Βραζιλία 1982: Το jogo bonito στο απόγειό του

Μόνο μία εθνική ομάδα έχει ταυτίσει την παρουσία της σε Παγκόσμιο Κύπελλο με ατέρμονο θέαμα. Μόνο μία ομάδα αψήφισε την ουσία και επιδόθηκε σε αέναο jogo bonito, βασισμένη σε μία πολύ συγκεκριμένη πεποίθηση: μπορεί να σκοράρει περισσότερες φορές από τον αντίπαλο.

Μόνο μία ομάδα δεν έβλεπε τον κίνδυνο εκτροχιασμού να έρχεται και κώφευσε μπροστά στα «καμπανάκια”, προς τέρψιν των φιλάθλων αλλά και των ίδιων των μελών της.

Βλέπεις Mundial; Πας… Mind the Pub!

Η Βραζιλία του ’82 αποτελεί ένα σύμβολο του Μουντιάλ, κάτι παραπάνω από μία καλή ομάδα που απλά δεν κατάφερε κάτι. Η Βραζιλία του ’82 υπενθυμίζει σε κάθε φίλο του ποδοσφαίρου πώς ήταν η φιλοσοφία του αθλήματος μέχρι εκείνη την εποχή, τουλάχιστον σε κάποια μέρη της υφηλίου, και πώς μετατράπηκε λίγα χρόνια μετά.

Το τακουνάκι του Σόκρατες είχε μεγαλύτερη αξία από το τάκλιν του Κλάουντιο Τζεντίλε, η κάθετη του Ζίκο έβρισκε περισσότερους οπαδούς από τη σέντρα του Χανς Πέτερ Μπρίγκελ, τα «τρίγωνα” των Τονίνιο Σερέζο, Έντερ και Φαλκάο ήταν πιο σημαντικά από την κεφαλιά του Ζαν Τιγκανά. Δεν ήταν αρκετά, όμως…

Απογοήτευση παρά την 3η θέση

Η Βραζιλία προερχόταν από ένα πολύ περίεργο roller-coaster στα προηγούμενα Μουντιάλ. Από την απόλυτη κορυφή (από κάθε άποψη) του 1970, στην απότομη προσγείωση του 1974, όταν το jogo bonito μετατράπηκε σε απίστευτο ξύλο στον «ημιτελικό” με αντίπαλο την Ολλανδία.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, όταν πλέον είχε αλλάξει ολοκληρωτικά η «φουρνιά”, τη θέση του Μάριο Ζαγκάλο πήρε ο υπεύθυνος φυσικής κατάστασης της ομάδας και πρώην αξιωματικός του στρατού, Κλαούντιο Κοουτίνιο, ο οποίος εμφύσησε μία νοοτροπία αποτελέσματος έναντι θεάματος. Το πλασάρισμα βελτιώθηκε, από την ήττα στον μικρό τελικό του 1974 ήρθε η νίκη στην ίδια φάση το 1978, ωστόσο η γεύση δεν ήταν ευχάριστη.

Τα θέματα του Sport-Retro.gr για το Παγκόσμιο Κύπελλο

Γι’ αυτόν τον λόγο, η ομοσπονδία έδωσε τη «σκυτάλη” στον Τέλε Σαντάνα το 1980, προσδοκώντας σε μία διαφορετική αξιοποίηση του αδιανόητα ταλαντούχου έμψυχου υλικού που υπήρχε εκείνη την εποχή στο «φαρέτρα” του ομοσπονδιακού τεχνικού της χώρας.

 

Η εμβληματική μεσαία γραμμή

Κάθε εθνική ομάδα θα ήταν απόλυτα ευχαριστημένη αν παρατασσόταν σε μία μεγάλη διοργάνωση μόνο με έναν εκ των Σόκρατες ή Ζίκο, των δύο πιο ξακουστών παικτών εκείνης της ομάδας, και μάλιστα σε αρκετά καλή φόρμα. Η «σελεσάο” στηρίχθηκε μεν σε αυτούς τους δύο σπουδαίους ποδοσφαιριστές, ωστόσο υπήρχαν κι άλλοι μεγάλοι ήρωες σε εκείνο το ρόστερ.

Ένας από αυτούς ήταν ο Φαλκάο, ο επονομαζόμενος και «8ος Βασιλιάς της Ρώμης” μετά από τα πέντε χρόνια που πέρασε στους «τζιαλορόσι”, πανηγυρίζοντας ένα πρωτάθλημα και φτάνοντας στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Ένας οργανωτής που άρχιζε από χαμηλά τις προσπάθειές του, είχε χριστεί Καλύτερος Ποδοσφαιριστής στη Βραζιλία το 1978 και το 1979, προτού πραγματοποιήσει το υπερατλαντικό ταξίδι.

Αποδείχθηκε πως αυτό του κόστισε, αφού λόγω υποχρεώσεων σε διαφορετικές χρονικές στιγμές στο ποδοσφαιρικό καλεντάρι, οι ομοσπονδιακοί προπονητές δεν τον καλούσαν στην εθνική ομάδα για τα προκριματικά ή τις τελικές φάσεις διοργανώσεων από το 1979 μέχρι το 1982. Μάλιστα, ο Σόκρατες δεν τον ήθελε στην ομάδα και προτιμούσε άλλους μέσους με τους οποίους είχε καλύτερη «τριβή” μέσα από τα παιχνίδια.

