Τα (γη)παιδικά χρόνια του Ρονάλντο

Οι έρευνες δείχνουν ότι ο βασικός χαρακτήρας ενός ανθρώπου διαμορφώνεται στον μέγιστο βαθμό από τα πρώτα χρόνια της ζωής του, όπως επίσης διαφαίνονται και τα ταλέντα του.

Βέβαια, αν είσαι αγοράκι από τη Βραζιλία, τότε ενδεχομένως η μοίρα σου να είναι… προδιαγεγραμμένη, αφού υπάρχει ο Θεός και το… ποδόσφαιρο.

Το καλοκαίρι του 1994 ένας αδύνατος 17χρονος με πεταχτά δόντια πανηγυρίζει με τους μεγαλύτερους ηλικιακά συμπαίκτες του την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου στα γήπεδα των ΗΠΑ.

Μερικούς μήνες νωρίτερα, στις 23 Μαρτίου, είχε πραγματοποιήσει την παρθενική του συμμετοχή στην εθνική Βραζιλίας, σε φιλική αναμέτρηση με τη «μισητή» Αργεντινή στο Ρεσίφε.

Ο λόγος για τον Ρονάλντο Λουίς Ναζάριο ντε Λίμα, ο οποίος σύμφωνα με τα αρχεία της βραζιλιάνικης ομοσπονδίας, γεννήθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 1976.

Σε εκείνο το ματς τη φανέλα με το Νο9 φορούσε ένας άλλος Λουίς, ο Αντόνιο Κορέα ντα Κόστα, πιο γνωστός με το παρατσούκλι Μίλερ.

Ο Ρονάλντο παρακολούθησε από τον πάγκο τον Μπεμπέτο να βάζει δύο γκολ επί της Αργεντινής και στο 80’, πέντε λεπτά μετά το 2-0 που έμελλε να αποδειχθεί τελικό σκορ, ο Κάρλος Αλμπέρτο Παρέιρα του έκανε νόημα να αντικαταστήσει τον σκόρερ.

Να σημειωθεί ότι σε εκείνο το ματς είχε πραγματοποιήσει τη δεύτερη συμμετοχή του με την εθνική Βραζιλίας ο Ριβάλντο, ο οποίος στο 46’ είχε περάσει στη θέση του Ραΐ.

 

Στο όνομα του… νονού

Ο Ρονάλντο μεγάλωσε σε ένα απλό σπίτι του Μπέντο Ριμπέιρο στα βόρεια προάστια του Ρίο ντε Ζανέιρο και ήταν ο νεότερος από τους τρεις γιους του Νέλιο και της Σόνια.

Ο Νέλιο Ναζάριο ντε Λίμα ήταν υπάλληλος στην τηλεφωνική εταιρεία «Telerj» (φέρεται να υπήρξε και πλανόδιος πωλητής), η Σόνια έφτιαχνε παγωτά και η αλήθεια είναι ότι ναι μεν μεγάλωναν δύσκολα τα παιδιά τους, αλλά όχι υπό αντίξοες συνθήκες όπως άλλες οικογένειες.

Η θεία του Βάντα τον θυμάται να είναι μονίμως με μία μπάλα στα πόδια και η αδερφή της Λόνε το επιβεβαιώνει, ενώ ο δεύτερος θείος του, ο Πιπίκο, υπήρξε επαγγελματίας ποδοσφαιριστής της Φλουμινένσε και έκλεισε την καριέρα του στην Κολομβία.

Έλαβε το όνομα (κυριολεκτικά και μεταφορικά) από τον γιατρό Ρονάλντο Βαλέντε, ο οποίος στις 18 Σεπτεμβρίου 1976 οδήγησε τη μητέρα του στο νοσοκομείο São Francisco Xavier του Ιταγκουαΐ με ένα «σκαραβαίο».

Κατά μία εκδοχή, ο Νέλιο δεν πρόλαβε τη διαδικασία και προκειμένου να αποφύγει το πρόστιμο δήλωσε ως ημερομηνία γέννησης την 22α Σεπτεμβρίου στο ληξιαρχείο της Κασκαντούρα.

