Η κόντρα του Ζιοβάνι με τον «Χίτλερ των Βραζιλιάνων» Λουίς φαν Χάαλ στην Μπαρτσελόνα έμεινε στην ιστορία

Η άφιξη στη χώρα μας του Ζιοβάνι Σίλβα ντε Ολιβέιρα, ο οποίος σαν σήμερα 4 Φεβρουαρίου του 1972 είδε το πρώτο φως της ημέρας, σαφώς και αποτελεί μία μεγάλη επιτυχία για την Ελλάδα και συγκεκριμένα για τον Ολυμπιακό. Εκείνο το καλοκαίρι του 1999, οι «ερυθρόλευκοι» απέκτησαν τον Βραζιλιάνο και τον Ζλάτκο Ζάχοβιτς, ωστόσο μόνο ένας μπήκε στην καρδιά των φίλων του συλλόγου.

Τίποτα δεν θα ήταν ίδιο, εάν στην Μπαρτσελόνα, την πρωταθλήτρια Ισπανίας εκείνη την εποχή, δεν υπήρχε ένας προπονητής τον οποίο μισούσε τόσο ο Ζιοβάνι, που χρόνια αργότερα έφτασε σε σημείο να τον παρομοιάζει με τον Αδόλφο Χίτλερ.

Ο Λουίς φαν Χάαλ έχει έρθει σε ρήξη με ορισμένα από τα μεγαλύτερα αστέρια του σύγχρονου ποδοσφαιρικού στερεώματος και δύο φορές αυτές οι κόντρες του ευνόησαν το ελληνικό ποδόσφαιρο. Η δεύτερη αφορά τον Ριβάλντο. Η αρχή, όμως, έγινε με τον «μάγο»…

 

Η «ευλογία» του Πελέ και η μεταγραφή

Τίποτα δεν προμήνυε το επεισοδιακό τέλος, ειδικά από τη στιγμή που η καταλανική ομάδα έδωσε αγώνα για να εξασφαλίσει την υπογραφή του Βραζιλιάνου επιθετικού από τη Σάντος, το καλοκαίρι του 1996. Η Παλμέιρας έριζε κι αυτή για τον 23χρονο υψηλόσωμο ποδοσφαιριστή, που είχε γίνει ήδη διεθνής, με έξι συμμετοχές στην πρωταθλήτρια κόσμου Βραζιλία, μετρώντας και ισάριθμες νίκες σε φιλικά παιχνίδια κόντρα σε Ισραήλ, Αγγλία, Ιαπωνία, Νότια Κορέα, Ουρουγουάη και Κολομβία, έστω και χωρίς να σκοράρει.

Με το… ιερό νούμερο 10 του Πελέ στην πλάτη, την «ευλογία» του «μαύρου διαμαντιού» και με πιστό κοινό που είχε σχηματίσει ακόμα και τους «Μάρτυρες του Ζιοβάνι», η τιμή του είχε εκτοξευθεί στα ύψη. Οι «μπλαουγκράνα», όμως, αποτελούσαν πιο ελκυστικό πακέτο για έναν Βραζιλιάνο, ειδικά μετά από αυτό που ακολούθησε σε μεταγραφικό επίπεδο το ίδιο καλοκαίρι.

Ο Ζιοβάνι πείστηκε για το πρότζεκτ της ομάδας και πίεσε με τον τρόπο του ώστε η Σάντος να δεχθεί την πρόταση της Μπαρτσελόνα και όχι εκείνη της Παλμέιρας, παρότι η τελευταία είχε σχέσεις με τη Μαρσέιγ κι έτσι ο Βραζιλιάνος ούτως ή άλλως θα κατέληγε κάποια στιγμή στην Ευρώπη.

Το deal «έκλεισε» στο 1.000.000.000 πεσέτες, ποσό που θα αντιστοιχούσε σε 6.000.000 ευρώ, μαζί με τη διεξαγωγή έξι φιλικών αγώνων μεταξύ των δύο ομάδων, με τα έσοδα να καταλήγουν στους Βραζιλιάνους.

