Η καριέρα του Ντάνιελ Αμοκάτσι έχει δικτάτορες, μαύρη μαγεία και… αυτόβουλες αλλαγές

Ο Ντάνιελ Αμοκάτσι έχει γράψει το όνομά του στο πάνθεον του ποδοσφαίρου με «χρυσά» γράμματα. Δεν είναι μόνο οι επιτυχίες με την εκπληκτική ομάδα της εθνικής Νιγηρίας τη δεκαετία του ’90 είναι και αυτό που συνέβη στις 25 Νοεμβρίου 1992.

Ο τότε 19χρονος επιθετικός ήταν ο σκόρερ του μοναδικού τέρματος της Μπριζ στη νίκη με 1-0 επί της ΤΣΣΚΑ Μόσχας. Αυτό ήταν το πρώτο τέρμα του στο Champions League και συνάμα το πρώτο γκολ που σημειώθηκε ποτέ στο τουρνουά, μετά από την αναμόρφωσή του!

Ο Νιγηριανός, όμως, δεν έχει να διηγηθεί μόνο αυτό το κατόρθωμα. Η ζωή του και η καριέρα του βρίθει από εντυπωσιακές -όσο και απίστευτες- ιστορίες, στις οποίες ανατρέχει το Sport-Retro.gr.

Δεν ήξερε τον ομοσπονδιακό τεχνικό

Γεννήθηκε στην Καντούνα της Νιγηρίας στις 30 Δεκεμβρίου 1972, σύμφωνα με την ημερομηνία γέννησης που αναγραφόταν στα συμβόλαιά του. Κατά τον ίδιο, έζησε πολύ φτωχικά παιδικά χρόνια. «Προέρχομαι από μία πολύ φτωχή οικογένεια, που μοχθούσε για να φάει μία φορά τη μέρα».

Το ποδόσφαιρο έμοιαζε με διέξοδο για όλα τα παιδιά εκείνης της εποχής στη χώρα και ο ίδιος δεν αποτελούσε εξαίρεση. «Αν ένας παίκτης έρθει και σου πει ότι άρχισε να παίζει ποδόσφαιρο από τα 6 ή από τα 8 του, να ξέρεις ότι λέει ψέμματα. Όταν μεγαλώνεις στα γκέτο, κλοτσάς ό,τι κυλάει από τη στιγμή που αρχίζεις το περπάτημα. Έτσι αναπτύσσεις τις ικανότητές σου».

Στα 14 του υπέγραψε επαγγελματικό συμβόλαιο με την Καντούνα Γιουνάιτεντ και τρία χρόνια αργότερα μετακινήθηκε στην Ρόντσερς Μπι. Εξελίχθηκε σε τόσο σημαντική μονάδα, που έπρεπε να αφήσει το σχολείο σε επίπεδο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και να επικεντρωθεί στο ποδόσφαιρο.

Μια μέρα, μετά από έναν αγώνα πρωταθλήματος, ένας αξιωματούχος τον προσέγγισε και του είπε: «Ήρθε ένας ξένος που θέλει να σε δει». Αυτός ο ξένος βρήκε τον Αμοκάτσι και τον ρώτησε «με ξέρεις;». «Όχι», απάντησε απορημένος ο 16χρονος Νιγηριανός.

«Νόμιζα ότι ήταν σκάουτ από την Ευρώπη», εξηγεί. Ο μυστηριώδης ξένος συστήθηκε στον μικρό και τον ρώτησε αν θέλει να αγωνιστεί στην εθνική ομάδα. «Ποια εθνική ομάδα;» «Τους Σούπερ Αετούς», απάντησε ο άγνωστος. «Στους Σούπερ Αετούς; Όχι, όχι όχι. Είμαι μόλις 16 ετών», του απάντησε.

Ο «άγνωστος», όμως, μόνο άγνωστος δεν ήταν. Επρόκειτο για τον ομοσπονδιακό τεχνικό της εθνικής Νιγηρίας, τον Ολλανδό Κλέμεντ Βέστερχοφ, τον αναμορφωτή του ποδοσφαίρου της χώρας, ο οποίος πιστώνεται τις επιτυχίες της δεκαετίας του ’90.