Μαζί του στον χώρο του κέντρου και στο ίδιο ύψος, ο Τονίνιο Σερέζο. Επίσης οργανωτής, με μεγάλο εύρος μεταβιβάσεων, τουλάχιστον στα 11 χρόνια που αγωνιζόταν στην Ατλέτικο Μινέιρο, από την οποία τον γνώριζε πολύ καλά ο Σαντάνα. Τα σπουδαία φυσικά προσόντα του τον καθιστούσαν ικανό να αγωνιστεί και ως αμυντικός μέσος. Δεν είναι τυχαίο ότι περιγράφεται ως κάτοχος… δύο ζευγαριών πνευμόνων.

Ο μοναδικός παίκτης κλάσης που μπορούσε να προσφέρει πλάτος στο παιχνίδι της Βραζιλίας σε εκείνο το ρόστερ ήταν ο αριστερός εξτρέμ Έντερ. Ένας ποδοσφαιριστής με τεράστια φυσικά προσόντα και μεγάλη δύναμη, που δεν του επέτρεπε να χάσει μονομαχία ή τζαρτζάρισμα, κάτι πολύ χρήσιμο για να ξεφεύγει, από τη στιγμή που δεν ήταν πολύ γρήγορος. Με το αριστερό πόδι, δε, μπορούσε «να κάνει μία μπάλα να στρίψει 90 μοίρες με ένα λάκτισμα”, σύμφωνα με έναν Βραζιλιάνο σχολιαστή.

Ο Σαντάνα, πάντως, ήταν διστακτικός να πάρει στην αποστολή έναν παίκτη που είχε… αφοδεύσει στα παπούτσια του μετά από έναν καυγά τους στην Γκρέμιο και που το 1978, όταν ήταν στα πρόθυρα του ντεμπούτου του με την εθνική, πυροβολήθηκε έξω από ένα κλαμπ. Ο Ζε Σέρζιο, ο οποίος αποτελεί και συγγενή του Ριβελίνο, είχε αγωνιστεί στα προκριματικά στη θέση του Έντερ και βρέθηκε κοντά στην αποστολή (τόσο κοντά που ήταν στο άλμπουμ της Panini), αλλά «κόπηκε” τελευταία στιγμή, με τον Σαντάνα να αψηφά τους κινδύνους από τον χαρακτήρα του Έντερ.

Αυτοί οι τρεις ποδοσφαιριστές μαζί με τους Ζίκο και Σόκρατες, που δεν χρήζουν συστάσεων, σχημάτισαν μία ανεπανάληπτη πεντάδα στην «καρδιά” εκείνης της ενδεκάδας, η οποία έκανε τα πάντα να λειτουργούν αρμονικά. Μόνο που υπήρχαν ακόμη έξι ποδοσφαιριστές σε εκείνη ομάδα.

Το αριστερό μπακ, Ζούνιορ, ξεχώριζε, όπως έδειξε και η μετέπειτα πορεία του που τον έφερε στο κορυφαίο με διαφορά πρωτάθλημα του κόσμου τη δεκαετία του ’80, το καμπιονάτο. Όσκαρ και Λουιζίνιο σχημάτισαν ένα πολύ «δεμένο” κέντρο άμυνας, που δεχόταν δύσκολα γκολ και λόγω της καλής συνεργασίας τους, ρίσκαραν ανεβαίνοντας κάποια μέτρα, πιέζοντας ψηλά και δίνοντας κάθετες πάσες. Δεξιά υπήρχε ο 23χρονος Λεάντρο, ένα ανερχόμενο ταλέντο με αρκετές δυνατότητες. Το μεγάλο πρόβλημα για αρκετό κόσμο, όμως, ήταν τα δύο άκρα στο γήπεδο. Ο τερματοφύλακας και ο «φουνταριστός”.

Ο παρεξηγημένος Πέρες

Ο Βαλντίρ Πέρες υπήρξε ο βασικός τερματοφύλακας της εθνικής Βραζιλίας το 1982, έχοντας προβιβαστεί από τον ρόλο του αναπληρωματικού στο προηγούμενο Μουντιάλ.

Ο Έμερσον Λεάο είχε μεγαλώσει και ο Πέρες μαζί με τον Κάρλος έριζαν για τα γάντια του βασικού. Κανείς εκ των δύο δεν αποτελούσε μεγάλη κλάση και γι’ αυτό υπήρχαν φωνές που ήθελαν ακόμα και την παραμονή του Λεάο, ο οποίος ήταν παρών ως βασικός στα προηγούμενα δύο τουρνουά και αναπληρωματικός του Φέλιξ το 1970, με συνέπεια να διαθέτει μπόλικη εμπειρία από τη διοργάνωση.

Ο Σαντάνα δεν τον πήρε καν στην αποστολή κι έδωσε το χρίσμα στον Πέρες, που μπορεί να μην υπέπεσε σε κάποιο κομβικής σημασίας σφάλμα, ωστόσο ποτέ δεν έπεισε ότι βρισκόταν στο ίδιο επίπεδο με τους συμπαίκτες του μπροστά.

Ο συναγωνισμός για τη φανέλα με το 9

Η μεγαλύτερη συζήτηση, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από το Μουντιάλ, αφορά στον άνθρωπο που τοποθετήθηκε στην κορυφή της επίθεσης σε εκείνη την ενδεκάδα.

