Ο Λεβ Γιασίν έπρεπε να πεθάνει προτού κατακτήσει την κορυφή

Το όνομα του Λεβ Γιασίν βρίσκεται στην κερκίδα του ανακατασκευασμένου γηπέδου της Ντινάμο Μόσχας και σε διάφορους δρόμους ρωσικών πόλεων. Δύο μπρούτζινα αγάλματά του υπάρχουν σε δύο διαφορετικά γήπεδα της πρωτεύουσας και ένα στο Ρίο ντε Ζανέιρο.

Ένα νόμισμα αξίας 3 ρουβλιών αφιερώθηκε στο πρόσωπό του, όπως και ένα τραγούδι από τον Βλάντιμιρ Βισότσκι και ποιήματα των Ρόμπερτ Ροζντεστβένσκι και Γεβγκένι Γεβτουσένκο. Ακόμα και μία μπάντα heavy metal από τη Σκοτία πήρε το όνομά του.

Ο θρύλος του, η παρακαταθήκη που άφησε εντός κι εκτός γηπέδων είναι τέτοια, που ακόμα και δεκαετίες μετά από τον θάνατό του στις 20 Μαρτίου 1990, κανείς δεν ξεχνάει το ποιος ήταν ο «μαύρος πάνθηρας». Ακόμα κι αν ο θάνατός του, βιολογικός ή αγωνιστικός, έπρεπε να επέλθει πολύ νωρίτερα…

Τα θέματα του Sport-Retro.gr για τη Σοβιετική Ένωση

Σώθηκε από τον πόλεμο

Ο Λεβ Ιβάνοβιτς Γιασίν γεννήθηκε στις 22 Οκτωβρίου 1929 στη Μόσχα, σε μία φτωχή οικογένεια. Τα παιδικά χρόνια σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ευτυχισμένα ή ανέμελα, αφού λόγω έλλειψης χρημάτων, η οικογένειά του αναγκαζόταν να μοιραστεί ένα μικρό διαμέρισμα με διάφορους συγγενείς.

Αυτό ήταν το μικρότερο από τα δεινά που ταλαιπώρησαν το «λιοντάρι», που σημαίνει το «λεβ» στα ρωσικά. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ή ο Σπουδαίος Πατριωτικός Πόλεμος όπως αποκαλείτο στη Σοβιετική Ένωση, ανάγκασε την οικογένεια Γιασίν να εγκαταλείψει την πρωτεύουσα το 1941, όταν τα στρατεύματα του Αδόλφου Χίτλερ πλησίασαν στα 70 χιλιόμετρα από την πόλη.

Ήδη το Λένινγκραντ, η σημερινή Αγία Πετρούπολη, ετοιμαζόταν να πέσει στα χέρια του Γερμανού δικτάτορα, αφού του είχε προκαλέσει ασφυκτικό αποκλεισμό και τα τρόφιμα ή το πόσιμο νερό εξελίχθηκαν σε είδη πολυτελείας.

Η οικογένεια του Γιασίν μετανάστευσε στο Ουλιάνοβσκ, περίπου 800 χιλιόμετρα ανατολικά της Μόσχας, σε απόσταση ασφαλείας από τους Ναζί. Ο μικρός Γιασίν ήταν μόλις 11 ετών, όμως, όπως έγραψε στην αυτοβιογραφία του, εκείνη την εποχή «τελείωσε η παιδική ηλικία μου».

Το Ουλιάνοβσκ είχε επιλεγεί από τους υπευθύνους του εργοστασίου πυρομαχικών στο οποίο εργαζόταν ο πατέρας του Γιασίν, ώστε να ξαναχτιστεί εκεί και να συνεχίσει την παραγωγή. Οι εργάτες έσερναν τα μηχανήματα μέσα στο χιόνι και κατασκεύασαν ξανά το εργοστάσιο σε ένα ανοιχτό οικόπεδο.

Οι συνθήκες ήταν πολύ δύσκολες και εκεί όμως, αφού η τροφή έφτανε στο Ουλιάνοβσκ με έλκηθρο από ένα διπλανό χωριό, 12 χιλιόμετρα μακριά.

Όταν έγινε 13 ετών, ο Γιασίν αναγκάστηκε να δουλέψει κι αυτός στο εργοστάσιο. Στην ηλικία που άλλα παιδιά έπαιζαν όλη τη μέρα στους δρόμους με μια μπάλα στα πόδια, εκείνος βρισκόταν ολημερίς σε ένα εργοστάσιο να κατασκευάζει όπλα και παράλληλα άρχισε το κάπνισμα.

Επιβίωσε από την πείνα

Αν και κάλλιστα θα μπορούσε να είναι νεκρός από τις κακουχίες της ζωής που έκανε μέχρι τότε, το μοναδικό πρόβλημα που αποκόμισε, σύμφωνα με τη μετέπειτα σύζυγό του, Βαλεντίνα, ήταν ο έντονος στομαχόπονος, που προκλήθηκε από την πείνα που βίωσε εκείνα τα χρόνια.