Ο πρώην τεχνικός της Φιτέσε και βοηθός στη Φέγενορντ ανέλαβε στο τέλος του 1989, ωστόσο απέτυχε να οδηγήσει την ομάδα στην πρόκριση για την τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1990, αφού δεν κατάφερε να πάρει την ισοπαλία που ήθελε στο Καμερούν την τελευταία μέρα των προκριματικών. Μετά από τον αποκλεισμό υποσχέθηκε αναδιοργάνωση της εθνικής ομάδας και άρχισε να το πράττει τσεκάροντας παίκτες σε όλη την επικράτεια.

«Όταν μου είπε ότι με είχε δει να αγωνίζομαι, ήξερε τι δυνατότητες είχα και ότι με ήθελε στον σχεδιασμό του για το Κύπελλο Εθνών Αφρικής και για το Παγκόσμιο Κύπελλο, άρχισα να ονειρεύομαι τη δόξα», δήλωσε ο Αμοκάτσι, που τελικά πήγε στο Κύπελλο Εθνών Αφρικής του 1990 ως ένας από τους μικρότερους παίκτες της διοργάνωσης, τρεις μήνες αφότου έγινε 17 ετών. Η Νιγηρία έφτασε μέχρι τον τελικό όπου ηττήθηκε από την οικοδέσποινα Αλγερία και ο Αμοκάτσι πήρε μια πρώτη γεύση του τι θα ακολουθούσε.

Ήταν ο… γιος του δικτάτορα της Νιγηρίας

Η ραγδαία ανέλιξη του Αμοκάτσι σε τόσο μικρή ηλικία έβαλε σε υποψία αρκετούς ανθρώπους στη Νιγηρία. Πριν καν ενηλικιωθεί, ήταν στέλεχος μιας «φουρνιάς» με τεράστιο ταλέντο και πολύ υψηλές βλέψεις. Αρκετοί απέδωσαν αυτήν την εξέλιξη και σε άλλους παράγοντες και συγκεκριμένα στην εγκάρδια σχέση του με τον Σαμ Αμπάτσα, τον επικεφαλής του στρατού της χώρας.

Ο Αμπάτσα ήταν ο άνθρωπος που το 1983 έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ανατροπή του προέδρου Σέχου Σαγκάρι. Ο στρατηγός Μουχαμαντού Μπουχάρι ανέλαβε τα «ηνία» της χώρας μέχρι το 1985, όταν ανατράπηκε από τον στρατηγό Ιμπραχίμ Μπαμπανγκίντα, ξανά με τη στήριξη του Αμπάτσα.

Τον Αύγουστο του 1993, όταν ο Μπαμπανγκίντα αποχώρησε από την ηγεσία της χώρας, έχοντας ακυρώσει δύο μήνες νωρίτερα τις πρώτες εκλογές μετά από πολλά χρόνια, ο Αμπάτσα ορίστηκε υπουργός άμυνας. Στις 17 Νοεμβρίου 1993, ο πρόεδρος της μεταβατικής κυβέρνησης, Έρνεστ Σόνεκαν, παραιτήθηκε και παραχώρησε όλες τις εξουσίες στον Αμπάτσα, μία κίνηση που έμοιαζε με νέο πραξικόπημα στη χώρα.

Ο Αμπάτσα εγκαθιδρύει νέα δικτατορία που χαρακτηρίζεται από άνθιση της οικονομίας, κατασκευή δημοσίων έργων και φυσικά από αισχρή καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κατάπνιξη κάθε φωνής αντιπολίτευσης.

Ταυτόχρονα, ο Αμπάτσα ήταν ο «πατέρας» του Αμοκάτσι! «Ο θείος μου ήταν ο βοηθός του πριν γίνει πρόεδρος του κράτους, το 1982, όταν ήμουν στην 6η Δημοτικού. Μετά από αυτό, πήγα στο στρατιωτικό σχολείο της Ζάρια και ο Αμπάτσα μετατέθηκε εκεί, οπότε οι οικογένειές μας ανέπτυξαν ισχυρή σχέση και ήμουν σαν γιος του. Αυτό συνέβη γύρω στο 1984 και κάπως έτσι άρχισε η σχέση μου με τον Αμπάτσα. Ποτέ δεν θα πω ότι μετανιώνω που γνώρισα την οικογένεια Αμπάτσα».