Ο καλύτερος Βραζιλιάνος επιθετικός της εποχής ήταν ο Ρεϊνάλντο (ή Ρέι, «βασιλιάς”) της Ατλέτικο Μινέιρο, που έκανε τα πρώτα βήματά του στο ποδόσφαιρο με προπονητή τον Σαντάνα. Ο Ρεϊνάλντο αντιμετώπισε ένα μικροπρόβλημα τραυματισμού στην αρχή της σεζόν, ωστόσο την ώρα της ανακοίνωσης της αποστολής, τον Μάρτιο του 1982, αγωνιζόταν κανονικά και μάλιστα σε κρίσιμα παιχνίδια.

Η αιτία της απουσίας του από την αποστολή εμφανίζεται ο τραυματισμός του, ωστόσο το μυστήριο περιπλέκεται από δημοσιογράφους που ισχυρίζονται ότι το «κόψιμό” του οφείλεται στη σχέση του με ομοφυλόφιλους. Η τηλεπαθητική σχέση που είχε ο Ρεϊνάλντο με τον Έντερ λόγω Ατλέτικο Μινέιρο και το γεγονός ότι είχε αγωνιστεί στα προκριματικά, άφηναν το κενό του δυσαναπλήρωτο.

Η απουσία του Ρεϊνάλντο άνοιγε τον δρόμο στον 22χρονο Καρέκα, έναν ακόμη περισσότερο ποιοτικό ποδοσφαιριστή της Γκουαρανί που θα άνοιγε τα «φτερά” του αργότερα. Εξάλλου, ήταν αγαπημένος του Σαντάνα και τον χρησιμοποίησε βασικό στο επόμενο Μουντιάλ, παραμένοντας σε αυτήν τη θέση και το 1990. Μόνο που τρεις μέρες πριν από την έναρξη των υποχρεώσεων της «σελεσάο” στη διοργάνωση, ο Καρέκα τραυματίστηκε στον μηρό και τέθηκε νοκ άουτ από το τουρνουά. Η φανέλα του επιθετικού αναζητούσε νέο κάτοχο.

Αντικαταστάτης του Καρέκα στην αποστολή ήταν ένας θρύλος της Βάσκο ντα Γκάμα, ο οποίος το 1981 σημείωσε 62 γκολ σε όλες τις διοργανώσεις και ήταν ένας από τους πιο χαρισματικούς σκόρερ της χώρας. Ο Ρομπέρτο Ντιναμίτε υστερούσε σε ποιότητα όμως, και υπέστη έναν ελαφρύ τραυματισμό πριν από το Παγκόσμιο Κύπελλο, γι’ αυτό είχε μείνει εκτός πλάνων. Σύμφωνα με τον θρύλο της εποχής, η σύζυγος του βασικού επιθετικού της Βραζιλίας το 1978 είχε διασυνδέσεις με μαύρη μαγεία και «κανόνισε” τον τραυματισμό του Καρέκα, ώστε ο άντρας της να επιστρέψει στην αποστολή.

Τα… κατάφερε μεν, ο Ρομπέρτο Ντιναμίτε ταξίδεψε στην Ισπανία, ωστόσο ο κλήρος του βασικού έπεσε σε έναν άλλον ποδοσφαιριστή που είχε πολύ καλή επαφή με τα αντίπαλα δίχτυα, αλλά ήταν τελείως παράταιρος με την ταυτότητα της ομάδας.

Ο διαφορετικός Σερζίνιο

Ο Σερζίνιο υπήρξε ένας υψηλόσωμος και δυνατός φορ, με δυνατότητα να «σπάει” πάσες προς συμπαίκτες του που εφορμούσαν στην αντίπαλη περιοχή και να αξιοποιεί το ψηλό παιχνίδι.

Η τεχνική κατάρτισή του ήταν περιορισμένη, ωστόσο ήταν υπεύθυνος για αρκετά γκολ στο πρωτάθλημα με τη φανέλα της Σάο Πάουλο, έχοντας αναδειχθεί δύο φορές πρώτος σκόρερ στο πρωτάθλημα Παουλίστα στο παρελθόν. Το ίδιο συνέβη και τις επόμενες δύο χρονιές μετά από το Μουντιάλ, ενώ το 1983 χρίστηκε και πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος Βραζιλίας με 22 γκολ.

Επρόκειτο για έναν ποδοσφαιριστή στην καλύτερη φόρμα της καριέρας του, οπότε θα ήταν χρήσιμος για οποιονδήποτε προπονητή που θα ήθελε να έχει πλουραλισμό στη «φαρέτρα” του.

Σε ένα φιλικό με αντίπαλο την Ιρλανδία σημείωσε δύο γκολ σε μία νίκη με 7-0, έχοντας αντικαταστήσει τον Καρέκα στην ανάπαυλα, κάτι που έπαιξε σημαντικό ρόλο ώστε ο Σαντάνα να το πάρει απόφαση κι εκεί που δοκίμαζε ακόμα και τον Σόκρατες σε ρόλο προωθημένου σε ορισμένα φιλικά προετοιμασίας, έδωσε το χρίσμα στον Σερζίνιο.

Για να συμβεί αυτό, πάντως, ο Σερζίνιο χρειάστηκε να γλιτώσει ποινή φυλάκισης για ενδοοικογενειακή βία, και κατάφερε να προλάβει το Μουντιάλ…

Πήγε στην Ισπανία ως φαβορί

Η Βραζιλία είχε προκριθεί στα γήπεδα της Ισπανίας μέσα από έναν προκριματικό όμιλο που περιελάμβανε Βολιβία και Βενεζουέλα, τις δύο πιο αδύναμες ομάδες της Νότιας Αμερικής. Τέσσερις νίκες με 11-2 τέρματα κατέδειξαν τη διαφορά δυναμικότητας, με τα φιλικά παιχνίδια προετοιμασίας που ακολούθησαν τους επόμενους 14 μήνες να δίνουν μεγαλύτερο στίγμα.

