Ο Γιον Νταλ Τόμασον υπέγραψε το Κύπελλο UEFA της Φέγενορντ το 2002

Ακόμα και σε μία τόσο σπουδαία στιγμή στην καριέρα του, όπου έχει παίξει τόσο σημαντικό ρόλο, ο Γιον Νταλ Τόμασον έρχεται… δεύτερος, όσον αφορά στο επίκεντρο των συγχαρητηρίων.

Το 2002 ήταν η χρονιά του, τόσο για τις εμφανίσεις και τα γκολ του με την εθνική Δανίας, όσο και για τη σεζόν που οδήγησε στην κατάκτηση του Κυπέλλου UEFA 2002 και ακολούθως στη μεταγραφή του στη Μίλαν.

Παρότι αναδείχθηκε MVP του τελικού, σημείωσε ένα γκολ και κέρδισε το πέναλτι για το άλλο, η πορεία εκείνης της Φέγενορντ, για τον περισσότερο κόσμο, φέρει την υπογραφή του Πιερ φαν Χόιντονκ. Κανένα πρόβλημα για τον Δανό επιθετικό, που συνήθισε στην καριέρα του να δουλεύει ακατάπαυστα μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Το Sport-Retro.gr θυμάται εκείνη την ιστορική σεζόν της Φέγενορντ και τον ρόλο του Τόμασον, που γεννήθηκε σαν σήμερα, 29 Αυγούστου, το 1976.

Στη «σκιά» της Αϊντχόφεν

Τρία καλοκαίρια πέρασαν από το τελευταίο τρόπαιο της ομάδας του Ρότερνταμ, το πρωτάθλημα του 1999. Από τότε, άλλαξαν πολλά, κάποια βασικά συστατικά της επιτυχίας. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο προπονητής, αφού ο Λέο Μπενάκερ έδωσε τη θέση του στον Μπερτ φαν Μάρβαϊκ.

Ο τελευταίος ανέλαβε το καλοκαίρι του 2000, μετά από μία κακή σεζόν της Φέγενορντ, που τη βρήκε μεν στην 3η θέση και στα προκριματικά του Champions League, αλλά βρέθηκε 20 βαθμούς πίσω από την πρωταθλήτρια Αϊντχόφεν και πίσω ακόμα κι από τη Χέρενφεν.

Την επόμενη σεζόν, ο Ρουντ φαν Νίστελροϊ που τρομοκρατούσε τους αντίπαλους τερματοφύλακες στην Eredivisie τα τελευταία χρόνια έδωσε τη «σκυτάλη» στον Ματέγια Κέζμαν ώστε ο ίδιος να πάρει μεταγραφή στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, με συνέπεια η Αϊντχόφεν να παραμείνει στην κορυφή, με τη Φέγενορντ να έπεται, τερματίζοντας ξανά, για τρίτη σερί σεζόν, πάνω από τον Άγιαξ, αλλά και πάλι πολύ πίσω (83 έναντι 66 βαθμών) από τους πρωταθλητές.

Το «μπαμ» με Φαν Χόιντονκ

Το ρόστερ που είχε στα χέρια του ο Ολλανδός προπονητής περιελάμβανε ποιότητα, νεανικό ταλέντο, αποτελεσματικότητα, όμως υπήρχαν προβλήματα κυρίως στην άμυνα. Ποια ήταν η κίνηση ματ του «ισόβιου» προέδρου (από το 1992) Γιόριν φαν ντεν Χέρικ; Να αποκτήσει έναν από τους κορυφαίους σκόρερ της αγοράς!

Ο Φαν Χόιντονκ δεν είχε αγωνιστεί σε υψηλό επίπεδο εντός των συνόρων, αφού μετά από τα 33 γκολ σε 69 αγώνες πρωταθλήματος με τη Ρόοσεντααλ και τα 81 σε 115 αγώνες πρωταθλήματος με την Μπρέντα, τον άρπαξε η Σέλτικ τον Ιανουάριο του 1995. Σε δύο χρόνια σημείωσε 56 γκολ σε 92 αγώνες, μέχρι να κάνει το μεγάλο βήμα και να ενταχθεί σε μία Νότιγχαμ που πάσχιζε για τη σωτηρία. Αυτή ήταν ίσως η μοναδική περίοδος που «στέρεψε» από γκολ, αφού όταν η Φόρεστ υποβιβάστηκε, άρχισε να σκοράρει ξανά κατά ριπάς.