 

Στη «σκιά» του Ρονάλντο

Το καλοκαίρι του 1996 ήταν κοσμοϊστορικό για την Μπαρτσελόνα, αφού ήταν το πρώτο από το 1987 στο οποίο δεν υπήρχε στο αγωνιστικό τμήμα ο αναμορφωτής του, Γιόχαν Κρόιφ. Ο «ιπτάμενος Ολλανδός» που γιγάντωσε τους «μπλαουγκράνα» είχε αποχωρήσει κατά τη διάρκεια της προηγούμενης σεζόν, με τον Κάρλες Ρεσάκ να «κλείνει» τη χρονιά ως υπηρεσιακός.

Στη θέση του μόνιμου προπονητή είχε συμφωνήσει να πάει ο Μπόμπι Ρόμπσον με βοηθό τον Ζοζέ Μουρίνιο, κάτι που συνέβη μετά από την απόκτηση του Ζιοβάνι, αν και ο Άγγλος τεχνικός είχε ερωτηθεί και είχε συμφωνήσει γι’ αυτήν τη μεταγραφή.

Το πιο σημαντικό απόκτημα του καλοκαιριού, όμως, αδιαμφισβήτητα ήταν εκείνο που ερχόταν από την Ολλανδία. Ο 19χρονος επιθετικός Ρονάλντο είχε ξετινάξει τα δίχτυα για λογαριασμό της Αϊντχόφεν, η οποία μετά από ασφυκτικό πρέσινγκ τόσο της Ίντερ όσο και της Μπαρτσελόνα, ενέδωσε και αποφάσισε να τον πουλήσει. Οι Καταλανοί αναδείχθηκαν νικητές σε αυτήν τη μάχη και τη σεζόν 1996-1997 «καρπώθηκαν» τα οφέλη της καλύτερης χρονιάς σε διασυλλογικό επίπεδο του «φαινομένου».

Η επιθετική γραμμή της Μπαρτσελόνα περιελάμβανε τον Ρονάλντο, τον Ζιοβάνι, τον Χρίστο Στόιτσκοφ και τον Χουάν Αντόνιο Πίζι. Πιο πίσω τους υπήρχε ο προπονητής του Ολυμπιακού, Όσκαρ Γκαρθία, ο Πεπ Γκουαρδιόλα, ο Γκίκα Ποπέσκου, ο Λουίς Φίγκο, ο Ρόμπερτ Προσινέτσκι, ο Ιβάν ντε λα Πένια, ο Λουίς Ενρίκε, ο Γκιγέρμο Αμόρ, ο Εμανουέλ Αμουνίκε και ο αρχηγός Χοσέ Μαρία Μπακέρο.

Στην άμυνα οι Φερνάντο Κόουτο, Μιγκέλ Άνχελ Ναδάλ, Σέρχι Μπαρχουάν, Αμπελάρδο και Αλμπέρτ Φερέρ φρόντιζαν να μην περνάει τίποτα, ενώ στο τέρμα «δέσποζε» η μορφή του Βίτορ Μπαΐα που ακολούθησε τον Ρόμπσον από την Πόρτο, με αναπληρωματικό τον νυν ομοσπονδιακό τεχνικό της εθνικής Ισπανίας, Ζουλέν Λοπετέγκι.

 

«Μαγική» πρώτη σεζόν με τίτλους

Το ντεμπούτο Ζιοβάνι και Ρονάλντο στον πρώτο αγώνα του Supercopa με αντίπαλο την νταμπλούχο Ατλέτικο κύλησε ιδανικά, αφού σκόραραν κι οι δύο, με την Μπαρτσελόνα να επικρατεί με 5-2 στο «Καμπ Νόου». Το «φαινόμενο» σημείωσε 34 γκολ σε 37 αγώνες πρωταθλήματος και 47 γκολ σε 49 αγώνες σε όλες τις διοργανώσεις, αριθμοί αδιανόητοι για εκείνη την εποχή, σε μία σεζόν.

Αυτή η παραγωγικότητα οφείλεται, κατά ένα αξιοσημείωτο μέρος, στον παίκτη που αγωνιζόταν πίσω του, τον Ζιοβάνι, ο οποίος καθιερώθηκε ως δεύτερος επιθετικός και συνεισέφερε με επτά γκολ σε 30 αγώνες στο πρωτάθλημα και 12 σε 43 συνολικά.

Η Μπαρτσελόνα κατέκτησε το Supercopa, το Copa del Rey και το Κύπελλο Κυπελλούχων, τερμάτισε στη 2η θέση στην Primera Division, δύο πόντους πίσω από τη Ρεάλ Μαδρίτης και σημείωσε συνολικά 102 τέρματα, σε μία εκπληκτική χρονιά.

