Μια καριέρα γεμάτη τίτλους και ντρίμπλες. Ο Θανάσης Μπέμπης θα είναι για πάντα ο θρύλος του Ολυμπιακού

Μια καριέρα γεμάτη τίτλους και ντρίμπλες. Ο Θανάσης Μπέμπης θα είναι για πάντα ο θρύλος του Ολυμπιακού

Ο τεράστιος Θανάσης Μπέμπης βρίσκεται πια στη γειτονιά των αγγέλων. Το Sport-Retro.gr ετοίμασε ένα αφιέρωμα στη ζωή και την καριέρα του «Πινόκιο», του θρύλου του Ολυμπιακού, του ποδοσφαιριστή που για πολλούς είναι ο κορυφαίος όλων των εποχών στο ελληνικό ποδόσφαιρο.

«Από μικρός τον θαύμαζα και τον σεβόμουν. Θυμάμαι είχαμε παίξει και αντίπαλοι στα τελευταία παιχνίδια της καριέρας του. Καλό ταξίδι Θανάση».

Όταν ο «Στρατηγός» του «αιωνίου» αντιπάλου προχωρά σε μία τέτοια ανάρτηση μέσω της επίσημης σελίδας του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αυτομάτως αποκτά μεγαλύτερη αξία οτιδήποτε άλλο.

Ο Μίμης Δομάζος, όπως και πολλοί μη Ολυμπιακοί, αναγνώρισαν και μετά θάνατον την αξία του τεράστιου Θανάση Μπέμπη, ο οποίος «έφυγε» πλήρης ημερών στις 23 Ιουλίου 2017.

Το Sport-Retro.gr ετοίμασε ένα αφιέρωμα στη ζωή και την καριέρα του «Πινόκιο», του θρύλου του Θρύλου, του ποδοσφαιριστή που κατά πολλούς είναι ο κορυφαίος όλων των εποχών στο ελληνικό ποδόσφαιρο.

Το ξεκίνημα

Ο Θανάσης Μπέμπης γεννήθηκε στις 26 Ιουνίου 1928 στον Βοτανικό και επί γερμανικής κατοχής άρχισε να παίζει ποδόσφαιρο στα Πράσινα Πουλιά Πετραλώνων.

Έπειτα από ένα πέρασμα στις γειτονικές ομάδες Ένωση Αγίου Ανδρέα και Ακράτητο, ο νεαρός Αθηναίος εντάχθηκε στο ρόστερ του Φωστήρα σε ηλικία 19 ετών.

Στις 12 Ιουλίου 1948 είχε υπογράψει ένα χαρτί που ανέφερε: «Δηλώ ότι θα είμαι πιστός ακόλουθός του και ουδέποτε θα εγκαταλείψω τον αγαπημένο μου σύλλογο Φωστήρα».

Αποθέωση μόλις σε ηλικία 22 ετών

Αργότερα, όμως, κατηγόρησε τη διοίκηση της ομάδας του για πλαστογραφία, αναίρεσε τη δήλωση πίστης του και η υπόθεση κατέληξε στα δικαστήρια χωρίς να βγει άκρη.

Το 1948 μεταπήδησε στον Ολυμπιακό, αλλά θα έπρεπε να περιμένει 2 χρόνια για να λάβει μέρος σε επίσημες υποχρεώσεις, καθώς η ομάδα του Ταύρου δεν είχε συναινέσει στη μεταγραφή, με συνέπεια να επιβληθεί ο συνήθης για την εποχή αποκλεισμός.

Η πρώτη, ανεπίσημη, συμμετοχή του καταγράφηκε στις 10 Αυγούστου 1949 και συγκεκριμένα στη βραδινή φιλική αναμέτρηση με τη γαλλική Νις (1-1 το σκορ) στο γήπεδο του Παναθηναϊκού.