Μετά από 41 γκολ σε 77 αγώνες με την αγγλική ομάδα, η Φιτέσε τον απέκτησε το καλοκαίρι του 1999 ως διάδοχο του Νίκου Μαχλά που μεταπήδησε στον Άγιαξ. Αντεπεξήλθε στις υψηλές προσδοκίες, με 25 γκολ σε 29 αγώνες πρωταθλήματος και γι’ αυτό η Μπενφίκα του έδωσε αμέσως την ευκαιρία, αν και είχε φτάσει τα 31. Στην Πορτογαλία τα πήγε καλά, αν και όχι εξαιρετικά, με 23 τέρματα σε 35 αγώνες και το καλοκαίρι του 2001 είχε έρθει η ώρα για ακόμα έναν επαναπατρισμό.

Προσθήκες για το rotation και… Φαν Πέρσι

Τα 2.500.000 ευρώ που δαπάνησε η Φέγενορντ δεν ήταν το υψηλότερο χρηματικό αντίτιμο εκείνης της μεταγραφικής περιόδου. Οι Ολλανδοί πόνταραν και σε έναν ταλαντούχο 23χρονο μυστηριώδη μέσο, ο οποίος προερχόταν από τα βάθη της ανατολής. Μπορεί πλέον τέτοιες κινήσεις να είναι συνηθισμένες, όμως τότε ήταν πρωτόγνωρο ένας Ιάπωνας, έστω και διεθνής, να αγωνίζεται στην Ευρώπη, όπως ο Σίντζι Όνο, που κόστισε 5.500.000 ευρώ για να αποκτηθεί από τους Ουράβα Ρεντς.

Βάσει προγραμματισμού, βασικός τερματοφύλακας της Φέγενορντ θα ήταν ο Γέρζι Ντούντεκ για 5η σερί χρονιά, όμως όταν τον κάλεσε η Λίβερπουλ για 7.400.000 ευρώ, η Φέγενορντ δεν μπορούσε να πει «όχι» σε αυτά τα χρήματα. Γι’ αυτόν τον λόγο, πήγε πίσω τον Έντβιν Ζούτεμπιερ για 2.250.000 ευρώ, που είχε πουλήσει έναν χρόνο νωρίτερα στη Φιτέσε για 450.000 ευρώ. Ως αναπληρωματικός, αποκτήθηκε ο Χενκ Τίμερ δανεικός από την Άλκμααρ, ο οποίος πέντε χρόνια αργότερα, στα 35 του, έγινε… βασικός στη Φέγενορντ μέχρι το 2009!

Από εκεί και πέρα, ο Ραμόν φαν Χάαρεν και ο Πίτερ Κόλεν αποκτήθηκαν για την οπισθοφυλακή, ο 25χρονος διεθνής Χιλιανός μέσος Μαουρίσιο Άρος πήρε για πρώτη φορά την ευκαιρία να αγωνιστεί στην Ευρώπη, έστω κι αν δεν την άδραξε, ενώ υπέγραψε και ο Βραζιλιάνος δεξιός φουλ μπακ Λεονάρντο, ο δεύτερος από τη συγκεκριμένη χώρα και με αυτό το όνομα που υπήρχε στο ρόστερ (ο έτερος Λεονάρντο ήταν προϊόν των ακαδημιών και έπαιζε ως επιθετικός).

Τέλος, αυτή η μεταγραφική περίοδος είχε μεγάλο ενδιαφέρον όσον αφορά και της κινήσεις νεαρών παικτών. Για παράδειγμα, η Φέγενορντ αγόρασε για 300.000 ευρώ έναν Βραζιλιάνο αριστερό φουλ μπακ από την Πελότας, ο οποίος θα γινόταν διεθνής, αλλά δεν θα αγωνιζόταν ποτέ με την πρώτη ομάδα του συλλόγου, αφού εκείνη τη σεζόν έπαιξε στη Γιονγκ Φέγενορντ και στη συνέχεια δόθηκε δανεικός, μέχρι να πωληθεί. Ο λόγος για τον Μίσελ Μπάστος.

