ΠΑΣ Γιάννινα, Παναθηναϊκός, 70s’ και Όσκαρ Αλβαρέζ

Ανέκαθεν το ελληνικό κοινό είχε μια αδυναμία στους Αργεντινούς ποδοσφαιριστές.

Οι ομοιότητες μεταξύ των δύο χωρών; Η τεχνική τους κατάρτιση; Μήπως η «αλήτικη μπαλαδόφατσα»; Βρε αδερφέ, ίσως για το μακρύ μαλλί που ανεμίζει;

Ο θρυλικός Όσκαρ Μαρσελίνο Άλβαρες, το «άλογο» του ΠΑΣ Γιάννινα και του Παναθηναϊκού είχε όλο το «ποδοσφαιρικό πακέτο».

Πέρυσι τέτοια μέρα (28 Απριλίου), η ποδοσφαιρική κοινότητα έμαθε από τον γιο του Γκαστόν ότι ο ψυχωμένος μακρυμάλλης γκολτζής «έφυγε» από τη ζωή για να «καλπάσει» σε κάποια άλλη ποδοσφαιρική γειτονιά.

Με τη φανέλα της Μπάνφιλντ

Το Sport-Retro.gr αποτίει φόρο τιμής στον «Αλβάρα» των ελληνικών γηπέδων, τον Αλβαρέζ και όχι Άλβαρες, όπως αποκαλείτο από φιλάθλους, ίσως επειδή του… πήγαινε καλύτερα.

Μια ντουζίνα «λάτιν» στον ΠΑΣ Γιάννινα

Ο Όσκαρ Αλβαρέζ γεννήθηκε στις 25 Μαΐου 1948 και οι πρώτες επαγγελματικές ομάδες της καριέρας του ήταν οι Μπάνφιλντ (1968-69, 16 συμμετοχές-2 γκολ), Νιούελς Ολντ Μπόις (1969-70, 6 συμμετοχές-1 γκολ).

Εν μέσω των συνηθισμένων παράτυπων «ελληνοποιήσεων» της εποχής, ο ΠΑΣ Γιάννινα δεν έφερε ούτε έναν ούτε δύο, αλλά έξι (!) Αργεντινούς, προκειμένου να κερδίσει την άνοδο στην Α’ Εθνική για πρώτη φορά στην Ιστορία του.

Αρχικά, όμως, και συγκεκριμένα τον Μάρτιο του 1971 είχε έρθει στη χώρα ο 34χρονος Πορτογάλος πρώην ποδοσφαιριστής και προπονητής Γκόμες ντε Φαρία, έπειτα από πρόσκληση των συγγενών της Ελληνίδας συζύγου του.

Οι δισταγμοί για την ανάληψη της τεχνικής ηγεσίας του ΠΑΣ Γιάννινα κάμφθηκαν σύντομα, ωστόσο δεν άργησε να διαπιστώσει ότι οι ντόπιοι άσοι είναι πολύ πιο ακριβοί από τους «λάτιν».

Κατά συνέπεια, ο Γκόμες ντε Φαρία προτίμησε να «κλείσει» με περίπου 700.000 δραχμές  τους Εδουάρδο Ριγάνι, Αλφρέδο Γκλασμάν, Χοσέ Οσβάλδο Πάστερνακ, Εδουάρδο Λίσα, Χουάν Ενρίκε Μόντες και Όσκαρ Μαρσελίνο Άλβαρες παρά να ξοδέψει περισσότερα για έναν ή δύο Έλληνες παίκτες.

Με τη φανέλα του ΠΑΣ Γιάννινα

Οι πρώτοι τρεις μετονομάστηκαν σε Κοντογιωργάκης (σ.σ. είχε μικρασιατικές ρίζες), Γκλασμάνης και Παστερνάκης αντίστοιχα, ενώ οι άλλοι τρεις κράτησαν τα επίθετά τους.

Άπαντες αφίχθησαν στην πόλη της Ηπείρου σταδιακά από τον Ιανουάριο μέχρι τον Απρίλιο του 1972 και απέκτησαν ελληνικό διαβατήριο, προκειμένου να μην υπάρχουν προβλήματα συμμετοχής.

Ο Γκόμες ντε Φαρία προτιμούσε τους φιλότιμους Έλληνες στην αμυντική γραμμή και τους τεχνίτες Αργεντινούς στη μεσοεπιθετική γραμμή.

Μια ντουζίνα γκολ σε ένα ματς

Την εποχή που ο Άγιαξ του Άμστερνταμ κατακτούσε το ένα Κύπελλο Πρωταθλητριών μετά το άλλο, ο ΠΑΣ των Ιωαννίνων δημιουργούσε ένα ισχυρό σύνολο που ετοιμαζόταν να ανοίξει τα φτερά του.