Η «σελεσάο” μεταξύ άλλων νίκησε δύο φορές τη Δυτική Γερμανία, νίκησε τη διοργανώτρια του Μουντιάλ Ισπανία, νίκησε τη μετέπειτα πρωταθλήτρια Ευρώπης Γαλλία, νίκησε την Αγγλία και έφερε ισοπαλίες με Χιλή, Ελβετία και Τσεχοσλοβακία. Το τελευταίο φιλικό παιχνίδι ήταν αυτό με την Ιρλανδία, στο οποίο (μόλις για 20 λεπτά) αγωνίστηκαν για πρώτη φορά μαζί οι Ζίκο, Σόκρατες, Σερέζο, Φαλκάο και Έντερ.

Μπορεί ο Σαντάνα να είχε δύσκολο έργο στην επιλογή ενδεκάδας και να αδυνατούσε να χωρέσει στην ομάδα όλους τους ποιοτικούς επιθετικογενείς ποδοσφαιριστές που διέθετε στο ρόστερ, ωστόσο ένα ήταν το δεδομένο, μετά και από τα φιλικά προετοιμασίας: η Βραζιλία ταξίδεψε στην ιβηρική χερσόνησο με την ιδιότητα του φαβορί για την κατάκτηση του τροπαίου.

Η γκάφα του Πέρες δεν κόστισε

Στο πρώτο Μουντιάλ της ιστορίας με 24 ομάδες, η κλήρωση έφερε τη Βραζιλία στον 6ο όμιλο, με αντιπάλους Σοβιετική Ένωση, Σκοτία και Νέα Ζηλανδία.

Στην πρεμιέρα κόντρα στην ΕΣΣΔ του Όλεγκ Μπλαχίν, ο Σαντάνα δεν είχε στη διάθεσή του τον Σερέζο, ο οποίος ήταν τιμωρημένος, με συνέπεια τη θέση του δεξιά στο κέντρο να πάρει ο Πάουλο Ισίντορο. Η αφόρητη ζέστη της Σεβίλλης πιθανόν να επηρέασε το καθαρό μυαλό του Βαλντίρ Πέρες, όταν στο 34ο λεπτό κλήθηκε να μαζέψει την μπάλα από ένα μακρινό σουτ του Αντρέι Μπαλ, αλλά τελικά αυτή βρέθηκε να χτυπάει στα χέρια του και να καταλήγει στα δίχτυα.

Οι «πολέμιοι” του τερματοφύλακα της Σάο Πάουλο δικαιώθηκαν με το «καλημέρα” για την κριτική που ασκούσαν στον Σαντάνα που τον έχρισε βασικό. Στο συγκεκριμένο παιχνίδι, όμως, όλη η «σελεσάο” βρέθηκε δύο σκαλιά πιο χαμηλά από τις πραγματικές δυνατότητές της. Μάλιστα, αν ο διαιτητής Αουγκούστο Λάμο Καστίγιο έδινε στους Σοβιετικούς δύο πέναλτι για χέρι που δικαιούντο, η εικόνα του αγώνα θα μπορούσε να είναι πολύ διαφορετική.

Εν τέλει, μία υπέροχη ατομική προσπάθεια και σουτ του Σόκρατες στο 76′ έφερε το παιχνίδι στα ίσια και ένα σουτ με περίεργα φάλτσα του Έντερ στο 89′ ξεγέλασε τον Ρινάτ Ντασάεβ, που έκανε παρόμοιο λάθος με εκείνο του Πέρες, αλλά το δικό του ήταν αυτό που κόστισε. Η Βραζιλία έκανε την ανατροπή και άρχισε με νίκη στον θεσμό.

Η πρώτη μαγική παράσταση

Επόμενος αντίπαλος η Σκοτία, στο παιχνίδι όπου άρχισε να ξεδιπλώνεται η «σάμπα” που έκρυβαν μέσα τους οι Βραζιλιάνοι. Ο Ντέιβιντ Νάρεϊ έκανε το… λάθος να βάλει μπροστά στο σκορ τους παίκτες του σπουδαίου Τζοκ Στιν, που διέθετε μία ομάδα με εξαιρετικές μονάδες εκείνη την εποχή και ίσως ήταν η καλύτερη βρετανική. Άλαν Χάνσεν, Γκρέιαμ Σούνες, Γκόρντον Στράχαν, Στιβ Άρτσιμπαλντ, Κένι Νταλγκλίς, Τζο Τζόρνταν, Άλαν Μπραζίλ και Άλαν Μακλίς στον αγωνιστικό χώρο, σχημάτιζαν μία εθνική ομάδα με περγαμηνές.

Δεν ήταν σε καμία περίπτωση εφάμιλλη των Βραζιλιάνων, όμως. Ο Σαντάνα πήρε τη μεγάλη απόφαση και «χώρεσε” τον Σερέζο στην ενδεκάδα, αφήνοντας εκτός πλάνων οριστικά τον μοναδικό «καθαρόαιμο” αμυντικό μέσο, τον Ζοάο Μπατίστα, καθώς και τον Ισίντορο. Ο σχηματισμός έγινε 4-2-2-2, με τους Σερέζο και Φαλκάο να αγωνίζονται σε χώρο αμυντικού μέσου, όμως ουσιαστικά απλά να αρχίζουν επιθέσεις από πολύ πίσω, δίνοντας τον ρυθμό.