Επιπροσθέτως, από τη δεύτερη ομάδα προωθήθηκαν -μεταξύ άλλων- δύο Ολλανδοί που στη συνέχεια θα γίνονταν διεθνείς. Ο ένας, κεντρικός αμυντικός με μόλις δύο παρουσίες στους «οράνιε», ο άλλος επιθετικός, ίσως ο κορυφαίος της χώρας μετά από τον Μάρκο φαν Μπάστεν. Χλεν Λόοφενς και Ρόμπιν φαν Πέρσι τα ονόματά τους…

Τόμασον και Μπόσφελτ ξεχώριζαν

Αυτοί οι παίκτες προστέθηκαν στο έμψυχο δυναμικό που περιελάμβανε ορισμένα καλά ονόματα για την εποχή και ορισμένους παίκτες που θα έκαναν μεγάλη καριέρα στο μέλλον. Ο Τόμασον ήταν το αδιαμφισβήτητο αστέρι του ρόστερ, πρώτος σκόρερ τα προηγούμενα τρία έτη και ήδη με μία (αποτυχημένη) παρουσία στην Premier League, με τη φανέλα της Νιούκαστλ, το 1997-1998. Διεθνής από το 1997, ήδη είχε αρχίσει να σημειώνει αρκετά γκολ με την εθνική Δανίας και να ξεχωρίζει σε οποιαδήποτε θέση κι αν του ζητούσε ο εκάστοτε προπονητής του.

Άρχισε την καριέρα του στη μικρή Κέγκε ως επιθετικός, συνέχισε στη Χέρενφεν ως επιθετικός μέσος, με αυτήν την ιδιότητα αποκτήθηκε από τη Νιούκαστλ, όμως όταν τραυματίστηκε σοβαρά ο Άλαν Σίρερ προωθήθηκε στην αντίπαλη περιοχή, αλλά δεν κατάφερε να βρει τα γκολ που είχε στην Ολλανδία, ενώ στη Φέγενορντ αγωνιζόταν κυρίως ως δεύτερος επιθετικός. Τις προηγούμενες χρονιές είχε στο πλευρό του τον Χούλιο Κρους, τώρα θα είχε τον Φαν Χόιντονκ κατά κύριο λόγο, με τον 19χρονο Σουηδό Γιόχαν Ελμάντερ πρώτη επιλογή από τον πάγκο και τον 20χρονο Πολωνό Έμπι Σμολάρεκ (μετέπειτα της Ντόρτμουντ και της… Καβάλας) να ακολουθεί στην ιεραρχία.

Στην άμυνα, η τετράδα του Γκανέζου Κριστιάν Τζαν δεξιά, των Ολλανδών στόπερ Πάτρικ Πάαουβε και Κέες φαν Βόντερεν και του Πολωνού Τόμας Ζάσα αριστερά, ήταν η πιο συνηθισμένη, με τον Φέρι ντε Χάαν να παίρνει κι αυτός αρκετό χρόνο στα στόπερ.

Ο διεθνής Ολλανδός Πολ Μπόσφελτ ήταν ο αδιαφιλονίκητος αμυντικός μέσος, με τον Αυστραλό Μπρετ Έμερτον να παίζει μόνιμα δεξιά, τον Όνο σε ρόλο οργανωτή και από εκεί και πέρα τον Μποναβεντούρ Καλού και τον Λεονάρντο να μοιράζονται κι αυτοί χρόνο.

«Πικρή» περιπέτεια στο Champions League

Στην Eredivisie η εκκίνηση ήταν σχεδόν αψεγάδιαστη. Τέσσερις νίκες σε πέντε αγώνες, αλλά το παιχνίδι που χάθηκε ήταν ίσως το πιο σημαντικό κάθε σεζόν, το Klassieker κόντρα στον Άγιαξ. Σε αυτό το διάστημα, ο Τόμασον είχε σκοράρει έξι φορές (μεταξύ των οποίων και το γκολ της ομάδας του στην ήττα 1-2 από τον «Αίαντα») και ο Φαν Χόιντονκ άλλες τρεις, επιβεβαιώνοντας το άμεσο «δέσιμο» στην επίθεση.

Η χρονιά, όμως, περιστρεφόταν γύρω από την παρουσία της ομάδας στο Champions League, εκεί όπου ποτέ δεν είχε κατορθώσει να περάσει τον «σκόπελο» της φάσης των ομίλων. Στην προκειμένη περίπτωση, υπήρχαν δύο τέτοιου είδους γύροι, με συνέπεια η αποστολή να ανέβαινε επίπεδο δυσκολίας.