«Κορίτσια και αγόρια της ηλικίας μου που περίμεναν στις ουρές για ψωμί, ονειρεύονταν τη νίκη στο μέτωπο και έναν διαθέσιμο κύβο ζάχαρης. Έπρεπε να κάνουμε θυσίες πολύ νωρίτερα από το προβλεπόμενο», θυμάται ο Γιασίν.

Το 1944 άρχισε να γίνεται ξεκάθαρο ότι «οι ευτυχείς φήμες νίκης στο μέτωπο, που διαδίδονταν στην περιοχή μας», γίνονταν πραγματικότητα.

Μετά από 872 ημέρες (και 750.000 θανάτους κατοίκων), η μεγαλύτερη πολιορκία στην ιστορία της ανθρωπότητας είχε λυθεί. Από τη στιγμή που οι Ναζί αποχώρησαν ηττημένοι από το Λένινγκραντ, η Μόσχα αυτόματα κατέστη ασφαλής και η οικογένεια Γιασίν επέστρεψε στο σπίτι της, περιμένοντας το οριστικό τέλος του πολέμου.

«Στον πόλεμο πήραμε μία εμπειρία που κανένα μάθημα θα μπορούσε να μας διδάξει. Μάθαμε πώς να δουλεύουμε, όχι από φόβο ή υποσχέσεις, αλλά να δουλεύουμε για τη συνείδησή μας και να δουλεύουμε μέχρι εξαντλήσεως. Όταν ανταγωνιζόμασταν μετά για πρωταθλήματα και τίτλους, δεν σκεφτόμασταν τα οφέλη που θα μπορούσε να μας φέρει μια επιτυχία, αντιθέτως ήμαστε ευχαριστημένοι απλά επειδή μπορούσαμε να παίζουμε ποδόσφαιρο».

Άντεξε την ψυχολογική κατάρρευση και τη δίωξη

Η επιστροφή στη Μόσχα δεν βελτίωσε ιδιαίτερα τις συνθήκες. Η ζωή σε μία κατεστραμμένη κοινωνία που μετά από το τέλος του πολέμου, αντιμετώπισε τον μεγάλο σοβιετικό λιμό του 1946-1947, παρέμεινε πολύ δύσκολη.

Πίσω στη σοβιετική πρωτεύουσα ο Γιασίν εξακολουθούσε να είναι ένας εργάτης σε εργοστάσιο και οποιοδήποτε μακρόπνοο σχέδιο δεν ήταν ρεαλιστικό.

Ακόμα και όταν άρχισε να αγωνίζεται στην ποδοσφαιρική ομάδα του εργοστασίου, δεν το έκανε για κάποιον μεγαλύτερο σκοπό, απλά ήθελε να γεμίσει με αυτόν τον ευχάριστο τρόπο τις ώρες που δεν εργαζόταν.

Κάτι τέτοιο δεν αποδείχθηκε αρκετό για να αποκαταστήσει την ψυχική ηρεμία του Γιασίν. Αγχώδης ως άνθρωπος από μικρός, στα 18 του υπέστη νευρικό κλονισμό.

«Ήταν κατάθλιψη; Δεν γνωρίζω. Η κόπωση συσσωρεύτηκε με τα χρόνια και άρχισε να κάνει αισθητή την παρουσία της και ξαφνικά κάτι έσπασε μέσα μου. Εκείνη την περίοδο δεν ένιωθα κάτι, εκτός από κενό», έγραψε στην αυτοβιογραφία του.

Μάλιστα, υπήρξαν και πρακτικά ζητήματα, αφού σταμάτησε να πηγαίνει στη δουλειά και κρίθηκε αδικαιολογήτως απών από τον νόμο. Ένας φίλος από την ομάδα ποδοσφαίρου του εργοστασίου τον προέτρεψε να καταταγεί εθελοντικά στον στρατό και ο Γιασίν αποκαλεί αυτήν την ιδέα «διάσωση».

Με την παρουσία του στον στρατό απέφυγε να καταγγελθεί για «έλλειψη αλληλεγγύης και απροθυμία να εργαστεί και να συνεισφέρει στο κράτος», όπως εξηγεί, ένα κράτος στο απόγειο του κομμουνισμού, μετά από μία ιστορική νίκη επί του ναζισμού. Το αποτέλεσμα, πάντως, ήταν να επιβιώσει και από αυτήν τη δυσκολία στη ζωή του.

Εκτοπίστηκε από τον ανταγωνισμό

Πολλά εργοστάσια στην ΕΣΣΔ εκείνη την εποχή είχαν δική τους ποδοσφαιρική ομάδα και γι’ αυτό οι σύλλογοι δεν λησμονούσαν να κάνουν σκάουτινγκ και εκεί.

