύτηκε από αποθέωση, αφού είχαν προσφέρει το ομορφότερο θέαμα στη διοργάνωση και το συνδύασαν με την καλύτερη πορεία στην ιστορία της εθνικής ομάδας. Παρ’ όλα αυτά, το αίσθημα για τους περισσότερους, αν όχι όλους τους παίκτες, που είχαν μάθει πλέον στις επιτυχίες, ήταν πώς έφτασαν στην πηγή, αλλά δεν ήπιαν νερό. Θα είχαν ακόμα μία ευκαιρία τέσσερα χρόνια αργότερα, αν και υπό διαφορετικές συνθήκες…

Δεν τα κατάφερε ούτε στο Euro 1976

Ο Μίχελς αφοσιώθηκε στην Μπαρτσελόνα και στην άκρη του πάγκου τον διαδέχθηκε ο προπονητής του Άγιαξ, Τζορτζ Κνόμπελ. Αυτός καθοδήγησε τη χώρα το 1976 στην πρώτη πρόκριση σε τελική φάση Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος, διοργάνωση που για τελευταία φορά στην τελική φάση της συμμετείχαν μόλις τέσσερις χώρες.

Στο ένα ζευγάρι, η πρωταθλήτρια κόσμου Δυτική Γερμανία νίκησε με 4-2 τη διοργανώτρια Γιουγκοσλαβία. Στο άλλο ζευγάρι των ημιτελικών, η Τσεχοσλοβακία νίκησε στην παράταση με 3-1 τους Ολλανδούς, σε ένα παιχνίδι με αρκετά αμφιλεγόμενα σφυρίγματα από τον Άγγλο Κλάιβ Τόμας, μεταξύ των οποίων δύο αποβολές για τους «οράνιε» και μία για τους Τσεχοσλοβάκους.

Η «νάτσιοναλμανσαφτ» ήταν ξανά το φαβορί σε ακόμα έναν τελικό, αλλά δεν κατάφερε να διατηρήσει τα σκήπτρα, αφού το… αυθεντικό πέναλτι Αντονίν Πανένκα έδωσε το τρόπαιο στην Τσεχοσλοβακία.

Η Ολλανδία συγκέντρωσε όλες τις δυνάμεις της στον επόμενο στόχο, που ήταν ένα σκαλί πιο ψηλά από το Μουντιάλ του 1974.

Η χούντα της Αργεντινής και η άγνοια των παικτών

Το βασικό πρόβλημα με τη διοργάνωση του 1978 ήταν ο τόπος διεξαγωγής. Η Αργεντινή βρισκόταν υπό καθεστώς χούντας και η διοργάνωση ενός τέτοιου αθλητικού γεγονότος μπορούσε μόνο να συμβάλει ευεργετικά στην προπαγάνδα του Χόρχε Βιδέλα και των συνεργατών του.

Η παρουσία των κορυφαίων ομάδων ποδοσφαίρου και των καλύτερων παικτών θα ενίσχυε το προφίλ της χούντας, κάτι που ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με την ιδεολογία και τις πολιτικές πεποιθήσεις που κυριαρχούσαν εκείνη την εποχή στην Ολλανδία.

Γι’ αυτόν τον λόγο «πυροδοτήθηκαν» αρκετές αντιδράσεις από διαφόρους φορείς, που ζητούσαν μποϊκοτάζ της διοργάνωσης, όταν επισημοποιήθηκε η συμμετοχή της χώρας στη διοργάνωση μετά από τα προκριματικά. Η Ολλανδία καλείτο να στηρίξει εμμέσως ένα καθεστώς που είχε προκαλέσει 30.000 «εξαφανίσεις» πολιτών, αν και ο πρώην υπουργός οικονομικών του Βιδέλα, Χουάν Αλεμάν, υποστήριξε στο ντοκιμαντέρ «A Dirty Game» ότι τα θύματα της Χούντας ήταν… μόλις 7.000.

Η ολλανδική ποδοσφαιρική ομοσπονδία προχώρησε σε έρευνα για τις συνθήκες που επικρατούσαν στην Αργεντινή, την ώρα που σημαίνοντες φιγούρες εντός των συνόρων εξέφραζαν ανοιχτά την αντίθεσή τους με αυτό το ταξίδι. Ακόμα και ο αναπληρωτής υπουργός πολιτισμού και αθλητισμού, Χέραρντ Βάλις ντε Φρις, αρνήθηκε να παραστεί στην Αργεντινή για λόγους ιδεολογίας.

Τα θέματα του Sport-Retro.gr για την Ολλανδία

Την ίδια στιγμή, ο πρωθυπουργός Ντρις φαν Αχτ, αν και αντιλαμβανόταν την αντίθεση της συμμετοχής στη διοργάνωση, θεωρούσε ότι η τελική απόφαση έπρεπε να είναι της KNVB. Οι παίκτες, από την πλευρά τους, κράτησαν πολύ συγκεκριμένη στάση. «Ποτέ δεν πρέπει να αναμειγνύεις τον αθλητισμό με την πολιτική, ειδάλλως δεν μπορείς να παίξεις σε κανέναν αγώνα. Παντού στον κόσμο υπάρχουν σκατά», δήλωσε ο Νέεσκενς.

