Ο Ντέιβιντ «Ρόκι» Ρόκαστλ ενσάρκωνε όσα σημαίνει η Άρσεναλ

«Λήξη του αγώνα. Ήταν ένα βαρετό 0-0». Με αυτά τα λόγια έκλεισε την περιγραφή του αγώνα ο ραδιοφωνικός σχολιαστής που βρέθηκε στο «Χάιμπουρι» για το ματς πρωταθλήματος μεταξύ Άρσεναλ και Νιούκαστλ στις 26 Σεπτεμβρίου 1985.

Η Άρσεναλ πραγματοποίησε μία μέτρια χρονιά, αφού τερμάτισε 7η, αλλά εκείνο το βαρετό φθινοπωρινό απόγευμα είχε κερδίσει τον Ντέιβιντ Ρόκαστλ, ο οποίος εκείνη την ημέρα πραγματοποίησε το ντεμπούτο του με τους «κανονιέρηδες».

O αγαπημένος «Ρόκι» των φίλων της Άρσεναλ, ο οποίος θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς παίκτες στην ιστορία του συλλόγου, «έφυγε» από τη ζωή σαν σήμερα (31 Μαρτίου) το 2001 σε ηλικία μόλις 33 ετών, χτυπημένος από καρκίνο.

Το Sport-Retro.gr θυμάται τον σύντομο βίο και την πορεία του αείμνηστου Ντέιβιντ Ρόκαστλ στα αγγλικά γήπεδα, προτού πάρει τον δρόμο χωρίς επιστροφή…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ SPORT-RETRO.GR ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ

 

«Η μητέρα μου ήθελε απλά να έχω μία δουλειά»

Ο Ντέιβιντ Καρλάιλ Ρόκαστλ γεννήθηκε στο Λονδίνο στις 2 Μαΐου 1967 και οι γονείς του ήταν μετανάστες από την Καραϊβική, οι οποίοι είχαν μετακινηθεί στην Αγγλία κατά τη δεκαετία του 1950.

Ο πατέρας του, ο Λέσλι Ρόκαστλ, πέθανε σε ηλικία μόλις 29 ετών από πνευμονία, όταν εκείνος ήταν μόλις 5 ετών και η νοσοκόμα μητέρα του, η Λίντα, μεγάλωσε μόνη τέσσερα παιδιά.

Ως μεγαλύτερος από τα αδέρφια, ο Ντέιβιντ έμαθε από μικρός να δουλεύει σκληρά και να έχει τον ρόλο του προτύπου μέσα στη χτυπημένη από τη μοίρα οικογένεια.

Το ποδόσφαιρο ήταν αυτό που τον βοηθούσε να «ξεχνά» τη δύσκολη οικονομική κατάσταση, αλλά και να μένει μακριά από τις όποιες παράνομες δραστηριότητες που μπορούσαν ίσως να εξασφαλίσουν λίγα χρήματα παραπάνω.

Ο Άντι Κόουλ έγινε ποδοσφαιριστής

«Μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά. Όταν γνωριστήκαμε ήμουν 12 ετών και αυτός 9 και επειδή ήταν μικρότερος τον βάζαμε τερματοφύλακα. Επειδή βαριόταν έπαιρνε τη μπάλα, ντρίμπλαρε όλους τους αντιπάλους και έβαζε γκολ», θυμήθηκε σε μία συνέντευξή του ο Ίαν Ράιτ, με τον οποίον βρέθηκαν για κάποιο διάστημα συμπαίκτες στην Άρσεναλ.

Ο Ράιτ προσέθετε: «Είχε μάθει να αντιμετωπίζει από μικρός δυσκολίες και δεν τα παρατούσε ποτέ. Όταν μεγαλώσαμε, εγώ δούλευα σε εργοστάσιο παρασκευής χημικών προϊόντων και σκεφτόμουν να παρατήσω το ποδόσφαιρο.

Αυτός κάθε βράδυ που γυρνούσε από τις προπονήσεις και συναντιόμασταν μου έλεγε να κάνω υπομονή, ότι θα τα καταφέρω και σε καμία περίπτωση να μην σκεφτώ να χαραμίσω το ταλέντο μου. Τελικά είχε δίκιο».