 

Η έλευση Φαν Χάαλ και Ριβάλντο

Η ονειρική πρώτη χρονιά του Ζιοβάνι στην Μπαρτσελόνα δεν έμελε να έχει και συνέχεια. Ο Ρόμπσον αναβαθμίστηκε σε τεχνικό διευθυντή του συλλόγου, με τον Λουίς φαν Χάαλ, τον δημιουργό του εκπληκτικού Άγιαξ της εποχής και φιναλίστ του Champions League, να παίρνει τη θέση του Άγγλου στην άκρη του πάγκου το καλοκαίρι του 1997.

Τα πρώτα σύννεφα για τον Ζιοβάνι εμφανίστηκαν το καλοκαίρι, όχι λόγω Φαν Χάαλ, αλλά λόγω της αποχώρησης του Ρονάλντο. Ο συμπαίκτης του είχε υποκύψει στις «Σειρήνες» του Μάσιμο Μοράτι και η Μπαρτσελόνα τον πούλησε στην Ίντερ, χάνοντας έναν ποδοσφαιριστή που θα μπορούσε να βασίσει όλο το «οικοδόμημα» των επομένων ετών.

Βρήκε άμεσα τον αντικαταστάτη του στην ηγεσία της ομάδας, στο πρόσωπο ενός μεσοεπιθετικού από τη Λα Κορούνια, ο οποίος ήταν κι αυτός διεθνής, αν και λίγο μεγαλύτερος σε ηλικία. Ο λόγος για τον 25χρονο Ριβάλντο, ο οποίος την προηγούμενη σεζόν, την πρώτη στην Ευρώπη, είχε οδηγήσει τους Γαλιθιάνους στην 3η θέση στο πρωτάθλημα με 21 γκολ σε 41 αγώνες.

Ο Ρόμπσον ήταν αυτός που έκλεισε τη μεταγραφή, με τη σύμφωνη γνώμη του Φαν Χάαλ, ενώ στο ρόστερ προστέθηκε ακόμα ένας Βραζιλιάνος πρώτης γραμμής, ο επιθετικός Σόνι Άντερσον από τη Μονακό, ο οποίος ήταν ο αντικαταστάτης του Ρονάλντο στη θέση του επιθετικού.

 

Γκολ και χειρονομία με Ρεάλ

Η χρονιά για τον Ζιοβάνι άρχισε με δύο γκολ σε ισάριθμα παιχνίδια απέναντι στη Ρεάλ για το Supercopa, ωστόσο το τρόπαιο χάθηκε. Στο πρωτάθλημα, οι Καταλανοί κάνουν σερί έξι νικών, πριν από μία ισοπαλία με την Κομποστέλα. Επιστρέφουν στις νίκες απέναντι στη Ράθινγκ Σανταντέρ και την 1η Νοεμβρίου ταξιδεύουν στη Μαδρίτη, όπου δύο μήνες νωρίτερα υπέστησαν βαριά ήττα με 1-4 στο Supercopa.

Η Μπαρτσελόνα πήρε προβάδισμα δύο φορές στο «Σαντιάγο Μπερναμπέου», η Ρεάλ κατάφερε να ισοφαρίσει, ωστόσο στο 79′ ο Φίγκο κάνει επέλαση από αριστερά, πασάρει στον Ζιοβάνι που τρέχει από την άλλη πλευρά και σε κενή εστία ο Βραζιλιάνος κάνει το 3-2 για την Μπαρτσελόνα, πανηγυρίζοντας το τέρμα με το γνωστό «corte de manga», μία προσβλητική χειρονομία.

Ο Ζιοβάνι έγινε ήρωας για τους φίλους της Μπαρτσελόνα, που πανηγύρισαν νίκη στην έδρα του «αιώνιου εχθρού» για πρώτη φορά από τον Μάιο του 1994, την τελευταία σεζόν που η ομάδα τους στέφθηκε πρωταθλήτρια Ισπανίας. Παρ’ όλα αυτά, η χειρονομία του τιμωρήθηκε με δύο αγωνιστικές από τον αθλητικό δικαστή (αλλά μειώθηκε σε μία επειδή έδειξε μεταμέλεια), εξέλιξη που οδήγησε στο πρώτο μεγάλο επεισόδιο με τον Φαν Χάαλ, ο οποίος του έκανε έντονες παρατηρήσεις.