Η σεζόν 1949-50 τον «έψησε» περισσότερο, καθώς αγωνίστηκε σε 19 φιλικούς αγώνες και σημείωσε 9 γκολ, το πρώτο από τα οποία στις 30 Νοεμβρίου 1949 κόντρα στη Δάφνη Μεταξουργείου.

Ο Θανάσης Μπέμπης, ουσιαστικά, ήταν ο διάδοχος του Γιάννη Βάζου, υπό την έννοια ότι άρχισε να καταγράφει συμμετοχές με την ερυθρόλευκη φανέλα τη χρονιά που ο απαράμιλλος σκόρερ κρέμασε τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια.

Βέβαια, οι δύο αυτοί θρύλοι του Ολυμπιακού αγωνίζονταν σε διαφορετική θέση, όπως θα διαβάσετε παρακάτω στο… βιογραφικό του «Πινόκιο».

Ο νεαρός άσος των «ερυθρολεύκων» άνοιξε λογαριασμό σε ντέρμπι (με την ΑΕΚ για το Κύπελλο Χριστουγέννων) στις 27 Δεκεμβρίου 1949 στο γήπεδο του Παναθηναϊκού και, μάλιστα, το γκολ ήταν νικητήριο (1-0 στο 90’).

Το επίσημο ντεμπούτο του στις δύο βασικές διοργανώσεις έγινε κόντρα στον Πανιώνιο και το πιο σπουδαίο είναι ότι σε εκείνο του πρωταθλήματος στη Νέα Σμύρνη, σημείωσε το γκολ που χάρισε τη νίκη στην ομάδα του με 1-0.

Αυτός ήταν ο Μπέμπης

Έφτασε η ώρα για να θυμηθούν οι παλιότεροι και να μάθουν οι νεότεροι ποιος ήταν ο Θανάσης Μπέμπης, ο θρυλικός «Πινόκιο» του ελληνικού ποδοσφαίρου.

Το ύψος του δεν ξεπερνούσε τα 1.65μ., ήταν λεπτός, απίστευτα δραστήριος, αγωνιζόταν συνήθως με το κεφάλι ψηλά, κοινώς τον συνόδευε η ταμπέλα «παλιό, κλασικό δεκάρι».

Αρχικά αγωνίστηκε ως μεσοεπιθετικός, αλλά όσο περνούσαν τα χρόνια τόσο πιο πολύ έπαιρνε ρόλο «καθαρού» μέσου στον χώρο του κέντρου.

Υπήρξε μια ποδοσφαιρική ιδιοφυία που ενδεχομένως οι παλιότεροι να παραλληλίσουν με τον Ραϊμόν Κοπά (σ.σ. επίσης «έφυγε» πρόσφατα) και εσχάτως με τον Λιονέλ Μέσι.

Το κοντρόλ και η πάσα του δεν θα μπορούσαν να στερηθούν αξίας, του άρεσε να αλλάζει συχνά ρυθμό στο παιχνίδι, ενώ το πιο θεαματικό προσόν του ήταν η ντρίμπλα (κοφτή ή «ποδιά» στον αντίπαλο).

Το σημαντικότερο μειονέκτημα ήταν, όπως είναι φυσικό, η κεφαλιά, εν αντιθέσει με το σκοράρισμα που έπαιρνε καλό βαθμό, χωρίς βέβαια να ανήκει στην κατηγορία των δεινών γκολτζήδων.

Όταν έτρεχε ο Μπέμπης, μία ακίνητη τούφα ξεχώριζε ως… προέκταση του πίσω μέρος του κεφαλιού, ένα σήμα κατατεθέν της εξωτερικής του εμφάνισης, σε συνδυασμό φυσικά με το μικρό μπόι.

Γενικώς του άρεσε να περιπαίζει τους αντιπάλους με ντρίμπλες και κολπάκια, ήταν πονηρός και τσαμπουκάς όποτε χρειαζόταν, αλλά σε μερικές περιπτώσεις ήταν εριστικός.

