Top 20: Οι σπουδαιότεροι Βρετανοί ποδοσφαιριστές όλων των εποχών

Τότεναμ και Λίβερπουλ θα δώσουν μάχη για την κατάκτηση του Champions League, με τον εφετινό τελικό να αποτελεί τον 7ο «εμφύλιο» και 2ο με αγγλικό χρώμα στην ιστορία της διοργάνωσης.

Έπειτα από τον περσινό χαμένο τελικό κόντρα στη Ρεάλ, οι «κόκκινοι» καλούνται να σηκώσουν το 6ο τρόπαιό τους στον θεσμό, γεγονός που θα έχει ως αποτέλεσμα να ξεπεράσουν σε κατακτήσεις την Μπαρτσελόνα και την Μπάγερν.

Ταυτόχρονα, ο σύλλογος από το Μέρσεϊσαϊντ θα πλησιάσει στους τίτλους τη Μίλαν, η οποία έχει στην κατοχή της 7 κι αποτελεί τη δεύτερη πιο επιτυχημένη ομάδα στη διοργάνωση, πίσω φυσικά από τη Ρεάλ που προηγείται με 13.

Από την πλευρά τους, τα «σπιρούνια» φιλοδοξούν να γίνουν το 23ο κλαμπ και το 7ο από το «Νησί» που φτάνει στην κορυφή της Ευρώπης.

Δεδομένου ότι το φετινό τρόπαιο θα καταλήξει σε αγγλική ομάδα, το SportRetro.gr «ακτινογραφεί» τους 20 καλύτερους Βρετανούς ποδοσφαιριστές όλων των εποχών.

Η επιλογή των αθλητών και η σειρά κατάταξής τους στη σχετική λίστα προκύπτουν από αντίστοιχο αφιέρωμα της «Telegraph», την επιμέλεια του οποίου είχε αναλάβει ο δημοσιογράφος Τζέισον Μπερτ.

***

20. Τζίμι Τζόνστον (1944-2006)

Το επιθετικό στιλ παιχνιδιού κι ο Σκωτσέζος εξτρέμ ήταν ένα και το αυτό! Το 2002 αναδείχθηκε από τους φιλάθλους σπουδαιότερος ποδοσφαιριστής στην ιστορία της Σέλτικ, με τα χρώματα της οποίας σημείωσε συνολικά 129 γκολ.

Το άγαλμά του κοσμεί τον προαύλιο χώρο του «Σέλτικ Παρκ» από το 2008.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 και του 1970, ο Τζόνστον πραγματοποίησε με την κελτική ομάδα εξαιρετικές εμφανίσεις, οι οποίες είχαν ως αποκορύφωμα την κατάκτηση του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1967.

Αξίζει να αναφερθεί ότι όλοι οι ποδοσφαιριστές που συνέβαλαν στην επιτυχία αυτή είχαν γεννηθεί σε ακτίνα 40 χιλιομέτρων από το περίφημο «Πάρκχεντ».

Ο «Τζίνκι» απεβίωσε σε ηλικία 61 ετών, λόγω σοβαρών προβλημάτων στο νευρικό σύστημα.

 

19. Ντάνκαν Έντουαρντς (1936-1958)

Όσοι πρόλαβαν τον άσο της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Σε αυτούς που ισχυρίζονται ότι αν δεν έχανε τη ζωή του στο αεροπορικό δυστύχημα στο Μόναχο θα γινόταν ο καλύτερος ποδοσφαιριστής της Βρετανίας και σε εκείνους που πιστεύουν ότι στα 22 του χρόνια είχε ήδη κάνει τη διαφορά.

Ο Τέρι Βέναμπλς είχε δηλώσει ότι αν ο Έντουαρντς επιβίωνε, εκείνος θα σήκωνε το Παγκόσμιο Κύπελλο ως αρχηγός της Αγγλίας το 1966 κι όχι ο Μπόμπι Μουρ.

