Το ασημένιο μετάλλιο του Λεωνίδα Σαμπάνη στο Σίδνεϊ που έδωσε το έναυσμα της «επίθεσης»

Έχουν περάσει, πλέον, σχεδόν 20 χρόνια από τότε που η Ελλάδα ασχολείτο με το άθλημα της άρσης βαρών σε Ολυμπιακούς Αγώνες και Παγκόσμια Πρωταθλήματα.

Τότε που η «Dream Team» του Χρήστου Ιακώβου «έκλεβε» τον τίτλο της επίσημης αγαπημένης από την Εθνική ομάδα μπάσκετ, σάρωνε τα μετάλλια, γέμιζε με υπερηφάνεια ολόκληρη τη χώρα και, παράλληλα, προκαλούσε παγκόσμιο θαυμασμό.

Το ταξίδι προς την κορυφή, το οποίο είχε ξεκινήσει στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης το 1992 με μπροστάρη τον Πύρρο Δήμα, έφερε πολλούς νέους ήρωες στο προσκήνιο.

Το Sport-Retro.gr θυμάται έναν από αυτούς, τον Λεωνίδα Σαμπάνη, ο οποίος στις 17 Σεπτεμβρίου 2000 κατέκτησε το ασημένιο μετάλλιο στο Σίδνεϊ, δίνοντας το έναυσμα για μία από τις πιο επιτυχημένες παρουσίες της Ελλάδας στη σύγχρονη μορφή της διοργάνωσης.

VIDEO: ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ STANDING OVATION ΣΤΟΝ ΠΥΡΡΟ ΔΗΜΑ

Ο Λεωνίδας Σαμπάνης (Λουάν Σαμπάνι το όνομά του στα αλβανικά), γεννημένος στην Κορυτσά στις 28 Οκτωβρίου 1971, μετοίκησε στην Ελλάδα το 1991.

Υπήρξε μέλος της εθνικής άρσης βαρών της Αλβανίας, με την οποία μάλιστα είχε κατακτήσει το χάλκινο στην κατηγορία των 56κ. στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα της Αθήνας το 1989, καθώς και το ασημένιο έναν χρόνο αργότερα στο Άαλμποργκ της Δανίας.

Όταν ήρθε στην Ελλάδα σε ηλικία 20 ετών, εντάχθηκε στον Παναθηναϊκό Αθλητικό Όμιλο και προπονητής του ανέλαβε ο Χρήστος Μπενέκος.

Η απόκτηση της ελληνικής υπηκοότητας ήταν το επόμενο βήμα, καθώς ο Χρήστος Ιακώβου εκμεταλλεύθηκε την ευκαιρία και τον ενέταξε στην εθνική ομάδα.

Άρχισε να εκπροσωπεί τα γαλανόλευκα χρώματα από το 1995 και δεν άργησε να δείξει την αξία του με το ασημένιο μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα στην κατηγορία των 59κ.

Αυτό ήταν, μάλιστα, το πρώτο ολυμπιακό μετάλλιο που κατακτούσε ποτέ αθλητής του Παναθηναϊκού, συνεπώς ο Σαμπάνης έγινε αναπόσπαστο και σημαντικό κομμάτι της ιστορίας του συλλόγου.

Η συνέχεια ήταν εξίσου εντυπωσιακή με τις δεύτερες θέσεις τόσο στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα της Κροατίας (Ριέκα) το 1997 όσο και σε αυτό της Γερμανίας (Ρίζα) το 1998, μία χρονιά που στέφθηκε παράλληλα παγκόσμιος πρωταθλητής στο Λάχτι της Φινλανδίας.

ΠΥΡΡΟΣ,ΚΑΧΙ,ΒΑΛΕΡΙΟΣ «ΚΑΤΣΕ ΚΑΤΩ ΑΠ’ΤΗΝ ΜΠΑΡΑ». Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΣΗΣ ΒΑΡΩΝ

Με τη Γιάννα Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη

Ήταν επίσης δεύτερος στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα το 1999, το οποίο έλαβε χώρα στην Κορούνια της Ισπανίας, ενώ ήταν ξανά δεύτερος στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα τον Νοέμβριο του 1999.

Τότε που σε ένα κατάμεστο ΣΕΦ, η Εθνική ομάδα άρσης βαρών επιβεβαίωνε για δεύτερη διαδοχική χρονιά ότι ήταν η ισχυρότερη στον κόσμο.

Συνεπώς, οι απαιτήσεις και στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϊ ήταν υψηλές, ωστόσο ο τραυματισμός του Λεωνίδα Κόκκα (είχε κατακτήσει το αργυρό μετάλλιο στην κατηγορία των 91κ. στην Ατλάντα), καθώς και του Γιώργου Τζελίλη (4ος στην Ατλάντα, 2ος στο Παγκόσμιο της Αθήνας στην κατηγορία των 64κ.), είχαν προκαλέσει ένα «μούδιασμα» στις τάξεις του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος.

Η επανάληψη του προ τετραετίας θριάμβου επί αμερικανικού εδάφους έμοιαζε τώρα δυσκολότερη σε αυτήν την πολύ μακρινή γωνιά (για τα ελληνικά δεδομένα) της Γης.

Ο Σαμπάνης ήταν ο πρώτος που ριχνόταν στη μάχη, στην κατηγορία των 62 κιλών πλέον, μία μάχη που έχασε νωρίς ο μεγάλος του αντίπαλος, ο «Ηρακλής τσέπης», όπως συνήθιζαν να αποκαλούν τον αείμνηστο Ναϊμ Σουλεϊμάνογλου.