Μπροστά τους οι Ζίκο και Σόκρατες αποφάσιζαν για το πότε θα τελείωνε μια επίθεση και από ποιο σημείο του γηπέδου και πολλές φορές εκτελούσαν οι ίδιοι. Λίγο πιο μπροστά, ο Έντερ έδινε πλάτος και ήταν αυτός που βοηθούσε στον σχηματισμό «τριγώνων” και ο Σερζίνιο… περίσσευε για τις ψηλές μπαλιές ή για να «σπάει” την μπάλα στις διαρκείς κινήσεις των συμπαικτών του.

Στο 33ο λεπτό, με εκτέλεση φάουλ ο Ζίκο έστειλε την μπάλα στο πιο γωνιακό σημείο της εστίας του Άλαν Ραφ. Στο 2ο ημίχρονο, μία επιβλητική κεφαλιά του Όσκαρ ανέτρεψε το σκορ, ενώ ακολούθησε μία φανταστική λόμπα του Έντερ για το 3-1. Το σκορ έκλεισε μετά από ομαδική προσπάθεια, ένα χαμηλό μακρινό σουτ του Φαλκάο με τη βοήθεια του δοκαριού. Η πραγματική Βραζιλία έκανε την εμφάνισή της.

«Χωρίς Σερζίνιο, η μπάλα είναι στρογγυλή ξανά”

Η συνέντευξη Τύπου του επομένου αντιπάλου, του ομοσπονδιακού τεχνικού της Νέας Ζηλανδίας, Τζον Άντσχεντ, ήταν κατατοπιστική. «Εμείς (σ.σ. μαζί με τον βοηθό του, Κέβιν Φάλον) τους είδαμε να αγωνίζονται δύο φορές και κάθε στιγμή των αγώνων οι μοναδικοί που έμεναν ακίνητοι ήταν ο Βαλντίρ Πέρες και ο Σερζίνιο. Όλοι οι υπόλοιποι είναι τόσο κινητικοί, που μπορούν να βρίσκονται οπουδήποτε, οποτεδήποτε”.

Τέσσερα γκολ, τέσσερις επιπλέον υποψηφιότητες για τα κορυφαία τέρματα του τουρνουά. Ο Ζίκο σημείωσε τα δύο εξ αυτών στο 1ο ημίχρονο, το ένα με υπέροχο εναέριο γυριστό τελείωμα σε ομαδική ενέργεια και το δεύτερο μετά από μία υποδειγματική αντεπίθεση. Ο Φαλκάο έκανε το ίδιο στο 64′ και στο 70′, μετά από όμορφες ντρίμπλες του Ζίκο, ο Σερζίνιο χρίστηκε κι αυτός σκόρερ.

Ο Σαντάνα, πάντως, δεν έμεινε ιδιαίτερα ικανοποιημένος από τον επιθετικό του, που σκόραρε για πρώτη φορά μετά από εννέα τέρματα των συμπαικτών του. Τον αντικατέστησε στο 75′ και φέρεται να είπε «τώρα η μπάλα είναι στρογγυλή ξανά”.

Στο «γκρουπ του θανάτου” με Μαραντόνα

Η 2η φάση ομίλων βρήκε τη Βραζιλία από την Ανδαλουσία στην Καταλονία, από τη Σεβίλλη στη Βαρκελόνη. Τοποθετήθηκε στο «γκρουπ του θανάτου”, μαζί με την πρωταθλήτρια κόσμου Αργεντινή, με τον Ντιέγκο Μαραντόνα για πρώτη φορά στη σύνθεσή της για τη διοργάνωση. Μαζί τους, η Ιταλία, η οποία διέθετε ορισμένα ονόματα, ωστόσο στηριζόταν περισσότερο στην ομάδα, στο σύνολο, και η οποία δεν είχε δείξει πολλά πράγματα στη φάση των ομίλων, από όπου προκρίθηκε με τρεις ισοπαλίες και μόλις δύο τέρματα (στην ισοβαθμία με το Καμερούν).

Στον πρώτο αγώνα του ομίλου, η «σκουάντρα ατζούρα” απέδειξε ότι διαθέτει «φλόγα” μέσα της και κατάφερε να επιβληθεί της «αλμπισελέστε” με 2-1. Τρεις ημέρες αργότερα, η Βραζιλία αντιμετώπιζε την «αιώνια” αντίπαλό της γνωρίζοντας ότι με νίκη ή ισοπαλία, της αφαιρούσε το στέμμα.

Η Αργεντινή του Σέσαρ Λουίς Μενότι ήταν μία ιδιαίτερη ομάδα, με κορυφαίους ποδοσφαιριστές, σπουδαίο «μαέστρο” στον πάγκο, αλλά της έλειπε η ομόνοια, η ομοψυχία. Επηρεασμένοι από τη γνωστοποίηση του συμβάντος που απέκρυπτε η χούντα, της ήττας στον πόλεμο των Φώκλαντς, υπήρξαν παίκτες όπως ο Οσβάλντο Αρντίλες που δεν κατάφεραν να σηκώσουν το βάρος της περίστασης. Σε συνδυασμό με την ύπαρξη «σχίσματος” της ομάδας του 1978 και των νεαρών παικτών, όπως υποστήριζε ο Χόρχε Βαλντάνο, οι Αργεντινοί δεν είχαν πολλές ελπίδες απέναντι στην ήδη πιο αγαπητή ομάδα του τουρνουά.