Σε ηλικία 15 ετών εν έτει 1982, ο Ντέιβιντ δοκιμάστηκε από τη Μίλγουολ, όμως δεν εντυπωσίασε το τεχνικό τιμ, συνεπώς δεν του προσφέρθηκε μία θέση στις ακαδημίες.

Η ειρωνεία της υπόθεσης είναι ότι μερικούς μήνες αργότερα, τον Δεκέμβριο του 1982, ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της ομάδας ο Τζορτζ Γκρέιαμ, ο άνθρωπος δηλαδή που καθιέρωσε αργότερα τον Ρόκαστλ στην Άρσεναλ.

Ο «Ρόκι», όμως, τότε ήταν ήδη μέλος των ακαδημιών των κανονιέρηδων, αφού στο δοκιμαστικό που πέρασε το Μάιο του 1982, εντυπωσίασε τον Τέρι Νιλ με την εκρηκτικότητα και τη δύναμή του.

Επομένως, έγινε μέλος μίας πολύ ταλαντούχας γενιάς που μεταξύ άλλων αποτελούνταν από τους Νάιλ Κουίν, Τόνι Άνταμς, Μάρτιν Κίον και Μάρτιν Χέις.

Ντέιβιντ Σίμαν: Ένας ακομπλεξάριστος άσος, ένας βαθύτατα ανθρωπιστής

Το γεγονός ότι μπορούσε να αγωνιστεί τόσο ως δεξιός εξτρέμ όσο και ως μπακ, καλύπτοντας όλη την πλευρά, ήταν αυτό που έπεισε και τον διάδοχο του Νιλ, τον Ντον Χάου, να του δώσει μία ευκαιρία στην πρώτη ομάδα.

«Η μητέρα μου δεν καταλάβαινε τι ακριβώς σήμαινε το ότι υπέγραψα με την Άρσεναλ. Απλά χαιρόταν που είχα μία κανονική δουλειά και με πλήρωναν», εξομολογήθηκε χρόνια αργότερα ο Ρόκαστλ.

Τη σεζόν 1984-85 πραγματοποίησε 26 εμφανίσεις, τις περισσότερες ως αλλαγή, αλλά από την επόμενη σεζόν που ο Γκρέιαμ ανέλαβε την Άρσεναλ, έγινε βασικός στη μεσαία γραμμή της ομάδας, ενώ ανακηρύχθηκε καλύτερος παίκτης τη σεζόν 1985-86.

 

«Ποτέ μην ξεχνάτε ποια ομάδα εκπροσωπούμε»

Πέρα από τις αγωνιστικές του ικανότητες υπήρξε ηγετική φιγούρα, κάτι σαν αρχηγός χωρίς περιβραχιόνιο, όπως τον έχει χαρακτηρίσει ο Τόνι Άνταμς, ο οποίος μεταξύ άλλων είχε πει: «Τα πόδια του ήταν σαν κορμοί δέντρου. Ήξερε και πως να τα τοποθετεί σωστά για να πάρει την μπάλα και πως να ‘πατάει πόδι’ όταν χρειαζόταν».

Την επόμενη σεζόν (1986-87) ανήκε ξανά στους πρωταγωνιστές και πανηγύρισε τον πρώτο του τίτλο, αφού στις 5 Απριλίου 1987, η Άρσεναλ επικράτησε της Λίβερπουλ στον τελικό του League Cup.

O Τόνι Άνταμς ήταν καθηγητής της άμυνας και μαχητής της ζωής

Οι «κανονιέρηδες» επέστρεψαν σε τελικό μετά από επτά ολόκληρα χρόνια και κατέκτησαν ένα τρόπαιο, αλλά για να συμβεί αυτό είχε χρειαστεί να βάλει το… πόδι του ο «Ρόκι».

Στην παράταση, όπου είχε οδηγηθεί το δεύτερος ημιτελικός με τη «μισητή» Τότεναμ στο «Χάιμπουρι», σκόραρε το νικητήριο γκολ και εκτόξευσε στα ύψη τη λατρεία των φίλων της Άρσεναλ προς το πρόσωπό του.

Παράλληλα, ανακηρύχθηκε και καλύτερος νεαρός παίκτης της χρονιάς στην Αγγλία, ενώ ψηφίστηκε και μέσα στην καλύτερη 11άδα του πρωταθλήματος, αποδεικνύοντας στα 19 του ότι είχε όλο το μέλλον μπροστά του.