«Δεν είχε καμία επιρροή σε μένα, επειδή έκανα τη δική μου δουλειά. Όποτε φορούσα το πράσινο και το λευκό, έπαιζα από την καρδιά μου. Έπαιζα στην ομάδα επειδή άξιζα να παίζω σε εκείνη την ομάδα, όχι λόγω κάποιας επιρροής. Εκείνη την εποχή, η Νιγηρία υπέφερε από διεθνείς τιμωρίες. Ο πλανήτης δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με τη χώρα. Όμως το ποδόσφαιρο ήταν το μοναδικό πράγμα που πήγαινε μπροστά τη Νιγηρία. Οπότε, ο καθένας στην κυβέρνηση σίγουρα θα υποστήριζε την εθνική ομάδα. Στην κυβέρνηση δεν είχαν άλλη επιλογή από το να προσφέρουν στήριξη. Ο Αμπάτσα επίσης στήριζε την εθνική ομάδα, γνωρίζοντας ότι ο γιος του (σ.σ. ο Αμοκάτσι μιλάει για τον εαυτό του) συνεισέφερε τόσα πολλά στη δόξα της χώρας».

Από την ανάδοχη οικογένεια στον… πλούτο

Οι εμφανίσεις του στο Κύπελλο Εθνών Αφρικής οδήγησαν δύο συλλόγους από το Βέλγιο να καταθέσουν πρόταση για να τον αποκτήσουν. Παραδοσιακά, η χώρα αυτή αποτελεί προορισμό για Αφρικανούς ποδοσφαιριστές και μάλιστα ο ηγέτης της εθνικής Νιγηρίας, ο κεντρικός αμυντικός Στέφεν Κέσι, βρισκόταν ήδη εκεί, παίζοντας τρεις σεζόν στην Άντερλεχτ με μεγάλη επιτυχία.

Ο Αμοκάτσι ζήτησε τη γνώμη του και ο Κέσι του είπε να προτιμήσει την πρόταση της Μπριζ, βασικής ανταγωνίστριας της Άντερλεχτ για τον τίτλο. Την ίδια συμβουλή του έδωσε και ο Βέστερχοφ και αυτό έπραξε.

Βέβαια, εκείνο το έτος δεν περιελάμβανε μόνο Νιγηρία και Βέλγιο για τον Αμοκάτσι. «Είχα πάρει υποτροφία για να σπουδάσω νομική στο Τέξας και πήγα στις ΗΠΑ το 1990. Όμως, μετά από ένα εξάμηνο, έφυγα για το Βέλγιο. Είχα υπογράψει ήδη συμβόλαιο. Ποτέ δεν είπα σε κανέναν στο σπίτι ότι ήμουν στην Ευρώπη. Όταν μεγαλώνεις σε ένα γκέτο, η ζωή είναι πάλη. Μεγαλώνεις θέλοντας να βελτιώσεις τη ζωή σου. Κατασταλλάζεις στο τι θέλεις να κάνεις. Είδα το ποδόσφαιρο ως μέσο βελτίωσης της ζωής μου».

Η μετακόμισή του στο Βέλγιο έγινε πριν συμπληρώσει τα 18 του, με συνέπεια να χρειαστεί μία τυπική διαδικασία για να ολοκληρωθεί η μεταγραφή. «Όταν τελειώσαμε στο Κύπελλο Εθνών Αφρικής, ήμουν μόλις 17 ετών και στην Ευρώπη δεν επιτρέπεται να μένεις μόνος σου σε αυτήν την ηλικία. Οπότε, με πήγαν σε ανάδοχη οικογένεια, με την οποία έμεινα μέχρι να ενηλικιωθώ», θυμάται.

Εκεί έβγαλε και τα πρώτα καλά χρήματα, φτάνοντας μέχρι την οικονομική ελίτ της χώρας στο ποδόσφαιρο. Τον πρώτο χρόνο έκανε προπονήσεις με τους αναπληρωματικούς. Τον δεύτερο χρόνο πήγε στην Ολλανδία για ένα τουρνουά νέων και επέστρεψε ως ο MVP και πρώτος σκόρερ, αφού σημείωσε περίπου 15 γκολ, όπως ισχυρίζεται.

Δύο ημέρες μετά, ο νέος τεχνικός της Μπριζ (και μετέπειτα του Πανσερραϊκού), Ούγκο Μπρος, τον κάλεσε για προπόνηση. «Πήγα και έκανα προπόνηση μαζί με άλλους δύο παίκτες και έναν τερματοφύλακα, με τον οποίο έκανα σουτάκια κι έβαζα γκολ. Μετά από την προπόνηση, ο προπονητής με φώναξε και μου είπε ‘νεαρέ, παίζεις αύριο, όχι άλλος πάγκος για σένα’».