 

Αποκλεισμός από Φαν Χάαλ, αντίδραση από Ζιοβάνι

Την επόμενη αγωνιστική, δίχως τον Ζιοβάνι διαθέσιμο για την ενδεκάδα, η Μπαρτσελόνα γνώρισε την πρώτη ήττα της, εντός έδρας με 1-2 από τη Ράγιο Βαγεκάνο. Τέσσερις ημέρες μετά, νέα ήττα, αυτήν τη φορά με 0-3 από την Αθλέτικ στο Μπιλμπάο, με τον Βραζιλιάνο να περνάει αλλαγή στο 66′ κι ενώ το σκορ ήταν 2-0 υπέρ των Βάσκων.

Ο Ζιοβάνι ήταν διαθέσιμος για το επόμενο παιχνίδι, εντός έδρας απέναντι στη Θέλτα, ωστόσο ο Φαν Χάαλ τον άφησε εκτός αποστολής. Ο βοηθός του τεχνικού των Καταλανών και μετέπειτα βοηθός του Χενκ τεν Κάτε στον Παναθηναϊκό, Χέραρντ φαν ντερ Λεμ, εξήγησε πριν από τον αγώνα ότι ο παίκτης αντιμετώπιζε κάποιες ενοχλήσεις που δεν του επέτρεπαν να βρίσκεται ούτε στον πάγκο.

Οι «μπλαουγκράνα» νίκησαν με 3-2, με τον Ριβάλντο να επιστρέφει στα γκολ μετά από τρεις αγώνες και μία έντονη προστριβή με την κερκίδα που του χρέωνε αδιαφορία, παρότι είχε αρχίσει με επτά τέρματα σε εννέα αγώνες. Μάλιστα, δεν πανηγύρισε το γκολ, αφού λίγο νωρίτερα είχε ακούσει σφυρίγματα από την εξέδρα. «Τώρα με σφυρίζουν, άλλη μέρα θα με χειροκροτούν. Ευτυχώς, ο προπονητής γνωρίζει την προσπάθειά μου», δήλωσε, μετά από τον αγώνα.

Το κλίμα έγινε χειρότερο μία ημέρα μετά, όταν ο Ζιοβάνι υποστήριξε ότι η απουσία του από την αποστολή αφορούσε «ποδοσφαιρικούς λόγους» και όχι κάποιο πρόβλημα τραυματισμού και στη συνέχεια ζήτησε εξηγήσεις από τον Φαν Χάαλ: «Σκέφτομαι μόνο την Μπαρτσελόνα κι ελπίζω σε κάποια νέα ευκαιρία. Αν δεν αγωνίζομαι, όμως, είναι ξεκάθαρο ότι δεν θα πάω στο Παγκόσμιο Κύπελλο. Δεν είμαι ήρεμος και θα μιλήσω με τον προπονητή μου μέσα στην εβδομάδα για να ξεκαθαρίσω το μέλλον μου στην ομάδα».

Το μέλλον δεν ξεκαθάρισε με τον τρόπο που θα ήθελε ο Βραζιλιάνος. Από τα 38 παιχνίδια του πρωταθλήματος, άρχισε βασικός μόλις στα 21, σε σχέση με τα 24 της προηγούμενης χρονιάς.

Συνολικά, είχε συμμετοχή σε 27 αγώνες πρωταθλήματος σε σχέση με τους 30 του 1995-1996, ενώ μειώθηκαν και τα λεπτά συμμετοχής από 1.999 σε 1.955. Το μοναδικό θετικό ήταν η αύξηση των τερμάτων από επτά σε εννέα (σκόραρε και στο δεύτερο clasico της σεζόν), απόρροια της έλλειψης του Ρονάλντο, με συνέπεια να μοιραστούν τα τέρματα και σε άλλους παίκτες.

