Ο Παρ Σέτερμπεργκ «νίκησε» τον διαβήτη και κέρδισε όλους τους φιλάθλους

Πριν από ακριβώς 48 χρόνια (14 Οκτωβρίου 1970) γεννήθηκε στη Σουηδία ένας ποδοσφαιριστής-εργαλείο, όπου χάριζε πολλές λύσεις στη μεσαία γραμμή των ομάδων που αγωνίστηκε.

Ο Παρ Σέτερμπεργκ (και όχι Ζέτερμπεργκ) έγινε γνωστός στο Βέλγιο με την Άντερλεχτ, αγαπήθηκε πολύ από τους συμπατριώτες του λόγω των εμφανίσεων με την εθνική και κέρδισε τους απαιτητικούς φιλάθλους του Ολυμπιακού.

Το Sport-Retro.gr θυμάται την καριέρα του Σουηδού μέσου, το πρόβλημα υγείας που εκμηδένισε, τις καλές στιγμές, αλλά και το πικρό φινάλε από την εθνική, καθώς και την εν Ελλάδι θητεία του.

 

«Νίκησε» τον διαβήτη

Ο Παρ Σέτερμπεργκ γεννήθηκε στις 14 Οκτωβρίου 1970 στο Φάλκενμπεργκ της Σουηδίας (σ.σ. από την ίδια πόλη κατάγεται κι ο Φρέντι Λιούγκμπεργκ) και από μικρή ηλικία έδειξε ότι έχει ταλέντο στο ποδόσφαιρο.

Σε ηλικία 8 ετών τον στρατολόγησε στις ακαδημίες της η ομάδα της γενέτειράς του (Φάλκενμπεργκς FF) και μετά από 8 χρόνια στα μικρότερα κλιμάκια… προάχθηκε στους επαγγελματίες το 1986.

Χρειάστηκαν μόλις επτά εμφανίσεις για να τραβήξει τα βλέμματα όλων και να αναγκάσει την Άντερλεχτ να του προτείνει πολυετές επαγγελματικό συμβόλαιο, το οποίο ο Σέτερμπεργκ υπέγραψε και έγινε κάτοικος Βρυξελλών.

Άρχισε από τους Νέους μέχρι να ενταχθεί στην πρώτη ομάδα το 1989, αλλά η χαρά του δεν κράτησε για πολύ, αφού λίγο αργότερα διαγνώστηκε με διαβήτη σε πρώιμο στάδιο.

Ο Άαντ ντε Μος, προπονητής της Άντερλεχτ εκείνη την εποχή, δήλωσε ανοιχτά πως η καριέρα του Σέτερμπεργκ είχε τελειώσει και ότι τόσο ο ίδιος όσο και το κλαμπ δεν θα πόνταραν σε έναν παίκτη με τόσο σοβαρό πρόβλημα υγείας.

«Πέθανα, αναστήθηκα, αν χρειαστεί θα ξαναπεθάνω στο γήπεδο». Συγκλονιστικός Χρήστος Πατσατζόγλου στο Sport-Retro.gr

Ο Σουηδός, όμως, αποδείχθηκε πολύ σκληρό καρύδι. Χάρη στη θέληση, αλλά και τη βοήθεια ενός καταπληκτικού γιατρού, μέσω εντατικής θεραπείας ξεπέρασε το πρόβλημά του και γύρισε πιο δυνατός από ποτέ.

Η Άντερλεχτ, εν τω μεταξύ, τον είχε παραχωρήσει δανεικό στη Σαρλερουά από το 1991, καθώς αφού εκδηλώθηκε το πρόβλημα υγείας του πραγματοποίησε μόλις δύο εμφανίσεις σε δύο χρόνια.

Στη Σαρλερουά ήταν που ο Σέτερμπεργκ ξεδίπλωσε για πρώτη φορά στο χορτάρι όλο του το ταλέντο, ενώ και οι οπαδοί της ομάδας έπιναν νερό στο όνομά του.