Ούτε αυτή η χρονιά ήταν η χρονιά της Φέγενορντ στον θεσμό. Μετά από την αναβολή της πρεμιέρας με την Μπάγερν λόγω του τρομοκρατικού χτυπήματος στις ΗΠΑ την 11η Σεπτεμβρίου, η Φέγενορντ αντιμετώπισε τη Σπαρτάκ στη Μόσχα μία εβδομάδα αργότερα. Αν και προηγήθηκε 2-0 με τα γκολ των Μπόσβελτ και Τόμασον, οι Ρώσοι ισοφάρισαν μέσα σε επτά λεπτά και απέσπασαν ισοπαλία 2-2. Την επόμενη αγωνιστική, μία αγνώριστη Φέγενορντ γνώρισε τη συντριβή στην Πράγα με 4-0 από τη Σπάρτα, παίζοντας με 10 παίκτες από το 36′ λόγω δεύτερης κίτρινης κάρτας του Ούλριχ φαν Χόμπελ.

Ο αγώνας με την Μπάγερν έμοιαζε με τελευταία ευκαιρία και παρότι προηγήθηκε με 2-1 στο Ρότερνταμ, με σκόρερ τους Φαν Χόιντονκ και Τόμασον, ο Ζιόβανε Έλμπερ διπλασίασε τα τέρματά του στο 50′ διαμορφώνοντας το 2-2. Μία εβδομάδα αργότερα στο «Ντε Κάιπ», ήρθε το καθοριστικό πλήγμα. Η Σπάρτα πέρασε νικηφόρα με 2-0, σε ένα παιχνίδι που ο Φαν Χόιντονκ αποβλήθηκε στο 67′ και ο Ντεν Χάαν έξι λεπτά αργότερα, και πλέον η Φέγενορντ είχε απολέσει κάθε ελπίδα πρόκρισης.

Η ήττα με 1-3 στο Μόναχο ήταν διαδικαστικού χαρακτήρα, με τον Φαν Χόμπελ ξανά μοιραίο (άνοιξε το σκορ με αυτογκόλ) και τον Ελμάντερ να ισοφαρίζει στο 25′, προτού ο Ρόκε Σάντα Κρους σκοράρει δις, ενώ την τελευταία αγωνιστική νίκησε τη Σπαρτάκ με 2-1 (Τόμασον και Ελμάντερ τα γκολ στο πρώτο 18λεπτο) και τουλάχιστον την ύστατη στιγμή «κλείδωσε» την 3η θέση που οδηγούσε στο Κύπελλο UEFA.

Φαν Χόιντονκ, το «πρώτο αίμα»

Τρεις νίκες και μία ισοπαλία στο πρωτάθλημα μετά από την πρώτη πεντάδα αγώνων, άρχισε η περιπέτεια της Φέγενορντ στη δεύτερη τη τάξει διοργάνωση της UEFA, ο τελικός της οποίας θα διεξαγόταν στο γήπεδό της, το «Ντε Κάιπ».

Πρώτος αντίπαλος στις 22 Νοεμβρίου 2001 η Φράιμπουργκ. Ο αγώνας στο Ρότερνταμ ήταν πολύ κλειστός και μόνο ένα γκολ, στο 82ο λεπτό από τον Όνο, χώρισε τις δύο ομάδες.

Με το 1-0 στις «βαλίτσες», η Φέγενορντ ταξίδεψε στη Γερμανία, ωστόσο μετά από 49 λεπτά παιχνιδιού, βρέθηκε πίσω στο σκορ με δύο τέρματα. Στο 57′, ο Φαν Χόιντονκ με το σήμα κατατεθέν του, απευθείας εκτέλεση φάουλ, μείωσε σε 2-1 και οι Ολλανδοί «κλείδωσαν» την πρόκριση με τον Λεονάρντο Σαντιάγκο στο 86′.

«Χαστούκια» σε πρωτάθλημα και κύπελλο

Μετά από την πρόκριση στη φάση των 16 του θεσμού, η Φέγενορντ αφοσιώθηκε στο πρωτάθλημα, αφού η επόμενη ευρωπαϊκή υποχρέωση ήταν σε τρεις μήνες. Συνέχισε με νίκες στα περισσότερα παιχνίδια, ωστόσο το επόμενο δίμηνο ήταν καταστροφικό, αφού σε πέντε παιχνίδια νίκησε μόλις μία φορά.

Το αρνητικό σερί άρχισε με εκτός έδρας ήττα από τη Χέρενφεν (0-1) και μετά από το 5-0 επί της Ναϊμέχεν, ήρθε η ισοπαλία 0-0 στο «Ντε Κάιπ» με την Αϊντχόφεν, στο έτερο ντέρμπι της σεζόν. Ακολούθησε η εκτός έδρας ήττα 2-3 από την Τβέντε και το 2-2 στην Ουτρέχτη στα τέλη Ιανουαρίου, στην επανέναρξη του πρωταθλήματος μετά από τη χειμερινή διακοπή.

