Ο Παναγιώτης Κερμανίδης φέρνει τον ΠΑΟΚ των 70s’ στο Sport-Retro.gr

Μία από τις μεγαλύτερες σχολές του παγκοσμίου ποδοσφαίρου είναι η ουγγρική. Ξεχώρισε τη δεκαετία του 1950 και κορωνίδα της αποδείχθηκε ο χαμένος τελικός στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1954. Περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε διά χειρός Χρήστου Σωτηρακόπουλου και Κώστα Μπράτσου.

Ο Εμφύλιος Πόλεμος έφερε έστω και ακούσια αρκετά ελληνόπουλα στις γειτονιές της Βουδαπέστης, της Τασκένδης, του Βουκουρεστίου, της Βαρσοβίας κ.τ.λ. Ο Παναγιώτης Κερμανίδης, ο οποίος τιμά το Sport-Retro.gr με τη συνέντευξή του, ανήκει στη συγκεκριμένη κατηγορία.

Γεννήθηκε σαν σήμερα (12 Ιουλίου) το 1950 επί πολωνικού εδάφους, όμως μεγάλωσε στην Ουγγαρία, σε μία εποχή που ακόμη ήταν νωπές οι επιτυχίες της τρανής εθνικής της ομάδας.

«Εκεί ξεκίνησα να παίζω. Στις αλάνες της Βουδαπέστης. Η καταγωγή μου είναι μακεδονική, οι γονείς μου προέρχονταν από τη Βόρεια Ελλάδα. Παιδί πολιτικών προσφύγων. Ήμουν θαυμαστής του Νίκου Γιούτσου, ο οποίος έπαιζε σε μια ελληνική ομάδα της Ουγγαρίας, τον Όλυμπο. Αυτή την ομάδα υποστηρίζαμε εμείς τα ελληνόπουλα. Δεν φόρεσα τη φανέλα της, όμως την ακολουθούσα. Πρωτόπαιξα ποδόσφαιρο το 1963», λέει για τα πρώτα χρόνια της ζωής του.

Σκοράροντας επί του Παναθηναϊκού

 

Η «αποστασία των εννέα» και το πρώτο γκολ

Ο Κερμανίδης αγωνίστηκε στην ερασιτεχνική Budapesti Köolaj, εν συνεχεία στην Κίστεξτ και το 1971 μεταπήδησε στην περίφημη ΜΤΚ, η οποία τότε μετρούσε 18 πρωταθλήματα.

Δεν είχε περάσει ούτε ένας χρόνος από τον τραγικό χαμό του 29χρονου μέσου Άντρας Σουτσάνι. Στις 21 Αυγούστου 1970, κατά τη διάρκεια προπόνησης, χτυπήθηκε από κεραυνό και πέθανε.

Πριν από την έναρξη της σεζόν 1971-72, εννέα παλιοί παίκτες αποφάσισαν αποχή από τις προπονήσεις επειδή είχαν έρθει σε ρήξη με τον προπονητή Τίμπορ Παλίτσκο και η διοίκηση τους απέκλεισε για έναν χρόνο (σ.σ. αργότερα έπεσε η ποινή). Συνεπώς, η ΜΤΚ κάλυψε το κενό τους με πολλούς νεαρούς άσους, μεταξύ των οποίων ο Κερμανίδης.

Η ΜΤΚ άρχισε με τρεις ήττες και μηδέν ενεργητικό στα γκολ, προτού ο 21χρονος δεξιός μεσοεπιθετικός λύσει τον «γόρδιο δεσμό» στις 5 Σεπτεμβρίου 1971, κόντρα στην Έγκρι Ντόζα. Συγκεκριμένα, άνοιξε το σκορ στο 12ο λεπτό, βγήκε αλλαγή στο 55’ και στο 64’ διαμορφώθηκε το τελικό 2-0.

Ο Κερμανίδης σκόραρε άλλη μια φορά (δύο γκολ σε 12 συμμετοχές) και την επόμενη σεζόν αγωνίστηκε στη β’ ομάδα (4 εμφανίσεις), αφού οι εννέα παίκτες απολογήθηκαν και πήραν συγχωροχάρτι από τη διοίκηση.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ΜΤΚ σημείωσε μόλις μία νίκη στις 16 πρώτες αγωνιστικές, εκείνη κόντρα στην Έγκρι Ντόζα, και αυτή έφερε τη σφραγίδα του τιμώμενου προσώπου.