Μπροστά από την τηλεόραση, πολλά χρόνια πριν ο ίδιος καθηλώσει τους πάντες σε αυτή…

Από τα 5 του χρόνια ήταν πιο εύκολο να τον εντοπίσει κανείς στους δρόμους του Μπέντο Γκονσάλβες, παρά στα θρανία.

«Δεν περνούσε ούτε μια μέρα που να μην βρίσκεται το ποδόσφαιρο στο μυαλό όλων. Από τότε που ήμουν 5 ετών, είδα τη ζωή μου να συνδέεται με αυτό. Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω, απλώς ταυτίστηκα αμέσως. Μπήκε μέσα μου.

Μοιάζει εύκολο όταν είσαι μικρός να πεις: ‘Θέλω να γίνω ποδοσφαιριστής’. Αλλά ως παιδί δεν γνωρίζεις πραγματικά τι σημαίνει αυτό. Δεν αντιλαμβάνεσαι πόσο τεράστιο είναι. Η πραγματικότητα δεν είναι κάτι που μπορείς να κατανοήσεις όταν είσαι μικρός και απλώς ονειρεύεσαι.

Και σίγουρα ούτε εγώ γνώριζα τη σημασία του όταν ήμουν 5 χρονών και βουτούσα το πινέλο μου σε ένα δοχείο με μπογιά. Δεν γνώριζα πού θα με πήγαινε το ποδόσφαιρο», δηλώνει ο ίδιος.

 

Τηγανιτές πατάτες, σόδα και Ζίκο

Στη Βραζιλία υπάρχει μια παράδοση που τηρείται κάθε τέσσερα χρόνια, πριν από τη σέντρα του Παγκοσμίου Κυπέλλου, και ο Ρονάλντο συμμετείχε σε εκείνη του 1982.

Τα παιδιά, αλλά και μεγαλύτεροι, βγαίνουν στους δρόμους και ζωγραφίζουν οτιδήποτε: Πουλιά, μία σημαία της χώρας, παίκτες της εθνικής ομάδας…

Οι πρώτες κούπες της ζωής του

Ένας άτυπος διαγωνισμός ζωγραφικής με σκοπό να προκύψουν τα ομορφότερα δημιουργήματα σε τοίχους και πεζοδρόμια.

Όταν ο Ρονάλντο με τα γειτονάκια του ολοκλήρωσαν το… έργο τους εν όψει του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1982, ένας ηλικιωμένος γείτονας, ο κ. Ρενάτο, τους προσκάλεσε να παρακολουθήσουν τα ματς της Βραζιλίας.

Ο απόστρατος αεροπόρος (ή κάτι τέτοιο) της χώρας, τους προσέφερε τηγανιτές πατάτες και σόδα, ενώ ο Ζίκο (το ίνδαλμά του), ο Σόκρατες, ο Φαλκάο και οι υπόλοιποι άσοι πάλευαν για τη νίκη μπροστά στα μάτια τους.

Ο Ρονάλντο και οι φίλοι του παρακολουθούσαν την τηλεόραση και ενδόμυχα παραλλήλιζαν τους εαυτούς τους με τις κινούμενες φιγούρες. Μόνο εκείνος, όμως, έμελλε να μετατραπεί στο μέλλον σε κινούμενη φιγούρα…

«Τον έβρισκα πάντα στον δρόμο να παίζει ποδόσφαιρο με φίλους, ενώ θα έπρεπε να βρίσκεται στο σχολείο. Ξέρω ότι έχασα τη μάχη μου», έχει πει η μητέρα του, η οποία χώρισε με τον σύζυγό της όταν ο Ρονάλντο ήταν 11 ετών.

 

«Dadadooooooooo!»

Ο Ρονάλντο δεν θυμάται τον πρώτο αγώνα της Φλαμένγκο που παρακολούθησε στο «Μαρακανά» με τον πατέρα του, ωστόσο δεν ξεχνά ποτέ το παρατσούκλι του.

Το σπίτι του ήταν περικυκλωμένο από δέντρα που έβγαζαν γκουάβα, μάγκο, ζαμπουτικάμπα και… αμυντικούς.