 

 

«Είναι απείθαρχος, πείτε μου σε ποια θέση παίζει»

Το νταμπλ των Καταλανών αποδείχθηκε μία επιτυχία της ομάδας, η οποία έδινε μεγαλύτερη εξουσία στον Φαν Χάαλ, κάτι που εξελίχθηκε εις βάρος του Ζιοβάνι. Ο Ολλανδός τεχνικός, όντας μόνος του πλέον μετά από την αποχώρηση του Ρόμπσον, γέμισε το ρόστερ με συμπατριώτες του για τη σεζόν 1998-1999. Μέσα στο ίδιο καλοκαίρι αποκτήθηκαν οι Πάτρικ Κλάιφερτ, Ρόναλντ ντε Μπουρ, Φρανκ ντε Μπουρ, Φίλιπ Κόκου και Μπουντεβάιν Ζέντεν, ενώ αποχώρησαν οι Κόουτο, Ντε Λα Πένια, Στόιτσκοφ, Αμόρ, Πίζι, Κάρλες Μπουσκέτς και Μπαΐα (δανεικός στην Πόρτο), αρκετοί εκ των οποίων, όπως ο Βούλγαρος επιθετικός, με τις χειρότερες σχέσεις με τον Φαν Χάαλ.

Ο ανταγωνισμός για μία θέση στην ενδεκάδα των Καταλανών αυξήθηκε κατακόρυφα για τον Ζιοβάνι. Το 4-3-3 του Φαν Χάαλ δεν τον βόλευε, αφού δεν είχε ξεκάθαρο ρόλο στη διάταξη αυτή. Ο Φαν Χάαλ του έκανε μία πρόταση, όταν τραυματίστηκε ο Γκουαρδιόλα, να πάρει τη θέση του μπροστά από την άμυνα, ωστόσο κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό. «Είναι αργός, δεν μπορεί να μπει σε καλούπια, είναι απείθαρχος, δεν έχει συγκεκριμένη θέση. Πείτε μου σε ποια θέση παίζει για να τον χρησιμοποιήσω», υποστήριζε ο Φαν Χάαλ.

Ορισμένα άσχημα αποτελέσματα στην εκκίνηση της σεζόν έφεραν τον εκτοπισμό του Βραζιλιάνου από την ενδεκάδα. Ο Ριβάλντο, από την πλευρά του, είχε εκφράσει δυσφορία που αγωνιζόταν αριστερά στην επίθεση και όχι σε πιο κεντρικό ρόλο, ωστόσο ήταν άκρως παραγωγικός σε αυτόν τον ρόλο, με συνέπεια να συνεχίσει να παίζει εκεί καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς.

 

Αιχμές Ζιοβάνι για Φαν Χάαλ

Στις 13 Δεκεμβρίου 1998, η Μπαρτσελόνα υποδέχθηκε τη Βιγιαρεάλ στο «Καμπ Νόου». Οι «μπλαουγκράνα» μετρούν τρεις σερί ήττες στο πρωτάθλημα από Μαγιόρκα, Ατλέτικο και Λα Κορούνια και η ψυχολογία βρίσκεται στο ναδίρ. Ο Γκίκα Κραϊοβεάνου δίνει προβάδισμα δύο τερμάτων στο «κίτρινο υποβρύχιο» πριν από τη συμπλήρωση 25 λεπτών αγώνα. Ο Φαν Χάαλ βάζει αλλαγή τον Ζιοβάνι στο 54′, αλλά ο Χεράρδο κάνει το 3-0 για τους φιλοξενούμενους στο 78′. Ο Βραζιλιάνος μειώνει στο 82′ με αυτό που έμελε να είναι το τελευταίο τέρμα του με τη φανέλα της Μπαρτσελόνα στην Primera Division.

Δεν το πανηγύρισε και λίγες ημέρες μετά εκτόξευσε βέλη εναντίον του προπονητή του: «Προτιμώ να μην παίζω, παρά να το κάνω σε άλλη θέση. Εκεί που παίζω δεν μπορώ πλέον να σκοράρω, που είναι αυτό που μου αρέσει περισσότερο. Δεν μπορώ να βοηθήσω την ομάδα, νιώθω ότι εξαπατώ τον κόσμο».

 

Η εξορία κι η φανέλα – αφιέρωση του Ριβάλντο

Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που αγωνίστηκε στο πρωτάθλημα για τους επόμενους τέσσερις μήνες. Σε αυτό το διάστημα είχε μία συμμετοχή στη φάση των 16 του κυπέλλου, στη νίκη με 3-0 επί της Μπένιντορμ, παιχνίδι στο οποίο άρχισε βασικός και σημείωσε το τελευταίο τέρμα του ως παίκτης του συλλόγου.