 

Γκολτζής με την εθνική

Έπειτα από δύο χρόνια με 62 εμφανίσεις και 11 γκολ, η Άντερλεχτ τον κάλεσε πίσω για να αρχίσει τη δεύτερη θητεία του στο «Κονστάντ Βάντεν Στοκ» και επί της ουσίας την καριέρα του στην ομάδα από την αρχή.

Το 1993-94 ήταν η σεζόν της απογείωσης για τον Σουηδό, αφού κατέκτησε τον πρώτο του τίτλο του (σ.σ. πρωτάθλημα Βελγίου) και έλαβε την πρώτη του κλήση για την εθνική ομάδα από τον ομοσπονδιακό τεχνικό Τόμι Σβένσον.

«Ο Αρσέν Βενγκέρ έψαχνε τον Ολυμπιακό…»

Η Σουηδία προκρίθηκε, μάλιστα, στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου των ΗΠΑ το 1994, αλλά ένας σοβαρός τραυματισμός στο γόνατο τον οδήγησε στο χειρουργείο.

Αυτό είχε ως συνέπεια να μην δώσει το «παρών» στη μεγάλη γιορτή του ποδοσφαίρου, όπου οι συμπατριώτες του τερμάτισαν στην 3η θέση και ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει αυτήν την απουσία ως την πιο στενάχωρη στιγμή της καριέρας του.

Ούτε τότε, όμως, το έβαλε κάτω, δείγμα της θετικότητας που απέπνεε ως προσωπικότητα εντός κι εκτός γηπέδων, η οποία τον μετέτρεψε σε έναν από τους πιο αγαπητούς ποδοσφαιριστές στις τάξεις των φιλάθλων κάθε ομάδας που αγωνίστηκε.

Φυσικά σε αυτό βοήθησαν αρκετά έως πολύ, η δημιουργικότητα που χαρακτήριζε το παιχνίδι του αλλά και η έφεσή του στην εκτέλεση στημένων φάσεων.

Όταν ο Ολυμπιακός πήγε Ιταλία με «φρέσκο» προπονητή και νίκησε τη Γιουβέντους

Ο γιος του, Έρικ που προσπάθησε επίσης να παίξει ποδόσφαιρο, στη Φάλκενμπεργκς FF, αλλά οι τραυματισμοί δεν τον άφησαν να τα καταφέρει, δήλωσε αργότερα για τον πατέρα του «Θυμάμαι όταν ήμουν μικρός, μου έκανε φοβερή εντύπωση ότι μπορούσε να σκοράρει με φάουλ από πολύ μακριά, όπως νόμιζα τότε, ενώ φαινόταν πολύ πιο μικρόσωμος από συμπαίκτες και αντιπάλους. Πέρα από αυτό όσοι έχω γνωρίσει που έπαιξαν ποδόσφαιρο μαζί του μου έλεγαν πάντα για το πόσο θετικός άνθρωπος αλλά και ειλικρινής ήταν. Έτσι ήταν και με εμένα, πάντα με στήριζε αλλά μου έλεγε και την αλήθεια όσο σκληρή κι αν ήταν»

Όταν ανάρρωσε από τον τραυματισμό του, άρχισε να πραγματοποιεί καταπληκτικές εμφανίσεις, να κατακτά τίτλους (βελγικό πρωτάθλημα 1995) και να φτάνει στην κορυφαία ατομική του διάκριση τη σεζόν 1996-97.

Η Άντερλεχτ κατέλαβε μόλις την 4η θέση στην Jupiler League, αλλά ο ίδιος αναδείχθηκε καλύτερος Σουηδός ποδοσφαιριστής της χρονιάς από την ομοσπονδία και την εφημερίδα «Aftonblabet» (σ.σ. το βραβείο λέγεται Guldbollen).