Ο Γιαν Πούρτφλιτ εξήγησε χρόνια αργότερα: «Δεν προσέχαμε την κατάσταση με τα ανθρώπινα δικαιώματα ή το τι συνέβαινε εκεί. Πρόκειται για ‘καυτό’ θέμα και δεν έκανα έρευνα για την κατάσταση εκεί». Όταν ρωτήθηκε για το αν η ομοσπονδία ενημέρωσε τους παίκτες για τη φύση της κυβέρνησης στην Αργεντινή, ο τότε αμυντικός της Αϊντχόφεν ήταν σαφής: «Όχι φυσικά».

Το μυστήριο με την απουσία του Κρόιφ

Ένας ποδοσφαιριστής που δεν έκανε το ταξίδι στην Αργεντινή ως διαμαρτυρία λόγω των μαοϊστικών πεποιθήσεών του ήταν ένας παγκόσμιος πρωταθλητής, ο Μπράιτνερ. Ένας άλλος ήταν ο… απόλυτος ποδοσφαιριστής, ο Κρόιφ, χωρίς να δώσει σαφείς εξηγήσεις.

Αν και συμμετείχε κανονικά στα προκριματικά, ο «ιπτάμενος Ολλανδός» αποφάσισε να εγκαταλείψει την εθνική ομάδα σε ηλικία 31 ετών, μετά από 48 εμφανίσεις και 33 γκολ. Εν τη απουσία επαρκών εξηγήσεων και με δεδομένη τη ριζοσπαστική παρουσία του απέναντι στο δικτατορικό καθεστώς του Φράνκο, όσο καιρό αγωνιζόταν με την Μπαρτσελόνα, αρκετοί συνέδεσαν αυτήν την απόφαση με τα πολιτικά τεκταινόμενα στην Αργεντινή.

Εξάλλου, δεν θα ήταν η πρώτη φορά που ο Κρόιφ θα αρνείτο να αγωνιστεί σε μία διοργάνωση. Το είχε κάνει με το Διηπειρωτικό Κύπελλο 1971, όταν ο Άγιαξ δεν αγωνίστηκε με αντίπαλο την Νασιονάλ, υποστηρίζοντας ότι το παιχνίδι των Ουρουγουανών ήταν πολύ βίαιο κι επικίνδυνο, με συνέπεια να πάρει τη θέση του ο φιναλίστ του Κυπέλλου Πρωταθλητριών 1971, Παναθηναϊκός.

Χρειάστηκε να περάσουν τέσσερις δεκαετίες μέχρι το 2008, ο Κρόιφ να λύσει τη σιωπή του και σε μία συγκλονιστική συνέντευξή στο «Catalunya Radio» να αποκαλύψει τον λόγο που, όπως υποστηρίζει, τον ανάγκασε να απουσιάσει από αυτήν τη διοργάνωση.

«Πρέπει να ξέρετε ότι είχα προβλήματα στο τέλος της καριέρας μου ως παίκτης εδώ και δεν ξέρω αν γνωρίζετε ότι κάποιος έβαλε μία καραμπίνα στο κεφάλι μου και με έδεσε, έδεσε τη σύζυγό μου μπροστά στα παιδιά στο διαμέρισμά μας στη Βαρκελώνη. Τα παιδιά πήγαιναν στο σχολείο συνοδεία αστυνομίας. Η αστυνομία κοιμόταν στο σπίτι για 3-4 μήνες. Πήγαινα στους αγώνες με σωματοφύλακα», ανακάλεσε στη μνήμη του ο Κρόιφ.

Με τον Χάπελ στο «τιμόνι»

Όλα αυτά τα ζητήματα δεν κλήθηκε να τα διαχειριστεί ο Κνόμπελ, που αποχώρησε από την τεχνική ηγεσία της εθνικής Ολλανδίας μετά από το Euro 1976, ούτε ο διάδοχός του. Ο Γιαν Τσβάρτκραϊς δεν είχε πρότερη προπονητική εμπειρία και απλά ανέλαβε πρώτος τεχνικός για την προκριματική φάση του Μουντιάλ 1978.

Όταν επιβεβαιώθηκε η πρόκριση, η ποδοσφαιρική ομοσπονδία της χώρας αντιλήφθηκε την ανάγκη να ανεβάσει το επίπεδο του πάγκου και προσέφερε τη θέση στον έτερο προπονητή που καθόρισε την ανάπτυξη του ολλανδικού ποδοσφαίρου εκείνη την περίοδο, στον Ερνστ Χάπελ.

Ο Αυστριακός ήταν ο «εγκέφαλος» πίσω από την έκρηξη της Φέγενορντ στις αρχές τις δεκαετίας, πανηγύρισε και το πρώτο διεθνές τρόπαιο της χώρας, το Κύπελλο Πρωταθλητριών του 1970, ενώ παραλίγο να κάνει το ίδιο και με τη Μπριζ στην οποία ήταν προπονητής από το 1974. Ανέλαβε την εθνική Ολλανδίας το 1977, με συνέπεια παράλληλα με τα φιλικά προετοιμασίας για το Μουντιάλ, να καθοδηγεί την Μπριζ μέχρι τον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, όπου εν τέλει ηττήθηκε από τη Λίβερπουλ, με τους Άγγλους να διατηρούν τα σκήπτρα στη διοργάνωση.