«Το επόμενο παιχνίδι ήταν φανταστικό, αφού νικήσαμε με 5-1 και σημείωσα τέσσερα γκολ. Από τότε σκόραρα συνεχώς και κατακτήσαμε το πρωτάθλημα. Την επόμενη σεζόν ανανέωσαν το συμβόλαιό μου και όταν μου έδωσαν τα λεφτά, πήγα και πήρα ένα λαμπερό κάμπριο αμάξι. Ο πιο υψηλά αμειβόμενος παίκτης του συλλόγου οδηγούσε το ίδιο αμάξι».

Έκανε αλλαγή τον… εαυτό του

Μετά από ένα πρωτάθλημα, ένα κύπελλο και τέσσερα σούπερ καπ που κατέκτησε η Μπριζ την τετραετία του Αμοκάτσι στο Βέλγιο, είχε έρθει η ώρα για το μεγάλο βήμα. Ο διεθνής επιθετικός προερχόταν από τις σπουδαίες εμφανίσεις της πατρίδας του στο Παγκόσμιο Κύπελλο των ΗΠΑ, σκοράροντας μάλιστα εις βάρος της Εθνικής Ελλάδας, με συνέπεια οι άνθρωποι της Έβερτον να κάνουν την κίνησή τους.

Η Μπριζ αποδέχθηκε την πρόταση των 3.000.000 λιρών και ο Αμοκάτσι δεν γινόταν να πει «όχι» σε μία τέτοια ευκαιρία. Όταν πάτησε το πόδι του στο Νησί, όμως, αντιλήφθηκε τη διαφορά επιπέδου. Η Premiership ήταν μία ταχύτητα επάνω και η Έβερτον είχε ήδη δύο επιθετικούς για τη βασική ενδεκάδα.

Οι Πολ Ράινταουτ και Ντάνκαν Φέργκιουσον είχαν «κλειδώσει» στη γραμμή κρούσης του Τζο Ρόιλ, ο οποίος λογιζόταν ως επιθετικός, παρότι λειτουργούσε καλύτερα πίσω από τους φορ. Τη σημερινή εποχή, ο συνδυασμός της δύναμης (εξάλλου, αυτό το προσόν και η διάπλασή του οδήγησε στο προσωνύμιο «ταύρος») και της ταχύτητάς του θα τον καθιστούσαν πολύ χρήσιμο σε μια ενδεκάδα, ωστόσο στο παραδοσιακό 4-4-2 των Άγγλων δεν είχε θέση στο γήπεδο και απλά περίμενε τις ευκαιρίες του. Όταν έβλεπε ότι δεν έρχονταν, τις δημιούργησε μόνος του. Κυριολεκτικά…

Ήταν Απρίλιος του 1995, όταν η Έβερτον αντιμετώπιζε την Τότεναμ στον ημιτελικό του Κυπέλλου Αγγλίας. Ο αγώνας διεξήχθη στο «Έλαντ Ρόουντ» της Λιντς και τα «ζαχαρωτά» προηγήθηκαν με τέρματα των Ματ Τζάκσον και Γκράχαμ Στούαρτ, όμως τα «σπιρούνια» μείωσαν με πέναλτι του Γίργκεν Κλίνσμαν, με συνέπεια το παιχνίδι να εξελιχθεί σε θρίλερ.

Με ένα γκολ σε 12 εμφανίσεις στο πρωτάθλημα, ο Αμοκάτσι περίμενε στωικά στον πάγκο, αφού δεν θεωρείτο ικανός να επωμιστεί το βάρος μιας τέτοιας περίστασης. Μέχρι το 70ό λεπτό της συνάντησης, όταν είδε τον Ράινταουτ να σφαδάζει στο έδαφος, μετά από ένα δυνατό μαρκάρισμα.