Ο Όσκαρ Αλβαρέζ έπιασε αμέσως… δουλειά, αφού τις πρώτες δύο σεζόν στη Β’ Εθνική σημείωσε 55 γκολ (33 και 22 αντίστοιχα), με συνέπεια να έχει τεράστια συμβολή στην πολυπόθητη άνοδο του 1974.

Τότε, ο ΠΑΣ Γιάννινα άρχισε να αποκαλείται «Άγιαξ της Ηπείρου», απόρροια της ισχυρής έδρας, του «φαντεζί» συνόλου που παραβίαζε συχνά-πυκνά τις αντίπαλες εστίες, αλλά και της χαρακτηριστικής φαρδιάς μπλε κάθετης ρίγας στη λευκή φανέλα, η οποία θύμιζε το… original σχέδιο.

Αναφορικά με τον ήρωα μας, στις 24 Ιουνίου 1973 είχε σημειώσει τα 6 από τα 7 γκολ (σ.σ. σημάδεψε και 2 φορές το δοκάρι) στο εκκωφαντικό 7-0 επί του Αστέρα Αμαλιάδας, σε αναμέτρηση για την τελευταία αγωνιστική της Β’ Εθνικής.

Ο Αλβαρέζ λίγο έλειψε να φτάσει τα 8 γκολ του Μπάμπη Υφαντή στο 8-0 του Απόλλωνα επί της Νεμέας την ίδια σεζόν, όμως οι παίκτες του συλλόγου της Ηλείας κλείστηκαν στην άμυνα για να αποφύγουν μεγαλύτερο διασυρμό και το ρεκόρ δεν καταρρίφθηκε.

Ακολουθεί ένα σπανιότατο τηλεοπτικό ντοκουμέντο του 1973, με τον -δασκαλεμένο- Αργεντινό να δηλώνει προφητικά στην κάμερα της ΕΡΤ: «Πάμε Α’ Εθνική» και στη συνέχεια να κατονομάζει τις ομάδες που αγωνίστηκε στην πατρίδα του.

Η ουσία είναι ότι ο ΠΑΣ Γιάννινα των Αργεντινών έδειξε τα δόντια του με τη 2η θέση το 1973 και κατέκτησε το πρωτάθλημα το 1974.

Στο σημείο αυτό καλό είναι να γίνει μία περιγραφή του παίκτη που έλαβε το παρατσούκλι «Αλβάρα» και ετοιμαζόταν να εντυπωσιάσει στην Α’ Εθνική.

Δυνατός, ευλύγιστος και με κεφαλιά-φαρμάκι ήταν ο Αργεντινός άσος. Όταν γινόταν αποδέκτης της μπάλας, οι αντίπαλοι αμυντικοί έκαναν τον σταυρό τους γιατί δεν μπορούσαν με τίποτα να ανακόψουν τη φόρα του. Δεν θεωρείτο γρήγορος, αλλά είχε ταχύτατη σκέψη και εκτέλεση.

Το πάθος και το μαλλί που ανέμιζε τον έκαναν ιδιαίτερα αγαπητό στις τάξεις των φιλάθλων του ΠΑΣ Γιάννινα και ακόμα περισσότερο του Παναθηναϊκού, όταν πια κατηφόρισε στην πρωτεύουσα.

Με τον Βακάλη και τον Αντωνιάδη

Ο Μίμης Δομάζος τον έχει περιγράψει ως παίκτη με ευχέρεια στο σκοράρισμα, ωραίες κινήσεις στην περιοχή και καλό κεφαλοσφαιριστή, ενώ ως άνθρωπο με αίσθηση του χιούμορ και σπουδαίο χαρακτήρα.

Ο Αντώνης Αντωνιάδης, από την πλευρά του, έχει υποστηρίξει ότι όταν ο Παναθηναϊκός κατέκτησε το νταμπλ του 1977, ίσως, αποτέλεσε μαζί με τον Αλβαρέζ το κορυφαίο επιθετικό δίδυμο του ελληνικού ποδοσφαίρου.

Η 5η θέση και οι αντιδράσεις για τη μεταγραφή

Με μόλις 2 εντός έδρας ήττες και νίκες επί Παναθηναϊκού-ΠΑΟΚ, ο ΠΑΣ Γιάννινα κατέλαβε την 9η θέση στην παρθενική του σεζόν (1974-75) στην Α’ Εθνική.

Οι μοναδικές ομάδες που τον λύγισαν δύο φορές ήταν ο σπουδαίος Ολυμπιακός της εποχής και η Καστοριά, ενώ μόλις μία φορά δέχθηκε πάνω από τρία γκολ (σ.σ. 4-1 από τον «δικέφαλο του βορρά» στην Τούμπα.