Μόλις στο 11ο λεπτό, οι παίκτες του Σαντάνα απέδειξαν το γιατί. Ο Έντερ εκτέλεσε ένα φάουλ από τα 35 μέτρα με το πανίσχυρο πόδι του, ο Ουμπάλδο Φιγιόλ απέκρουσε και έστειλε την μπάλα να τραντάξει στο οριζόντιο δοκάρι. Ζίκο και Σερζίνιο είχαν σπεύσει να ακολουθήσουν τη φάση και ο πρώτος την έσπρωξε στην κενή εστία ανοίγοντας το σκορ. Στη διάρκεια όλης αυτής της φάσης, το κοντράστ της ψυχοσύνθεσης των δύο ομάδων αποτυπωνόταν στο τείχος των Αργεντινών, που απλά γύρισε και κοιτούσε την μπάλα, χωρίς κανείς να τρέξει στη μεγάλη περιοχή.

Η κυριαρχία της Βραζιλίας ήταν καθηλωτική στον αγωνιστικό χώρο του «Σαριά”. Το επόμενο τέρμα ήταν θέμα χρόνου και… όρεξης για ακόμα ένα higlight. Το προσέφερε ο Ζίκο, ανοίγοντας με το εξωτερικό στον Φαλκάο, σε έναν χώρο όπου κανείς αμυνόμενος από πλευράς Αργεντινής δεν είχε φροντίσει να καλύψει. Ο Ζίκο είδε τον συμπαίκτη του να κάνει την επέλαση από δεξιά, του έδωσε την πάσα και στη συνέχεια ο μέσος της Ρόμα απλά έπρεπε να βρει το κεφάλι του Σερζίνιο με σέντρα ακριβείας για το 2-0.

Στο 75ο λεπτό, η «σελεσάο” αποτελείωσε την Αργεντινή, με ένα συμβολικό τέρμα. Οι Βραζιλιάνοι επιχείρησαν μία αντεπίθεση από αριστερά που δεν τους βγήκε. Η μπάλα γύρισε πίσω, στον Ζούνιορ που είχε μείνει στα μετόπισθεν. Ο αριστερός μπακ της Φλαμένγκο πήρε την μπάλα κοντά στη γραμμή της μεσαίας γραμμής και την έδωσε στον Ζίκο λίγο πιο μπροστά του. Ο ηγέτης εκείνης της ομάδας έκανε ελάχιστα βήματα μπροστά, αλλά ουσιαστικά παρέμεινε στο ίδιο σημείο και μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου πέρασε μία απίθανη, συρτή κάθετη μπαλιά, που εξουδετέρωσε τέσσερις αντιπάλους. Αποδέκτης; Ο Ζούνιορ που μετά από την πάσα, έκανε μία κάθετη κίνηση χωρίς κανείς να τον αντιληφθεί. Κανείς πλην του Ζίκο.

Το 3-0 έβαλε το τελευταίο «καρφί” στο φέρετρο των Αργεντινών, που δεν μπορούσαν να αποδεχθούν την εξέλιξη. Ο Μαραντόνα περισσότερο από όλους, κάνοντας στο 85′ ένα εγκληματικό τάκλιν στον Μπατίστα που μόλις είχε μπει αλλαγή. Η κόκκινη κάρτα ολοκλήρωσε άδοξα το πρώτο Μουντιάλ στην καριέρα του παίκτη που εκείνο το καλοκαίρι έγινε η πιο ακριβή μεταγραφή στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Τέσσερα χρόνια αργότερα, θα έπαιρνε την εκδίκησή του.

«Θέλαμε το παιχνίδι να συνεχίσει για πάντα”

Το γκολ του Ραμόν Ντίας στο 89′ δεν μείωσε ούτε στο ελάχιστο τον θρίαμβο των Βραζιλιάνων. Μία νίκη που ήρθε με τον τρόπο που επεδίωκαν όλοι στη χώρα, σε αντίθεση με τις νίκες των δύο προηγουμένων Μουντιάλ.

Ο Αργεντινός προπονητής Άνχελ Κάπα, ένας φιλόσοφος του ποδοσφαίρου, αν και όχι επιτυχημένος τεχνικός στις δουλειές που ανέλαβε τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, συνόψισε ίσως καλύτερα από τον καθένα εκείνη την ομάδα και τα μαγικά της.

«Η μπάλα έφτανε σε μία ζώνη και μετά εξαφανιζόταν και εμφανιζόταν με τη μορφή ενός λαγού ή ενός περιστεριού. Μετά την έκρυβαν ξανά από τους αντιπάλους, που από το άγχος τους την έψαχναν στα πιο ασυνήθιστα μέρη, χωρίς να καταφέρνουν να τη βρουν. Κοιτάζαμε τα ρολόγια μας με την πρόθεση να κάνουμε τον χρόνο να σταματήσει, επειδή θέλαμε να κάνουμε το παιχνίδι να συνεχίσει για πάντα. Στην πραγματικότητα, ακόμα παίζει στις μνήμες όλων όσοι ήταν εκεί στο στάδιο ή που το παρακολουθούσαν από την τηλεόραση”.