Ο Άγγλος επιθετικός βγήκε με φορείο από τον αγωνιστικό χώρο και ο Αμοκάτσι «οσμίστηκε» την ευκαιρία και έβαλε τον… εαυτό του στον αγωνιστικό χώρο. Μπήκε αλλαγή χωρίς τη συγκατάθεση του προπονητή της Έβερτον! Όταν, δε, ο Ράινταουτ σηκώθηκε από το φορείο, αφού τελικώς μπορούσε να συνεχίσει τον αγώνα, βρέθηκε προ εκπλήξεως, αφού η ενδεκάδα είχε συμπληρωθεί και δεν μπορούσε να γυρίσει!

Αυτό που είχε συμβεί ήταν πρωτόγνωρο. Ο Αμοκάτσι είχε πάει στο σημείο των αλλαγών και είχε ζητήσει από τον 4ο διαιτητή να σηκώσει την ταμπέλα, όσο διάστημα ο συμπαίκτης του δεχόταν ιατρική φροντίδα εκτός αγωνιστικού χώρου. Ο 4ος διαιτητής υπάκουσε, θεωρώντας φυσιολογικά ότι η είσοδος του Αμοκάτσι ήταν εντολή του Ρόιλ. Φευ…

«Ο Ντάνιελ περιφερόταν έξω από το γήπεδο και ο 4ος διαιτητής σήκωσε την πινακίδα. Αυτό ήταν. Ήταν η καλύτερη αλλαγή που δεν έκανα«, σημείωνε ενθουσιασμένος ο τεχνικός της Έβερτον μετά από τον αγώνα, αφού μέσα σε λίγα λεπτά, ο Αμοκάτσι σημείωσε δύο τέρματα και «κλείδωσε» την πρόκριση της Έβερτον στον τελικό του FA Cup, για πρώτη φορά από το 1989!

Στο «Γουέμπλεϊ», η Έβερτον βρήκε απέναντί της την απόλυτη ομάδα της εποχής, τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, η οποία, όμως, μετά από την απώλεια του πρωταθλήματος από την Μπλάκμπερν, κινδύνευε να μείνει χωρίς σημαντικό τρόπαιο στη σεζόν για πρώτη φορά μετά από έξι χρόνια. Ο Αμοκάτσι επέστρεψε στον πάγκο και ο Ράινταουτ σημείωσε το μοναδικό γκολ της συνάντησης, στο 30ό λεπτό. Ο Ρόιλ έβαλε στο παιχνίδι (με κανονικές διαδικασίες αυτήν τη φορά) τον Νιγηριανό στο 69′ και ο σύλλογος του Μέρσεϊσαϊντ κατέκτησε το πρώτο σημαντικό τρόπαιο μετά από οκτώ χρόνια και το τελευταίο μέχρι σήμερα!

Αγόρασε ιδιωτικό τζετ

Την επόμενη σεζόν είχε 7 συμμετοχές παραπάνω στο πρωτάθλημα (25), αλλά ξανά οι περισσότερες ως αλλαγή, με συνέπεια το καλοκαίρι του 1996 να αποφασίσει πως ήρθε η ώρα να αλλάξει περιβάλλον, για να ξαναβρεί χρόνο συμμετοχής. Ο θρίαμβος στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα, όπου η Νιγηρία σόκαρε με ανατροπές στην παράταση Αργεντινή και Βραζιλία, κατακτώντας το χρυσό μετάλλιο στο ποδοσφαιρικό τουρνουά, τον κράτησε στην «αφρόκρεμα».

Η Μπεσίκτας του προσέφερε ένα πολύ καλό συμβόλαιο και ο Αμοκάτσι αποδέχθηκε την πρόταση, με συνέπεια τη σεζόν 1996-1997 να αγωνιστεί στο τουρκικό πρωτάθλημα. Ο χρόνος συμμετοχής του βελτιώθηκε και μάλιστα την επόμενη σεζόν κατέκτησε ακόμα έναν τίτλο, το κύπελλο της χώρας. Ο Αμοκάτσι αισθανόταν… βασιλιάς στη Μπεσίκτας και συμπεριφέρθηκε ως τέτοιος, αφού αγόρασε μέχρι και ιδιωτικό τζετ!

«Το τζετ προέκυψε όταν η ομάδα έδινε έναν σημαντικό αγώνα στην Κωνσταντινούπολη κι εγώ ήμουν στη Νιγηρία για να δω τη μητέρα μου που ήταν άρρωστη εκείνη την περίοδο. Ο πρόεδρος του συλλόγου έκανε τα πάντα για να με φέρει πίσω, οπότε έπρεπε να μου στείλει ένα ιδιωτικό τζετ, το οποίο προσγειώθηκε στην Καντούνα για να με μεταφέρει στην Τουρκία. Μετά από αρκετές εγκρίσεις σε διάφορες χώρες, προσγειωθήκαμε στην Κωνσταντινούπολη, έπαιξα στον αγώνα και νικήσαμε».