Εξάλλου, η προσπάθεια ανοικοδόμησης της χώρας ανάγκαζε πολλούς άντρες να μην έχουν άλλη επιλογή από το να δουλεύουν σε τέτοιες επιχειρήσεις και να αψηφούν οποιοδήποτε όνειρο για καριέρα στο ποδόσφαιρο.

Όταν ο παίκτης δεν πήγαινε στο ποδόσφαιρο, τότε το ποδόσφαιρο πήγαινε στον παίκτη και συχνά αυτό ήταν αρκετά αποτελεσματικό. Συνέβη και με τον Αρκάντι Τσέρνισεβ, προπονητή στις ακαδημίες της Ντινάμο Μόσχας, πρώην ποδοσφαιριστή και παίκτη του χόκεϊ επί πάγου, αθλήματος ιδιαίτερα διαδεδομένου στη χώρα, ο οποίος εντόπισε τον Γιασίν στην ομάδα του εργοστασίου του και τον πήρε στον σύλλογο της… αστυνομίας.

Ο Γιασίν αποκτήθηκε από την Ντινάμο το 1949, ωστόσο είχε μπροστά του δύο τερματοφύλακες που εκείνη την περίοδο δεν μπορούσε να συναγωνιστεί.

Ο πρώτος ήταν ο Αλεκσέι Χόμιτς, ο τερματοφύλακας του πρωταθλήματος του 1945, ο οποίος συμμετείχε στην ιστορική περιοδεία του συλλόγου στη Μεγάλη Βρετανία εκείνη τη χρονιά και οι εμφανίσεις του οδήγησαν στο παρατσούκλι «τίγρης».

Ο Χόμιτς υπήρξε τερματοφύλακας της Ντινάμο και τις επόμενες 3 σεζόν, που τερμάτισε 2η πίσω από την ΤΣΣΚΑ Μόσχας, αλλά και στη δεύτερη κατάκτηση μεταπολεμικού πρωταθλήματος, του 1949, όπως και στη 2η θέση του 1950.

Από το 1946 είχε αντίπαλο στο τέρμα τον Βάλτερ Σανάγια, ο οποίος από το 1949 μοιραζόταν κι αυτός τη θέση του βασικού τερματοφύλακα της Ντινάμο με τον Χόμιτς.

Ως εκ τούτου, όταν αποκτήθηκε ο Γιασίν το 1949, δεν υπήρχε πραγματικός χώρος για εκείνον στην πρώτη ομάδα. Κατάφερε να επιβιώσει και από αυτό, όμως…

Έφαγε γκολ από τερματοφύλακα στο ντεμπούτο του

Το ντεμπούτο του Γιασίν με την πρώτη ομάδα πραγματοποιήθηκε το 1950, όταν ήταν ακόμα 21 ετών. Αυτό που συνέβη σε εκείνο το παιχνίδι θα μπορούσε να οδηγήσει αρκετούς συνομηλίκους του εκτός ποδοσφαίρου, όμως όχι τον Γιασίν.

Την στιγμή που είχε την ευκαιρία να δείξει τις δυνατότητές του στους προπονητές και να τους πείσει για την αξία του, ο Γιασίν δέχθηκε γκολ από τον αντίπαλο τερματοφύλακα, που εκτέλεσε ελεύθερο με απευθείας σουτ!

Αντί να αποδείξει ότι μπορεί να συναγωνιστεί όχι έναν, αλλά δύο τερματοφύλακες στην Ντινάμο που έριζαν για τα γάντια του βασικού, ο Γιασίν βίωσε έναν αγωνιστικό εφιάλτη.

Μετά από ακόμα δύο συμμετοχές στο πρωτάθλημα, χάθηκε από το προσκήνιο της Ντινάμο για αρκετά χρόνια. Ούτε αυτό τον κατέβαλε, όμως…

Κατάκτησε Κύπελλο Ρωσίας στο χόκεϊ

Έχοντας στη διάθεσή του πλέον περισσότερο ελεύθερο χρόνο, εφόσον αποδέχθηκε ότι δεν θα συμμετείχε σε αγωνιστικές υποχρεώσεις της Ντινάμο όσο υπήρχαν Χόμιτς και Σανάγια, ο Γιασίν βρήκε τρόπο να παραμείνει ενεργός ως τερματοφύλακας.

Παρέμεινε στην ίδια θέση και στον ίδιο σύλλογο, όμως άλλαξε άθλημα και άρχισε να παίζει χόκεϊ επί πάγου. Η άνοδός του ήταν ραγδαία και εξελίχθηκε στον 3ο καλύτερο τερματοφύλακα του πρωταθλήματος.