Στο διάστημα της… εξορίας του από τους αγωνιστικούς χώρους, ο Ζιοβάνι είχε την αμέριστη συμπαράσταση του φίλου του, Ριβάλντο, αλλά και του Άντερσον, της βραζιλιάνικης τριπλέτας που είχε… συνασπιστεί έναντι στην ολλανδική παροικία.

Στις 14 Μαρτίου 1999, η Μπαρτσελόνα υποδεχόταν την Εσπανιόλ στο derbi barceloní. Την παραμονή του αγώνα, ο «Ρίμπο» ζήτησε μία φανέλα του «Ζιο», ο οποίος είχε μείνει εκτός αποστολής για ακόμα μία φορά. Όταν ο Ριβάλντο άνοιξε το σκορ στο 16ο λεπτό (σκόραρε με πέναλτι και λίγο αργότερα, με τελικό σκορ 3-0), έβγαλε τη φανέλα του και εμφάνισε εκείνη του Ζιοβάνι, την οποία έδειξε στις κερκίδες.

Η πράξη αυτή, πάντως, έβαλε σε μπελάδες τον φίλο του, αφού ο Φαν Χάαλ κάλεσε τον Ζιοβάνι για εξηγήσεις, θεωρώντας ότι αυτός βρισκόταν πίσω από αυτήν την κίνηση, ως ακόμα ένα επεισόδιο στον «πόλεμο» που είχαν οι δύο άντρες.

 

Το καψόνι του Φαν Χάαλ

Σε αυτό το τετράμηνο η Μπαρτσελόνα είχε βρει τα αγωνιστικά πατήματά της, παρότι ο Ζιοβάνι βρισκόταν μεταξύ πάγκου και εξέδρας. Η «μαγική» σεζόν του Ριβάλντο «τραβούσε» όλη την ομάδα προς τα πάνω. Στις 4 Απριλίου 1999, η Μπαρτσελόνα είχε ένα θεωρητικά εύκολο εντός έδρας παιχνίδι απέναντι στην Οβιέδο. Ο Ριβάλντο σημείωσε χατ τρικ και ο Ζιοβάνι έκανε την επανεμφάνισή του, μπαίνοντας αλλαγή στη θέση του Άντερσον στο 58′.

Την επόμενη αγωνιστική, η Μπαρτσελόνα έπρεπε να ταξιδέψει στα Κανάρια Νησιά, απόσταση 2.201 χιλιομέτρων, κατάτι μικρότερη από την απόσταση μεταξύ Βαρκελόνης – Αθήνας. Ο Φαν Χάαλ συμπεριέλαβε στο ταξίδι τον Ζιοβάνι, ωστόσο πριν από τον αγώνα τον φώναξε στο δωμάτιό του για να του ανακοινώσει ότι έμενε εκτός 18άδας αγώνα.

Ο Βραζιλιάνος εξαγριώθηκε και άρχισε να του φωνάζει και να τον ρωτάει γιατί τον πήρε μαζί του σε αυτό το ταξίδι, εάν δεν είχε σκοπό να τον χρησιμοποιήσει και ότι θα μπορούσε να τον αφήσει να μείνει σπίτι με τη σύζυγό του. «Μη με παίρνεις χωρίς λόγο. Κάλεσε καλύτερα έναν παίκτη από τη δεύτερη ομάδα», του δήλωσε.

Πήρε εκδίκηση από τους Ολλανδούς συμπαίκτες του

Η αντίδραση αυτή έφερε ακόμα δύο μήνες… εξορίας. Στις αρχές Ιουνίου, μάλιστα, η μοίρα τα έφερε έτσι ώστε να κληθεί στην εθνική Βραζιλίας από τον Βαντερλέι Λουξεμπούργκο για να αντιμετωπίσει εκείνους που του πήραν τη θέση στην ενδεκάδα της Μπαρτσελόνα! Η «σελεσάο» είχε κλείσει δύο εντός έδρας φιλικά σε τρεις ημέρες με αντίπαλο την Ολλανδία κι έτσι ο Ζιοβάνι ξανάσμιξε με τους αδερφούς Ντε Μπουρ, τον Κόκου, τον Κλάιφερτ και τον Ζέντεν ως αντίπαλος αυτήν τη φορά.