«Οι Μπεστ, Πελέ και Μαραντόνα ήταν υπέροχοι, αλλά ο Ντάνκαν είχε περισσότερες ικανότητες», είχε τονίσει ο Τόμι Ντόχερτι (σ.σ. προπονητής της Γιουνάιτεντ από το 1972-1977).

Ο Έντουαρντς αγωνιζόταν ως αμυντικό χαφ, όμως, απέδιδε εξίσου αποτελεσματικά και σε άλλες θέσεις.

 

18. Πατ Τζένινγκς (1945)

Οι Βορειοϊρλανδοί θεωρούν ότι πρόκειται για τον μεγαλύτερο τερματοφύλακα και δεύτερο καλύτερο ποδοσφαιριστή που ανέδειξε η χώρα τους, πίσω από τον θρυλικό Τζορτζ Μπεστ.

Ο Τζένινγκς έκλεβε την παράσταση με τα αριστοτεχνικά-δυνατά βολέ του. Μάλιστα, μία φορά σημείωσε και γκολ με αυτόν τον τρόπο.

Θεωρείται, αν όχι ο σπουδαιότερος, ένας από τους πιο σημαντικούς γκόλκιπερ που πέρασε από την Άρσεναλ και την Τότεναμ.

Όσον αφορά στις ευρωπαϊκές επιτυχίες, ο Τζένινγκς κατέκτησε το Κύπελλο UEFA με τα «σπιρούνια» το 1972, ενώ 6 χρόνια αργότερα έφτασε στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων με τους «κανονιέρηδες».

Κατέχει το παγκόσμιο ρεκόρ των 22 διαδοχικών σεζόν στην εθνική, ενώ αγωνίστηκε και σε 2 Mundial.

 

17. Τζον Μπαρνς (1963)

Γεννήθηκε στην Τζαμάικα, αλλά απέκτησε την αγγλική ιθαγένεια. Έκανε καριέρα στο «Νησί» και πλέον βρίσκεται στο «Hall of Fame» του ποδοσφαίρου της Αγγλίας.

Σε δημοσκόπηση της Λίβερπουλ τo 2006, αναφορικά με τους 100 ποδοσφαιριστές που συγκλόνισαν το «Kop», ο Μπαρνς κατέλαβε την 5η θέση.

Έπειτα από έναν χρόνο, το βρετανικό περιοδικό «Four-Four-Two» τον χαρακτήρισε σπουδαιότερο παίκτη στην ιστορία της Λίβερπουλ, με την οποία στέφτηκε 2 φορές πρωταθλητής Αγγλίας.

Ο Μπαρνς αγωνίστηκε και για λογαριασμό της Γουότφορντ, ενώ το ντεμπούτο του με την εθνική πραγματοποιήθηκε το 1983.

Ψηφίστηκε ποδοσφαιριστής της χρονιάς από τους επαγγελματίες συναδέλφους του και τους αθλητικούς δημοσιογράφους της χώρας το 1988.

 

16. Κέβιν Κίγκαν (1951)

Ένας «μαέστρος» που συνδύαζε τη μαχητικότητα με την τεχνική, δημιουργούσε κι εκτελούσε με απόλυτη ακρίβεια.

Ο Κίγκαν αποτελέι έναν από τους ποδοσφαιριστές της εκπληκτικής Λίβερπουλ των 70s’, με την οποία πανηγύρισε 3 πρωταθλήματα, 1 Κύπελλο, 2 Κύπελλα UEFA και το Κύπελλο Πρωταθλητριών το 1977.

Επόμενος «σταθμός» της καριέρας του ήταν το Αμβούργο, με τη φανέλα του οποίου κατέκτησε 2 χρυσές μπάλες. Επίσης, αγωνίστηκε στις Σαουθάμπτον και Νιούκαστλ.

Συνολικά σκόραρε 21 γκολ σε 63 παιχνίδια με την Αγγλία, ενώ υπήρξε αρχηγός της από το 1976 έως το 1982.