Αξίζει να αναδημοσιευθεί μία συνέντευξη του αθλητικού συντάκτη Γιάννη Βανδώρου στην εφημερίδα «Ομάδα» από τον Μάρτιο του 1960.

Έλεγε τότε ο Θανάσης Μπέμπης για τις περίφημες ντρίμπλες του: «Πριν ακόμα με πλησιάσει πολύ ο αντίπαλος, έχω φροντίσει να προσποιηθώ ότι θα κλωτσήσω την μπάλα στην αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που σκέπτομαι. Έτσι ο άλλος γελιέται, κάνει κίνηση προς τα πλάγια και αρχίζει η ντρίμπλα.

Ο αντίπαλος δεν είναι τόσο βλάκας. Γρήγορα βρίσκει την ψυχραιμία του και προσπαθεί να μου κόψει τον δρόμο. Τον ξεγελώ, όμως, πάλι, περνώντας την μπάλα κάτω από τα πόδια μου, σπρώχνοντάς την πλάγια με το εσωτερικό του αριστερού ποδιού.

Αμέσως μετά στρέφω το σώμα μου πλάγια, αναγκάζοντας τον αντίπαλο, ή να χάσει την ισορροπία του, ή να προσπαθήσει να μου βάλει τρικλοποδιά, την οποία, όμως, προβλέπω πάντα και πάντα αποφεύγω.

1959: Στα δίχτυα μετά το γκολ του επί της Δόξας Δράμας στον τελικό Κυπέλλου

Το αποφασιστικό σημείο της ντρίμπλας: ο αντίπαλος πρέπει να ξεγελαστεί τόσο, ώστε να… ψάχνει για την μπάλα πίσω από μένα. Όποτε το καταφέρω αυτό, η ντρίμπλα μου θεωρείται επιτυχημένη».

Να σημειωθεί ότι το παρατσούκλι «Πινόκιο» πιθανότατα βγήκε από τον Ελληνοκύπριο ποιητή και δημοσιογράφο Παύλο Κριναίο.

Το παλμαρέ και το… διάλειμμα του 1954

Ηλίας Ρωσίδης, Ανδρέας Μουράτης, Μπάμπης Κοτρίδης, Σάββας Θεοδωρίδης, Γιώργος Δαρίβας, Μπάμπης Δρόσος, Ηλίας Υφαντής, Γιώργος Σιδέρης και Κώστας Πολυχρονίου είναι μερικοί από τους παιχταράδες που πλαισίωσαν τον Θανάση Μπέμπη και δημιούργησαν την ομαδάρα της δεκαετίας του 1950.

Ο «Πινόκιο» πανηγύρισε για την κατάκτηση 6 πρωταθλημάτων (1951, 1955, 1956, 1957, 1958, 1959), 9 Κυπέλλων (1951, 1952, 1953, 1957, 1958, 1959, 1960, 1961, 1963) και 8 πρωταθλημάτων ΕΠΣ Πειραιώς (1951, 1952, 1953, 1955, 1956, 1957, 1958, 1959).

Σε συνδυασμό με το Βαλκανικό Κύπελλο του 1963, ο Μπέμπης κατέγραψε ένα αξιοζήλευτο παλμαρέ με 24 τίτλους, που ανώτερό του μόνο ο Ηλίας Ρωσίδης, ο Μπάμπης Κοτρίδης και ο Γιώργος Δαρίβας μπορούν να αντιπαρατάξουν.

Φυσικά, αν απομονωθούν μόνο τα πρωταθλήματα και τα Κύπελλα, τότε σίγουρα υπάρχουν και αρκετοί σύγχρονοι ποδοσφαιριστές (Πρέντραγκ Τζόρτζεβιτς, Γιώργος Ανατολάκης, Αντώνης Νικοπολίδης κ.τ.λ.), οι οποίοι μετρούν ανάλογες κατακτήσεις.