Σοβαρές απουσίες, πλην Κρόιφ

Η απουσία του Κρόιφ δεν ήταν η μοναδική για την ολλανδική ομάδα που έκανε το υπερατλαντικό ταξίδι. Ένας ακόμα εξαιρετικός παίκτης, ο Φαν Χάνεχεμ, ο οποίος σε ηλικία 35 ετών βρισκόταν στη «δύση» της καριέρας του, φέρεται να ενημερώθηκε από τον Χάπελ ότι δεν είχε εγγυημένη θέση στην ενδεκάδα του, με συνέπεια να προτιμήσει να ξεκουραστεί εκείνο το καλοκαίρι. Ο ίδιος ο Φαν Χάνεχεμ, πάντως, υποστηρίζει ότι του διασφαλίστηκε πως θα είχε θέση στην ενδεκάδα στα τελευταία παιχνίδια του τουρνουά και ότι η προστριβή του αφορούσε το μπόνους.

Δίχως τον κορυφαίο παίκτη της χώρας και τον κορυφαίο οργανωτή, οι ελπίδες των «οράνιε» για μία βελτίωση των κατορθωμάτων του 1974 «ψαλιδίστηκαν» επικίνδυνα. Απών θα ήταν και ο αναπληρωματικός επιθετικός τέσσερα χρόνια νωρίτερα, Χέιλς, ο οποίος και στις τέσσερις σεζόν που ακολούθησαν τη Δυτική Γερμανία αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ της Eredivisie ως φορ του Άγιαξ.

Ο Φαν Μπέφερεν, κατά γενική ομολογία ο καλύτερος Ολλανδός τερματοφύλακας της εποχής, δίχως Μίχελς και Κρόιφ στην εθνική ομάδα, θα μπορούσε να επανέλθει από τον «πάγο». Εξάλλου, είχε αγωνιστεί στα προκριματικά, όμως τα σοβαρά επεισόδια με τον Κρόιφ και τον Κνόμπελ μεταξύ 1975 και 1976 οδήγησαν τόσο τον ίδιο όσο και τους συμπαίκτες του στην Αϊντχόφεν σε πολύ δύσκολη θέση. Όταν, δε, έμεινε στον πάγκο στα φιλικά προετοιμασίας για το Μουντιάλ 1978 και μίλησε στον Τσβάρτκραϊς, η απάντηση που πήρε δεν επιδεχόταν αμφισβήτησης: «Γιαν, με χειραγωγούν».

Νεανική ομάδα, με παίκτη λιγότερο στην Αργεντινή

Παρά τις απουσίες πρώτου μεγέθους, το ρόστερ της Ολλανδίας παρέμενε ανταγωνιστικό. Στο τέρμα, ο Γιόνγκμπλουντ είχε συμβιβαστεί πλέον με τον πάγκο, αφού εν τη απουσία του Φαν Μπέφερεν, η θέση ανήκε στον Σχράιφερς.

Στην άμυνα, ο Κρολ είχε περάσει σε θέση στόπερ κι είχε πάρει και το περιβραχιόνιο του αρχηγού, με τους Σουρμπίρ και Ράισμπερχεν να βρίσκονται σε πολύ καλή κατάσταση.

Ο Χάαν είχε επανέλθει στον χώρο του κέντρου και μάλιστα αγωνιζόταν περισσότερο ως επιθετικός μέσος. Μαζί του ο ακατάβλητος Νέεσκενς και ο Γιάνσεν, καθώς και ο Βίλι φαν ντε Κέρκοφ. Ο τελευταίος, μαζί με τον δίδυμο αδερφό του που έπαιζε στην επίθεση, από αναπληρωματικοί τέσσερα χρόνια νωρίτερα βρέθηκαν με αρκετά παιχνίδια στα πόδια τους στην Αργεντινή.

Στην επίθεση παρέμειναν οι Ρεπ και Ρένσενμπρινκ, με τον Ντικ Νάνινχα της Ρόντα να κάνει ντεμπούτο στα φιλικά προετοιμασίας, να ικανοποιεί και να υπολογίζεται αρκετά για τους αγώνες της τελικής φάσης.

Νέα πρόσωπα ήταν επίσης οι Πούρτφλιτ, Πιτ Βίλντσχουτ, Γιόχαν Μπόσκαμπ, Χάρι Λούμπσε και Έρνι Μπραντς, όλοι με μόλις μία διεθνή συμμετοχή στο ενεργητικό τους, ενώ ο μέσος του Άγιαξ Ντικ Σούνμακερ δεν είχε καμία. Μόλις πέντε από τους 22 ποδοσφαιριστές της λίστας είχαν περάσει τα 30, σε μία νεανική ομάδα, με αρκετά στοιχεία από το 1974.

Το ταξίδι, πάντως, δεν κατάφερε να το κάνει ο αμυντικός της Άλκμααρ Χούγκο Χόφενκαμπ, ο οποίος τραυματίστηκε και αποσύρθηκε τελευταία στιγμή, με την προθεσμία υποβολής αλλαγών στη λίστα να έχει παρέλθει κι έτσι η Ολλανδία παρατάχθηκε με 21μελή αποστολή.