Μάλιστα, στο πρώτο από τα δύο φιλικά, η Βραζιλία προηγήθηκε 2-0 με τον Ζιοβάνι να σημειώνει το δεύτερο τέρμα στο 45′. Ο Κλάιφερτ απάντησε στο 2ο ημίχρονο και ο Πέτερ φαν Φόσεν ισοφάρισε στο τελικό 2-2, με τον «Ζιο» να αντικαθίσταται από τον Ντενίλσον αμέσως μετά από το γκολ του συμπαίκτη του στην Μπαρτσελόνα, στο 62′.

Οι δύο ομάδες μεταφέρθηκαν από το Σαλβαντόρ στην Γκοϊάνα για το δεύτερο παιχνίδι, που μόνο στα χαρτιά ήταν φιλικό, αφού είχε τέσσερις κόκκινες κάρτες (Μάρσιο Αμορόζο, Ριβάλντο, Αντρέ Όιερ, Έντγκαρ Ντάβιντς). Ο Ζιοβάνι ήταν και πάλι βασικός και αγωνίστηκε για 61 λεπτά, ενώ η Βραζιλία επικράτησε με 3-1.

 

Η συνάντηση που τον έδιωξε από την ομάδα

Στις 11 Ιουνίου 1999, δύο αγωνιστικές πριν από τη λήξη της σεζόν, ο Ζιοβάνι είχε συνάντηση με τον Φαν Χάαλ, παρόντος του προέδρου της ομάδας, Τζουζέπ Λιουίς Νούνιεθ. Όλοι γνώριζαν από πριν την κατάληξη αυτής της συνάντησης, με τον Ζιοβάνι να λέει αργότερα: «Προσπάθησα να διατηρήσω τη στάση μου, αλλά η μοίρα μου πλέον βρίσκεται στα χέρια του Θεού». Ο Βραζιλιάνος ζήτησε να φύγει από τη στιγμή που δεν μπορούσε να αγωνιστεί στη θέση του, προπονητής και πρόεδρος δεν είχαν καμία αντίρρηση.

Στην 37η αγωνιστική κι ενώ η Μπαρτσελόνα είχε κατακτήσει ήδη μαθηματικά το πρωτάθλημα, υποδεχόταν την Μπέτις στο «Καμπ Νόου», στο τελευταίο εντός έδρας παιχνίδι της σεζόν. Ο Φαν Χάαλ τον επέλεξε για μία τελευταία εμφάνιση, για ένα «αντίο» στο κοινό που τον αγάπησε για τα τέρματά του απέναντι στη Ρεάλ και για τα «μαγικά» του στον αγωνιστικό χώρο. Πέρασε ως αλλαγή στη θέση του Λουίς Ενρίκε στο 60′ κι ενώ το σκορ ήταν 3-0 από το 30′ (τελικό 4-1), αλλά δεν κατάφερε να συνοδεύσει την αποχαιρετιστήρια εμφάνιση με κάποιο γκολ.

Ολοκλήρωσε τη σεζόν με μόλις 14 παιχνίδια στο πρωτάθλημα, όσα και ο μετέπειτα αμυντικός του Ιωνικού Σάμουελ Οκουνόβο, ενώ είχε τρία λιγότερα παιχνίδια από τον 18χρονο Τσάβι. Από τους παίκτες με τουλάχιστον επτά παιχνίδια στο πρωτάθλημα (αριθμός που δεν συμπλήρωσαν παίκτες όπως ο Όσκαρ, ο Ναδάλ και ο Ντράγκαν Τσίριτς), λιγότερα λεπτά συμμετοχής είχε μόνο ο Άντερσον (24 ματς με 586 λεπτά, έναντι 14 αγώνων και 824 λεπτών).

Έφυγε και βρήκε το λιμάνι του

Την ώρα που ο Ριβάλντο με 24 γκολ οδηγούσε την Μπαρτσελόνα στη διατήρηση των «σκήπτρων» εντός των τειχών και στο τέλος του έτους θα κατακτούσε τη Χρυσή Μπάλα, έστω κι αν τρεις ημέρες αργότερα θα κορυφωνόταν η ρήξη του με τον Φαν Χάαλ, τα πράγματα για τον Ζιοβάνι έπαιρναν τελείως διαφορετική τροπή. Βρισκόταν στην πόρτα της εξόδου, με τους «μπλαουγκράνα» να εξετάζουν το ενδιαφέρον ομάδων όπως η Θέλτα, η Γαλατάσαραϊ, η Πόρτο, η Μπενφίκα, η Σπόρτινγκ, η Βάσκο ντα Γκάμα και η Κορίνθιανς.