Ενδεχομένως, ο Ολυμπιακός να μην είχε χάσει τον τίτλο του 1953 (σ.σ. χρειαζόταν νίκη με τον Παναθηναϊκό, αλλά το ντέρμπι έληξε 0-0), αν αγωνίζονταν οι Μπέμπης και Μουράτης.

Βέβαια, ο «Πινόκιο» απώλεσε κι αυτόν του 1954, αφού λόγω οικονομικών διαφορών είχε επιστρέψει για μία σεζόν στον Ακράτητο Πετραλώνων και, μάλιστα, είχε σκοράρει με τη φανέλα της Αθήνας στο 2-2 κόντρα στη Θεσσαλονίκη για το Κύπελλο Πόλεων.

Ασπασμός φανέλας με τους Πολυχρονίου και Ποσειδώνα

Το πρώτο ματς μετά την επιστροφή του στο «λιμάνι» πραγματοποιήθηκε στις 28 Ιουλίου 1954 και συγκεκριμένα στη διεθνή φιλική νίκη επί της Γαλατάσαραϊ (1-0) στο γήπεδο του Παναθηναϊκού.

Επίσης, αξίζει να σημειωθεί ότι από τις 10 φορές που ο Ολυμπιακός προκρίθηκε στον τελικό του Κυπέλλου, ο Μπέμπης και οι συμπαίκτες του πανηγύρισαν σε 9 περιπτώσεις!

Αναφορικά με το περίφημο Βαλκανικό Κύπελλο του 1963, στην τελευταία σεζόν του, ο «Πινόκιο» αγωνίστηκε στο πρώτο ματς του ομίλου με τη ρουμανική Στεαγκούλ Μπρασόβ (σ.σ. τώρα λέγεται απλά Μπρασόβ) και στον β’ τελικό με τη βουλγαρική Λέφσκι Σόφιας.

Η αναγνώριση από «εχθρούς» και φίλους

«Τα πόδια του είχαν τόση επιδεξιότητα όση το χέρι ενός ζωγράφου και η ακρίβεια των μεταβιβάσεών του ήταν όμοια με αυτή ενός Ελβετού κλητήρα», φέρεται να είχε γράψει δημοσιογράφος της εποχής.

Όπως είναι φυσικό αυτή ήταν μόλις μία από τις πολλές εγκωμιαστικές ατάκες που γράφτηκαν για τον Θανάση Μπέμπη.

«Ανεπανάληπτο φαινόμενο ο Θανάσης και πολύ μακριά του ο δεύτερος», υποστήριζε πάντα ο θρυλικός συμπαίκτης του Γιώργος Σιδέρης.

Ένας άλλος… συνοδοιπόρος του, ο Σάββας Θεοδωρίδης, τον χαρακτήριζε ως τον μεγαλύτερο μπαλαντέρ όλων των εποχών στην Ελλάδα.

Εναέρια μονομαχία με τον Στάθη Μανταλόζη

Θα μας επιτρέψουν, όμως, οι προαναφερθέντες τρανοί άσοι του Ολυμπιακού και του εγχώριου ποδοσφαίρου να δοθεί περαιτέρω βαρύτητα σε έναν τεράστιο αντίπαλο.

Το Νο1 ίνδαλμα του Μίμη Δομάζου ήταν ο Θανάσης Μπέμπης, εξ ου και η φημολογία ότι υπήρξε υποστηρικτής των «ερυθρολεύκων» στα μικράτα του (σ.σ. ο ίδιος έχει δηλώσει ότι δεν ισχύει το δεύτερο σκέλος της πρότασης).

Δεν είναι λίγο ο, κατά γενική ομολογία, κορυφαίος ποδοσφαιριστής του Παναθηναϊκού να έχει παραδεχθεί δημοσίως ότι θαύμαζε βαθύτατα ένα αστέρι του Ολυμπιακού.

Μάλιστα, σύμφωνα με τον «Στρατηγό», υπήρξε και τελετή… παράδοσης-παραλαβής, ύστερα από τη λήξη ενός φιλικού αγώνα μεταξύ των δύο «αιωνίων».