«Ποτέ μην ξεχνάτε ποιοι είμαστε και ποια ομάδα εκπροσωπούμε. Πρέπει να μας σέβονται», συνήθιζε να λέει στους συμπαίκτες του, ενώ αυτό είχε φροντίσει να το κάνει κατανοητό και στους αντιπάλους, με όχι και τόσο κομψό τρόπο.

Τον Ιανουάριο του 1987, η Άρσεναλ αντιμετώπιζε τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στο «Ολντ Τράφορντ» για το πρωτάθλημα και κατά τη διάρκεια του αγώνα ο Νόρμαν Γουάιτσαϊντ έκανε ένα πολύ σκληρό μαρκάρισμα, το οποίο ο Ρόκαστλ έτρεξε αμέσως να ανταποδώσει.

Η σύρραξη που ξέσπασε μεταξύ των παικτών των δύο ομάδων είχε ως αποτέλεσμα την αφαίρεση 2 βαθμών από τους «κανονιέρηδες» στη βαθμολογία του πρωταθλήματος, ενώ από τότε θεωρείται ότι άρχισε η διαχρονική κόντρα των δύο συλλόγων.

«Στην Άρσεναλ δεν αρχίζουν ποτέ καυγάδες πρώτοι. Όταν όμως τους αρχίζουν άλλοι, ξέρουμε να απαντάμε αναλόγως και να τους τελειώνουμε», δήλωσε μετά από εκείνο το ματς ο Ρόκαστλ, ο οποίος είχε αποβληθεί κατά τη διάρκεια των επεισοδίων.

 

H γέννηση του «Ρόκι»

Τότε ήταν που οι φίλαθλοι των «κανονιέρηδων» τον βάφτισαν «Ρόκι», λόγω του πείσματος, της αυταπάρνησης που έδειχνε αλλά και της κοψιάς του, η οποία θύμιζε πυγμάχο μεσαίων βαρών.

Σίγουρα βοήθησε αρκετά τόσο το περιστατικό στο «Ολντ Τράφορντ», όσο και το επίθετο που σχημάτιζε κατά το ήμισυ το παρατσούκλι του.

Τη σεζόν 1987-88 δεν έχασε ούτε ένα ματς, ωστόσο δεν κατάφερε να πανηγυρίσει κάποιον τίτλο, αφού η Λούτον επικράτησε της ομάδας του με 3-2 στον τελικό του League Cup.

Την επόμενη χρονιά, πάντως, η Άρσεναλ κατέκτησε τον τίτλο για πρώτη φορά μετά το 1971, αφού νίκησε με 2-0 τη Λίβερπουλ στο «Άνφιλντ» την τελευταία αγωνιστική, τη στιγμή που οι «κόκκινοι» θα αναδεικνύονταν πρωταθλητές ακόμα και αν γνώριζαν την ήττα με ένα γκολ διαφορά.

Δύο «κανονιές» στο «Άνφιλντ»: Το πρωτάθλημα της Άρσεναλ στο «άντρο» της Λίβερπουλ

Ο Ντέιβιντ Ρόκαστλ είχε συμβάλει τα μέγιστα σε αυτήν την επιτυχία, με αποτέλεσμα στο τέλος της χρονιάς να αναδειχθεί ξανά ο καλύτερος νεαρός παίκτης και να συμπεριληφθεί στην καλύτερη 11άδα του πρωταθλήματος.

Το δυστυχές της υπόθεσης ήταν το γεγονός ότι δεν μπορούσε να φανερώσει την αξία του και εκτός των συνόρων, εξαιτίας του αποκλεισμού των αγγλικών ομάδων από τις ευρωπαϊκές διοργανώσεις μετά την τραγωδία του «Χέιζελ».

Συν τοις άλλοις, ο Ρόκαστλ αν και ήταν βασικό στέλεχος της εθνικής Ελπίδων, δεν κλήθηκε στην αποστολή για το Παγκόσμιο Κύπελλο της Ιταλίας το 1990, αφού θεωρήθηκε ότι δεν είχε αρκετή εμπειρία (σ.σ. στις 14 Σεπτεμβρίου 1988 είχε κάνει ντεμπούτο με την εθνική Ανδρών σε αναμέτρηση απέναντι στη Δανία).