Το τέλος του κακού σερί ήρθε με τον αποκλεισμό στα προημιτελικά του κυπέλλου. Η Φέγενορντ είχε προκριθεί μετά από τη νίκη 2-0 επί της Ντεν Μπος στα μέσα Δεκεμβρίου και αντιμετώπιζε στο «Φίλιπς Στάντιον» την Αϊντχόφεν. Ο Τόμασον άνοιξε το σκορ μόλις στο 4ο λεπτό, ωστόσο οι γηπεδούχοι ισοφάρισαν με τον Κέζμαν στο 58′ και το παιχνίδι οδηγήθηκε στην παράταση και στα πέναλτι. Εκεί, οι παίκτες του Φαν Μάρβαϊκ είχαν οκτώ εκτελέσεις, εκ των οποίων οι Λεονάρντο Σίλβα και Έμερτον δεν κατάφεραν να σκοράρουν, με συνέπεια να προκριθεί η Αϊντχόφεν με 7-6.

Μετά από δύο νίκες επί της Φορτούνα Σίταρντ και επί της Χρόνινχεν ήρθε η ήττα στο Άρνεμ από τη Φιτέσε, με συνέπεια τα σκαμπανεβάσματα να την αφήσουν πίσω στον βαθμολογικό πίνακα της Eredivisie.

Διαγωνισμός φάουλ με Ρέιντζερς

Κάπου εκεί ήρθε η ώρα για τις δύο αναμετρήσεις με τους Ρέιντζερς, για το Κύπελλο UEFA. Η πρώτη δοκιμασία ήταν στη Γλασκόβη, με το «Άιμπροξ» να προετοιμάζει μία εκκωφαντική υποδοχή εις βάρος του Φαν Χόιντονκ, ως πρώην επιθετικού της Σέλτικ. Ο Ολλανδός επιθετικός αγωνίστηκε ως βασικός και παρότι στο πρωτάθλημα βρισκόταν σε τρομερή φόρμα, αυτήν τη φορά δεν κατάφερε να σκοράρει. Αντιθέτως, μία πάσα του Φαν Πέρσι (που πέρασε αλλαγή) στον Όνο έφερε το 1-0 για τους Ολλανδούς στο 72′. Η τύχη του αγώνα ήταν στο χέρι της Φέγενορντ, όμως μία λάθος πάσα του Λόοφενς στο 81′ έδωσε τη δυνατότητα στους Σκοτσέζους να φτάσουν στο γκολ. Ο νεαρός αμυντικός προσπάθησε να διορθώσει το σφάλμα του αλλά υπέπεσε σε πέναλτι, το οποίο μετέτρεψε σε γκολ ο Μπάρι Φέργκιουσον για το 1-1.

Η ρεβάνς ήταν ένα εντυπωσιακό παιχνίδι που εξελίχθηκε σε διαγωνισμό στημένων φάσεων. Από τέτοια στο 26′ οι Ρέιντζερς έπιασαν στον «ύπνο» τους Ολλανδούς, με τον Νιλ Μακάν να κάνει το 0-1. Στο 37′ ο Φαν Χόιντονκ κέρδισε φάουλ έξω από την περιοχή και εκτέλεσε το δικό του «πέναλτι», ισοφαρίζοντας σε 1-1, ενώ στο τέλος του ημιχρόνου, ο Φαν Πέρσι κέρδισε φάουλ σε παρόμοια θέση, με τον Φαν Χόιντονκ να φροντίζει να στείλει την μπάλα στην ίδια πλευρά των διχτυών, κάνοντας την ανατροπή.

Ο Φαν Πέρσι είχε δοκάρι με την έναρξη του 2ου ημιχρόνου και στην εξέλιξη της φάσης ο Καλού έκανε το 3-1 για τους γηπεδούχους και το τελικό σκορ διαμόρφωσε ο Φέργκιουσον με πέναλτι στο 54′. Σε αυτήν τη φάση αποβλήθηκε ο Πάαουβε, με συνέπεια οι Ολλανδοί να πρέπει να αντέξουν για πάνω από μισή ώρα με παίκτη λιγότερο.

«Εμφύλιος» με Αϊντχόφεν κι εκδίκηση

Μετά από την εντός έδρας ήττα από την Τβέντε και το 1-1 με τον Άγιαξ στο Άμστερνταμ, όλα έμοιαζαν να έχουν χαθεί στην υπόθεση τίτλος, παρότι ακολούθησαν τρεις ευρείες νίκες κόντρα σε Άλκμααρ, Ντεν Μπος και Σπάρτα Ρότερνταμ.