Ο Μπέμπης πλησίασε τον Δομάζο, έβγαλε ένα σταυρουδάκι από τον λαιμό του, το πέρασε στον νεαρό του αντίπαλο και του είπε: «Εσύ θα είσαι ο διάδοχός μου».

Ο αείμνηστος Πάνος Γεραμάνης είχε δημοσιεύσει στην «Ομάδα» μία μαρτυρία ενός αναγνώστη, ο οποίος υποστήριζε ότι είχε συνομιλία με τον Λάκη Πετρόπουλο, αναφορικά με την κορυφαία μεταπολεμική 11άδα της χώρας.

«Δύσκολα μου βάζεις, αγόρι μου. Αλλά δυο-τρεις θέσεις να στις πω αμέσως. Είναι καπαρωμένες. Έξω αριστερά ο Χατζηπαναγής. Τερματοφύλακας ο Σάββας Θεοδωρίδης. Όπου… ήθελε ο Λουκανίδης. Και δεκάρι ο Μπέμπης. Τα υπόλοιπα θέλουν ψάξιμο».

Ειδικό βάρος έχει και η δήλωση του μοναδικού Τσεχοσλοβάκου ποδοσφαιριστή που έχει κατακτήσει «Χρυσή Μπάλα», έπειτα από τη λήξη της φιλικής αναμέτρησης Ολυμπιακός-Ντούκλα Πράγας στο Στάδιο Καραϊσκάκη (9/1/1963).

«Δεν έχω δει τέτοιο παίκτη στην Ευρώπη», είπε τότε ο Γιόζεφ Μάσοπουστ, δηλαδή ο κορυφαίος άσος της «γηραιάς ηπείρου» εν έτει 1962 σύμφωνα με τους δημοσιογράφους των κρατών μελών της UEFA.

Ανακοινώσεις για τον χαμό του «Πινόκιο», εκτός φυσικά από την ΠΑΕ Ολυμπιακός, έβγαλαν μεταξύ άλλων η ΠΑΕ και ο Σύνδεσμος Παλαιμάχων της ΑΕΚ.

Μερικές σπάνιες ιστορίες

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και μερικές από τις ιστορίες που «αλιεύθηκαν» από βιβλία ή αναζητήσεις σε αξιόπιστες ιστοσελίδες.

Σε ένα ντέρμπι με τον Παναθηναϊκό ο Μπέμπης πέρασε μερικούς παίκτες και τον τερματοφύλακα, έβαλε την μπάλα πάνω στην γραμμή, κάθισε επάνω της επιδεικτικά και περίμενε να τον πλησιάσουν οι αντίπαλοι για να βάλει το γκολ.

Ένα άλλο περιστατικό καταγράφηκε στην Κωνσταντινούπολη, κατά τη διάρκεια αγώνα της Εθνικής ομάδας με την Τουρκία στο πλαίσιο του Κυπέλλου Φιλίας Ανατολικής Μεσογείου (16/5/1952).

Το τουρνουά εμπεριείχε τη λέξη «Φιλία», όμως όταν ο Μπέμπης έκανε μία ντρίμπλα σε αντίπαλο εκείνος τον χτύπησε, προτού ο Ανδρέας Μουράτης πάρει εκδίκηση με μία γροθιά.

Μία χιουμοριστική ιστορία έγινε σε ντέρμπι Άρης-Ολυμπιακός στη Θεσσαλονίκη, επίσης στις αρχές της δεκαετίας του 1950.

Ο Σάββας Θεοδωρίδης του πέταξε την μπάλα κι εκείνος του την επέστρεψε με ψηλοκρεμαστό πλασέ για να τον υποχρεώσει σε επέμβαση!

Όσοι αναρωτιούνται για το ίνδαλμα του Μπέμπη, πριν από τις μοναδικές συμμετοχές του στο Κύπελλο Πρωταθλητριών της σεζόν 1959-60 κόντρα στη Μίλαν, είχε πει ότι θαύμαζε τον Νιλς Λίντχολμ.