Τελικά με την εθνική Ανδρών αγωνίστηκε μόλις 14 φορές, χωρίς να σκοράρει, με τελευταία αυτή στις 17 Μαΐου 1992, σε φιλικό ματς κόντρα στη Βραζιλία στο «Γουέμπλεϊ».

Άξιο αναφοράς, πάντως, είναι το γεγονός ότι ως διεθνής δεν γνώρισε ποτέ την ήττα, αφού στα ματς που αγωνίστηκε, η Αγγλία είχε 7 νίκες και 7 ισοπαλίες!

Το καλοκαίρι του 1990 ήταν όμως μόλις 23 ετών και κανείς δεν πίστευε ότι η καριέρα του έφτανε στη δύση της για να δοθεί ιδιαίτερη έκταση γύρω από το θέμα της μη κλήσης του από τον αείμνηστο σερ Μπόμπι Ρόμπσον.

Τότε ήταν που άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους οι τραυματισμοί στο γόνατο, το σημείο δηλαδή που αν πληγωθεί πολύ ένας αθλητής ενδέχεται να δει την καριέρα του να τελειώνει άμεσα.

Τη σεζόν 1990-91 κατέγραψε μόλις 18 συμμετοχές στο πρωτάθλημα, όμως στο τέλος έλαβε το μετάλλιο του τίτλου, αφού η Άρσεναλ ανέκτησε τα σκήπτρα από τη Λίβερπουλ, έπειτα από το ετήσιο «διάλειμμα» που έκανε.

Την επόμενη χρονιά επανήλθε δριμύτερος με 39 συμμετοχές και 4 γκολ στο πρωτάθλημα, ένα εκ των οποίων ήταν αυτό το «ποίημα» κόντρα στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και τον Πίτερ Σμάιχελ κάτω από τα δοκάρια.

Ένας αποχωρισμός που κράτησε για πάντα

Ο Ντέιβιντ Ρόκαστλ έδειχνε να ξαναβρίσκει τον εαυτό του μετά τη λειψή σεζόν 1990-91, ωστόσο υπολόγιζε χωρίς τον αμείλικτο και κυνικό Γκρέιαμ.

Το καλοκαίρι του 1992, λίγο πριν από την έναρξη του πρωταθλήματος που πλέον θα ονομαζόταν Premier League, oι δυο τους είχαν συζήτηση μιας ώρας στο αυτοκίνητο του παίκτη.

Ο Σκωτσέζος τεχνικός ενημέρωσε τον Ρόκαστλ ότι η διοίκηση είχε αποδεχθεί την προσφορά των 2.000.000 λιρών από την πρωταθλήτρια Λιντς και θα τον παραχωρούσε, αφού θεωρούσε ότι το γόνατό του δεν μπορούσε να επανέλθει στην πρότερη κατάσταση και πως αργά ή γρήγορα το πρόβλημα θα επέστρεφε.

Πολ Ινς: Η μοναδικότητα ενός «αλαζόνα» εργάτη

«Τον θυμάμαι δακρυσμένο να μου λέει ότι τον αποδεσμεύουν και ότι ο Τζορτζ του είπε πως το γόνατό του δεν θα επανερχόταν. Ήταν πραγματικά κουρέλι», θυμήθηκε χρόνια μετά ο Πολ Ντέιβις, ενώ ο Ίαν Ράιτ από την πλευρά του δήλωσε: «Δεν μπορούσα να το πιστέψω ότι τον άφηναν να φύγει. Πίστευα πως θα μείνει για πάντα στη Άρσεναλ, όπως έγινε με τον Μάρτιν Κίον ή τον Τόνι Άνταμς».

Οι φίλαθλοι της Άρσεναλ αντέδρασαν με αποδοκιμασία στην κίνηση αυτή και οι συμπαίκτες του προσπάθησαν να αλλάξουν γνώμη στους διοικούντες.

Εντούτοις, στις 23 Ιουλίου 1992 ο Ρόκαστλ, ύστερα από 260 εμφανίσεις και 34 γκολ σε όλες τις διοργανώσεις με τους «κανονιέρηδες», παρουσιάστηκε επισήμως από τα «παγώνια» ως η ακριβότερη μεταγραφή της ομάδας.