Αποκομμένοι από πολιτισμό και… χούντα

Η ολλανδική ομάδα κατέλυσε στη Μεντόσα, μία πόλη στις δυτικές Άνδεις, με ιδανική θερμοκρασία για προπονήσεις, αλλά λιγότερο οξυγόνο λόγω υψομέτρου. Επρόκειτο για μία απομονωμένη από τα τεκταινόμενα της χούντας πόλη, όπου οι Ολλανδοί βρίσκονταν μακριά από τον πολιτισμό. Στο ξενοδοχείο, μάλιστα, κυκλοφορούσαν ακόμα και γυμνοί μπροστά στις καθαρίστριες, προκαλώντας σάλο!

«Από τη στιγμή που φτάσαμε στην Αργεντινή, ήμασταν απομονωμένοι. Από το αεροδρόμιο στο πούλμαν, στο θέρετρό μας στα βουνά. Εκεί μπορούσαμε να φάμε, να γυμναστούμε, να πιούμε, να δούμε τηλεόραση, να παίξουμε χαρτιά. Αυτό κάναμε τις πρώτες εβδομάδες. Εντελώς απομονωμένοι», θυμάται ο Πούρτφλιτ.

«Τον περισσότερο χρόνο δεν ξέραμε τι συνέβαινε γύρω μας. Είχαμε κάποιες παλιές εφημερίδες. Δεν ξέραμε. Ακούσαμε τα πάντα πολύ αργότερα», πρόσθεσε ο γιατρός της ομάδας, Φριτς Κέσελ.

Χατ τρικ ο Ρένσενμπρινκ, Ρεπ αντί Κρόιφ

Πρώτος αντίπαλος ήταν το Ιράν, μία χώρα που πέρασε από την αχανή διαδικασία των προκριματικών σε Ασία και Ωκεανία δίχως ήττα σε 14 αγώνες. Στην πρώτη παρουσία της σε τελική φάση Μουντιάλ, αποτέλεσε τον «άγνωστο Χ» του 3ου ομίλου, όπου υπήρχαν και Περού, Σκοτία.

Ο Χάπελ εξέπληξε από την πλευρά του, αφού προτίμησε τον 37χρονο Γιόνγκμπλουντ στο τέρμα. Λόγω των απουσιών στην άμυνα, έπαιξε με τρεις πίσω (Σουρμπίρ, Ράισμπερχεν, Κρολ), όπως είχε προαναγγείλει. Αυτό που δεν έκανε, όμως, είναι να αγωνιστεί με πέντε μέσους που επιθυμούσε, προτιμώντας ένα 3-4-3, τουλάχιστον στα χαρτιά, με τον Ρεπ να αρχίζει από το σημείο του γηπέδου όπου έπαιζε ο Κρόιφ πριν από τέσσερα χρόνια και τον Ρενέ φαν ντε Κέρκοφ στα δεξιά.

Ο αγώνας, πάντως, εξελίχθηκε σε προσωπική παράσταση του τρίτου επιθετικού, του Ρένσενμπρινκ, που με δύο πέναλτι κι ακόμα ένα τέρμα σημείωσε χατ τρικ κι έδωσε την άνετη νίκη με 3-0 στην πρεμιέρα.

Παραλίγο «αυτόχειρας» η Ολλανδία

Απέναντι στο Περού, ο Χάπελ επέλεξε τετράδα για πίσω, με τον Χάαν να παίρνει τη θέση του Ρεπ και το 4-3-3 να θυμίζει περισσότερο την ομάδα του ’74. Παρ’ όλα αυτά, η αμυντικογενής προσέγγιση των Λατινοαμερικανών έπιασε τόπο. Πλην ορισμένων ευκαιριών που εξουδετέρωσε ο Ραμόν Κιρόγα, το παιχνίδι δεν διεκδικεί δάφνες ποιότητας και το 0-0 το αντιπροσωπεύει απόλυτα.

Το Ιράν έκανε τη χάρη στην Ολλανδία και με την ισοπαλία που απέσπασε από τη Σκοτία, έχρισε τους «οράνιε» φαβορί για την κατάληψη μιας εκ των δύο θέσεων που οδηγούσαν στην επόμενη φάση. Το Περού θα κέρδιζε τους Ασιάτες κι έτσι ο κάτοχος του δεύτερου «εισιτηρίου» θα προέκυπτε από το ντέρμπι μεταξύ Ολλανδίας και Σκοτίας, αλλά με τους Ολλανδούς να έχουν προβάδισμα στην ισοβαθμία λόγω καλύτερης διαφοράς τερμάτων κατά πέντε γκολ.

Ο Χάπελ δεν ήταν ευχαριστημένος από την εικόνα κόντρα στο Περού και έχοντας απέναντί του τους παίκτες που του στέρησαν το Κύπελλο Πρωταθλητριών στον τελικό της Μπριζ με τη Λίβερπουλ πριν από μερικές εβδομάδες, τον Κένι Νταλγκλίς και τον Γκρέιαμ Σούνες, αποφάσισε να κινηθεί. Απέσυρε από την ενδεκάδα τον Χάαν, επανέφερε τον Ρεπ σε ρόλο κεντρικού επιθετικού και συμπλήρωσε την ομάδα με τον έτερο Φαν ντε Κέρκοφ στο κέντρο.