Ο Πολ Μπαρόν, από την πλευρά του, ο Γάλλος ομοσπονδιακός τεχνικός της εποχής, είχε δηλώσει ότι τόσο ο «Πινόκιο» όσο και ο Ηλίας Υφαντής ήταν ικανοί να κάνουν τη ζημιά στους «ροσονέρι».

Με το εθνόσημο

Ο Θανάσης Μπέμπης φόρεσε 17 φορές τη φανέλα της Εθνικής ομάδας από το 1950 μέχρι το 1959, αρχής γενομένης από το ματς με την Αίγυπτο (17/2/1950 ως αλλαγή στο β’ ημίχρονο) για το Κύπελλο Φιλίας Ανατολικής Μεσογείου.

Το 1956 η ελληνική αθλητική ταινία «Οι άσοι των γηπέδων» κατέγραψε μία προ τριετίας… ανταρσία (1/11/1953) στο αντιπροσωπευτικό συγκρότημα.

Συγκεκριμένα, οι διεθνείς Μουράτης, Λινοξυλάκης, Μανταλόζης και Πετρόπουλος, οι οποίοι υποδύθηκαν τους εαυτούς τους, αρνήθηκαν να αγωνιστούν σε ματς με το Ισραήλ.

Όπως είπε αργότερα ο Μπέμπης: «Για να προετοιμαστούμε με την Εθνική είχαμε χάσει τα μεροκάματά μας. Μας είχαν τάξει, αν θυμάμαι καλά, 800 – 1.000 δραχμές.

Δεν μας τις έδωσαν και αντιδράσαμε όχι εγκαταλείποντας την Εθνική, αλλά πηγαίνοντας μόνοι μας σε άλλο ξενοδοχείο, μακριά από τους υπευθύνους.

Δεν το κάναμε για τα χρήματα. Ήταν δόξα και τιμή να αγωνίζεσαι με την Εθνική ομάδα. Διοικούσαν κοράκια την Ομοσπονδία και η αντίδρασή μας αυτούς στόχευε».

Τελικά μετά από διαβεβαιώσεις, η «γαλανόλευκη» του Κώστα Νεγρεπόντη έδωσε κανονικά το «παρών» στο ματς για την προκριματική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1954 και πήρε τη νίκη (1-0) με γκολ του Μπέμπη στο 52’.

Η τελευταία διεθνής συμμετοχή του «ερυθρόλευκου» άσου έγινε στις 15 Νοεμβρίου 1959 και συγκεκριμένα σε μία εκτός έδρας ήττα με 4-0 από τη Γιουγκοσλαβία (σ.σ. ματς για το προολυμπιακό τουρνουά του 1960)

Δεκαεπτά ημέρες αργότερα, ο Πολ Μπαρόν κάλεσε για πρώτη φορά στην Εθνική τον 17χρονο Μίμη Δομάζο και αυτό το γεγονός αποτέλεσε μία νέα άτυπη τελετή παράδοσης-παραλαβής.

Αήττητος στο πρωτάθλημα με τον Ολυμπιακό

Ο Θανάσης Μπέμπης ολοκλήρωσε τη σπουδαία καριέρα του στον Βύζαντα Μεγάρων τη σεζόν 1963-64, χωρίς ωστόσο να επιτευχθεί ο στόχος της ανόδου στην Α’ Εθνική (σ.σ. 2ος στον Β’ όμιλο πίσω από την Προοδευτική).

Ο παίκτης των 207 συμμετοχών (οι 152 στο πρωτάθλημα, οι 53 στο Κύπελλο, οι 2 στο Πρωταθλητριών) και των 41 γκολ (τα 28 στο πρωτάθλημα, τα 13 στο Κύπελλο) επέστρεψε ως προπονητής στον Ολυμπιακό για 5 θητείες ως υπηρεσιακός.