Στη Λιντς μεταπήδησε ως αντικαταστάτης του Γκόρντον Στράχαν, ο οποίος θα αποχωρούσε από τη δράση στο τέλος της σεζόν.

Τελικά, έπειτα από 34 εμφανίσεις, έφυγε πρώτος ο Άγγλος τον Δεκέμβριο του 1993, ενώ ο Σκωτσέζος αγωνίστηκε ως το 1995.

Ο Ντέιβιντ Ρόκαστλ, πάντως, πρόλαβε να αγαπηθεί και από τους φίλους της Λιντς, παρά το γεγονός ότι οι τραυματισμοί δεν του επέτρεψαν να έχει την πορεία που θα ήθελε.

Ως highlight της παρουσίας του στο «Έλαντ Ρόουντ», έχει μείνει το γκολ απέναντι στη μεγάλη αντίπαλο Τσέλσι τον Νοέμβριο του 1993, δηλαδή έναν μήνα προτού αποχωρήσει για λογαριασμό της Μάντσεστερ Σίτι.

Στους «πολίτες» έμεινε μέχρι το τέλος της σεζόν και εν συνεχεία φόρεσε τα μπλε της Τσέλσι, με την οποία από το 1994 ως το 1998 κατέγραψε μόλις 29 εμφανίσεις, αφού πλέον οι τραυματισμοί τον είχαν επιβαρύνει πολύ.

Τη σεζόν 1995-96 είχε μόλις μία συμμετοχή, ενώ η επόμενη σεζόν τον βρήκε να αγωνίζεται ως δανεικός στη Νόριτς μέχρι τον Δεκέμβριο και μετά στη Χαλ ως το καλοκαίρι (σ.σ. σκόραρε στο ντεμπούτο του απέναντι στη Σκάρμπορο).

Ύστερα από αποτυχημένα δοκιμαστικά σε Αμπερντίν και Σαουθάμπτον, το καλοκαίρι του 1998 πήρε το δρόμο για τη Μαλαισία, όπου εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του και εντάχθηκε στη Σαμπάχ, με τη φανέλα της οποίας έφτασε μέχρι τον τελικό του Κυπέλλου.

Το τέλος ήρθε τυπικά τον Δεκέμβριο του 1999, καθώς άλλος ένας τραυματισμός στο γόνατο τον έθεσε εκτός δράσης και, κατά συνέπεια, ανακοίνωσε την αποχώρησή του από τα γήπεδα.

Η Τσέλσι και η Άρσεναλ έχουν τα ευρωπαϊκά πρωτεία στους… αριθμούς

 

Το θλιβερό και αναπάντεχο τέλος

«Δεν ξεπέρασε ποτέ την αποχώρησή του από την Άρσεναλ, ούτε τον τρόπο με τον οποίο έγινε. Κρατούσα επικοινωνία μαζί του ακόμα κι όταν έφυγε στο εξωτερικό και ποτέ δεν κατάλαβε γιατί ο Τζορτζ (σ.σ. Γκρέιαμ) του συμπεριφέρθηκε έτσι και άφησε να τον πουλήσουν τόσο εύκολα. Η αυτοπεποίθησή του είχε τσακιστεί και οι τραυματισμοί ολοκλήρωσαν την καταστροφή», θυμήθηκε αργότερα ο Πολ Ντέιβις.

Τον Φεβρουάριο του 2001 έγινε γνωστό ότι ο Ντέιβιντ Ρόκαστλ έπασχε από μη-Hodgkin λέμφωμα, μία μορφή καρκίνου με υψηλό ποσοστό θνησιμότητας.

Η διάγνωση είχε γίνει από τον Οκτώβριο του 2000, όπως ανακοίνωσε ο ίδιος, αλλά μετά τις θεραπείες οι οποίες έδειχναν να έχουν αποτέλεσμα, ένιωσε πως τότε ήθελε να μοιραστεί τον αγώνα που έδινε για τη ζωή του.

Τελικά, στις 31 Μαρτίου 2001, ο αγαπημένος «Ρόκι» των οπαδών της Άρσεναλ απεβίωσε σε ηλικία 33 ετών και άφησε πίσω του τη σύζυγο Τζάνετ, τις τρεις κόρες του Μελίσα, Μονίκ, Σάσα και τον γιο του Ράιαν.