Κατά μία διαδικτυακή πηγή, την πρώτη σεζόν κατέγραψε 14 και όχι 12 συμμετοχές, ενώ η μεταγραφή του στον ΠΑΟΚ στοίχισε 1.000.000 ουγγρικά φιορίνια.

 

Τον ήθελαν και οι «αιώνιοι»

Ο Παναγιώτης Κερμανίδης είχε μπει στα «ραντάρ» των ελληνικών ομάδων, όπως εξηγεί ο ίδιος: «Οι πρώτες επαφές δεν είχαν γίνει με τον ΠΑΟΚ, αλλά με τον Ολυμπιακό του Μάρτον Μπούκοβι. Ύστερα από τον Γιούτσο είχαν στο μυαλό τους να πάρουν κι εμένα. Και στον Παναθηναϊκό του Φέρεντς Πούσκας, επίσης Ούγγρος, είχα προταθεί. Τελικά, κατέληξαν στον ΠΑΟΚ μετά από αρκετές διαμάχες, τον Σεπτέμβριο του 1973».

Εκείνη την εποχή ο «δικέφαλος» ριχνόταν στη μάχη του Κυπέλλου Κυπελλούχων (ως φιναλίστ του Κυπέλλου Ελλάδας), αντιμετωπίζοντας τη Λέγκια.

Ανάμεσα στις δύο αναμετρήσεις με την πολωνική ομάδα, συγκεκριμένα στις 20 Σεπτεμβρίου, ο Κερμανίδης αφίχθη στη Θεσσαλονίκη και προπονήθηκε στο γήπεδο της Τούμπας.

«Ήταν όνειρο να επιστρέψουμε κάποια στιγμή στην Ελλάδα. Ο πρώτος όρος που έθεσα στον ΠΑΟΚ ήταν να εγκατασταθούν και οι γονείς μου. Πράγματι, η ομάδα μου εξασφάλισε τα πάντα. Όταν πρωτοείδα την ομάδα, έμεινα έκπληκτος. Ήταν επιθετικογενής, έπαιζε θεαματικό ποδόσφαιρο και διέθετε εξαιρετικές μονάδες. Αμέσως κατάλαβα ότι δεν θα μου είναι εύκολο να καθιερωθώ», λέει στο Sport-Retro.gr.

Η συνέχεια της συζήτησης αφορά προπονητές και ο Γκιούλα Λόραντ έχει την τιμητική του: «Αποκτήθηκα ως επιθετικός, αγωνιζόμουν σε όλες τις θέσεις της. Ήρθα επί των ημερών του Λες Σάνον, ενώ μέχρι το 1981 εργάστηκα με Γκιούλα Λόραντ, Μπράνκο Στάνκοβιτς, Μπίλι Μπίγκαμ, Λάκη Πετρόπουλο και Έγκον Πίχατσεκ.

Ο Λόραντ ήταν ένα ιστορικό όνομα, μια μεγάλη προσωπικότητα. Ως ποδοσφαιριστής ανήκε στη «χρυσή» ομάδα της Ουγγαρίας. Ήρθε από τη Γερμανία και πέρασε επαγγελματικά μηνύματα στην Ελλάδα. Όσο ήμουν στον ΠΑΟΚ, πήραμε το Κύπελλο του 1974 και το πρωτάθλημα του 1976. Από τον Λόραντ διδαχθήκαμε πάρα πολλά για το επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Σκληρές προπονήσεις, πολλές απαιτήσεις, πειθαρχία, αυστηρότητα…».

Βέβαια, ο «δικέφαλος» των 70s’ διέθετε παικταράδες: «Είχα τη χαρά να παίξω δίπλα σε μεγάλα ονόματα, όπως ο Κούδας, ο Σαράφης, ο Τερζανίδης, ο Παρίδης… Και οικογένεια. Πήραμε το πρωτάθλημα με ρόστερ 15 παικτών».