Συγκεκριμένα, από τις 10 Μαΐου μέχρι τις 15 Ιουνίου 1969 σημείωσε 6 νίκες, από τις 3 μέχρι τις 17 Φεβρουαρίου 1980 κατέγραψε 1 νίκη και 2 ισοπαλίες (σ.σ. έχασε στο Κύπελλο από τον ΠΑΟΚ), στις 27 Νοεμβρίου 1983 ήρθε η νίκη με 5-0 επί του Αιγάλεω, ενώ από τις 18 Μαρτίου μέχρι τις 6 Μαΐου 1984 πέτυχε 5 νίκες και 1 ισοπαλία.

Στον πάγκο ανάμεσα στους Αλκέτα Παναγούλια και Μιλτιάδη Μαρινάκη

Στην ιστορία έμειναν οι ατάκες του πριν και μετά το εντός έδρας ντέρμπι της τελευταίας αγωνιστικής του 1984 με τον πρωταθλητή Παναθηναϊκό.

Ο Ολυμπιακός ήθελε μόνο νίκη για να μην μείνει εκτός των ευρωπαϊκών διοργανώσεων και τότε ο Μπέμπης έκανε έκκληση στην ΕΠΟ «να στείλει… ποδήλατα για να κάνουν οι Παναθηναϊκοί τον γύρο του Καραϊσκάκη, αφού τόσο πολύ το θέλουν».

Ύστερα από τη νίκη των «ερυθρολεύκων» με 2-1, ο «Πινόκιο» έκλεψε και πάλι την παράσταση με την ατάκα: «Ο Ολυμπιακός είναι υποχρεωμένος να κερδίζει πάντα τον Παναθηναϊκό και ας χάνει από τον… Βούδα».

Τέλος, ο Μπέμπης κατέγραψε 3 νίκες και 2 ισοπαλίες από τις 5 Μαΐου μέχρι τις 16 Ιουνίου 1985, ολοκληρώνοντας τις θητείες του με συνολικά 16 νίκες, 5 ισοπαλίες και καμία ήττα.

Επιπλέον εργάστηκε ως προπονητής στον Βύζαντα Μεγάρων τις σεζόν 1968-69, 1969-70 και στην Κόρινθο για 2 ματς Κυπέλλου της περιόδου 1987-88.

***

Ο «Πινόκιο» απεβίωσε στα 89 του και πήρε μαζί του ακόμα ένα τεράστιο κομμάτι της ρομαντικής εποχής του ελληνικού ποδοσφαίρου.

Η προ πενταετίας στιγμή που γονατίζει και φιλά τη σημαία του Ολυμπιακού θα μείνει για πάντα χαραγμένη στη μνήμη των φιλάθλων του.

Ο Θανάσης Μπέμπης ξεκίνησε το ταξίδι της αναζήτησης παλιών φίλων και αντιπάλων, προκειμένου να δώσει στην ποδοσφαιρική ομάδα του Παραδείσου την απαιτούμενη λάμψη που χρειάζεται.

Εκεί θα βρει και τον παλιόφιλο Ανδρέα Μουράτη για να συνεχίσουν τα πειράγματα και να θυμηθούν τις ένδοξες στιγμές της συνύπαρξής τους.

Μεγάλε Θανάση Μπέμπη, καλή ανάπαυση…

 

Διαβάστε ακόμη:

Οι μυστικές προπονήσεις του Σάββα Θεοδωρίδη με τον Παναθηναϊκό

Μία αξιοζήλευτη ευρωπαϊκή επίδοση: Το 5Χ5 του θρυλικού Ολυμπιακού

Γιώργος Σιδέρης: Ο πιο θρυλικός σκόρερ του Ολυμπιακού

Τελευταία Άρθρα

Γράψτε ένα σχόλιο

Το e-mail σας ΔΕΝ δημοσιεύεται

Ακύρωση Απάντησης

Ball Epoque