Η μοναδική συμμετοχή του Κίγκαν σε Παγκόσμιο Κύπελλο κατεγράφη το 1982, όταν έλαβε μέρος σε ένα ματς και μόνο για 26 λεπτά, αφού τραυματίστηκε.

 

15. Στίβεν Τζέραρντ (1980)

Η καριέρα του Άγγλου χαφ θα χαρακτηριζόταν εξαιρετική. Πράγματι, δεν κατέκτησε κανένα πρωτάθλημα με τη Λίβερπουλ, ούτε γνώρισε κάποια επιτυχία με την εθνική, ωστόσο, συνέδραμε καθοριστικά στην επίτευξη του «θαύματος» της Πόλης.

Η καρδιά του Τζέραρντ ανήκε αποκλειστικά στους «κόκκινους», καθώς το καλοκαίρι του 2004 αρνήθηκε να μεταγραφεί στην Τσέλσι, η οποία πρόσφερε 20 εκατομμύρια λίρες για την απόκτησή του.

Χαρακτηρίστηκε «πολυεργαλείο» από τον Ράφα Μπενίτεθ, λόγω της ικανότητάς του να προσαρμόζεται σε πολλές θέσεις.

Ο «Stevie G» μετακόμισε στις ΗΠΑ το 2015 για χάρη των Λος Άντζελες Γκάλαξι, με τη φανέλα των οποίων ολοκλήρωσε την ποδοσφαιρική διαδρομή του μερικούς μήνες αργότερα.

Με τα «τρία λιοντάρια» έδωσε 114 παιχνίδια, έβαλε 21 γκολ και διετέλεσε αρχηγός τους μία διετία.

 

14. Γκάρι Λίνεκερ (1960)

Μία «μηχανή» παραγωγής γκολ. «Όπλα» του στο παιχνίδι αποτέλεσαν η ψυχραιμία, τα αντανακλαστικά και φυσικά η άνεσή του στο σκοράρισμα.

Κατά τη διάρκεια της καριέρας του, ο Λίνεκερ ντύθηκε με τα χρώματα των Λέστερ, Έβερτον, Μπαρτσελόνα και Τότεναμ, ενώ το αγωνιστικό προφίλ του έμοιαζε αρκετά με αυτό του προγενέστερου συμπατριώτη του Τζίμι Γκριβς και του Γκερντ Μίλερ.

Στο Mundial του Μεξικού το 1986 χρίστηκε πρώτος σκόρερ, καθώς σημείωσε 6 γκολ, εκ των οποίων τα 3 ήταν σε ένα χατ-τρικ κατά της Πολωνίας.

Ήταν ο μοναδικός Άγγλος που είχε κατακτήσει τον τίτλο του κορυφαίου σκόρερ στη διοργάνωση, ώσπου ο Χάρι Κέιν έγινε ο δεύτερος στα γήπεδα της Ρωσίας το 2018.

Πλέον, ο Λίνεκερ διαπρέπει ως παρουσιαστής-σχολιαστής τηλεοπτικών αθλητικών εκπομπών.

 

13. Γκρέιαμ Σούνες (1953)

Ένα πρόσωπο από τη Βρετανία που «έλαμψε» τόσο ως ποδοσφαιριστής όσο κι ως προπονητής.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο Σούνες έπαιξε μπάλα για τη Λίβερπουλ και για χάρη της σκόραρε 38 γκολ σε 247 εμφανίσεις. Με τους «κόκκινους» κατέκτησε το Κύπελλο Πρωταθλητριών το 1978, το 1981 και το 1984.

Στα τέλη της ίδιας δεκαετίας, ο Σκωτσέζος μέσος ήταν ποδοσφαιριστής-προπονητής  της Ρέιντζερς.

Στην εθνική αγωνίστηκε 12 χρόνια (σ.σ. από το 1974-1986) και στις 54 αναμετρήσεις που έλαβε χρόνο συμμετοχής βρήκε τα αντίπαλα δίχτυα 4 φορές.