1976: Ο γύρος του θριάμβου στο Στάδιο Καραϊσκάκη μετά το 4-0 επί του Εθνικού 

 

«Τσακωθήκαμε για το… fair play»

Ο ΠΑΟΚ των 70s’ κατέκτησε το πρωτάθλημα του 1976 και δύο Κύπελλα (1972, 1974), ενώ κατέγραψε και τα πρώτα του αξιοσημείωτα αποτελέσματα στην Ευρώπη (4-0 τη Λιόν, 1-0 την Μπαρτσελόνα, 1-0 τον Ερυθρό Αστέρα, 1-0 τη Λέγκια, 2-2 με τη Μίλαν…).

Τότε το γήπεδο της Τούμπας φάνταζε ως απόρθητο κάστρο για κάθε αντίπαλο, σε μία εποχή που ούτως ή άλλως η έδρα είχε πολύ μεγαλύτερη δυναμική εν συγκρίσει με σήμερα.

«Θυμάμαι το ματς με τον Ολυμπιακό στη Θεσσαλονίκη, τη χρονιά που πήραμε το πρωτάθλημα. Είχαμε βρεθεί πίσω στο σκορ, αλλά καταφέραμε να βάλουμε τρία γκολ πριν από τη λήξη του ημιχρόνου. Μάλιστα, εγώ είχα ισοφαρίσει σε 1-1.

Μπαίνουμε, λοιπόν, στ’ αποδυτήρια και αντί να είμαστε χαρούμενοι, αρχίζουμε να λογοφέρουμε. Αν μας άκουγε κανείς απ’ έξω θα απορούσε. Λογοφέραμε γιατί κάποιοι υποστήριζαν ότι πρέπει να τους… φορτώσουμε γκολ κι άλλοι γιατί ήθελαν fair play. Τελικά, προσπαθήσαμε να βάλουμε κι άλλα γκολ, όμως ο αντίπαλος δεν μας το επέτρεψε».

Στο συγκεκριμένο ντέρμπι και το προαναφερθέν γκολ της ισοφάρισης, ο Κερμανίδης είχε υποχρεώσει το γήπεδο της Τούμπας να σηκωθεί στο πόδι: «Πρόσφατα είχε γίνει μια ψηφοφορία στη Θεσσαλονίκη εν όψει ΠΑΟΚ-Ολυμπιακός και είχε ψηφιστεί ως το καλύτερο. Ένα μονοκόμματο σουτ προς το «πέταλο» της θύρας 7».

 

Η φαεινή ιδέα του Λόραντ έφερε αποθέωση

Εκείνη τη σεζόν, βέβαια, η μεγαλύτερη νίκη επί του Ολυμπιακού δεν πανηγυρίστηκε στην Τούμπα, αλλά στο Φάληρο, όπου ο ΠΑΟΚ επιβλήθηκε 4-0 και κατέστησε σαφές ότι το 1976 θα είναι η χρονιά του.

Ο Γκιούλα Λόραντ έκανε τη διαφορά και ο Κερμανίδης θυμάται κάθε λεπτομέρεια: «Πριν από το ματς είχε καλέσει όλους τους δημοσιογράφους. Ήθελε να ενημερωθούν για τον τρόπο παιχνιδιού του! Καθόμασταν, λοιπόν, μπροστά εμείς οι παίκτες και πίσω οι δημοσιογράφοι. Άλλες εποχές τότε, αν και δεν ήταν συνηθισμένο αυτό που έκανε.

Εγώ έπαιζα περισσότερο στα άκρα, αλλά σε εκείνο το ντέρμπι έβαλε εμένα φορ αντί του Νέτο Γκουερίνο. Η εντολή του προς εμένα ήταν να κρατάω μπάλα για να ανακουφίζονται οι αμυντικοί μας. ‘Μόνο με φάουλ θα στην παίρνουν’, μου είπε. Τελικά, όλα έγιναν όπως τα είχε στο μυαλό του.

Στην αρχή δεχθήκαμε ασφυκτική πίεση και ήμασταν πολύ τυχεροί που δεν δεχθήκαμε γκολ. Στην πρώτη αντεπίθεση σκοράραμε και μετά το ματς έγειρε υπέρ μας. Και, βέβαια, χιλιάδες φίλαθλοι του Ολυμπιακού να μας αποθεώνουν στο τέλος για τη δίκαιη νίκη και την εμφάνισή μας».