Με την εθνική ομάδα κατέγραψε επίσης εξαιρετικές εμφανίσεις, αφού το 1997 σε εννέα εμφανίσεις σημείωσε έξι γκολ, ένα από τα οποία στα τελευταία λεπτά του ματς με τη Λευκορωσία στο Μινσκ που κράτησε τη χώρα του στο κόλπο της πρόκρισης για το Παγκόσμιο Κύπελλο της Γαλλίας.

Η πρόκριση όμως δεν ήρθε, όπως δεν είχε έρθει και στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1996, με αποτέλεσμα ο Τόμι Σβένσον να αποτελέσει παρελθόν από την τεχνική ηγεσία και ο Τόμι Σέντερμπεργκ να τον αντικαταστήσει.

Αυτή ήταν και η αρχή του τέλους για τον Σέτερμπεργκ στην εθνική ομάδα, έπειτα από μία περίεργη σειρά γεγονότων που άρχισε στην προκριματική φάση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος 2000.

Στις 5 Σεπτεμβρίου 1998, υπό το βλέμμα 35.394 θεατών, η Σουηδία υποδεχόταν την Αγγλία και o ήρωας της ιστορίας βρισκόταν στο αρχικό σχήμα, αλλά λίγο μετά ζήτησε αλλαγή.

Η εξήγηση που δόθηκε επισήμως ήταν πως ένιωσε έντονες ενοχλήσεις καθ’ ότι διαβητικός, όμως λίγο αργότερα διέρρευσε πως αδυνατούσε να προσαρμοστεί στο νέο σύστημα της ομάδας επειδή χρησιμοποιείτο κυρίως ως αριστερός χαφ.

Ο Σέτερμπεργκ έκανε ό,τι μπορούσε για να ανταπεξέλθει, αφενός μεν επειδή ήθελε να παίξει σε μία μεγάλη διοργάνωση με τη Σουηδία και αφετέρου δε διότι ονειρευόταν από παιδί να συμμετάσχει σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο ακόμη κι αν καθόταν στον πάγκο.

Ο Σέντερμπεργκ, όμως, είχε σταματήσει να τον εμπιστεύεται πλέον, κοινώς τον χρησιμοποιούσε ελάχιστα παρά τις αντιδράσεις των οπαδών, οι οποίοι σε κάθε ματς της εθνικής φορούσαν μπλουζάκια με το όνομά του και τον επευφημούσαν κατά τη διάρκεια της προθέρμανσης.

 

Βγήκε από την εθνική, μπήκε στον Ολυμπιακό

Στο ματς με τη Βουλγαρία στις 4 Σεπτεμβρίου 1999, το «Ρασούντα» σείεται από τις ιαχές 35.000 ανθρώπων που απαιτούν την είσοδο του Σέτερμπεργκ στο ματς, καθώς το 0-0 παραμένει και διακυβεύεται η πρόκριση.

Tελικά στο ματς μπαίνει ο Νίκλας Αλεξάντερσον, ο οποίος σκοράρει το νικητήριο γκολ στο 65’, λυτρώνει τη Σουηδία και το κοινό ηρεμεί χάρη στην έκβαση.

Τέσσερις μέρες αργότερα, στο εκτός έδρας ματς με το Λουξεμβούργο, ο Σέντενμπεργκ επιλέγει τον τραυματία Μάγκνους Σβένσον στο αρχικό σχήμα έναντι του Σέτερμπεργκ και παρά το γεγονός ότι τον χρησιμοποιεί ως αλλαγή στο β’ ημίχρονο, ο βραχύσωμος μέσος έχει πλέον απογοητευτεί και έχει πάρει τις αποφάσεις του.

Την επόμενη μέρα χαιρετά τους συμπαίκτες του, αποχωρεί μόνος του για τις Βρυξέλλες και βάζει τέλος στη διεθνή του καριέρα μόλις στα 29 του χρόνια με 30 συμμετοχές και 6 γκολ, χωρίς τελικά να παίξει σε τελική φάση μεγάλης διοργάνωσης με την Σουηδία.