«Ο πρόεδρος, ο οποίος ήταν ένας πολύ νεαρός άντρας και φίλος μου, με ρώτησε αν ήθελα να έχω κι εγώ ένα τέτοιο και του είπα ‘γιατί όχι;’ Τότε, υποσχέθηκε να τηλεφωνήσει σε φίλους του που έτρεχαν μία αμερικανική αεροπορική εταιρία στην Αμερική. Το έκανε και μου είπε ‘συζητήστε το’. Ήρθα σε επαφή μαζί τους και μιλήσαμε. Στο τέλος της ημέρας, ήταν δικό μου».

Αν και δεν ήταν από τους πιο ακριβοπληρωμένους παίκτες στον πλανήτη, κατόρθωνε να συντηρεί ο ίδιος ένα ιδιωτικό αεροπλάνο. Τουλάχιστον για κάποιο διάστημα… «Ήταν ακριβό. Γι’ αυτό το έδωσα πίσω στην εταιρία όταν σταμάτησα το ποδόσφαιρο, επειδή θα ήταν σαν αυτοκτονία. Δεν το καταλάβαινα όσο έβγαζα χρήματα. Τουλάχιστον, ήμουν σίγουρος ότι στον λογαριασμό μου έμπαιναν κάθε εβδομάδα λεφτά, όμως όταν αυτό σταμάτησε να συμβαίνει, έπρεπε να το επιστρέψω».

«Μόνο και μόνο για να πετάξεις πάνω από μία χώρα και να πάρεις άδεια, χρειάζονται χρήματα. Για να το συντηρείς, χρειάζονται χρήματα. Για να το αφήσεις σε ένα αεροδρόμιο για το βράδυ, χρειάζονται χρήματα. Πιστέψτε με, τα πάντα πάνω μου είναι ευλογημένα, ειδάλλως, αν δεν ήταν ο Θεός, δεν θα είχα δεκάρα. Αν κρατούσα το αεροπλάνο, θα μου το είχαν κατασχέσει στο τέλος. Το έδωσα πίσω με διαπραγματεύσεις όταν κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να συνεχίσω το 2000-2001 και όλοι ήταν χαρούμενοι».

Έδωσε 120.000 δολάρια σε θαυματοποιούς

Το καλοκαίρι του 1998 η Νιγηρία ετοιμαζόταν για νέες «υψηλές πτήσεις» στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Γαλλίας. Ο Πελέ τη θεωρούσε πρώτη αφρικανική ομάδα που θα κατακτούσε το τρόπαιο και οι παίκτες που θα την οδηγούσαν ψηλά υπήρχαν στο ρόστερ, όπως απέδειξε στις προηγούμενες μεγάλες διοργανώσεις.

Ο Αμοκάτσι δεν ήταν ένας από αυτούς. Αν και βρέθηκε στην αποστολή, τραυματίστηκε στο γόνατο πριν από την πρεμιέρα, με συνέπεια να μην καταφέρει να αγωνιστεί όσο θα ήθελε. Η Νιγηρία προκρίθηκε ως πρωτοπόρος του ομίλου (αποκλείοντας την Ισπανία), ωστόσο ηττήθηκε στη φάση των 16 από τη Δανία. Αυτό ήταν και το «κύκνειο άσμα« εκείνης της τρομερής ομάδας των «Σούπερ Αετών», αλλά και του ίδιου του Αμοκάτσι, όπως αποδείχθηκε.

Τη σεζόν 1998-1999 πραγματοποίησε 20 συμμετοχές με την Μπεσίκτας στο πρωτάθλημα, ωστόσο το πρόβλημα στον χόνδρο του γονάτου δεν είχε αποκατασταθεί. «Ο τραυματισμός ήταν σοβαρός. Υποβλήθηκα σε επέμβαση και επιχείρησα να παίξω ξανά το 1999, όμως τα πράγματα δεν πήγαν καλά. Έκανα νέα εγχείρηση το 2000, όμως δεν τα κατάφερα».