Υπήρξε τεχνικός ηγέτης πολλών ομάδων, ανάμεσα στις οποίες ήταν οι Λίβερπουλ, Γαλατάσαραϊ, Σαουθάμπτον, Μπενφίκα και Μπλάκμπερν.

 

12. Γκόρντον Μπανκς (1937-2019)

Αδιαφιλονίκητα, ο Μπανκς ήταν ο καλύτερος Βρετανός τερματοφύλακας όλων των εποχών. Η απόκρουση στην κεφαλιά του Πελέ στο Παγκόσμιο Κύπελλο του Μεξικού το 1970 ίσως αποτελεί την πιο αξιόλογη στιγμή της καριέρας του.

Ήταν… τεχνίτης με όλη τη σημασία της λέξης και οι ακροβατικές αποκρούσεις του άφηναν τους φιλάθλους με το στόμα ανοιχτό!

Πριν από τα παιχνίδια, συνήθιζε να φτύνει την τσίχλα στα χέρια του, να τα τρίβει κι έπειτα να φοράει τα γάντια. Πίστευε ότι η διαδικασία αυτή του έφερνε τύχη, οπότε αν κάποιος κρίνει από την απόδοσή του, μάλλον είχε δίκιο.

Ως επί το πλείστον, ο Μπανκς υπερασπίστηκε την εστία της Λέστερ, ενώ είχε χάσει το δεξί μάτι του σε αυτοκινητιστικό ατύχημα το 1972.

 

11. Γκάρεθ Μπέιλ (1989)

Έως σήμερα, ο Μπέιλ έχει αναδειχθεί 6 φορές Ουαλός ποδοσφαιριστής της χρονιάς, γεγονός που αποτελεί ρεκόρ.

Σίγουρα αξίζει τις παραπάνω διακρίσεις, δεδομένου ότι οδήγησε τη χώρα του στα ημιτελικά του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος το 2016.

Άρχισε την καριέρα του από τη Σαουθάμπτον και στη συνέχεια μετακινήθηκε στην Τότεναμ, στην οποία από μπακ μετατράπηκε σε εξτρέμ.

Οι εκπληκτικές εμφανίσεις του κίνησαν το ενδιαφέρον της Ρεάλ Μαδρίτης, η οποία και τον ενέταξε στο δυναμικό της το 2013, έναντι 100 εκατομμυρίων ευρώ.

Με τους «μερένγκες» έχει κατακτήσει τα πάντα, ενώ η «Guardian» σε σχετική λίστα τον κατέταξε 7ο καλύτερο ποδοσφαιριστή του πλανήτη για το 2016.

Φημίζεται για την ικανότητά του να σημειώνει γκολ από μακριά, την ταχύτητά του, και τις άψογες εκτελέσεις φάουλ.

 

10. Τζίμι Γκριβς (1940)

Το όνομα «Γκριβς» έγινε συνώνυμο της λέξης «γκολ», τη δεκαετία του 1960. Όποτε φορούσε για πρώτη φορά τη φανέλα ενός κλαμπ, έβρισκε τα δίχτυα των αντιπάλων!

Ο Γκριβς κατέκτησε τον τίτλο του πρώτου σκόρερ 6 φορές στο πρωτάθλημα Αγγλίας, ενώ είναι μέλος του «Hall of Fame» του ποδοσφαίρου της χώρας.

Πέρασε τα περισσότερα χρόνια της ποδοσφαιρικής πορείας του στην Τότεναμ, όμως αγωνίστηκε με τη στολή κι άλλων ομάδων, όπως οι Τσέλσι, Γουέστ Χαμ και Μίλαν.

Με την εθνική Αγγλίας πραγματοποίησε 57 εμφανίσεις κι έβαλε 44 γκολ (σ.σ. έκανε 6 χατ-τρικ).