Όταν τα μεγαλύτερα αδέρφια του επέστρεφαν στη βάση τους και ο μικρός έμενε μόνος με την μπάλα, συνήθιζε να… ντριμπλάρει ανάμεσα στα δέντρα.

Αριστερό πόδι, δεξί πόδι, αριστερό πόδι, δεξί πόδι… Ποιος ξέρει; Όταν αργότερα κάλπαζε στο χορτάρι, ενδεχομένως να επανέρχονταν στιγμές της παιδικής του ηλικίας.

Άκουσε πολλές φορές τον κόσμο στις εξέδρες να φωνάζει ρυθμικά το όνομά του και να τον αποθεώνει, όμως μερικά χρόνια νωρίτερα το ίδιο έκαναν και οι αδερφοί του. Με μία μικρή διαφορά.

Όποτε έβαζε γκολ εναντίον τους στην αυλή του σπιτιού, εκείνα φώναζαν «Dadadooooooooo», επειδή ο μικρός δυσκολευόταν να προφέρει το όνομά του.

 

Πρώτα τερματοφύλακας, μετά σκόρερ

Μια μέρα του 1985 χτύπησε η πόρτα του σπιτιού που βρισκόταν στο 114 της οδού General César Obino και στην είσοδο στεκόταν ένα στέλεχος του Valqueire Tênis Clube, ονόματι Φερνάντο Γκόρντο.

Ο άγνωστος προσκάλεσε τον Ρονάλντο να εγγραφεί στον σύλλογο που, μεταξύ άλλων, διοργάνωνε αγώνες ποδοσφαίρου σάλας για μικρές ηλικίες.

Εκείνος δέχθηκε με χαρά, αλλά λόγω έλλειψης θέσεων άρχισε από το πόστο του τερματοφύλακα (!) προτού αποκατασταθεί η τάξη.

Το δελτίο στη Σάο Κριστοβάο

Σε μία ύστατη προσπάθεια να ξεκολλήσει η ομάδα από την τελευταία θέση του Campeonato Carioca, ο τεχνικός Μαρκίνιος προέβη σε μία ρηξικέλευθη απόφαση.

Συγκεκριμένα έβαλε τον Ρονάλντο στην επίθεση εναντίον της Βάσκο, τότε πρωτοπόρου της βαθμολογίας, εκείνος σκόραρε τέσσερις φορές και το αποτέλεσμα έγραψε 5-4 υπέρ της Valqueire!

Αυτή η εμφάνιση δεν πέρασε απαρατήρητη από έναν σκάουτερ της πιο οργανωμένης Σόσιαλ Ράμος, η οποία τον ενέταξε στο δυναμικό της και εκείνος ανταπέδωσε με 166 γκολ σε μια σεζόν (τα 11 σε ένα ματς που η ομάδα του έβαλε συνολικά 12 γκολ).

Ήταν ένα παιδί-θαύμα και είχε ήδη αρχίσει να σκέφτεται το όνειρο της ένταξης στην αγαπημένη του Φλαμένγκο, προκειμένου να βαδίσει στα χνάρια του Ζίκο.

 

«Κόπηκε» στα… μεταφορικά

Το ποδόσφαιρο σάλας λειτούργησε ευεργετικά για τον Ρονάλντο, ο οποίος δεν άργησε να χρησιμοποιήσει δύο λεωφορεία για να μεταβεί στην Γκάβεα.

Συμμετείχε σε δοκιμαστικά με άλλα 400 παιδιά και, μάλιστα, τα πέρασε με επιτυχία, ωστόσο δεν είχε τη δυνατότητα να καταβάλλει καθημερινά το ποσό για τη μεταφορά του στο προπονητικό κέντρο της Φλαμένγκο.

Τότε, η Σάο Κριστοβάο κινήθηκε για την απόκτησή του από τη Σόσιαλ Ράμος, ο προπονητής Ρομπέρτο Γκαλιανόνε αντιλήφθηκε γρήγορα το ταλέντο του 13χρονου και γι’ αυτό ο πρόεδρος Άρι ντε Σα του πλήρωνε το εισιτήριο του τρένου από το Μπέντο Ριμπέιρο προς το κέντρο.