Ο Νέεσκενς τραυματίστηκε στα πρώτα λεπτά και τη θέση του πήρε το νέο νο14 της ομάδας, ο Μπόσκαμπ που ανέλαβε το βαρύ φορτίο να φοράει το νούμερο του Κρόιφ. Λίγο αργότερα χτύπησε κι ο Ράισμπερχεν, αλλά το γκολ του Ρεπ έμοιαζε να «κλειδώνει» τα πράγματα.

Ο Νταλγκλίς ισοφάρισε πριν από τη λήξη του ημιχρόνου και με την έναρξη του 2ου, οι Σκοτσέζοι κέρδισαν πέναλτι που εκτέλεσε εύστοχα ο Γκέμιλ. Ο ίδιος παίκτης, στο 68ο λεπτό σημείωσε ένα από τα κορυφαία τέρματα στην ιστορία των Μουντιάλ, ένα σόλο στο οποίο προσπέρασε τον Κρολ, τον Πούρτφλιτ και τον… Νταλγκλίς, για να πλασάρει τον Γιόνγκμπλουντ και να κάνει το 3-1.

Η Σκοτία ήθελε μόλις ένα γκολ για να καλύψει τη διαφορά τερμάτων από την Ολλανδία, ωστόσο δύο λεπτά αργότερα ο Ρεπ μείωσε σε 3-2 και παρά την ήττα, η Ολλανδία πήρε την πρόκριση.

«Πραξικόπημα» κατά του Χάπελ από τον βοηθό του

Η εικόνα της ομάδας δεν ήταν πολύ καλή. Όπως υποστήριξε ένας Αργεντινός δημοσιογράφος σε κουβέντα του με τον σπουδαίο Άγγλο ομόλογό του, Μπράιαν Γκλάνβιλ, η Ολλανδία «έμοιαζε με μία εκπληκτική μηχανή στην οποία έλειπε ο άνθρωπος που την εφηύρε. Ο άνθρωπος αυτός, προφανώς, ήταν ο Γιόχαν Κρόιφ».

Μόλις μερικές ώρες μετά από την ήττα κόντρα στη Σκοτία, ήρθε η έκρηξη. Ο Τσβάρτκραϊς κατηγόρησε τον Χάπελ ότι συμπεριφέρεται στους παίκτες «ως ποδοσφαιριστές και όχι ως ανθρώπινα όντα». Η KNVB, βλέποντας ότι το έργο του Χάπελ στον αγωνιστικό χώρο δεν ήταν αξιοσημείωτο, μετέφερε όλες τις εξουσίες στον βοηθό του, που παράλληλα είχε και τον ρόλο του supervisor. Ο Χάπελ συνέχισε να κάθεται στην άκρη του πάγκου, ωστόσο πλέον ο Τσβάρτκραϊς έδινε τις κατευθύνσεις.

Το ολλανδικό… πραξικόπημα στη χουντική Αργεντινή διενεργήθηκε μόλις δύο ημέρες πριν από τον αγώνα με την Αυστρία για την επόμενη φάση. Στο λόμπι ξενοδοχείου στην Κόρντομπα, ο πρόεδρος της KNVB, Βιμ Μιούλεμαν, υπέγραψε την αλλαγή σκυτάλης από τον Χάπελ στον Τσβάρτκραϊς, παρόντων των μελών του ΔΣ Ζακ Χόχεβονινγκ, Χέρμαν Σοφούρ και του βοηθού προπονητή Άρι ντε Φρουτ.

Οι ποδοσφαιριστές δεν έφεραν αντίρρηση σε αυτήν την εξέλιξη, αφού η τακτική «μαστίγιο και καρότο» του Τσβάρτκραϊς λειτουργούσε καλύτερα γι’ αυτούς από την έντονη προσέγγιση του Χάπελ. Εξάλλου, η αγωνιστική φιλοσοφία του βετεράνου του ολλανδικού στρατού ήταν πιο κοντά σε εκείνη του Μίχελς, άρα και στη δική τους, σε σχέση με εκείνη του Χάπελ. «Πάντα μιλούσα στα παιδιά. Όταν ο Χάπελ βρισκόταν εκεί, έμοιαζε οργισμένος», θυμάται ο ίδιος ο Τσβάρτκραϊς.

Την τελευταία μέρα πριν από τον αγώνα με την Αυστρία, δε, ο Χάπελ δεν ασχολήθηκε με την προπόνηση κι άφησε να την κάνει ο Τσβάρτκραϊς. Χρόνια αργότερα, ο Βίλντσχουτ δήλωσε για τους δύο τεχνικούς του: «Νομίζω ότι μιλάω εκ μέρους όλων των διεθνών, λέγοντας ότι είχαμε έναν προπονητή το 1978 και το όνομά του ήταν Γιαν Τσβάρτκραϊς».