Ο Άγγλος στράικερ ανήκε στην αποστολή της εθνικής που στέφτηκε πρωταθλήτρια κόσμου το 1966, αν και δεν έλαβε μέρος στον τελικό, λόγω τραυματισμού.

 

9. Ντένις Λόου (1940)

Ήταν ο πρώτος από το «αθάνατο» τρίο της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ που κατέκτησε τη χρυσή μπάλα το 1964.

Ο Λόου έμεινε στην ιστορία για την εκτελεστική δεινότητά του, την πάσα ακριβείας, αλλά και την ικανότητά του να «διαβάζει» το παιχνίδι.

Προφανώς, για όλους αυτούς του λόγους οι φίλοι του συλλόγου τον αποκαλούσαν χαϊδευτικά «Βασιλιά».

Ο Σκωτσέζος ανήκει στις εμβληματικές μορφές της Γιουνάιτεντ, παρά το γεγονός ότι με τη Μάντσεστερ Σίτι το 1974 σημείωσε το γκολ που υποβίβασε τους «κόκκινους διαβόλους» στη 2η κατηγορία.

Φυσικά, δεν πανηγύρισε κι έπειτα από μερικά χρόνια δήλωσε: «Σε ολόκληρη τη ζωή μου δεν έχω νιώσει τόση κατάθλιψη όση ένιωσα εκείνο το Σαββατοκύριακο».

 

8. Ράιαν Γκιγκς (1973)

Ο Γκιγκς αποτελούσε δύο ποδοσφαιριστές στο σώμα ενός. Κατά τα πρώτα 12 χρόνια της καριέρας του ήταν σκληροτράχηλο εξτρέμ, ενώ τα υπόλοιπα χαρακτηρίστηκε ως καλός πασέρ.

Ο θρύλος της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ αγωνίστηκε για λογαριασμό της 24 σεζόν και κατέκτησε ισάριθμα τρόπαια, μέσα σε αυτά και 2 Champions League.

Με την Ουαλία πραγματοποίησε 64 εμφανίσεις, σημείωσε 12 γκολ, ενώ απ’ το 2018 βρίσκεται στον πάγκο της.

Έως το 1989 χρησιμοποιούσε το επίθετο «Γουίλσον», αλλά έπειτα από τον δεύτερο γάμο της μητέρας του το άλλαξε σε «Γκιγκς».

Σε νεαρή ηλικία υπέστη έντονο ρατσισμό, λόγω της καταγωγής του πατέρα του από τη Σιέρα Λεόνε. Ίσως, αυτός να ήταν ένας απ’ τους λόγους που έγινε πρεσβευτής της UNICEF το 2006.

 

7. Σερ Τομ Φίνεϊ (1922-2014)

Ένας υπέροχος ντριμπλέρ που δεν… αλλαξοπίστησε, καθώς πέρασε όλη την καριέρα του στην Πρέστον, με την οποία αναδείχθηκε κορυφαίος Άγγλος ποδοσφαιριστής το 1954 και το 1957.

Ο σύλλογος θέλησε να ανταμείψει τον Φίνεϊ για την αφοσίωσή του, αφού πριν από μερικά χρόνια τοποθέτησε στο «Ντιπντέιλ» ένα άγαλμα, το οποίο αναπαριστά μία από τις πιο εντυπωσιακές στιγμές του ποδοσφαιρικού βίου του.

«Είναι το ίδιο απίθανος με τους Πελέ, Εουσέμπιο, Πούσκας, ντι Στέφανο και Κρόιφ», είχε υπογραμμίσει κάποτε ο Μπιλ Σάνκλι.

Με τα «τρία λιοντάρια» έκανε 76 εμφανίσεις και βρήκε τα καρέ των αντιπάλων 30 φορές.

Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι ο Φίνεϊ υπηρέτησε την αγαπημένη ομάδα του κι από το πόστο του προέδρου.