Ο Παναγιώτης Κερμανίδης ήταν, κατά τα κοινώς λεγόμενα, παίκτης προπονητή: «Εκτελούσα κατά γράμμα τις εντολές τους. Ήμουν πειθαρχημένος, ξεχώριζα για την τεχνική κατάρτιση και τη δυνατότητα να κρατάω μπάλα. Οι αντίπαλοι μου την έπαιρναν μόνο με φάουλ από τα πόδια. Παράλληλα, μοίραζα ασίστ και είχα επαφή με την εστία, έβαζα γκολ, πολλά εκ των οποίων με κεφαλιά».

Η αναφορά στη λέξη «φάουλ» πήγε τη συζήτηση στους αντιπάλους: «Εκείνη την εποχή οι αμυντικοί ήταν πολύ σκληροτράχηλοι. Έπρεπε κυρίως να μαρκάρουν. Όχι όπως τώρα που οργανώνουν. Σκοπός τους ήταν να καταστρέψουν το παιχνίδι του αντιπάλου. Είχε δυνατά μαρκαρίσματα, είχε μαν-του-μαν…

Δεν ξεχνάω παίκτες, όπως ο Γιώργος Ορφανίδης του Ηρακλή, ο Γιάννης Βένος και ο Θεόδωρος Πάλλας του Άρη, ο Πέτρος Καραβίτης, ο Βασίλης Σιώκος, ο Λάκης Γκλέζος, ο Μήτσος Δημητρίου και πολλοί ακόμη από επαρχιακές ομάδες».

 

Σεζόν 1976-77: Μέχρι τις 2 Ιανουαρίου έβαλε 9 γκολ και προπορευόταν, αλλά στη συνέχεια σίγησε

Τα λάθη και ο παράγοντας με τον λόγο-συμβόλαιο

Αμέτρητα σκληρά μαρκαρίσματα και φάουλ δέχθηκε ο Παναγιώτης Κερμανίδης, όμως πλην συγκεκριμένων εξαιρέσεων κρατούσε χαρακτήρα: «Δεν ήμουν από τους παίκτες που διαμαρτύρονταν. Δεν δημιουργούσα καταστάσεις, ασχέτως αν έτρωγα «ξύλο» (γέλια). Συνέχιζα το παιχνίδι μου.

Μόνο σε δύο περιπτώσεις δέχθηκα κόκκινη κάρτα. Ήταν μια σημαντική χρονιά. Οδηγούσα την κούρσα στους σκόρερ του πρωταθλήματος, με είχε καλέσει ο Λάκης Πετρόπουλος στην Εθνική ομάδα. Δυστυχώς τα στράβωσα όλα. Και ο ΠΑΟΚ ζημιώθηκε και εγώ».

Το γεγονός ότι ο ΠΑΟΚ έσπασε τα δεσμά και πρωταγωνίστησε μετά από 45 χρόνια ύπαρξης οφείλεται κατά κύριο λόγο στον Γιώργο Παντελάκη, έναν παράγοντα που πέρασε στην Αιωνιότητα για το φιλανθρωπικό του πρόσωπο, τη σεμνότητα και την αγνή αγάπη προς τον σύλλογο που υπηρέτησε.

«Έχασε κάποιους παίκτες λόγω του νόμου της οκταετίας, όμως πάντα έβρισκε λύσεις στα προβλήματα. Λειτουργούσε καθαρά και μόνο για το συμφέρον της ομάδας. Στο οικονομικό σκέλος ήταν σφικτός, αλλά τηρούσε κατά γράμμα τις υποσχέσεις του. Ο λόγος του ήταν συμβόλαιο. Εξαιρετικός παράγοντας, αγαπούσε υπερβολικά τον ΠΑΟΚ.

Είτε ως γενικός γραμματέας είτε ως πρόεδρος προσπαθούσε πάντα για το καλό μας. Δεν είναι τυχαίο ότι είχαμε επιτυχίες σε όλη τη δεκαετία του 1970 και για μεγάλο διάστημα στα 80s’», λέει ο Κερμανίδης.