Ο Πελέ ανησυχούσε

Το παραπάνω τέρμα που είχαν πετύχει οι Βραζιλιάνοι κόντρα στην Αργεντινή τους έδινε την πρόκριση ακόμα και σε περίπτωση ισοπαλίας. Συνολικά είχαν 13 τέρματα και οι Ιταλοί μόλις τέσσερα και μάλιστα ο βασικός επιθετικός τους, Πάολο Ρόσι, δεν είχε σκοράρει ακόμη. Επιπλέον, στα ημιτελικά όπου θα προκρινόταν η Πολωνία, θα αγωνιζόταν χωρίς τον δικό της βασικό φορ, Ζμπίγκνιεβ Μπόνιεκ, λόγω τιμωρίας. Ο δρόμος για τον τελικό ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα.

«Θα νικήσουμε 1-0 και θα σκοράρω”, υποστήριζε ο Όσκαρ, ωστόσο η Βραζιλία είχε καταφέρει να κρατήσει το μηδέν μόνο απέναντι στη Νέα Ζηλανδία. Ο Πελέ, αντιθέτως, πίστευε περισσότερο στους Ιταλούς: «Η Βραζιλία έκανε πάρα πολλά λάθη απέναντι στην Αργεντινή, οπότε έχω ένα κακό προαίσθημα για τον αγώνα με την ομάδα του Έντσο Μπεαρτσότ”.

Λάθη στην άμυνα, χατ τρικ ο Ρόσι

Η πρώτη ευκαιρία ήρθε μόλις στο 4ο λεπτό, αλλά το σουτ του Ρόσι πέρασε άουτ για λίγο. Ένα λεπτό αργότερα, βρέθηκε αμαρκάριστος από πάσα του Αντόνιο Καμπρίνι κι έκανε το 1-0. Το τέρμα αφύπνισε τους Ζίκο και Σόκρατες. Ο πρώτος, το μαρκάρισμα του οποίου ανέλαβε ο Κλάουντιο Τζεντίλε, εξουδετέρωσε τρεις αντιπάλους με μία πάσα, βρήκε τον δεύτερο και στο 12′ η Βραζιλία απέκτησε ξανά σκορ πρόκρισης, αφού της αρκούσε και η ισοπαλία.

Μία λάθος πάσα του Σερέζο προς τον Ζούνιορ έδωσε την ευκαιρία στον Ρόσι να σουτάρει και να κάνει το 2-1 στο 25′. Ο μέσος της Ατλέτικο Μινέιρο έβαλε τα κλάματα για την απερισκεψία του, με τον Ζούνιορ να τον ταρακουνάει: «Αν δεν σταματήσεις να κλαις, θα σε χτυπήσω στο πρόσωπο”.

Ο Σερέζο με τον Λεάντρο ήταν αρκετά επηρεασμένοι από τα λάθη που έκαναν στον αγώνα και τα κενά που άφηναν στην άμυνα, αλλά στο 68′ ο Φαλκάο ισοφάρισε σε 2-2 και όλα έδειχναν πιθανά για τη Βραζιλία, που νωρίτερα είχε γλιτώσει και από ένα τετ α τετ του Ρόσι.

Επτά λεπτά αργότερα, ο Μάρκο Ταρντέλι έπιασε ένα σουτ μετά από το πρώτο κόρνερ της Ιταλίας στον αγώνα, ο Ρόσι βρέθηκε στην πορεία της μπάλας και με νέο σουτ, έκανε το 3-2. Από «μαύρο πρόβατο”, εθνικός ήρωας μέσα σε εννέα εβδομάδες.

Το παιχνίδι ήταν εξαιρετικό και προσέφερε ακόμα ένα γκολ του Τζιανκάρλο Αντονιόνι που ακυρώθηκε ως οφσάιντ και μία κεφαλιά του Όσκαρ που μπλόκαρε με δύο προσπάθειες πάνω στη γραμμή ο Ντίνο Τζοφ για να κρατήσει τη νίκη της Ιταλίας.

Η αποθέωση παρά τα λάθη του Σαντάνα

Το τέλος του αγώνα βρήκε τον Σαντάνα στα αποδυτήρια να προσπαθεί να παρηγορήσει τους παίκτες του. «Όλος ο κόσμος έχει γοητευτεί από εσάς. Να το ξέρετε αυτό”, τους είπε. Όταν, δε, μπήκε στην αίθουσα όπου θα διεξαγόταν η συνέντευξη Τύπου, περί τα 300 άτομα, δημοσιογράφοι και όχι μόνο, άρχισαν να τον χειροκροτούν, ως ένδειξη αναγνώρισης της ομάδας που προσέφερε στη διοργάνωση.

Μιας ομάδας της οποίας την κυκλοφορία της μπάλας θα ζήλευε και η σημερινή Ισπανία. Μιας ομάδας που τακτικά ήταν πολύ πιο προηγμένη από αυτό που πιστεύει αρκετός κόσμος. Δεν είχε πολλές ντρίμπλες στο ρεπερτόριό της, παρά μόνο στα τελευταία μέτρα του γηπέδου. Οι ποδοσφαιριστές είχαν υπογραμμίσει πολλάκις ότι ο Σαντάνα ήταν πολέμιος των «φλυαριών” στο κέντρο του γηπέδου, τις οποίες θεωρούσε πρόσκληση σε αντεπίθεση του αντιπάλου. Αντιθέτως, ήθελε ροή αγώνα, ήθελε μεταβιβάσεις και έλεγχο.