Ο Αλβαρέζ έβαλε τα δύο γκολ της νίκης επί του ΠΑΟΚ (2-1), τα άλλα δύο επί του Παναθηναϊκού (2-0), το νικητήριο επί της Καβάλας (1-0) και επίσης βρήκε δίχτυα επί του Άρη, του Ηρακλή, της ΑΕΛ, του Πανιωνίου κ.ά.

Η επόμενη σεζόν γράφτηκε με «χρυσά» γράμματα στην Ιστορία του ΠΑΣ Γιάννινα, αφού κατέλαβε την υψηλότερη θέση στην Α’ Εθνική (5η) χωρίς να ηττηθεί στην έδρα του (14 νίκες και μόλις 1 ισοπαλία με τον Ηρακλή).

Συγκεκριμένα, επικράτησε 2-0 του ΠΑΟΚ, 3-0 του Ολυμπιακού, 2-1 του Παναθηναϊκού και 2-0 της ΑΕΚ, ενώ το φινάλε του α’ γύρου τον είχε βρει πάνω από τους δύο «αιωνίους».

Πλάνα από το περίφημο 3-0 επί του Ολυμπιακού

 

Αναφορικά με τον Άλβαρες, σκόραρε ξανά επί του ΠΑΟΚ και του Άρη, προσέθεσε στη λίστα των… θυμάτων του την ΑΕΚ και τον Ολυμπιακό, προτού ολοκληρώσει τη σεζόν με 10 γκολ, ήτοι 2 λιγότερα από την περυσινή.

Συνολικά, ο «Αλβάρα» έβαλε 77 γκολ με τη φανέλα του ΠΑΣ Γιάννινα, έγινε ο δεύτερος σκόρερ της Ιστορίας του και ο μοναδικός «αρχικανονιέρης» του για 4 διαδοχικές σεζόν (1972-1976).

Αναμενόμενο ήταν οι «μεγάλοι» του ελληνικού ποδοσφαίρου να εξετάσουν την περίπτωσή του και τον Παναθηναϊκό να αποσπά την υπογραφή του στις 24 Ιουλίου 1976, με ελευθέρας έναντι 5.350.000 δραχμών.

Οι αντιδράσεις των Ηπειρωτών φιλάθλων για τη μεταγραφή ήταν έντονες, ωστόσο η ιστορία έγραψε ότι ο Αλβαρέζ μεταπήδησε στην ομάδα που αντιμετώπισε για τελευταία φορά ως άσος του ΠΑΣ Γιάννινα (23/5/1976).

«Επιτέλους η αγωνία μου τελείωσε. Είμαι ευτυχής που θα φορέσω τα χρώματα του Παναθηναϊκού, στον οποίο ήθελα να αγωνιστώ μετά το τέλος του συμβολαίου μου με τον ΠΑΣ.

Τώρα θα προσπαθήσω να βοηθήσω με όλες μου τις δυνάμεις και πιστεύω πως θα ικανοποιήσω όλους τους ανθρώπους που μόχθησαν για να με αποκτήσουν», ήταν τα πρώτα λόγια του ως άσος των «πρασίνων».

Αλβαρέζ, Δομάζος, Λιβαθηνός, Αντωνιάδης, Κατσιάκος

Νταμπλ και Βαλκανικό Κύπελλο με το «καλημέρα»

Ο Όσκαρ Αλβαρέζ «έδεσε» άμεσα με τους πατημένους 30άρηδες, αλλά αγέραστους Μίμη Δομάζο και Αντώνη Αντωνιάδη, σε μία εποχή που ο Παναθηναϊκός είχε χάσει έδαφος από τον Ολυμπιακό του Γουλανδρή και τον τρομερό ΠΑΟΚ των 70s’.

Με τον, επίσης αείμνηστο, Κάζιμιρ Γκόρσκι στον πάγκο τους, οι «πράσινοι» ευνοήθηκαν από τα 19 γκολ του Αργεντινού σε 32 ματς (σ.σ. 3ος σκόρερ πίσω από Θανάση Ιντζόγλου, Δημήτρη Παπαδόπουλο) και πανηγύρισαν το 2ο νταμπλ της Ιστορίας τους.

Αυτό που δεν θυμούνται πολλοί είναι ότι το «τριφύλλι» δεν θα είχε πάρει το Κύπελλο αν ο Αλβαρέζ δεν είχε ισοφαρίσει στην εκπνοή τον Καμπανιακό στη Χαλάστρα (!) προτού έρθει η πρόκριση στον β’ γύρο μέσω της διαδικασίας των πέναλτι.

Παράλληλα, ο Παναθηναϊκός κατέκτησε το Βαλκανικό Κύπελλο του 1977, με τον «Αλβάρα» να αγωνίζεται και στους δύο τελικούς κόντρα στη Σλάβια Σόφιας (σ.σ. οι αγώνες διεξήχθησαν τη σεζόν 1977-78).