 

6. Κένι Νταλγκλίς (1951)

Κατά πάσα πιθανότητα, πρόκειται για τον σπουδαιότερο Σκωτσέζο ποδοσφαιριστή, αν συνυπολογίσει κάποιος ότι χαρακτηρίστηκε μεγαλύτερος μεταπολεμικός σέντερ φορ από το βρετανικό περιοδικό «Four-Four-Two».

Όπως είχε δηλώσει κάποτε ο σερ Άλεξ Φέργκιουσον, ο Νταλγκλίς διέθετε αντίληψη, δύναμη, ισορροπία, αλλά και πολύ καλά τελειώματα.

Χαρακτηρίστηκε «Βασιλιάς Κένι» από τον κόσμο της Σέλτικ, με την οποία κατέκτησε 4 φορές το πρωτάθλημα τη δεκαετία του 1970.

Έως και σήμερα, ο Νταλγκλίς λατρεύεται σαν θεός από τους φίλους της Λίβερπουλ, στην οποία έχει προσφέρει τόσο ως ποδοσφαιριστής όσο κι ως προπονητής.

Με τους «κόκκινους» πανηγύρισε 3 Κύπελλα Πρωταθλητριών και 3 πρωταθλήματα. Έλαβε μέρος σε 3 Παγκόσμια Κύπελλα, ενώ διατηρεί μέχρι και σήμερα το ρεκόρ των περισσότερων συμμετοχών (σ.σ. 102) στην ιστορία της εθνικής Σκωτίας.

 

5. Σερ Στανλεϊ Μάθιους (1915)

Ο πρώτος ποδοσφαιριστής που χρίστηκε «σερ» από τη βασίλισσα Ελισάβετ.

Ο πρώτος κι ο μοναδικός έως σήμερα που κατέκτησε τον εν λόγω τίτλο, ενώ δεν είχε βάλει τέλος την καριέρα του.

Ο πρώτος που αναδείχθηκε Ευρωπαίος ποδοσφαιριστής της χρονιάς το 1956.

Ο Μάθιους ήταν πρώτος σε όλα!

Φόρεσε τη φανέλα των Στόουκ Σίτι και Μπλάκπουλ, ενώ χαρακτήρισε με το παίξιμό του μία ολόκληρη εποχή.

Αποχώρησε από τη δράση 50 (!) χρονών και κατέχει το ρεκόρ του πιο ηλικιωμένου ποδοσφαιριστή στην κορυφαία κατηγορία της Αγγλίας.

Χαρακτηρίστηκε «μάγος της ντρίμπλας» και η παρουσία του στα γήπεδα αποτέλεσε καταλυτικό παράγοντα για την ανάπτυξη του επιθετικού παιχνιδιού.

Ήταν ένας πραγματικός gentleman στον αγωνιστικό χώρο, καθώς δεν δέχτηκε ποτέ παρατήρηση από διαιτητή.

 

4. Τζον Τσαρλς (1931-2004)

Μπορεί να μην είναι ευρέως γνωστός, αλλά σίγουρα άφησε… τη σφραγίδα του στο διεθνές ποδόσφαιρό.

Ο Τσαρλς θεωρείται ένας από τους πιο ηθικούς ποδοσφαιριστές που πέρασε από τα γήπεδα, δεδομένου ότι δεν αποβλήθηκε ποτέ από κανένα ματς.

Χαρακτηρίστηκε «all around» ποδοσφαιριστής, αφού ήταν εξίσου αποτελεσματικός τόσο ως σέντερ φορ όσο κι ως σέντερ μπακ.

Πραγματοποίησε εκπληκτικές εμφανίσεις με τη Λιντς και τη Γιουβέντους, ενώ με τη δεύτερη κατέκτησε και τα 5 πρωταθλήματα που διεκδίκησε από το 1957-1962.

Η μετακίνησή του από την αγγλική στην ιταλική ομάδα στοίχισε 65.000 λίρες, ποσό ρεκόρ για τα δεδομένα της εποχής.

Με την εθνική Ουαλίας αγωνίστηκε μία δεκαπενταετία και σε 38 συμμετοχές έβαλε 15 γκολ.