Δεν είναι τυχαίο που στο πιο κρίσιμο παιχνίδι της διοργάνωσης για τη Βραζιλία, ο Σαντάνα παρέταξε μία ομάδα δίχως αμυντικό μέσο, επιμένοντας στο δίπολο Φαλκάο – Σερέζο ώστε να κατευθύνουν το παιχνίδι με τις πάσες του. Επιλογή που ίσως γύρισε μπούμερανγκ, αφού ο Μπατίστα δεν ήταν ούτε στον πάγκο ώστε όταν η «σελεσάο” ισοφάρισε, να μπει στον αγωνιστικό χώρο και να κρατήσει το σκορ πρόκρισης. Η κίνηση που έκανε ο Σαντάνα στο 2-2 ήταν να βγάλει τον Σερζίνιο και να τον αντικαταστήσει με τον Ισίντορο, προωθώντας ως φορ τον Σόκρατες. Όταν τέσσερα λεπτά αργότερα έγινε το 3-2, δεν υπήρχε Ρομπέρτο Ντιναμίτε στον πάγκο, με συνέπεια ο Βραζιλιάνος τεχνικός να «εγκλωβιστεί” στις επιλογές του.

Μετάλλαξη του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου

Η Βραζιλία ολοκλήρωσε την παρουσία της στο Μουντιάλ με πέντε αγώνες και 15 γκολ, εκ των οποίων τα 11 διεκδικούν τον τίτλο του ομορφότερου στη διοργάνωση. Κι όμως, αυτή η ήττα από την Ιταλία αρκούσε ώστε να αυτοκτονήσει ένας 20χρονος στο Ρίο ντε Ζανέιρο από την απογοήτευση του αποκλεισμού.

Ο μεγάλος πρωταγωνιστής εκείνης της ομάδας, Ζίκο, θεωρεί ότι αυτή η ήττα οδήγησε στη μετάλλαξη ολόκληρου του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου, το οποίο πλέον δεν επιζητούσε το θέαμα, αλλά τη νίκη με κάθε κόστος. Η Βραζιλία θα άντεχε ακόμα ένα Μουντιάλ με έντονη γεύση από jogo bonito, αν και ο Σαντάνα, που παρέμεινε στο «τιμόνι”, ήταν πλέον πιο υποψιασμένος. Ο Βραζιλιάνος τεχνικός άρχισε να βάζει στόπερ στη θέση του αμυντικού μέσου για να παρέχει κάλυψη στα μετόπισθεν, έστω κι αν με αυτόν τον τρόπο θυσίαζε τη δημιουργικότητα από τον άξονα.

Η Βραζιλία δεν κατάφερε τίποτα ούτε τέσσερα χρόνια αργότερα, με συνέπεια να «εκπαραθυρώσει” κάθε αισθητική από το παιχνίδι της και να δώσει έμφαση στη δύναμη και στα φυσικά προσόντα, μιμούμενη τους Ευρωπαίους. Στόχος ήταν ένα στιβαρό, συμπαγές κέντρο και τα γκολ από αντεπιθέσεις ή από στημένα.

Αν και δεν έλειψαν οι ποιοτικοί παίκτες από τα μελλοντικά ρόστερ της, το παιχνίδι ποτέ δεν είχε την ίδια ροή που είχε η ομάδα του ’82. Η πρωταθλήτρια κόσμου του 1994 και η πρωταθλήτρια κόσμου του 2002 βασίστηκαν -μεταξύ άλλων- στην καλοδουλεμένη αμυντική λειτουργία ή/και στην αμυντική προσέγγιση των τουρνουά. Οποιαδήποτε έμπνευση ή δημιουργία, ήταν μεμονωμένο αποτέλεσμα που οφειλόταν στην ποιότητα των παικτών της και όχι σε παράγωγο του τρόπου παιχνιδιού της.

Βραζιλία ’82 vs Βραζιλία του Ντούνγκα

Λίγο πριν αναλάβει για δεύτερη φορά ομοσπονδιακός τεχνικός της εθνικής Βραζιλίας, ο Ντούνγκα ήταν σαφής στις δηλώσεις του, περιγράφοντας την ομάδα του 1982 ως «ειδικούς στην ήττα”. «Έχασαν το ’82, έχασαν το ’86”, είπε.

Θα μπορούσε κάποιος να δώσει μεγάλη βάση στα λόγια ενός ανθρώπου που ως παίκτης κατέκτησε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο, δύο Copa América και ένα Κύπελλο Συνομοσπονδιών και ως προπονητής πανηγύρισε με τη Βραζιλία ένα Copa América κι ένα Κύπελλο Συνομοσπονδιών.

Στην αντίπερα όχθη, όμως, βρίσκεται μία από τις πιο θεαματικές ομάδες στην ιστορία του ποδοσφαίρου, ανεξαρτήτως διοργάνωσης. Μπορεί η Βραζιλία του Ζίκο και του Σόκρατες να μην κατέκτησε κανένα τρόπαιο, μπορεί η Βραζιλία του ’82 να μην έφτασε ούτε καν στα ημιτελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου στην Ισπανία, ωστόσο μέχρι και σήμερα, ο κόσμος θα την προτιμάει από τον Ντούνγκα και ό,τι εκφράζει η ποδοσφαιρική φιλοσοφία του.

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...