Παρεμπιπτόντως, το τιμώμενο πρόσωπο του Sport-Retro.gr αγωνίστηκε στον ΠΑΟΚ από το 1973 μέχρι το 1981, επομένως έζησε καλά τόσο τον Παντελάκη όσο και τις περισσότερες διακρίσεις της ομάδας.

Σε αυτό το διάστημα κατέγραψε 233 συμμετοχές/60 γκολ στο πρωτάθλημα, 36 συμμετοχές/12 γκολ στο Κύπελλο, 16 συμμετοχές/3 γκολ σε ευρωπαϊκές διοργανώσεις.

Το πρώτο γκολ σημειώθηκε στις 9/12/1973 κόντρα στον Πανιώνιο, ενώ το τελευταίο στις 22/2/1981 απέναντι στην Κόρινθο (αμφότερα στο γήπεδο της Τούμπας).

 

Το παράπονο και το «σήμερα»

Το καλοκαίρι του 1981 η πρόταση που του έγινε από τον ΠΑΟΚ δεν ήταν αντάξια της προσφοράς του, επομένως πήρε την απόφαση να μεταπηδήσει στον ανερχόμενο Μακεδονικό του Θωμά Βουλινού.

Με την ομάδα της Νεάπολης σημείωσε 14 γκολ την πρώτη σεζόν στη Β’ Εθνική, 6 τη δεύτερη στην Α’ Εθνική και άλλα 2 την τρίτη στη Β’ Εθνική.

Το τέλος της καριέρας του έγινε στη Νάουσα, η οποία την περίοδο 1984-85 αγωνίστηκε στη Γ’ Εθνική και την επόμενη στη Β’ Εθνική.

Εν συνεχεία ασχολήθηκε με την προπονητική και θήτευσε σε Ξάνθη, Αναγέννηση Καρδίτσας, Τρίκαλα, Βέροια, Εορδαϊκό, Αγροτικό Αστέρα, Εδεσσαϊκό, Απόλλωνα Πόντου.

Ο λόγος στον Παναγιώτη Κερμανίδη για τον επίλογο: «Όταν με συναντούν έξω ή ακόμα και στο Facebook, μου αναφέρουν γεγονότα που δεν τα θυμάμαι. Μου είχε πει μια φορά ένας: ‘Όταν ήμουν πιτσιρικάς με είχες δει έξω από το γήπεδο που δεν με άφηναν να μπω και με έβαλες εσύ μέσα’.

Ένας άλλος μου είχε πει: ‘Σου ζητούσα πόση ώρα τη φανέλα και δεν μου την έδινες με τίποτα’. Εκείνη την εποχή απαγορευόταν να δίνουμε τις φανέλες γιατί έπρεπε να αγοράσουμε άλλες (γέλια).

Πέρα από τις διακρίσεις και τους πανηγυρισμούς, όμως, μου έχει μείνει κάτι άλλο χαραγμένο στη μνήμη. Ότι μπορεί κάποιες φορές να τα… ακούγαμε εν χορώ στην έδρα του Ολυμπιακού, του Παναθηναϊκού κ.τ.λ., αλλά αντίστοιχα μας αποθέωναν οι αντίπαλοι όταν παίζαμε καλά ή αξίζαμε τη νίκη. Κάτι που δυστυχώς δεν συμβαίνει τώρα».

Ο Παναγιώτης Κερμανίδης δεν αγαπά μόνο τον ΠΑΟΚ αλλά και το ποδόσφαιρο γενικότερα: «Έχω αφοσιωθεί στις υποδομές από το 2000, με την Ακαδημία που ονομάζεται «Μπέμπηδες 2000». Έχουμε αναδείξει πολλά παιδιά, όπως για παράδειγμα τον Βαγγέλη Παυλίδη, διεθνή άσο και πρώτο σκόρερ της Βίλεμ εφέτος. Ακολουθούν κι άλλοι από πίσω. Είμαι λάτρης του Έλληνα ποδοσφαιριστή και των νεαρών. Ο κόσμος το γνωρίζει αυτό και συμπαραστέκεται».

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...