Δεν πήρε εκδίκηση από τη… λειψή Γερμανία

Οι τραυματισμοί ανάγκασαν τους Ολλανδούς να παραταχθούν στο επόμενο παιχνίδι κόντρα στην Αυστρία με μόλις πέντε μέλη από το Μουντιάλ του 1974, σε σχέση με τα εννέα που άρχισαν αυτήν τη διοργάνωση. Η μία αλλαγή, πάντως, δεν ήταν αναγκαστική, αφού ο Γιόνγκμπλουντ ήταν υγιής, έστω κι αν έδωσε τη θέση του κάτω από την εστία στον Σχράιφερς. Η ένταση ήταν τόσο μεγάλη με τον Γιόνγκμπλουντ, που αναπληρωματικός τερματοφύλακας δηλώθηκε ο Πιμ Ντούσμπουργκ.

Η Ολλανδία παρουσιάστηκε πολύ πιο σοβαρή, παρά τις απουσίες, και με τρία γκολ στο 1ο ημίχρονο, «κλείδωσε» τη νίκη. Το τελικό 5-1 από τα δύο τέρματα του Ρεπ και τα γκολ των Μπραντς, Ρένσενμπρινκ και Βίλι φαν ντε Κέρκοφ απέδειξαν τη διαφορά δυναμικής των δύο ομάδων και προσέφεραν και τη διαφορά των γκολ που επιζητούσε η Ολλανδία για την πρόκριση στον τελικό από τη 2η φάση ομίλων.

Επόμενος αντίπαλος, η Δυτική Γερμανία. Η «νάτσιοναλμανσαφτ» δεν είχε μεγάλη σχέση με την ομάδα που κατέκτησε τον κόσμο το 1972 και το 1974, αλλά περισσότερο με την κουρασμένη ομάδα του Euro 1976 που έφτασε στην πηγή και δεν ήπιε νερό. Με τον Μπεκενμπάουερ να έχει αποσυρθεί από την εθνική, όπως και τον Γκερντ Μίλερ, και τον Σεν να έχει δηλώσει ότι αποχωρεί από τον πάγκο μετά από το Μουντιάλ, τα «πάντσερ» είχαν ανάγκη από συντήρηση που κανείς δεν την προσέφερε.

Παρατάχθηκαν με τέσσερις παίκτες σε σχέση με τον τελικό πριν από τέσσερα χρόνια, έναντι έξι των Ολλανδών, ενώ στη… ρεβάνς του 1974 βρέθηκε μέχρι και ένας βοηθός διαιτητή, που πλέον είχε «προβιβαστεί» σε πρώτο διαιτητή.

Η ιστορία επαναλήφθηκε, με διαφορετικούς πρωταγωνιστές. Η Δυτική Γερμανία ήταν αυτή που προηγήθηκε με ένα γρήγορο γκολ, το ριμπάουντ του Ρίντι Άμπραμτσικ στο φάουλ του Μπόνοφ. Ο Χάαν απάντησε με ένα υπέροχο «κεραυνό» από τα 30 μέτρα που νίκησε τον Μάιερ για πρώτη φορά μετά από 4,5 ώρες αγώνων σε Παγκόσμιο Κύπελλο (από το πέναλτι του Νέεσκενς στο 2′ του τελικού του ’74).

Η Δυτική Γερμανία ανέκτησε το προβάδισμα στο 70′ με τον Ντίτερ Μίλερ κόντρα στη ροή του αγώνα, ο Ρεπ είχε δοκάρι, ο Σχράιφερς έκανε μία εκπληκτική επέμβαση και μέσα στον φρενήρη ρυθμό των τελευταίων 10 λεπτών, ο Ρενέ φαν ντε Κέρκοφ ισοφάρισε στο τελικό 2-2.

Μέσα στην ένταση του αγώνα, ο Νάνινχα αποβλήθηκε λίγα λεπτά μετά από την είσοδό του ως αλλαγή, αφού ο Ουρουγουανός διαιτητής Ραμόν Μπαρέτο Ρουίς τον μπέρδεψε με άλλον Ολλανδό που τον έβρισε στα αγγλικά.

Η Ιταλία έπρεπε να περιμένει…

Για ακόμα μία φορά, η 3η αγωνιστική της φάσης των ομίλων ουσιαστικά ήταν ημιτελικός για την Ολλανδία. Απέναντί της η Ιταλία, κόντρα στην οποία προκρινόταν με νίκη ή ισοπαλία. Η «σκουάντρα ατζούρα» ήθελε μόνο νίκη, αφού με τέρματα 1-0 υστερούσε στη διαφορά γκολ. Η Δυτική Γερμανία που εποφθαλμιούσε για την ισοπαλία, ηττήθηκε από την Αυστρία και αποχαιρέτησε νωρίς.

Με τους Μπραντς και Πούρτφλιτ να αντικαθιστούν επάξια τους τραυματίες Σουρμπίρ και Ράισμπερχεν, Χάπελ και Τσβάρτκραϊς δεν χρειάστηκαν ιδιαίτερες αλλαγές γι’ αυτό το κρίσιμο παιχνίδι. Οι Ιταλοί ήθελαν νίκη και γι’ αυτό άφησαν τον αμυντικό προσανατολισμό των προηγούμενων αγώνων και επιτέθηκαν από την αρχή στους Ολλανδούς, με τον Μπραντς να σημειώνει αυτογκόλ μόλις στο 19′.