Δεν είναι, πάντως, ότι δεν προσπάθησε να επανέλθει από τους τραυματισμούς του. Μέχρι και… θαύμα έψαξε να βρει, επηρεασμένος από όσα έβλεπε στην τηλεόραση και όσα άκουγε σε κασέτες και CD. Θρήσκος ο ίδιος, πείστηκε ότι ορισμένοι άνθρωποι της θρησκείας θα μπορούσαν να του γιατρέψουν το πόδι σε μία… τελετή. Το αποτέλεσμα ήταν αρκετά χαμένα χρήματα και μία ξεκαρδιστική ιστορία.

«Όταν ήμουν ακόμα στην Κωνσταντινούπολη, δέχθηκα ένα τηλεφώνημα από έναν φίλο που με γνώρισε σε μία ομάδα… θαυματοποιών. Οπότε του είπα ότι θα τους έβλεπα όταν γύριζα στην πατρίδα. Είναι απίστευτα τα χαρίσματα που έχουν οι άνθρωποι σε αυτήν τη χώρα. Γύρισα και συνάντησα αυτούς τους ανθρώπους, η εμπειρία μου μαζί τους ήταν φανταστική. Αν ο λαός μπορούσε να αξιοποιήσει αυτό το ταλέντο για καλό σκοπό…», θυμάται ο Αμοκάτσι, αναφερόμενος στην… μπαγαποντιά των Νιγηριανών.

«Μου είπαν ότι γνώριζαν για τον τραυματισμό μου και ότι μπορούσαν να τον γιατρέψουν. Ήμουν χαρούμενος επειδή το ποδόσφαιρο ήταν η ζωή μου και χωρίς το πόδι, δεν μπορούσα να συνεχίσω. Είπα ‘ΟΚ’ και μου ζήτησαν να πάρω ένα λευκό μαντήλι και ένα αυγό. Τα αγόρασα και κανείς άλλος δεν ήρθε σε επαφή με τα αντικείμενα πριν τους τα πάω».

«Όταν έδωσα το μαντήλι και το αυγό στον αρχηγό τους, μου ζήτησε να τα κρατήσω. Μετά, μου είπε να βάλω το αυγό μέσα στο μαντήλι και να το καλύψω. Με διέταξε να το τρίψω στο γόνατό μου και το έτριβα μέχρι να μου πει να κάτσω στο έδαφος. Μετά μου ζήτησε να σπάσω το αυγό με το πόδι μου. Μου είπε να βγάλω το μαντήλι και όταν το έκανα το μαντήλι είχε λερωθεί. Μου είπε ότι αυτοί οι λεκέδες ήταν οι λεκέδες από το γόνατό μου και έπρεπε να πιστέψω αυτές τις ανοησίες μόνο και μόνο επειδή αγόρασα ένα μαντήλι και το έτριψα στο πόδι μου», εξηγεί γελώντας χρόνια αργότερα.

«Μου είπε ότι προσευχόταν για μένα και ο Θεός δεν ήταν χαρούμενος μαζί μου. Φοβήθηκα και τον ρώτησα τι είχα κάνω λάθος. ‘Α, δεν έχεις πληρώσει φόρο δεκάτης’ (σ.σ. ο φόρος δεκάτης αναφέρεται στην απόδοση του 1/10 του εισοδήματος που αρχικά τέθηκε σε ισχύ στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και που στην Αφρική έχει να κάνει με συνεισφορά των πιστών για την εκκλησία). Ανέτρεξα στο παρελθόν και θυμήθηκα ότι ποτέ δεν είχα πληρώσει. Εκείνη τη στιγμή με έπεισε. Του είπα ότι ποτέ δεν είχα καταβάλει φόρο δεκάτης, όμως έδινα τροφή σε αρκετό κόσμο. Στην Καντούνα με γνωρίζουν γι’ αυτό, επειδή έφερνα καρότσια με ρύζι, φασόλια κι άλλα τρόφιμα και τα μοίραζα τον κόσμο. Τον ρώτησα αν αυτό ήταν αρκετό και μου απάντησε ότι όντως με ξέρουν στην Καντούνα γι’ αυτό, όμως αυτό δεν είναι φόρος δεκάτης».