«Πάντα μου μιλούσε για την εποχή που ήταν στην Άρσεναλ σαν να ήταν η καλύτερη στη ζωή του. Παρακολουθώ τα γκολ του σε video και πράγματι υπήρχε κάτι διαφορετικό στο χαμόγελό του και στο πώς πανηγύριζε τα γκολ με την Άρσεναλ. Δεν είναι ότι δεν προσπάθησε στις άλλες ομάδες που έπαιξε, αλλά η Άρσεναλ ήταν γι’ αυτόν κάτι ιδιαίτερο», δήλωσε χρόνια μετά ο γιος του.

Η ημέρα που η Άρσεναλ μετατράπηκε σε… Αρσέναλ

 

Τα είπε όλα ο Βενγκέρ

Την ημέρα του θανάτου του η Άρσεναλ υποδεχόταν την Τότεναμ στο «Χάιμπουρι», το ενός λεπτού σιγή προς τη μνήμη του τηρήθηκε με ευλάβεια, ενώ στις οθόνες του γηπέδου υπήρχε η φωτογραφία του και αναγραφόταν σε λεζάντα το μότο του: «Ποτέ μην ξεχνάτε ποιοι είμαστε και ποια ομάδα εκπροσωπούμε».

«Όταν είχε αρρωστήσει, δεν ήθελε να τον δει κανείς. Δεν είχα χάσει ξανά κοντινό μου άνθρωπο τόσο απρόσμενα. Ήταν ο καλύτερος φίλος που είχα και όχι μόνο στην ποδοσφαιρική μου καριέρα. Σεμνός, ταπεινός, αφοσιωμένος και χωρίς να παίρνει τον εαυτό του τόσο στα σοβαρά», είπε γι’ αυτόν ο παλιός του συμπαίκτης Άλαν Σμιθ.

Στις 12 Μαΐου 2001 ο γιος του Ράιαν οδήγησε τους παίκτες της Άρσεναλ και της Λίβερπουλ στον αγωνιστικό χώρο του «Μιλένιουμ» για τον τελικό του FA Cup.

Ήταν επίτιμος καλεσμένος της διοίκησης των «κανονιέρηδων», οι οποίοι θέλησαν να τιμήσουν κατ’ αυτόν τον τρόπο τη μνήμη του πρώην άσου τους.

Επιπροσθέτως, επιλέχθηκε από τους φίλους της ομάδας ως ένας από τους πιο εμβληματικούς παίκτες της ιστορίας της, σε γκάλοπ που έγινε για την επιλογή των φωτογραφιών των παικτών που θα κοσμούσαν τους εξωτερικούς τοίχους του νεότευκτου «Έμιρεϊτς».

Ο Ντέιβιντ «Ρόκι» Ρόκαστλ, ο οποίος «έφυγε» τόσο νωρίς και άδικα από τη ζωή, στο τέλος είχε γίνει ένα «φάντασμα» του καλού του ποδοσφαιρικού εαυτού.

Η προσφορά του, όμως, στην Άρσεναλ και το γεγονός ότι η μοναδική -δευτερεύουσα- δυσκολία που τον λύγισε ήταν η αποχώρησή του από αυτήν, τον μετατρέπουν σε μία ρομαντική και συνάμα τραγική φιγούρα της ομάδας.

Εξάλλου, όταν ο Αρσέν Βενγκέρ ανέλαβε τους «κανονιέρηδες», τέσσερα χρόνια μετά την αποχώρηση του Ρόκαστλ, το είχε τοποθετήσει καλύτερα από τον καθέναν.

«Ήταν ένας πολύ μοντέρνος παίκτης που προσέφερε πολλά αλλά κυρίως διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό, με το στυλ του και την παρουσία του, τη νοοτροπία που χαρακτηρίζει την Άρσεναλ από τα τέλη του 1980 κι έπειτα. Όταν δηλαδή μεταμορφώθηκε σε ομάδα που νικάει».

Αυτό από μόνο του είναι αρκετό για να εξηγήσει γιατί σε κάθε καλή και κακή στιγμή της ομάδας το σύνθημα «Ρόκι, Ρόκι, Ρόκι, Ρόκι Ρόκαστλ», δονεί τις κερκίδες προς τιμήν ενός θρύλου της.

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...