Άγιαξ και Αϊντχόφεν είχαν πάρει κεφάλι στη βαθμολογία, με συνέπεια η Φέγενορντ να αρχίσει να επικεντρώνεται στην ευρωπαϊκή πορεία της και να πιστεύει ότι μπορεί να φτάσει μακριά. Εξάλλου, στα προημιτελικά κληρώθηκε να αντιμετωπίσει έναν πολύ γνώριμο αντίπαλο, μία ομάδα που είχε αντιμετωπίσει δύο φορές μέχρι εκείνο το σημείο και δεν είχε ηττηθεί, αλλά ούτε νικήσει!

Η Αϊντχόφεν είχε τερματίσει κι αυτή στην 3η θέση του ομίλου της στο Champions League και συνέχισε στο Κύπελλο UEFA, όπου απέκλεισε αρχικά τον ΠΑΟΚ, με ήττα 2-3 στην Τούμπα και νίκη 4-1 στην Ολλανδία, και στη συνέχεια τη Λιντς, που έναν χρόνο νωρίτερα είχε βρεθεί στα ημιτελικά του Champions League.

Η αναμέτρηση της 14ης Μαρτίου 2002 ήταν η πρώτη που έφερνε δύο ολλανδικές ομάδες αντιμέτωπες για κάποια ευρωπαϊκή διοργάνωση. Το παιχνίδι ήταν αρκετά ισορροπημένο και μπορεί στο 45′ ο Φαν Χόιντονκ να άνοιξε το σκορ για τους φιλοξενούμενους, με την έναρξη του 2ου μέρους ο ανταγωνιστής του για τον πρώτο σκόρερ της Eredivisie, ο Κέζμαν, ισοφάρισε σε 1-1.

Η ρεβάνς στο Ρότερνταμ είχε την ίδια εικόνα. Κακό παιχνίδι, λίγες φάσεις, μέχρι το 75ο λεπτό, όταν ένα ξερό σουτ του… γαμπρού του Φαν Μάρβαϊκ, Μαρκ φαν Μπόμελ, να ανοίξει το σκορ και να δώσει προβάδισμα πρόκρισης στην Αϊντχόφεν. Όλα έδειχναν ότι οι πρωταθλητές θα κρατούσαν το 1-0, όμως στο 3ο λεπτό των καθυστερήσεων, μία σέντρα του Ελμάντερ και μία κεφαλιά του Φαν Χόιντονκ έφερε το 1-1.

Στην παράταση, ο Φαν Μπόμελ αποβλήθηκε, το 1-1 διατηρήθηκε για ακόμα 30 λεπτά και το «εισιτήριο» θα κρινόταν στα πέναλτι. Οι δύο ομάδες ευστόχησαν στα πρώτα δύο, ο Γκιόργκι Γκαχοκίτζε δεν τα κατάφερε στο 3ο της Αϊντχόφεν. Το 5ο και των δύο ομάδων θα εκτελούσαν οι δύο κορυφαίοι σκόρερ τους και όπως ήταν φυσικό αμφότεροι ευστόχησαν, με τον Φαν Χόιντονκ να δίνει την πρόκριση στη Φέγενορντ.

Κόντρα στην Ίντερ των Ρονάλντο και Βιέρι

Μετά από αυτήν τη νίκη, στο πρωτάθλημα ακολούθησαν δύο ισοπαλίες με Βάαλβαϊκ και Μπρέντα και εκτός έδρας ήττα από την Αϊντχόφεν, που πήρε εκδίκηση για τον αποκλεισμό στην Ευρώπη.

Παρ’ όλα αυτά, ήταν φανερό ότι η Φέγενορντ κυνηγούσε το Κύπελλο UEFA, έστω κι αν στα ημιτελικά ήταν το πιο μικρό «ψάρι» σε μία λίμνη που είχε την Ίντερ, τη Μίλαν και την Ντόρτμουντ.

Αντίπαλος των Ολλανδών ήταν οι «νερατζούρι», μία ομάδα που ήταν το απόλυτο φαβορί για την κατάκτηση της Serie A, ούσα μπροστά στη βαθμολογία και έχοντας στις τάξεις της παίκτες όπως ο Ρονάλντο, στη… μουντιαλική σεζόν του, ο Κριστιάν Βιέρι, ο Κλάρενς Ζέεντορφ, ο Άλβαρο Ρεκόμπα, ο Χαβιέρ Σανέτι, ο Εμρέ Μπελόζογλου, ο Μάρκο Ματεράτσι, ο Σέρζιο Κονσεϊσάο, ο Ιβάν Κόρντομπα, ο Μοχάμεντ Καλόν και φυσικά ο Γρηγόρης Γεωργάτος.