Η κίτρινη κάρτα στον Ρομέο Μπενέτι στο 40′ σήμαινε ότι θα έχανε τον τελικό αν προκρινόταν η «σκουάντρα ατζούρα», κάτι σπάνιο για εκείνη την εποχή. Η εξέλιξη αυτή επηρέασε την Ιταλία, που έκανε το λάθος να προσπαθήσει να κρατήσει το αποτέλεσμα αντί να διεκδικήσει κι άλλο γκολ και το πλήρωσε στο 50′, όταν ο Μπραντς διόρθωσε το λάθος του κι έκανε το 1-1.

Η νέα κίτρινη του Αντόνιο Καμπρίνι, που θα έχανε κι αυτός τον τελικό σε περίπτωση νίκης, αποπροσανατόλισε εντελώς τους Ιταλούς, που δέχθηκαν νέο τέρμα από τον Χάαν με σουτ από τα 30 μέτρα, με συνέπεια ο Έντσο Μπεαρτσότ να περιμένει ακόμα μία διοργάνωση για να δώσει στην πατρίδα του το πρώτο μεταπολεμικό (και αδιαμφισβήτητο) Μουντιάλ στην ιστορία της.

Η χούντα έκανε την εμφάνισή της

Για ακόμα μία φορά, η Ολλανδία καλούταν να αντιμετωπίσει στον τελικό τη διοργανώτρια χώρα. Μόνο που σε αντίθεση με το 1974, η ιδιότητα αυτήν έπαιξε κομβικό ρόλο στην πρόκριση στον τελικό της Αργεντινής. Στον δικό της «ημιτελικό» στη 2η φάση ομίλων, η αναμέτρηση κόντρα στο Περού άρχισε αφότου είχε ολοκληρωθεί ο αγώνας της Βραζιλίας με την Πολωνία κι έτσι η «αλμπισελέστε» γνώριζε πολύ καλά πόσα γκολ χρειαζόταν να σημειώσει για να προκριθεί.

Βρήκε έξι από αυτά (χρειαζόταν τουλάχιστον τέσσερα) σε μία αμφιλεγόμενη αναμέτρηση μέχρι και σήμερα, ισοπέδωσε μία πολύ καλή ομάδα όπως το Περού, έφτασε ξανά κοντά στην κατάκτηση του βαρύτιμου τροπαίου όπως το 1930 και ανάγκασε τη FIFA μετέπειτα να αλλάξει το σύστημα της 2ης φάσης ομίλων. Αρχικά με… ομίλους των τριών ομάδων και στη συνέχεια με νοκ άουτ.

Ο αγώνας για τους Ολλανδούς, πάντως, άρχισε από νωρίς το πρωί του τελικού. «Βρισκόμασταν στο ξενοδοχείο έξω από το Μπουένος Άιρες και μας πήραν για ένα μακρύ δρομολόγιο προς το στάδιο. Το πούλμαν σταμάτησε σε ένα χωριό και ο κόσμος χτυπούσε τα παράθυρά μας, πραγματικά τα χτυπούσε και φώναζε ‘Αργεντινή, Αργεντινή, Αργεντινή’. Δεν μπορούσαμε να πάμε μπροστά ή πίσω. Είχαμε παγιδευτεί. Για 20 λεπτά, στεκόμασταν σε ένα χωριό έτσι και μερικοί παίκτες πραγματικά τρόμαξαν, επειδή το κοινό χτυπούσε δυνατά και έσπρωχνε τα παράθυρα στο πούλμαν μας», θυμάται ο Κρολ.

Σκληρό παιχνίδι με την ανοχή του διαιτητή

Οι δύο χώρες είχαν τεθεί αντιμέτωπες δις προ τεσσάρων ετών. Στο φιλικό παιχνίδι η Ολλανδία είχε «φιλοδωρήσει» με τέσσερα γκολ την Αργεντινή, στο παιχνίδι της 2ης φάσης των ομίλων είχε κάνει το ίδιο. Ο Χάπελ παρέταξε επτά παίκτες που είχαν αγωνιστεί και στο Γκελζενκίρχεν, η Αργεντινή είχε μόνο τον Χόουσεμαν στο βασικό σχήμα τότε (ο Κέμπες είχε μπει αλλαγή), αλλά στον τελικό καθόταν στον πάγκο.

Ακόμα και η σέντρα ήταν επεισοδιακή. Ο Ρενέ φαν ντε Κέρκοφ αγωνιζόταν με νάρθηκα στον καρπό μετά από τραυματισμό στην πρεμιέρα κόντρα στο Ιράν, ωστόσο για πρώτη φορά στη διοργάνωση, διαιτητής απαίτησε να τον αφαιρέσει για να μην τραυματίσει κάποιον αντίπαλο.

Τραυματισμοί θα μπορούσαν να υπάρξουν, πάντως, αυτό το παιχνίδι και των δύο ομάδων ήταν ιδιαιτέρως σκληρό. Η παρουσία του Ντανιέλ Πασαρέλα στην άμυνα των Αργεντινών αποτέλεσε εγγύηση για κάτι τέτοιο, ωστόσο ούτε ο Νέεσκενς λύγισε στο βάρος της περίστασης. Ο Ιταλός διαιτητής Σέρτζιο Γκονέλα έχασε τον έλεγχο στο «Μονουμεντάλ», δεν έβγαλε τις κάρτες που έπρεπε και συχνά οι παίκτες ξεπερνούσαν τα όρια.