Αξίζει να σημειωθεί πως στη συγκεκριμένη ομάδα γαλουχήθηκε ποδοσφαιρικά ο θρυλικός Λεόνιντας και πως από το 2013 το γήπεδο φέρει το όνομα του Ρονάλντο.

Βέβαια, περίπου 25 χρόνια προτού «δώσει» το όνομά του στο γήπεδο της Σάο Κριστοβάο, o ίδιος είχε λάβει το παρατσούκλι «Μόνικα», έναν χαρακτήρα σε καρτούν του Μαουρίτσιο ντε Σόουζα, εξαιτίας των δοντιών του.

Ο Γκαλιανόνε έχει πει σε πρόφατη συνέντευξη για τον Ρονάλντο: «Ήταν ένα κουτάβι. Στην ομάδα είχα ένα παλικαράκι με ικανότητα στο να παίρνει αυτό που θέλει. Κάθε φορά που έβλεπε τον Χάρολντ (σ.σ. συμπαίκτης) ή τον πατέρα του, έτρεχε να τελειώσει γρήγορα την προπόνηση και να ζητήσει κάτι από έναν εκ των δύο. Και πάντα το έπαιρνε αυτό που ζητούσε.

Δύσκολα θα έφευγε χωρίς ένα σνακ ή χρήματα. Αυτό που ζητούσε πάντα ήταν ένα… ψιλό. Κάθε φορά που πήγαινα να πάρω το αυτοκίνητο μετά τις προπονήσεις, είχα πάντα κάποια νομίσματα στο πορτοφόλι μου και εκείνος ήδη έτριβε τα χέρια του. ‘Τι έχουμε εκεί;’, ρωτούσε και έπαιρνε τα νομίσματα για τον εαυτό του».

 

«Φαινόμενο» αξίας… 7.500 δολαρίων

12/8/1990: Το σόου του Ρονάλντο επί… χάρτου

Στις 12 Αυγούστου 1990 ο Ρονάλντο πραγματοποίησε το ντεμπούτο του με τη Σάο Κριστοβάο και έβαλε τρία γκολ στο 5-2 επί της Τομαζίνιο.

Εκείνη τη σεζόν σημείωσε οκτώ γκολ σε 12 αναμετρήσεις, την επόμενη 17 σε 28 και το 1992 δύο παράγοντες της ομάδας, ο Αλεξάντερ Μάρτινς και ο Ρεϊνάλντο Πίτα, τον παρακολούθησαν διά ζώσης.

Είχαν ανοίξει ένα γραφείο εκπροσώπησης παικτών που το ονόμαζαν «Gortin Corporation» και έναντι του πενιχρού ποσού των 7.500 δολαρίων απέκτησαν τα δικαιώματα του Ρονάλντο.

Στα 16 του ο νεαρός λάμβανε μισθό από τους δύο άνδρες, οι οποίοι παραχώρησαν και ένα ανακαινισμένο διαμέρισμα στη μητέρα, προκειμένου να εγκατασταθεί με τα άλλα δύο παιδιά της.

«Πήγα στο Μπέλο Οριζόντε για να παίξω στην Κρουζέιρο. Όταν ήμουν 15, έλαβα την πρώτη κλήση για να προπονηθώ με την εθνική ομάδα. Όταν ήμουν 16, πραγματοποίησα το επαγγελματικό μου ντεμπούτο με την Κρουζέιρο.

Και την επόμενη χρονιά, το 1994, πήγα στο πρώτο μου Παγκόσμιο Κύπελλο με τη Βραζιλία. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Κάποιες φορές αισθανόμουν ότι τη μία μέρα έπαιζα στο σχολείο και στην αυλή μας, και την άλλη έκανα προπόνηση με τον Μπεμπέτο.

Ίσως, κοιτάζοντας πίσω, αυτό να ήταν το γεγονός το οποίο με έκανε διαφορετικό από τα άλλα παιδιά στη Βραζιλία που ήθελαν να γίνουν ποδοσφαιριστές: δεν ονειρευόμουν απλά ότι θα γίνω ο καλύτερος, αλλά το πίστευα κιόλας. Ότι πραγματικά μπορώ να γίνω ένας από τους κορυφαίους της Ιστορίας…».

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...