Η ομάδα του Έκτορ Ραούλ Κούπερ ήταν το μεγάλο φαβορί του ζευγαριού και δη στον αγώνα του «Τζιουζέπε Μεάτσα», με συνέπεια ο Βιέρι να μείνει εκτός αποστολής για να ξεκουραστεί ενόψει του φινάλε του πρωταθλήματος και οι Ρονάλντο, Σανέτι, Ζέεντορφ και Ρεκόμπα να κάθονται στον πάγκο. Οι Ιταλοί ήταν ανώτεροι στο μεγαλύτερο μέρος του αγώνα, ωστόσο στο δεν κατάφεραν να σκοράρουν και στο 51′ ήρθε η ψυχρολουσία με το αυτογκόλ του Κόρντομπα.

Στη ρεβάνς του Ρότερνταμ μία εβδομάδα μετά, στις 11 Απριλίου 2002, η Φέγενορντ μπήκε με την ψυχολογία στο ζενίθ και προηγήθηκε με 2-0. Ο πρώτος σκόρερ του τουρνουά, ο Φαν Χόιντονκ άνοιξε το σκορ, με τον Τόμασον να διπλασιάζει τα τέρματα της ομάδας του στο 34′. Οι αποσβολωμένοι Ιταλοί μείωσαν μόλις στο 83′ με τον Κριστιάνο Τζανέτι και στο 89′ ισοφάρισαν με πέναλτι του Καλόν, ωστόσο στις καθυστερήσεις απέτυχαν να ολοκληρώσουν την ανατροπή.

Στον τελικό με την πρωταθλήτρια Γερμανίας

Η Φέγενορντ έφτασε στον πρώτο ευρωπαϊκό τελικό της μετά από το 1974, όταν είχε κατακτήσει την ίδια διοργάνωση. Το πρωτάθλημα είχε ολοκληρωθεί, καταλαμβάνοντας την 3η θέση, με τελευταία αγωνιστική στις 5 Μαΐου (0-0 με τη Βίλεμ). Τρεις ημέρες αργότερα επέστρεφε στο γήπεδό της, αλλά για τον τελικό.

Απέναντί της δεν ήταν το φαβορί του άλλου ζευγαριού των ημιτελικών, η έτερη ομάδα του Μιλάνου, αφού η Ντόρτμουντ νίκησε με 4-0 στο πρώτο παιχνίδι της Βεστφαλίας και οι «ροσονέρι» να αρκεστούν σε νίκη 3-1 στη ρεβάνς.

Μάλιστα, η Μπορούσια ταξίδεψε στην Ολλανδία ως πρωταθλήτρια Γερμανίας, αφού κατέκτησε τον τίτλο την 34η αγωνιστική, με τη Λεβερκούζεν να χάνει στο τέλος το τρόπαιο, όπως συνέβη εκείνη τη σεζόν και με το Champions League και με το Κύπελλο Γερμανίας.

Τέσσερις ημέρες μετά από αυτόν τον θρίαμβο, η ομάδα του Ματίας Ζάμερ πήγε στην Ολλανδία με όλα τα αστέρια της. Ο Βραζιλιάνος επιθετικός Μάρσιο Αμορόζο έκανε καταπληκτικό σεζόν και τερμάτισε στην κορυφή των σκόρερ της Bundesliga με 18 γκολ, ωστόσο εξίσου σημαντική ήταν η συνεισφορά του γιγαντόσωμου Γιαν Κόλερ και του συμπαίκτη του στην εθνική Τσεχίας, Τόμας Ροσίτσκι.

Ο 105 φορές διεθνής στόπερ Γίργκεν Κόλερ έπαιζε το τελευταίο παιχνίδι της καριέρας του, ενώ στην ομάδα υπήρχαν κι άλλοι Γερμανοί διεθνείς, όπως ο τερματοφύλακας Γενς Λέμαν, οι αμυντικοί Κρίστιαν Βερνς, Γεργκ Χάινριχ, Στέφαν Ρόιτερ, Κρίστοφ Μετσέλντερ, οι μέσοι Λαρς Ρίκεν, Ζεμπάστιαν Κελ, Ντάβιντ Οντόνκορ κι ο επιθετικός Χάικο Χέρλιχ, αρκετοί εκ των οποίων βρέθηκαν στη «νάτσιοναλμανσαφτ» που θα έφτανε μέχρι τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου 2002 έναν μήνα αργότερα.