Η επιθυμία του να παραμένει στη «γηραιά ήπειρο» και οι οικονομικές αξιώσεις του, απομάκρυναν αρκετές από αυτές τις ομάδες, μέχρι που στο «κόλπο» έμεινε μία, εκείνη στην οποία το όνομά του θα αποκτούσε ιερή χροιά, εκείνη στην οποία θα λατρευόταν ξανά ως θεότητα, εκείνη στην οποία για τα επόμενα έξι χρόνια η παρουσία του θα μεταφραζόταν σε τίτλους, διακρίσεις, ντρίμπλες, γκολ: ο Ολυμπιακός.

Από το λιμάνι του Πειραιά αποχώρησε για πρώτη φορά το 2005, έχοντας περάσει ορισμένες από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής του. Επέστρεψε στη Σάντος για έναν χρόνο, πήγε στην Αλ Χιλάλ, γύρισε στον Πειραιά για τον Εθνικό αυτήν τη φορά, πήγε στη Σπορτ Ρεσίφε, στη Μοζί Μιρίμι και το 2010 ολοκλήρωσε την παρουσία του ως ποδοσφαιριστής στη Σάντος.

 

«Χίτλερ των Βραζιλιάνων»

Έντεκα χρόνια μετά από την αποχώρησή του από την Μπαρτσελόνα, η «Marca» εντόπισε τον Ζιοβάνι για δηλώσεις σχετικά με το τέλος της καριέρας του. Μία από τις ερωτήσεις, αναπόφευκτα, αφορούσε τον Φαν Χάαλ. Η απάντηση του Βραζιλιάνου έμεινε στην ιστορία και μνημονεύεται μέχρι σήμερα, σε κάθε νέο επεισόδιο του Ολλανδού προπονητή με κάποιον παίκτη του.

«Ο Φαν Χάαλ ήταν ο Χίτλερ των Βραζιλιάνων παικτών. Είναι αλαζόνας, υπερήφανος και έχει πρόβλημα. Η ζωή μου μαζί του ήταν τρομακτική. Οι Βραζιλιάνοι δεν τον ήθελαν. Με έβαλε κάτω, ενώ είχε κόντρες και με τους Ριβάλντο και Σόνι Άντερσον. Πάντα μας έλεγε τη δικαιολογία ότι δεν κάναμε καλή προπόνηση».

«Ξέρω ότι πρέπει να έχει κάποιο τραύμα, ότι δεν έχει ιδέα από ποδόσφαιρο, δεν ξέρει τίποτα. Τον καιρό που ήμουν μαζί του, πάντα έκανε την ίδια προπόνηση. Το είδος του είναι άρρωστο, είναι τρελός».

Ήταν άνοιξη του 2010, με τον Φαν Χάαλ να έχει οδηγήσει την Μπάγερν στον τελικό του Champions League και απέναντί του να έχει τον άλλοτε βοηθό του στην Μπαρτσελόνα, τον Μουρίνιο, ο οποίος είχε φτάσει στον τελικό με την Ίντερ. Ο Ζιοβάνι ήταν κάθετος: «Εάν ήταν στο χέρι μου, θα μου άρεσε η Ίντερ να νικήσει με 15-0, με πέντε γκολ από τον Λούσιο». Η Ίντερ νίκησε με 2-0, χάρη σε δύο τέρματα ενός Αργεντινού, του Ντιέγκο Μιλίτο. Ο Ζιοβάνι χάρηκε το ίδιο…

 

Διαβάστε ακόμη:

Όταν ο Ολυμπιακός πήγε Ιταλία με «φρέσκο» προπονητή και νίκησε τη Γιουβέντους

Η αδικία της Ρεάλ, η απονομή του Φράνκο στην Μπαρτσελόνα, τα μπουκάλια και η αποκάλυψη του διαιτητή

PHOTOS: Η ιστορική νίκη του Ολυμπιακού επί της Μπαρτσελόνα

Όταν η Μπαρτσελόνα υποκλίθηκε στον Κούδα και τον ΠΑΟΚ

Όλα τα θέματα του Sport-Retro.gr για την Ισπανία

Διαβάστε ακόμα
Σχόλια
Loading...