Από τότε έχει αρνηθεί να μιλήσει γι’ αυτό το θέμα, δηλώνοντας κατηγορηματικά: «Ό,τι συνέβη ανάμεσα σε εμένα και την εθνική ομάδα, θα μείνει για πάντα μεταξύ μας».

Οι φίλαθλοι πάντως δεν τον ξέχασαν καθώς το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2000, διεξαγόταν στην Ολλανδία αλλά και το Βέλγιο, όπου μεγαλουργούσε εκείνη την εποχή, και παρατηρήθηκε το φαινόμενο να εμφανίζονται αρκετοί Βέλγοι φίλαθλοι με φανέλες της εθνικής τους που έφεραν το όνομα του Σέτερμπεργκ.

Το καλοκαίρι του 2000 θεωρείται δεδομένο ότι θα αποχωρήσει από την Άντερλεχτ και πολλοί μιλούν για ενδεχόμενη επιστροφή του στη Σουηδία, αλλά τελικά ο Παρ έγινε… Πάρης και κατέληξε στην Ελλάδα για λογαριασμό του Ολυμπιακού.

 

«Χαιρόμουν να παίζω γι’ αυτούς, όσο χαιρόμουν και για τη χώρα μου»

Η προσαρμογή στην αρχή είναι δύσκολη, εν τέλει όμως βρίσκει τα πατήματά του, από αλλαγή πολυτελείας μετατρέπεται στον παίκτη-κομπιούτερ στη μεσαία γραμμή των «ερυθρολεύκων», κερδίζοντας και τον πλέον δύσπιστο οπαδό.

«Έχω ταξιδέψει και έχω παίξει ποδόσφαιρο σε πολλά μέρη, όμως η Ελλάδα είναι κάτι το ξεχωριστό. Οι οπαδοί του Ολυμπιακού είναι οι πιο φανατικοί που έχω συναντήσει. Χαιρόμουν να παίζω γι’ αυτούς, όσο χαιρόμουν και για τη χώρα μου. Η γυναίκα μου και τα παιδιά μου ακόμα την αναπολούν και μου λένε ότι θα ήθελαν να επιστρέψουμε εκεί μία μέρα.

Αν και θεωρώ πως το Φάλκενμπεργκ είναι το καλύτερο μέρος για να περνάω τις διακοπές μου, κάθε καλοκαίρι πραγματοποιώ ένα ταξίδι στην Ελλάδα για να δω παλιούς φίλους και να απολαύσω τις παραλίες», δήλωσε χρόνια αργότερα ο Σέτερμπεργκ για την εμπειρία του.

Ολυμπιακός-Παναθηναϊκός: Η ιστορία της Ριζούπολης

Τρία πρωταθλήματα σε τρία χρόνια ήταν ο απολογισμός στην Ελλάδα, πριν να πάρει τον δρόμο της επιστροφής στο Βέλγιο και την Άντερλεχτ, όπου αγωνίστηκε μέχρι το 2006, κατέκτησε άλλους δύο τίτλους και αποχώρησε ως πρωταθλητής από τη δράση.

«Η αναγνώριση και η αγάπη που εξέλαβα στο τελευταίο μου παιχνίδι, στις 5 Μαΐου 2006, ήταν η καλύτερη στιγμή της καριέρας μου και πραγματικά είναι δύσκολο να αποτυπώσω με λόγια πώς ένιωσα».

Τάδε έφη Παρ Σέτερμπεργκ, o οποίος σήμερα ζει μόνιμα στο Φάλκενμπεργκ με την οικογένειά του και εργάζεται ως προπονητής σε σχολεία της περιοχής.

Παράλληλα, ο βετεράνος Σουηδός διεθνής στηρίζει την προσπάθεια της κόρης του Έμι (PHOTO ΠΑΝΩ), η οποία παίζει ποδόσφαιρο σε επαγγελματικό επίπεδο και, μάλιστα, στην ίδια θέση με τον μπαμπά.

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...