Σε εκείνη την ομάδα ανήκε ένας από τους κορυφαίους Νιγηριανούς της ιστορίας, ο μέσος Σάντεϊ Ολίσε, ενώ οι Εβανίλσον, Εβέρτον και Ντεντέ είχαν κι αυτή σημαντική παρουσία σε ένα μείγμα γερμανικού ρεαλισμού και βραζιλιάνικης φαντασίας.

Σκόρερ ο Φαν Χόιντονκ, MVP ο Τόμασον

Ο αγώνας στιγματίστηκε από τη δολοφονία του ακροδεξιού πολιτικού Πιμ Φόρτουιν, δύο ημέρες πριν από τον τελικό, με συνέπεια ο τελικός να αρχίσει με ενός λεπτού σιγή.

Όταν άρχισε το παιχνίδι, η Φέγενορντ πήρε γρήγορα τα «ηνία», δημιουργώντας κάποιες επικίνδυνες στιγμές στην εστία του Λέμαν και δη με τον Ροσίτσκι στο 20′. Στο 33ο λεπτό, ο Γίργκεν Κόλερ ανέτρεψε τον Τόμασον στη μεγάλη περιοχή και είπε «αντίο» στο ποδόσφαιρο με τον χειρότερο τρόπο. Ο Φαν Χόιντονκ ανέλαβε την εκτέλεση κι άνοιξε το σκορ, ενώ στο 40′ εκτέλεσε το δεύτερο… πέναλτι του, εκτός περιοχής, κάνοντας το 2-0.

Με την έναρξη του 2ου μέρους, ο Πάαουβε ανέτρεψε τον Αμορόζο και ο Βραζιλιάνος επιθετικός μείωσε κι έβαλε ξανά στο παιχνίδι τους Γερμανούς. Πέντε λεπτά αργότερα, όμως, ο Τόμασον έσπασε το τεχνητό οφσάιντ και μετά από ασίστ του Όνο έκανε το 3-1. Στο 58′, ο Γιαν Κόλερ μείωσε ξανά για την Μπορούσια και όλα κρίθηκαν στο τελευταίο ημίωρο.

Οι δύο ομάδες δημιούργησαν καλές ευκαιρίες, είχαν αρκετές τελικές προσπάθειες, με τη Ντόρτμουντ να αψηφά το γεγονός ότι έπαιζε με παίκτη λιγότερο από τόσο νωρίς σε ένα τόσο απαιτητικό παιχνίδι. Παρ’ όλα αυτά, καμία ομάδα δεν κατάφερε να σκοράρει και το 3-2 χάρισε το τρόπαιο στη Φέγενορντ.

Του άνοιξε τον δρόμο

Ο Φαν Χόιντονκ με αυτά τα δύο γκολ έφτασε τα οκτώ στον θεσμό και αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ, παρότι άρχισε την πορεία του από τη φάση των 32. Παρ’ όλα αυτά, MVP του αγώνα αναδείχθηκε ο παρτενέρ του στην επίθεση, ο Τόμασον, ο οποίος ολοκλήρωσε τη χρονιά με 23 τέρματα σε όλες τις διοργανώσεις (33 ο Φαν Χόιντονκ). Αυτή η σεζόν ήταν και το διαβατήριο του Δανού για το μεγαλύτερο σκαλοπάτι της καριέρας του.

Μετά από μία σειρά τερμάτων στα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου, ταξίδεψε στα γήπεδα της Ιαπωνίας και της Νότιας Κορέας ως ο ηγέτης της Δανίας στην επίθεση. Σημείωσε τέσσερα γκολ σε τέσσερα παιχνίδια και έπεισε τους ανθρώπους της Μίλαν να τον αποκτήσουν, μαζί με τον Αλεσάντρο Νέστα, τον Ζέεντορφ, τον Ντίντα, τον Ριβάλντο, τον Μάρτιν Λάουσεν και τον Ντάριο Σίμιτς. Οι «ροσονέρι» γύριζαν σελίδα με τον Κάρλο Αντσελότι στο «τιμόνι» και το τέλος της χρονιάς θα τους έβρισκε (και τον Τόμασον) πρωταθλητές Ευρώπης…

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...