 

3. Μπόμπι Μουρ (1941-1993)

Ο άνθρωπος που οδήγησε την Αγγλία στον μεγαλύτερο θρίαμβό της, την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1966 κόντρα στη Δυτική Γερμανία.

Ο Μουρ έγινε ο πρώτος ποδοσφαιριστής που τιμήθηκε με το πολυπόθητο βραβείο «αθλητική προσωπικότητα της χρονιάς» του BBC. Εκτός αυτού, του είχε απονεμηθεί ο τίτλος του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.

Χαρακτηρίστηκε από τον Πελέ ως ο πιο ποιοτικός αμυντικός που αντιμετώπισε, ενώ αποτέλεσε αναπόσπαστο μέλος της Γουέστ Χαμ, αρχηγός της οποίας διετέλεσε για περισσότερες από 10 αγωνιστικές περιόδους.

Δεν ήταν μεγαλόσωμος, γρήγορος ή ιδιαίτερα αποτελεσματικός στο ψηλό παιχνίδι, ωστόσο, διέθετε μία αύρα που τον καθιστούσε μοναδικό.

Δυστυχώς, η μοίρα επεφύλασσε άσχημο παιχνίδι στον Μουρ, καθώς «έσβησε» από καρκίνο σε ηλικία μόλις 52 ετών.

 

2. Σερ Μπόμπι Τσάρλτον (1937)

Ο λόγος για έναν πραγματικό μαχητή, ο οποίος βγήκε ζωντανός από την αεροπορική τραγωδία στο Μόναχο.

Ιδιαίτερα αθλητικός και γρήγορος, ο Τσάρλτον έβρισκε τον δρόμο προς τα αντίπαλα δίχτυα με τεράστια άνεση.

Αρκεί να αναφερθεί ότι σημείωσε 249 γκολ με τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και 49 με την Αγγλία. Ήταν κύριος με Κ κεφαλαίο, αφού τηρούσε το Fair play μέχρι κεραίας.

Το προσωπικό παλμαρέ του κοσμείται από ένα Παγκόσμιο Κύπελλο κι ένα Κύπελλο Πρωταθλητριών, τα οποία κατακτήθηκαν το 1966 και το 1968 αντίστοιχα.

Ο Άγγλος επιθετικός έδωσε στο «Όλντ Τράφορντ» τον χαρακτηρισμό «θέατρο των ονείρων» κι αυτό επειδή θεωρεί ότι όλα τα αγόρια του Μάντσεστερ φιλοδοξούν μία ημέρα να αγωνιστούν στο συγκεκριμένο γήπεδο.

 

1. Τζορτζ Μπεστ (1946-2005)

Ένας άγγελος κι ο διάβολος ταυτόχρονα; Μάλλον ένας «κόκκινος διάβολος».

Ο Μπεστ ήταν… the best! Διέθετε δύο εξίσου καλά πόδια, άψογη ντρίμπλα, μεγάλο διασκελισμό και θανατηφόρο σουτ.

Με τα χρώματα της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ κατέκτησε το Κύπελλο Πρωταθλητριών το 1968, ενώ αναδείχθηκε Ευρωπαίος ποδοσφαιριστής εκείνης της χρονιάς.

Παρά το γεγονός ότι διέπρεπε στα γήπεδα, ο Μπεστ δεν έδωσε ποτέ το «παρών» σε μεγάλη διοργάνωση με τη Βόρεια Ιρλανδία, με την οποία κατέγραψε 37 συμμετοχές και σκόραρε 9 φορές.

Λόγω του φαύλου βίου του, ο επίλογος της καριέρας του γράφτηκε νωρίς, ενώ ήταν 28 ετών.

Οι γυναίκες κατείχαν ξεχωριστή θέση στην καρδιά του, ενώ η εξάρτησή του από το αλκοόλ ήταν που τον οδήγησε σε πρόωρο θάνατο.

Ανδρέας Κατσικάρης

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...