Η μεγάλη χαμένη «ευκαιρία» στις καθυστερήσεις

Στο 37ο λεπτό ο πρωταγωνιστής της Αργεντινής στη διοργάνωση, ο Κέμπες, άνοιξε το σκορ, στέλνοντας στα ουράνια τους 72.000 θεατές που έβλεπαν τον αγώνα από τις κερκίδες του γηπέδου της Ρίβερ Πλέιτ. Το τέρμα δεν κατέβαλε τους Ολλανδούς, που ειδικά στο 2ο ημίχρονο είχαν καλές τελικές, αλλά όχι μεγάλη ευστοχία. Ο Χάπελ έριξε στον αγώνα τον Νάνινχα και μετά τον Σουρμπίρ και δικαιώθηκε, αφού στο 82′ ο πρώτος, με κεφαλιά εκτός ισορροπίας, ισοφάρισε σε 1-1.

Όλα έδειχναν ότι το παιχνίδι θα κατέληγε στην παράταση, όταν στις καθυστερήσεις ένα γέμισμα από φάουλ του Κρολ βρήκε τον Ρένσενμπρινκ εντός περιοχής και αριστερά, ο Ολλανδός εξτρέμ πέρασε τον Ουμπάλντο Φιγιόλ, αλλά από πολύ πλάγια θέση, έστειλε την μπάλα στο δοκάρι, αντί της κενής εστίας.

«Μερικές φορές σκέφτομαι ότι θα ήταν καλύτερα να αστοχήσω για πολύ. Τότε ο κόσμος δεν θα με ρωτούσε γι’ αυτήν τη φάση. Αν ήταν μεγάλη η ευκαιρία, θα υπέφερα ακόμα, αλλά ήταν αδύνατο να σκοράρω από εκεί», δηλώνει ο ίδιος ο «μοιραίος» παίκτης.

Στην παράταση οι Αργεντινοί μπήκαν πιο δυνατά και μία εξαιρετική ατομική ενέργεια του Κέμπες και το ριμπάουντ που πήρε από την επέμβαση του Γιόνγκμπλουντ έβαλε ξανά μπροστά τους γηπεδούχους. Το μομέντουμ ήταν με την Αργεντινή και στο 115′ ακόμα μία ατομική ενέργεια του Κέμπες, ένα κοντρόλ με το χέρι του Ντανιέλ Μπερτόνι κι ένα σουτ από το ύψος του πέναλτι έγραψαν το τελικό 3-1.

«Αν κέρδιζες, δεν θα είχες επιβιώσει»

Ο δικτάτορας Βιδέλα έκανε την απονομή στην Αργεντινή (στην Ολλανδία θα την έκανε ο πρόεδρος της FIFA, Ζοάο Χαβελάνζ), σε μία τελετή που όλα έδειχναν ότι μπορούσε να υπάρχει μόνο μία νικήτρια. «Αν κέρδιζες, δεν θα είχες επιβιώσει», ήταν το κλίμα που επικρατούσε σύμφωνα με τον Πούρτφλιτ.

Οι Ολλανδοί βρήκαν τρόπο να… απαντήσουν, πάντως, αφού δεν εμφανίστηκαν στη δεξίωση των νικητών αργότερα. Η επίσημη δικαιολογία ήταν η κούραση, αν και οι διοργανωτές εξέλαβαν την απουσία ως μποϊκοτάζ.

Η αποστολή επέστρεψε στο ξενοδοχείο της, κοιμήθηκε και αργότερα έφτασε στο αεροδρόμιο για την άμεση επιστροφή στην πατρίδα. Για ακόμα μία φορά εκείνη η εκπληκτική ομάδα έφτασε μέχρι την πηγή, αλλά δεν ήπιε νερό. Έστω κι αν για το τουρνουά του 1978, δεν υπάρχει η ίδια διθυραμβική αντιμετώπιση. «Η ιστορία πρέπει να ειπωθεί. Όλοι μιλούν συνέχεια για τους ‘οράνιε’ του ’74 και του ’88, αλλά προσπερνούν το 1978», έγραψε ο Τσβάρτκραϊς στο βιβλίο του.

Η απογοήτευση και η ηλικία έπληξε εκείνη την ομάδα τα επόμενα χρόνια. Κάποιες σποραδικές εξαιρετικές εμφανίσεις στα προκριματικά του Euro 1980 αποτέλεσαν την τελευταία αναλαμπή του totaalvoetbal. Οι «οράνιε» αποκλείστηκαν στη φάση των ομίλων του Euro 1980, με μοναδική νίκη -κι αυτή με ένα πέναλτι- εις βάρος της Εθνικής Ελλάδας.

Δεν κατάφεραν καν να προκριθούν στα επόμενα δύο Παγκόσμια Κύπελλα και χρειάστηκε η πλήρης αλλαγή «φουρνιάς» για να φτάσουν στην κατάκτηση ενός διεθνή τίτλου. Το Euro 1988 των Μάρκο φαν Μπάστεν, Ρουντ Γκούλιτ και Φρανκ Ράικαρντ ήταν ένα είδος εξιλέωσης για τους χαμένους τελικούς του 1974 και του 1978, που άφησαν μία «βασίλισσα» του ποδοσφαίρου δίχως το στέμμα της.

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...