Ο Αργεντινός δεν κατέκτησε άλλους τίτλους με το «τριφύλλι», ωστόσο τα επιτεύγματά του στο πρωτάθλημα δεν θα ξεχαστούν ποτέ, καθώς σε 115 συμμετοχές σημείωσε 55 γκολ, εκ των οποίων τα 4 επί του Ολυμπιακού.

Στο παρακάτω video μπορείτε να δείτε τα γκολ του επί των «ερυθρολεύκων», καθώς και μερικές ενέργειές του.

Το 1978 αναδείχθηκε 2ος σκόρερ στην Α’ Εθνική πίσω από τον Θωμά Μαύρο, ενώ να σημειωθεί ότι με τη φανέλα του Παναθηναϊκού έβαλε άλλα 15 γκολ στο Κύπελλο Ελλάδας και άλλο 1 (με τη Φλοριάνα) στις 5 ευρωπαϊκές συμμετοχές του (σ.σ. και ακόμα 5 εμφανίσεις στο Βαλκανικό Κύπελλο).

Η δαιμονιώδη χρονιά του Μάρκους Μπεργκ έριξε τον Αλβαρέζ στη 13η θέση των «κανονιέρηδων» του «τριφυλλιού», όμως η συγκομιδή της πρώτης τριετίας του στο πρωτάθλημα (52 γκολ σε 93 ματς) έχει καταγραφεί από μετρημένους στα δάχτυλα επιθετικούς.

Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι μέχρι την έλευση του επαγγελματισμού (1979) ήταν ο 7ος σκόρερ των «πρασίνων» πίσω από παίκτες με πολλά περισσότερα χρόνια παρουσίας όπως ο Αντώνης Αντωνιάδης, ο Μίμης Δομάζος, ο Κώστας Ελευθεράκης, ο Ανδρέας Παπεμμανουήλ, ο Τάκης Λουκανίδης και ο Βαγγέλης Πανάκης.

Το φινάλε και η αθόρυβη ζωή

Με τον Σπύρο Λιβαθηνό

Το καλοκαίρι του 1980, ο Αλβαρέζ αποχώρησε από το «τριφύλλι» και μεταπήδησε στον Ατρόμητο Αθηνών, με τη φανέλα του οποίου σημείωσε 3 γκολ σε 18 συμμετοχές, προτού ολοκληρώσει την καριέρα του στον Φωστήρα Ταύρου (8 συμμετοχές, κανένα γκολ).

Με 80 γκολ στην Α’ Εθνική (22 με ΠΑΣ Γιάννινα, 55 με Παναθηναϊκό και 3 με Ατρόμητο), ο Αργεντινός αποτελεί έναν εκ των κορυφαίων ξένων σκόρερ της Ιστορίας.

Εξάλλου και τις 7 καλές σεζόν του (1972-73 μέχρι 1978-79) αναδείχθηκε πρώτο «κανόνι» στις ομάδες που αγωνίστηκε, επίδοση ασύλληπτη.

Ύστερα από την ολοκλήρωση της καριέρας του, ο Αλβαρέζ επιχείρησε να ασχοληθεί με την προπονητική, σύντομα όμως, διαπίστωσε ότι δεν του… πάει, με συνέπεια να προτιμήσει μια θέση σε εταιρεία του ομίλου Βαρδινογιάννη.

Μία και μοναδική φορά αποφάσισε να επιστρέψει στα Ιωάννινα, την άνοιξη του 1988, με αφορμή μία φιλική αναμέτρηση βετεράνων, αλλά γενικά είχε αποτραβηχτεί από τα ποδοσφαιρικά δρώμενα, όπως είπε ο γιος του Γκαστόν σε συνέντευξή του στον «Δωδώνη Super FM 104.3».

Ο Αργεντινός ρίζωσε στην Αθήνα, έκανε οικογένεια και έμεινε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας επί σειρά ετών. Μέχρι την 27η Απριλίου 2016. Την ημέρα που λύγισε από τη δύσκολη ασθένεια και έχασε τη μάχη για τη ζωή, λίγο πριν να κλείσει τα 68 του.

Δεν πρόλαβε να χαρεί πολύ τη συνταξιοδότησή του η ευγενική και δυναμική αυτή φιγούρα των ελληνικών γηπέδων. Πρόλαβε, όμως, να αγαπηθεί πολύ από τους υποστηρικτές όλων των ομάδων. Κι αυτό έχει την αξία του, καθώς η αναφορά αφορά φιλάθλους άλλης εποχής, πιο ευγενικούς, πιο σεμνούς, πιο… φιλάθλους.

Διαβάστε ακόμη:

Αγνή «καζούρα»: Ο πετεινός του Φυλακούρη και μία ιστορία… μαϊμού!

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...