«Συμφώνησα και ζήτησα λύση. Μου είπε να πληρώσω αμέσως. Πήγα στο σπίτι μου και άρχισα να μαζεύω λεφτά. Η γυναίκα μου έτρεξε να ρωτήσει τι κάνω και πού πήγαινα όλα αυτά τα χρήματα. Της είπα ‘α, έρχεται η λύση’. Πήρα 12 δεσμίδες από αμερικανικά δολάρια. Όταν υπολόγισα όλα αυτά τα χρόνια που δεν πλήρωνα, θεωρούσα μικρό ποσό τα 120.000 δολάρια. Αν είχα περισσότερα στο σπίτι, θα τα έπαιρνα κι αυτά, επειδή ακόμα δεν έφτανα τη συνολική οφειλή μου. Οπότε τα πήρα όλα μαζί».

«Περίπου στις 6 το απόγευμα της επόμενης μέρας, ο φρουρός στο σπίτι μου ήρθε και μου χτύπησε το παράθυρο και μου είπε ότι κάποιος ήθελε να με δει. Είπα ‘α, ο μόνος που θέλει να με δει ήταν ο θάνατος και όχι κάποιος άνθρωπος’. Όμως τελικά αντιλήφθηκα ότι με είχαν κοροϊδέψει. Ο φρουρός συνέχισε και μου είπε ότι το άτομο που ήρθε να με δει, ήρθε να μου πει ότι οι άνθρωποι με τους οποίους μιλούσα, δεν ήταν αυθεντικοί. Σε εκείνο το σημείο το κατάλαβα».

«Όταν συναντήθηκα με αυτό το άτομο, μου διηγήθηκε τη δική του περιπέτεια, αφού επίσης είχε πέσει θύμα απάτης. Ο άντρας αυτός μου είπε ότι μερικοί από αυτούς τους… θαυματοποιούς πιάστηκαν και ένας εξ αυτών ανέφερε ότι ήμουν κι εγώ θύμα της απάτης. Όμως, έπρεπε να παριστάνω ότι δεν το ήξερα ακόμα, αφού υπήρχαν κι άλλοι απατεώνες σε διπλανές γειτονιές και έπρεπε να τους πιάσουν. Πήγα στο φρουραρχείο, μίλησα με τον διοικητική ο οποίος μας έδωσε μερικές πληροφορίες και τους πιάσαμε. Δεν πήραμε πίσω τα λεφτά, αλλά πήραμε κάποια αμάξια που δεν μου χρησίμευαν και τα δώσαμε».

Τέλος καριέρας στα 26 του

Θεραπείες, φυσιοθεραπείες, ατομικά προγράμματα και… θρησκεία δεν ήταν αρκετά για να τον οδηγήσουν σε κάποια ομάδα, αφού από το καλοκαίρι του 1999 είχε μείνει ελεύθερος από την Μπεσίκτας. Υπέγραψε στη Μόναχο 1860, ωστόσο το συμβόλαιό του ακυρώθηκε, όταν απέτυχε να περάσει στις ιατρικές εξετάσεις.

Απορρίφθηκε από την Τρανμίρ για τον ίδιο λόγο, ενώ έκανε κάποιες προπονήσεις με την Κρετέιγ, που τότε αγωνιζόταν στη δεύτερη κατηγορία του γαλλικού πρωταθλήματος, αλλά τα προβλήματα τραυματισμού απέτρεψαν μία συμφωνία. Το 2002 έκανε ένα ταξίδι στην άλλη άκρη του Ατλαντικού Ωκεανού και υπέγραψε με τους Κολοράντο Ράπιντς, όμως ποτέ δεν αγωνίστηκε λόγω κακής φυσικής κατάστασης. Επόμενος σταθμός ήταν η Μέση Ανατολή, όπου επιχείρησε να βρει ομάδα στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ωστόσο εισέπραξε ξανά άρνηση, με συνέπεια να βάλει πρόωρο τέλος στην καριέρα του, με την τελευταία εμφάνισή του σε σύλλογο και εθνική να καταγράφεται το 1999, σε ηλικία 26,5 ετών.

Έκτοτε, ακολούθησε καριέρα προπονητή, με σημαντικότερη τη θητεία του ως βοηθός στην εθνική Νιγηρίας από το 2008 μέχρι το 2014. Τα τελευταία χρόνια, δε, βρέθηκε μέχρι και στη μακρινή Φινλανδία, όπου κάθισε στον πάγκο της Χέρκουλες, ομάδας της 3ης κατηγορίας του πρωταθλήματος.

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...