Οι εμφανίσεις του οδήγησαν την Ντινάμο Μόσχας στην κατάκτηση του Κυπέλλου Ρωσίας στο χόκεϊ επί πάγου τον Μάρτιο του 1953. Όμως τελικά, ούτε αυτό τον έβγαλε από την τροχιά του…

Επέστρεψε και καθιερώθηκε

Η επιτυχία αυτή ανάγκασε τους επικεφαλής του συλλόγου να του δώσουν ακόμα μία ευκαιρία στην ποδοσφαιρική ομάδα. Εξάλλου, ο μέντοράς του στη θέση, ο Χόμιτς, είχε αποχωρήσει στο τέλος του 1952 και ο Σανάγια, που είχε αναλάβει ρόλο βασικού τερματοφύλακα, θα έφευγε στο τέλος της σεζόν 1953.

Ο Γιασίν άρχισε να παίρνει παιχνίδια και 6 μήνες μετά από την κατάκτηση του κυπέλλου στο χόκεϊ επί πάγου, τον Οκτώβριο του 1953 πανηγύρισε και την κατάκτηση του κυπέλλου στο ποδόσφαιρο.

Αυτό ήταν. Την επόμενη σεζόν στέφθηκε πρωταθλητής Σοβιετικής Ένωσης ως βασικός τερματοφύλακας της Ντινάμο και γρήγορα άρχισε να γράφει ιστορία στο άθλημα.

Αν και δεν ήταν ο πρώτος (ο Ούγγρος Γκιούλα Γκρόσιτς και ο Αργεντινός Αμαντέο Ραούλ Καρίσο είχαν προηγηθεί), εξελίχθηκε στον πιο διάσημο sweeper-keeper του ποδοσφαίρου μέχρι να εμφανιστεί ο Μάνουελ Νόιερ.

Απέκτησε το παρατσούκλι «μαύρος πάνθηρας» λόγω των εκτινάξεών του σε συνδυασμό με τα μαύρα ρούχα του, αν και στην πραγματικότητα ήταν σκούρα μπλε. Στο εξωτερικό έγινε γνωστός ως «μαύρη αράχνη», αφού με κάθε ευκαιρία έδειχνε πως είχε περισσότερα από δύο… χέρια.

Του φώναζαν να αποσυρθεί και κατέκτησε τη «Χρυσή Μπάλα»

Επιβίωσε από φτώχεια, πείνα, κακουχίες, πόλεμο, βαριά εργασία, ψυχολογικά προβλήματα, δυσάρεστες αγωνιστικές εμπειρίες, έντονο συναγωνισμό και βρήκε τον τρόπο να φτάσει μέχρι την κορυφή του κόσμου.

Για να φτάσει μέχρι εκεί, επιβίωσε και από την έντονη κριτική από ολόκληρη τη Σοβιετική Ένωση για την ήττα – αποκλεισμό από τη Χιλή, στα προημιτελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1962, σε ένα παιχνίδι που αγωνίστηκε με διάσειση.

«Αποσύρσου» ήταν η μόνιμη επωδός των φιλάθλων όταν επέστρεψε στην πατρίδα, έχοντας στοχοποιηθεί για εκείνον τον αγώνα από το μοναδικό κείμενο που δημοσιεύτηκε στη χώρα (γραμμένο από πολιτικό συντάκτη), εξαιτίας των δύο γκολ που δέχθηκε και για τα οποία έφερε ευθύνη.

Ορισμένοι οπαδοί έφτασαν μέχρι σημείου να σπάσουν τα τζάμια του σπιτιού του, να προκαλέσουν ζημιά στο αυτοκίνητό του και να γράψουν συνθήματα εις βάρος του σε τείχους.

Έχοντας ξεπεράσει όλα τα προηγούμενα, το να ανέβει ξανά στην υπόληψη των φιλάθλων που τον γιουχάιζαν σε κάθε γήπεδο όπου αγωνιζόταν ήταν θέμα χρόνου κι ενός αγώνα της Μικτής Κόσμου κόντρα στην εθνική Αγγλίας στο Νησί. Ο Γιασίν έβγαλε το ημίχρονο που έπαιξε «αλώβητος» και αντιμετωπίστηκε ξανά ως εθνικός ήρωας, όπως όταν οδηγούσε την εθνική ομάδα στην κατάκτηση του χρυσού ολυμπιακού μεταλλίου το 1956 και στην κατάκτηση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος 1960.

Το τέλος του 1963 τον βρήκε πρωταθλητή Σοβιετικής Ένωσης ξανά, έχοντας δεχθεί μόλις 7 γκολ στα 27 παιχνίδια που αγωνίστηκε, με συνέπεια τον Δεκέμβριο να κατακτήσει τη «Χρυσή Μπάλα» και να γίνει ο πρώτος και ο μοναδικός τερματοφύλακας μέχρι σήμερα με αυτήν τη διάκριση.

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...