Ο θρυλικός Τούρκος, με βουλγαρική καταγωγή, αρσιβαρίστας, ο οποίος είχε κερδίσει στο νήμα την ομηρική μάχη με τον Βαλέριο Λεωνίδη το 1996, αποκλείστηκε από νωρίς με τρεις αποτυχημένες προσπάθειες στο αρασέ.

Στην τελευταία του παρουσία σε Ολυμπιακούς Αγώνες ο Σουλεϊμάνογλου προσπάθησε να σηκώσει 145 κιλά από την πρώτη του προσπάθεια, επίδοση που θα συνιστούσε ολυμπιακό ρεκόρ, ωστόσο απέτυχε και έκλεισε με άδοξο τρόπο μία σπουδαία καριέρα.

VIDEO: Η ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΒΑΛΕΡΙΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΣΟΥΛΕΪΜΑΝΟΓΛΟΥ

Ο δρόμος ήταν πλέον διάπλατα ανοιχτός για τον Σαμπάνη, ο οποίος στόχευε εξαρχής στην κορυφή, όμως ένας τραυματισμός στο γόνατο κατά τη διάρκεια του αρασέ δεν του επέτρεψε να σηκώσει τα 175 κιλά στην τελευταία του προσπάθεια στο ζετέ.

Κατά συνέπεια, ο 28χρονος έμεινε δεύτερος στην κατάταξη, πίσω από τον πολιτογραφημένο Κροάτη, με βουλγαρική καταγωγή, Νικολάι Πεσάλοφ.

Ο Έλληνας αθλητής σήκωσε 147,5 κιλά στο αρασέ, 170 στο ζετέ, δηλαδή 317,5 κιλά στο σύνολο, και ισοβάθμησε στη δεύτερη θέση μαζί τον Χενάτζι Αλίαστσουκ από τη Λευκορωσία και τον Λε Μαοσένγκ από την Κίνα

Το ασημένιο μετάλλιο ήρθε στην τριπλή ισοβαθμία μετά από ζύγιση, καθώς ο Σαμπάνης ήταν κατά ελάχιστα γραμμάρια ελαφρύτερος από τους συναθλητές του.

Η κατάκτηση της δεύτερης θέσης έχριζε μεγάλης ιστορικής και σημειολογικής σημασίας, πέραν φυσικά της προφανούς εθνικής επιτυχίας και ατομικής διάκρισης που χαρίζει ένα τέτοιο επίτευγμα.

Ο Λεωνίδας Σαμπάνης πέρασε στην Ιστορία, καθώς έγινε μόλις ο πέμπτος Έλληνας αθλητής, μετά τους Κωνσταντίνο Τσικλητήρα (1908, 1912), Πέτρο Γαλακτόπουλο (1968, 1972), Μπάμπη Χολίδη (1984, 1988) και Πύρρο Δήμα (1992, 1996) που κατέκτησε ολυμπιακό μετάλλιο σε διαδοχικές διοργανώσεις.

Λίγες ημέρες αργότερα σε αυτό το κλειστό κλαμπ θα έμπαινε και ο Κάχι Καχιασβίλι, ο οποίος κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στην κατηγορία των 94 κιλών.

«Αφιερώνω το μετάλλιο αυτό σε όλους τους Έλληνες. Μακάρι όλοι να έχουν ανάλογη επιτυχία με τη δική μου. Δεν θέλω να ξεχωρίσω κάποιο απ’ τα δύο μετάλλια, όμως πιστεύω ότι αυτό είχε μεγαλύτερη βαρύτητα από το αντίστοιχο της Ατλάντα, κυρίως λόγω των τραυματισμών του Τζελίλη και του Κόκκα. Έπρεπε να το πάρω για να ανυψώσω το ηθικό της ομάδας».

Ο αείμνηστος Παύλος Γιαννακόπουλος βραβεύει τους Λεωνίδα Σαμπάνη και Χρήστο Μπενέκο, υπό το βλέμμα του Χρήστου Ιακώβου

Αυτή ήταν η δήλωση του Λεωνίδα Σαμπάνη λίγο μετά την κατάκτηση του ασημένιου μεταλλίου, το οποίο ήταν και το πρώτο χρονικά για την Ελλάδα στο Σίδνεϊ, ενώ θα ακολουθούσαν συνολικά άλλα 15.

Μία ανύψωση ηθικού που επιτεύχθηκε με το παραπάνω για την Εθνική ομάδα άρσης βαρών, καθώς στην πορεία ήρθε το ασημένιο του Βίκτωρα Μήτρου, τα χρυσά του Πύρρου Δήμα και του Κάχι Κακιασβίλι, αλλά κι ένα χάλκινο στις Γυναίκες από την Ιωάννα Χατζηιωάννου.

Με τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 να βρίσκονται προ των πυλών, η… ανεπίσημη αγαπημένη έδειχνε να έχει την ευκαιρία της απόλυτης εδραίωσης.

Εν τέλει για πολλούς και διάφορους λόγους η διοργάνωση της Αθήνας μετατράπηκε σε κύκνειο άσμα μίας από τις ισχυρότερες ομάδες που είδε ποτέ παγκοσμίως το άθλημα της άρσης βαρών και το χειρότερο: σε αποκαθήλωση προσώπων και συμβόλων του ελληνικού κλασσικού αθλητισμού.

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...